Ιβάν ο Τρομερός (1530-1584) πηγή
Το καλοκαιρινό αφιέρωμα της ιστοσελίδα του Άρδην θα επιχειρήσει να διερευνήσει το φαινόμενο του Ολοκληρωτισμού που στοίχειωσε τον 20ό αιώνα, αλλά τον βλέπουμε με διάφορα προσωπεία να ξεπηδά και στον 21ο αι. Με οδηγό το εμβληματικό έργο του Κώστα Παπαϊωάννου, Η γένεση του Ολοκληρωτισμού (πρωτοεκδόθηκε μόλις το 1959, δ΄ συμπληρωμένη έκδοση του 2017 με επίμετρο του Γιώργου Καραμπελιά) θα διερευνήσουμε διάφορες πτυχές του ολοκληρωτισμού. Θα δούμε πώς από “το ζενίθ του Οκτώβρη του 1917 φτάσαμε στο ναδίρ των γκουλαγκ” και θα διαπιστώσουμε πώς το λενινιστικό – σταλινικό πρότυπο επιβιώνει παραλλαγμένο και σήμερα.
του Κώστα Παπαϊωάννου*
Βυζαντινο-μογγολική γενεαλογία του μοσκοβιτικού κράτους
Αυτό που κάνει την αληθινή πρωτοτυπία της μπολσεβικικής επανάστασης δεν είναι ούτε η κρατικοποίηση της οικονομίας (που είναι κάτι τόσο παλαιό όσο και η ανθρώπινη κοινωνία) ούτε κι ο απλός δεσποτισμός (που κι αυτός είναι βγαλμένος από τα παλιατζίδικα του παρελθόντος).
Αυτό που εκπλήσσει την εποχή μας, σαν εποχή ορθολογιστική και συνεπώς σκεπτικιστική, είναι η επιβολή και η εξάπλωση, με κέντρο την ΕΣΣΔ, ενός ολοκληρωτικού κομφορμισμού, που το εκάστοτε αντικείμενό του καθορίζεται κυρίαρχα από την κρατική εξουσία (και όχι πια από την Εκκλησία, όπως συνέβαινε από την εμφάνιση του χριστιανισμού μέχρι την αναγέννηση).
[…]
Τωόντι, η μοίρα της Ρωσίας υπήρξε εξαρχής συνδεδεμένη με τη μοίρα της βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μες στην οποία η πνευματική εξουσία ήταν πάντοτε ταυτισμένη με την πολιτική. Τη ρωμαϊκή έννοια του κράτους η Ρωσία τη γνώρισε και την υιοθέτησε μαζί με τη βυζαντινή ορθοδοξία. Η θρησκευτική εξουσία και το κράτος (που ο χωρισμός τους στη Δύση υπήρξε το αποτέλεσμα των αγώνων ανάμεσα στον Πάπα και τους Αυτοκράτορες) συγχωνεύτηκαν εντελώς στη Ρωσία όταν ο δικέφαλος αετός του Βυζαντίου μπήκε στο θυρεό των Μοσχοβιτών τσάρων («καισάρων»), και οι διάδοχοι του Ιβάν του Τρομερού ζήτησαν να πραγματοποιήσουν την προφητεία του ιερομόναχου Φιλοθέου και να δώσουν στη Μόσχα τον μαγικό τίτλο της «Τρίτης Ρώμης». Από την ώρα αυτή, η τσαρική απολυταρχία πήρε την τελειωτική της μορφή δίνοντας στον «Καίσαρα όλων των Ρωσιών» όλες τις πνευματικές εξουσίες που, καλώς ή κακώς, ο χριστιανικός κλήρος είχε αναγνωρίσει στον «ισαπόστολο» Μ. Κωνσταντίνο.
