Άρθρο του Καθηγητή Χρίστου Κληρίδη , Αναπληρωτή ή Κοσμήτορα της Σχολής Νομικής και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Frederick , Προέδρου του Πολιτικού Κόμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημοκρατική Αλλαγή (ΔΗΜΑΛ).
Από την ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Έρευνας και Μελέτης Θουκιδίδης
Πέρασαν 51 χρόνια με το κυπριακό όχι μόνο να παραμένει άλυτο αλλά και με την Τουρκία να επιμένει στην λύση των δύο κρατών, λύση η οποία ουσιαστικά αναγνωρίζει και νομιμοποιεί τα αποτελέσματα της κατοχής και εισβολής Ιουλίου-Αυγούστου του 1974.
Το γεγονός ότι η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει δια της βίας των όπλων 36,2% της Κύπρου και διατηρεί στο κατεχόμενο έδαφος κατοχικά στρατεύματα παρ’ όλες τις διεθνείς καταδίκες από το ΕΔΑΔ, το ΔΕΕ, ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και άλλων Διεθνών Οργανισμών, τείνει να καταδείξει ότι η πολιτική που ακολούθησε η ελλαδική και κυπριακή ηγεσία απέτυχε. Είναι αδιανόητο η Τουρκία να συνεχίζει να κατέχει 3.224.29 τετραγωνικά χιλιόμετρα ευρωπαϊκού εδάφους, να έχει εποικήσει το κατεχόμενο μέρος με εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκους και να επιμένει, χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις στην αναγνώριση του ψευδοκράτους της ούτως καλούμενης ΤΔΒΚ (Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείας Κύπρου).
Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή, και ακόμα προτού επιστρέψει ο ανατραπείς δια πραξικοπήματος της Χούντας των Αθηνών με συνεργάτες της στην Κύπρο, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος τον Δεκέμβριο του 1974, η πολιτική ηγεσία Κύπρου και Ελλάδας σε σύσκεψη στην Αθήνα απεφάσισαν ότι το Κυπριακό θα μπορούσε να λυθεί με ομοσπονδιακή λύση την οποία είχε απορρίψει ο Γλαύκος Κληρίδης στις διεθνείς συσκέψεις που έγιναν μεταξύ της πρώτης και δεύτερης εισβολής, Ιούλιο-Αύγουστο του 1974.
Η Κύπρος ήταν ανέκαθεν ενιαίο κράτος, και από το 1960, με το Ζυριχικό σύνταγμα, δικοινοτικό, με την πλειοψηφία της τάξης του 82% να είναι Έλληνες και η μειοψηφία Τούρκοι, με τρεις θρησκευτικές ομάδες πολύ περιορισμένου αριθμού, Αρμενίους, Μαρωνίτες και Λατίνους.
Παρόλον ότι το 1974, βάσει οργανωμένου σχεδίου το Ζυριχικό σύνταγμα του 1960 κατέρρευσε στο πλαίσιο του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού της Τουρκίας για διχοτόμηση, επεβίωσε στην βάση του δικαίου της ανάγκης, εφόσον η αποχώρηση των Τούρκων της Κύπρου από τα θεσμικά όργανα του Συντάγματος δεν απετέλεσε την διάλυσή του. Διεσώθη με την γνωστή απόφαση Attorney General v. Ibrahim (1964) 1 CLR 195, σύμφωνα με την οποία επιτακτική ανάγκη επέβαλλε την προσαρμογή του Συντάγματος με νομοθεσία η οποία θεσπίστηκε και η οποία παρόλον ότι ήταν αντισυνταγματική διεσώθη με βάση το δίκαιο της ανάγκης.
Η Ομοσπονδιακή Λύση θεωρήθηκε σαν ο έσχατος συμβιβασμός, βασιζόμενος όμως σε τέσσερις βασικές προϋποθέσεις που ήσαν ότι η λύση θα έπρεπε να διασφαλίζει:
(1) το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης
(2) το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης
(3) το δικαίωμα της επιστροφής όλων των προσφύγων και εκτοπισθέντων στις κατοικίες και περιουσίες τους και
(4) την διαφύλαξη του ατομικού δικαιώματος στην περιουσία.
Απεδείχθη πολύ σύντομα ότι η Τουρκική πλευρά εξασφάλιζε μονομερείς παραχωρήσεις εκ μέρους της κυπριακής και ελλαδικής πλευράς χωρίς να προσφέρει τίποτα, και κτίζοντας πάνω σε αυτές, ζητούσε και έπαιρνε όλο και περισσότερα. Εξασφάλισε σε πρώτο στάδιο το πλαίσιο λύσης γνωστού σαν «Συμφωνίες Μακαρίου – Ντενκτάς» και «Κυπριανού – Ντενκτάς» προς το τέλος της δεκαετίας του 1970, το οποίο προνοούσε ουσιαστικά για διπεριφερειακή ομοσπονδία με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και με κάποιες προσαρμογές ούτως ώστε να προσαρμοστεί η λύση αυτή στο γεγονός ότι θα υπήρχαν δύο περιφέρειες, η μια ελληνική και η άλλη τουρκική.
Πριν αποθάνει το 1977 ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, είχε ήδη αντιληφθεί το παιχνίδι της τουρκικής πλευράς και έτσι μιλούσε πλέον για μακροχρόνιο αγώνα.
Την δεκαετία του 1980 ο διεθνής παράγοντας, μέσω του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, άρχισε να ασκεί πίεση στην δική μας πλευρά για ένα συμβιβασμό ο οποίος προνοούσε ουσιαστικές εκπτώσεις από τα ατομικά δικαιώματα, περιορισμό στο δικαίωμα επιστροφής της ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης, και στο περιουσιακό.
Ασκήθηκαν φοβερές πιέσεις στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας διάδοχο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Σπύρο Κυπριανού, να αποδεχθεί την λύση αυτή, ιδιαίτερα εκ μέρους των δύο μεγάλων κομμάτων στην Κύπρο, του Δημοκρατικού Συναγερμού (δεξιά παράταξη) και του ΑΚΕΛ (αριστερά παράταξη. Οι πιέσεις αυτές οδήγησαν σε ρήξη των σχέσεων του Σπύρου Κυπριακού (ΔΗΚΟ, Κεντρώα παράταξη), με το ΑΚΕΛ.
Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να εκλεγεί στην προεδρία το 1988 Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την στήριξη του ΑΚΕΛ, ο κύριος Γιώργος Βασιλείου, ο οποίος προέβη σε θλιβερές μονομερείς υποχωρήσεις προς όφελος της τουρκικής πλευράς δυστυχώς, και με τις ευλογίες ή αδιαφορία των ελληνικών κυβερνήσεων.
Σαν αποτέλεσμα, το 1990-1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ψηφίσματα που και μέσα από τις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα της περιόδου διευκρίνιζαν ότι πλέον, η βάση για λύση του κυπριακού ήταν κάτι διαφορετικό από την διπεριφερειακή ομοσπονδία με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και κατοχύρωση των τεσσάρων ελευθεριών.
Σαν πλαίσιο λύσης πλέον ήταν η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) με Πολιτική Ισότητα. Αυτό σήμαινε πλέον ότι η ομοσπονδία θα αποτελείτο από δύο κράτη με εσωτερική κυριαρχία, τα οποία κράτη θα είχαν την δική τους ζώνη, η οποία ζώνη θα ήταν τουρκική η μία και η άλλη ελληνική. Αυτό σήμαινε ουσιαστικά ότι στο κατεχόμενο μέρος με κάποιες εδαφικές αναπροσαρμογές, οι Τούρκοι της Κύπρου θα είχαν πληθυσμιακή πλειοψηφία αλλά και περιουσιακή πλειοψηφία, ενώ ανέκαθεν, όπως προαναφέρθηκε, η Κύπρος ήταν ενιαία, με ένα μικρό αριθμό τουρκικών χωριών διασκορπισμένων σε όλη την Κύπρο, και άλλων μικτών. Τώρα, σαν αποτέλεσμα της εισβολής και της συμφωνίας της τρίτης Βιέννης το 1976, όλοι σχεδόν οι Τούρκοι μετακινήθηκαν στο κατεχόμενο βόρειο μέρος της Κύπρου από όπου και εκδιώχθηκαν μεγάλος αριθμός των Ελλήνων, για να παραμένει ένας πολύ μικρός πλέον εγκλωβισμένων στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου. Με το νέο πλαίσιο λύσης επικυρωνόταν το εθνικό ξεκαθάρισμα Ethnic Cleansing.