Από την άλλη μεριά, την εποχή ακριβώς όπου η Δύση περνούσε από τη γοτθική αναγέννηση του 13ου αιώνα στην ιταλική αναγέννηση του 15ου, οι Ρώσοι πρίγκιπες βρίσκονταν κάτω από τον μογγολικό ζυγό. Την ώρα που οι δυτικές πόλεις ολοκλήρωναν την πνευματική, οικονομική και πολιτική τους χειραφέτηση, οι Ρώσοι «κνιάζ» πήγαιναν προσκύνημα στο Καρακορούμ ή το Σαράι για να εκλιπαρήσουν την εύνοια των τζεγκισχανιδών: αν η μοσχοβιτική ορθοδοξία βγαίνει άμεσα από τη βυζαντινή θεοκρατία, το πολιτικό καθεστώς των τσάρων διαμορφώθηκε πάνω στο πρότυπο του καθεστώτος της χρυσής ορδής. Το «γιασσάκ», η πειθαρχία του στρατώνα που, με το κνούτο και τη ναγκάικα, έβαζε μια τάξη στις μογγολικές ορδές, θα επιβληθεί τώρα, προς όφελος του τσάρου της Μόσχας, πάνω σ’ «όλες τις Ρωσίες». Η υποδούλωση των αγροτών από τους μεγάλους τσάρους, που δημιούργησαν, διατήρησαν και επαύξησαν τη ρωσική αυτοκρατορία, οι περίφημες «στρατιωτικές εργατικές αποικίες» του Αρακτσέγιεφ, υπουργού του Αλεξάνδρου Α΄ –αλλά επίσης και οι σταλινικές μέθοδοι της καταναγκαστικής εργασίας και της στρατιωτικής κινητοποίησης της εργατικής δύναμης– εκφράζουν τις πιο παροξυστικές μορφές αυτής της μογγολικής προέλευσης αντίληψης της κοινωνικής πειθαρχίας,που αποτελεί άλλο ένα σταθερό γνώρισμα της μοσχοβιτικής ιστορίας[1].
Αυτή η ιδιαίτερη σαγήνη που αισθάνθηκαν οι εκάστοτεδιευθύνοντες τις τύχες του μοσχοβιτικού κράτους, και που τους έκανενα προτιμούντη χρήσητης ωμής βίας γιαναλύνουν τα κοινωνικά προβλήματα, δεν είναι ίσως άσχετη και προς τον γεωγραφικό χαρακτήρατων γαιών που κατοικήθηκαν απότα ρωσικάφύλα: εννοούμε την απέραντη πεδιάδα ανάμεσα στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα, τα Καρπάθια και τα Ουράλια. Η ιδέαότι οι ιδιάζουσες στη στέπα γεωγραφικές συνθήκες έπαιξαν ένα κάποιορόλο στη διαμόρφωση ενός υπέρμετρα συγκεντρωτικού ενωτικού κράτους αναπτύχθηκε εδώ κι εκατό χρόνια από τον Σέργιο Σολοβιώφ, έναν κλασικό της ρωσικής ιστοριογραφίας. Να πώς διατύπωσε τη σκέψη του:
Η πέτρα (τα βουνά) χώρισε τη Δυτ. Ευρώπη σε πολυάριθμα κράτη και χάραξε τη μορφή πολλών και διαφόρων εθνοτήτων. Η πέτρα έδωσε την ανεξαρτησία, την αυτονομία και την ελευθερία πρώτα στους φεουδάρχες, ύστερα στους αστούς και τους αγρότες (…). Αντίθετα, στην απέραντη ανατολική πεδιάδα, δεν υπάρχει πέτρα. Όλα εδώ είναι ομοιόμορφα. Απ’ αυτόπροέρχεται και η απουσία πολλών και διαφόρων κρατών και ο κολοσσιαίος σχηματισμός ενός ενιαίου κράτους. Σ’ αυτή την πεδιάδα, τίποτε δεν μένει στη θέση του. Ο Ρώσος εγκαταλείπει εύκολα το σπίτι του, το χωριό που γεννήθηκε, γιατί παντού οι φυσικές συνθήκες είναι ίδιες Κι αυτό εξηγεί τιςπροσπάθειες του κράτους να τον κρατήσει και νατον καθηλώσει στη θέση του…[2].
Ως γνωστόν, η σταλινική προπαγάνδα χρησιμοποίησε τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα και υπενθύμισε την ίδια ακριβώς «ανάγκη να καταπολεμηθεί η ρευστότητα της εργατικής δύναμης», όταν της χρειάστηκε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την επιβολή του υποχρεωτικού βιβλιαρίου εργασίας (που, ως φαίνεται, προσπαθούν σήμερα, αν όχι να το καταργήσουν, τουλάχιστον να μετριάσουν τις αυστηρότατες συνέπειες που έχει για τους εργαζομένους).
Οπωσδήποτε, όσο περιορισμένη ισχύ κι αν έχει η «γεωγραφική» εξήγηση της ιστορίας, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, επιδεινωμένος από την ανεπάρκεια των συγκοινωνιακών μέσων, ο διασκορπισμός των οικιστικών κέντρων μέσα στην απέραντη πεδιάδα, σε συνδυασμό με την «οριζοντιότητα» της στέπας και τη μεγάλη έκταση του εδάφους, δεν έπαιξε μικρό ρόλο στη στερέωση της μοσχοβιτικής απολυταρχίας. Πραγματικά, αρκούσε να γίνει κανείς κύριος της εξουσίας στο κέντρο για να επιβληθεί στην περιφέρεια και να επικρατήσει πάνω στη μάζα που, αν φαίνεται άμορφη και πειθήνια, είναι πολύ περισσότερο λόγω του διασκορπισμού της μες στο χώρο παρά της πνευματικής, πολιτιστικής ή άλλης καθυστέρησής της. Ο Τρότσκι, με τη θεωρία του για τη στρατηγική θέση των αστικών κέντρων, ο Λένιν, όταν αντιθέτει τον μονολιθικό συγκεντρωτισμό του κόμματός του στον «διασκορπισμό» της τεράστιας αγροτικής μάζας, δεν είναι παρά μόνο φαινομενικά άπιστοι στο genius της μοσχοβιτικής ιστορίας…
*****
Η μογγολική επιδρομή που, μέσα σ’ ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, κάλυψε όλο το χώρο ανάμεσα στις ακτές του Ειρηνικού και τις όχθες του Δούναβη, έπνιξε στο πέρασμά της τον ακμαίο πολιτισμό της Ρωσίας του Κιέβου. Με το σχηματισμό του μοσχοβιτικού κράτους, το ρεύμα επρόκειτο να αντιστραφεί, κι αυτή η απώθηση των βαρβάρων νομάδων προς τη Σιβηρία και στο τέλος η εκμηδένιση της στρατιωτικής τους δύναμης αποτελεί, στο κοσμοϊστορικό πλάνο, τον κυριότερο, αν όχι το μοναδικό τίτλο τιμής του τσαρισμού. Από την άλλη μεριά, όμως, η Ρωσία, που μόλις είχε απελευθερωθεί από τον ταταρικό ζυγό, έπεσε κάτω από τον πολύ φοβερότερο ζυγό του κράτους.

«Ο δρόμος στην πόλη»: άνθρωποι που τρέχουν να ξεφύγουν από την άφιξη των Οπρίτσνικ, εμπνευσμένο από την όπερα «Ο Οπρίτσνικ» του Τσαϊκόφσκι, ζωγραφισμένο από τον Απολλινάρι Βασνέτσοφ το 1911.
Η ρωσική κοινωνία: δημιούργημα του κράτους[3]
Η ρωσική αυτοκρατορία σχηματίστηκε από τη συνένωση, γύρω από τους πρίγκιπες της Μοσχοβίας, των διαφόρων ηγεμονιών που είχαν αναπτυχθεί με τον καιρό πάνω στην απέραντη στέπα. Η κοινωνική της βάση ήταν εξαρχής και μέχρι τον αιώνα μας αγροτική (terrienne) και στρατιωτική· οι πόλεις που, στη Δύση, αποτέλεσαν το κύριο στήριγμα της μοναρχικής πολιτικής στην πάλη της κατά της φεουδαρχικής αποκέντρωσης, έλειπαν σχεδόν ολοσχερώς, και πάντως υπέστησαν πολύ περισσότερο παρά ενίσχυσαν την ενωτική πολιτική των τσάρων. Μια ιθύνουσα τάξη από μεγαλογαιοκτήμονες, μπογιάρους και μια απέραντη μάζα από ελεύθερους χωρικούς: αυτή είναι η εικόνα που παρουσιάζει η Ρωσία στις παραμονές της ενθρόνισης του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού.
Δεδομένης αυτής της αγροτικής διάρθρωσης της κοινωνίας, θα περίμενε κανείς ότι το νεοσύστατο μοσχοβιτικό κράτος θα ’παιρνε τη γνώριμη μορφή μιας φεουδαρχικής ομοσπονδίας (όπως το καρολιγγειανό κράτος ή η Αγία Γερμανική Αυτοκρατορία). Στην πραγματικότητα, ακολουθώντας τη βυζαντινή παράδοση, το μοσχοβιτικό κράτος διαμορφώθηκε σύμφωνα με τη μοναρχική αρχή, έτσι που, την ώρα ακριβώς που οι Γάλλοι βασιλείς σύντριβαν, στους θρησκευτικούς πολέμους, την πολιτική δύναμη της αριστοκρατίας, ο Ιβάν ο Τρομερός κήρυξε ένα αμείλικτο πόλεμο κατά των μπογιάρων. Για να επιβάλει την απολυταρχία, ο Ιβάν δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το όπλο της επαναστατικής τρομοκρατίας εναντίονόλων ανεξαιρέτως των τάξεων του πληθυσμού. Και τούτο σε μια κλίμακα πρωτοφανή στην ιστορία, ύστερα από τις προγραφές και τις δημεύσεις του Τιβέριου και των Σεβήρων.