Στο περιουσιακό, παρόλο ότι η συντριπτική περιουσία ανήκε στους Έλληνες, Εκκλησία της Κύπρου και το κράτος, με την προτεινόμενη πλέον λύση, η συντριπτική πλειοψηφία θα περιέλθει στα χέρια των Τούρκων, με τους Έλληνες να αναμένουν καθορισμό και καταβολή αποζημίωσης, στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.
Πέραν όμως του εθνικού και περιουσιακού ξεκαθαρίσματος, που έλαβε τις ευλογίες του Διεθνούς Οργανισμού, διεφάνη, με την τελευταία ουσιαστική πρόταση του Γενικού Γραμματέα Kofi Anan το 2004, ότι θα πρέπει να γίνουν και επιπρόσθετοι συμβιβασμοί που συμπεριλάμβαναν την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από την παρθενογένεση και την δημιουργία ενός νέου Ομόσπονδου Κράτους από τα δύο συνιστώντα κράτη, με εκτεταμένες εσωτερικές κυριαρχίες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα υπήρχε και εκ περιτροπής προεδρία, ανεξαρτήτως του ότι οι Τούρκοι θα παρέμεναν μειοψηφία, αλλά προστέθη και πρόνοια ότι, για να περάσει οποιαδήποτε απόφαση σε ομοσπονδιακό επίπεδο με περιορισμένες ομοσπονδιακές εξουσίες, θα έπρεπε να εγκριθεί και από την τουρκική πλευρά.
Πέραν τούτου εγένετο πρόνοια για την «κυπροποίηση» δεκάδων χιλιάδων εποίκων, και προτάθηκε ένα σύστημα αποζημίωσης τω Ελλήνων για τις περιουσίες τους περίπλοκο και ανέφικτο να λειτουργήσει στη πράξη, και όλα αυτά χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις, παρά μόνον ευχολόγια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Αναπόφευκτα το σχέδιο αυτό απερρίφθη με ένα συντριπτικό ΟΧΙ του 76% των Ελλήνων της Κύπρου στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004.
Όμως η κατρακύλα στο κυπριακό και η απαράδεκτη πολιτική κατευνασμού Ελλάδος και Κύπρου στη προσπάθεια η Τουρκία να είναι διαλλακτική συνέχισε, με αποτέλεσμα, τον Δεκέμβριο του 2004, Ελλάδα και Κύπρος, να συναινέσουν στην έναρξη του ενταξιακού διαλόγου Ευρωπαϊκής Ένωσης/Τουρκίας, με την ελάχιστη προϋπόθεση αναγνώρισης από την Τουρκία της Κυπριακή Δημοκρατία, κάτι το οποίο ήταν αυτονόητο και επιβαλλόμενο.
Οι επόμενες κυβερνήσεις Κύπρου συνέχισαν δυστυχώς τη πορεία αυτή κατολίσθησης με περαιτέρω υποχωρήσεις του Προέδρου Χριστόφια 2018-2013, ιδιαιτέρα στο περιουσιακό, και του Προέδρου Αναστασιάδη 2013-2023, στα θέματα ιδιαίτερα της κυριαρχίας.
Με το κοινό ανακοινωθέν Φεβρουαρίου του 2014 Αναστασιάδη – Έρογλου, άνοιξε ο δρόμος για διπλές κυριαρχίες, ο οποίος συνεχίστηκε με την λανθασμένη πορεία προς αναγνώριση ουσιαστικά των δύο κρατών και της συνομοσπονδιακής λύσης. Διάφοροι χειρισμοί και δηλώσεις επί προεδρίας του κυρίου Αναστασιάδη επέτρεψαν δυστυχώς στην Τουρκία αλλά και σε κάποιους στο εσωτερικό Κύπρου και Ελλάδος να υποστηρίζουν τη λύση των δύο κρατών έστω και ανεπίσημα και ή στο παρασκήνιο.
Καταβλήθηκε μια τελευταία προσπάθεια το 2017, τον Ιούλιο, σε πολυμερή διάσκεψη στο Κραν Μοντανά, να επιλυθεί το κυπριακό κάτω από την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κου Γκουντέρες. Το πλαίσιο Γκουντέρες προνοούσε την εκ περιτροπής προεδρία με δύο πενταετής θητείες, Έλληνας και την Τρίτη Τούρκος , την τουρκική ψήφο, διαπραγμάτευση στο εδαφικό περίπου στο 28-29% από το 36% της κατοχής σήμερα, πρώτο δικαίωμα ιδιοκτησίας περιουσιών Ελλήνων στους Τούρκους παράνομους χρήστες, «κυπροποίηση» περίπου 40.000 εποίκων, τουρκική ψήφος για να περάσει οποιαδήποτε ομοσπονδιακή απόφαση / νόμος με την γνωστή ρήτρα, επιδιαιτησίας ουσιαστικά ξένων δικαστών.
Όσον αφορά το θέμα παραμονής τουρκικών στρατευμάτων, προνοούσε για σταδιακή μείωση και συζήτηση κατά πόσον θα υπήρχε σε κάποια στάδιο πλήρης αποχώρηση και αντικατάσταση των εγγυητικών δικαιωμάτων Ελλάδας – Κύπρου – Τουρκίας, με ένα χαλαρό σύστημα εγγυήσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, το οποίο όμως, σε καμία περίπτωση δεν έδιδε εξουσία δυναμικής εφαρμογής της οποιασδήποτε λύσης.
Δυστυχώς, το πλαίσιο αυτό, που δεν απείχε κατά πολύ από το σχέδιο Ανάν 5, δέχθηκε η δική μας πλευρά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα προηγούμενο, έστω και αν υποστηρίζεται ότι τίποτα δεν είναι συμφωνημένο αν δεν συμφωνήσουν και οι δύο πλευρές.
Με την εκλογή του κυρίου Τατάρ σαν «ψευδοπροέδρου», υπήρξε πλέον μετακίνηση της τουρκικής πλευράς από τον στόχο της ΔΔΟ με πολιτική ισότητά στην λύση δύο κρατών. Λύση την οποία σθεναρά υποστηρίζει πλέον και η Τουρκία δια του Προέδρου της κυρίου Ερντογάν.
Σήμερα δυστυχώς καταβάλλεται μία προσπάθεια από την ελλαδική και κυπριακή πλευρά να ξεκινήσει διάλογος «από εκεί που μείναμε» στον Κραν Μοντανά, δηλαδή στην καλυτέρα των περιπτώσεων ένα νέο σχέδιο Ανάν 6, το οποίο απερρίφθη από τους ΄Έλληνες της Κύπρου το 2004, με την Τουρκία να επιμένει στην λύση των δύο κρατών και να είμεθα πλέον πολύ κοντά στο αδιέξοδο.
Δυστυχώς ο απολογισμός των 51 ετών δεν είναι ενθαρρυντικός. Το τελευταίο δίλημμα είναι από μόνο του απαράδεκτο, και αν δεν αντιληφθούν Ελλάδα και Κύπρος ότι η πολιτική τους απέτυχε παταγωδώς και να ζητήσουν επανατοποθέτηση του κυπριακού σαν θέμα εισβολής και κατοχής και να ζητήσουν λύση ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμβατή με το κράτος δικαίου, το σίγουρο είναι ότι θα παραμείνει η κατάσταση με το «τσιμέντωμα» της κατοχής χωρίς να υπάρχει φως στην άκρη της σήραγγας. Η Τουρκία δεν πρόκειται να πεισθεί με ευσεβοποθισμούς και παρακάλια να προχωρήσει σε λύση του κυπριακού προβλήματος και μόνο αν πιεστεί θα υπάρχει η πιθανότητα να βρεθεί μια λύση η οποία θα κατοχυρώνει στον μεγαλύτερο βαθμό τις τέσσερις βασικές ελευθερίες οι οποίες προτάχθηκαν σαν το σύμβολο του μακροχρόνιου αγώνα.
Είναι λυπηρό γιατί ξεφύγαμε από τους αρχικούς στόχους και καταλήξαμε να διαπραγματευόμεθα ένα σχέδιο το οποίο δεν θέλει η Τουρκία γιατί επιμένει στην λύση των δύο κρατών, και το οποίο όμως σχέδιο, αν γίνει δεκτό, θα αποτελεί την νομιμοποίηση της διχοτόμησης στην Κύπρο.