Συγκεκριμένα, το 1565, δημιούργησε την Οπρίτσνινα, ένα είδος πραιτοριανής φρουράς από χίλιους και ύστερα 6.000 αφοσιωμένους οπαδούς, που τους είχε στρατολογήσει, ως επί το πλείστον, από τα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού. Αυτό ήταν η απαρχή μιας τρομοκρατίας, που παρουσιάζει χτυπητές αναλογίες μ’ αυτήν που εξαπόλυσε ο Στάλιν στην εποχή της «πάλης κατά των κουλάκων». Ντυμένοι στα μαύρα, φορώντας μαύρο σκούφο, φέρνοντας στη σέλλα και στη φαρέτρα ένα κεφάλι σκύλου και μια σκούπα –σύμβολα του ρόλου της δημιουργίας και της περιφρούρησης της τάξης που τους είχε αναθέσει ο Ιβάν–, οι Οπρίτσνικοι εξαπολύθηκαν πάνω σ’ όλη τη ρωσική γη. Κι έχοντας ορκιστεί με όρκους φοβερούς να είναι οι κηρυγμένοι εχθροί των ιδιωτών[4], έκαναν στο όνομα του κυρίου τους έναν αμείλικτο ληστρικό και εξοντωτικό πόλεμο εναντίον των ίδιων του των υπηκόων.
Όπως στην εποχή του Μάριου και του Τιβέριου, η Τρομοκρατία έγινε το όργανο μιας μεγάλης ισοπεδωτικής πολιτικής που στράφηκε εναντίον όλων των κοινωνικών τάξεων. Οι παλαιοί πρίγκιπες και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες υπήρξαν τα πρώτα της θύματα· τα κτήματά τους είχαν την ίδια τύχη με τα κτήματα της συγκλητικής αριστοκρατίας: δημεύτηκαν και μοιράστηκαν στη νέα άρχουσα τάξη των «υπηρετών του κράτους» που τη δημιούργησαν ex nihilo τα ουκάζια του Ιβάν.
Ύστερα ήρθε η ώρα των αστών: όλος ο ακμαίος αστικός πολιτισμός, που από τον 9ο μέχρι τον 12ο αιώνα υπήρξε η εστία της ρωσικής ιστορίας, κατερειπώθη σε τέτοιο βαθμό, ώστε έκανε πάνω από τρεις αιώνες για ν’ ανορθωθεί[5]. Η πυρπόληση του Τβερ και η καταστροφή του Νόβγκοροντ, το 1570, όπου 30.000 πρόσωπα βρήκαν έναν αποτρόπαιο θάνατο μέσα σ’ ένα όργιο αίματος, που βάσταξε πέντε εβδομάδες και που έγινε κάτω από την προσωπική επίβλεψη του τσάρου[6], είναι τα σύμβολα της καταστροφής του ρωσικού αστικού πολιτισμού.

Στο τέλος, ήρθε η ώρα των αγροτών, αλλά ο εξανδραποδισμός της τεράστιας μάζας των αγροτών ήταν ένα τόσο μακράς πνοής έργο ώστε ο Ιβάν δεν μπόρεσε να το δει τελειωμένο· η μετατροπή της παλαιάς τάξης των ελευθέρων αγροτών σε μια μάζα δουλοπαροίκων χρειάστηκε έναν αιώνα για να ολοκληρωθεί. Στην εποχή του Μεγάλου Πέτρου, υπήρχαν ακόμη ελεύθεροι αγρότες, στην περιοχή του Νόβγκοροντ, στη νεοκατακτημένη Λιβονία, όπου οι Σουηδοί βασιλείς είχαν χειραφετήσει τους δουλοπαροίκους τους, στις χώρες του Βορρά όπου ακόμα δεν είχε εισχωρήσει το σύστημα της δουλοπαροικίας. Παντού, ο Πέτρος υποδούλωσε τους πληθυσμούς· ενώ «εξευρωπάιζε» τον στρατό, καλούσε Ολλανδούς τεχνίτες για να φτιάξουν εργοστάσια και ανάγκαζε τους αυλικούς του να ντύνονται ευρωπαϊκά, επέβαλλε ταυτόχρονα ένα καθεστώς φρικτής δουλείας στους βαλτικούς πληθυσμούς που έπεσαν κάτω από την κυριαρχία του[7], παραδίδοντας τους αγρότες στην εξουσία των μεγαλογαιοκτημόνων κι απαγορεύοντας στις εκκλησίες να δίνουν άσυλο στους φυγάδες δουλοπαροίκους εναντίον των οποίων εισήγαγε και την ποινή του κνούτου.
Η διαμόρφωση του μοντέρνου ρωσικού έθνους υπήρξε το αποτέλεσμα αυτού του πρωτοφανούς σε έκταση και σε ένταση βιασμού της ρωσικής κοινωνίας[8]. Αν τώρα κάνουμε αφαίρεση του γενικού βυζαντινο-ταταρικού κλίματος μες στο οποίο διαδραματίστηκε αυτή η μακραίωνη ιστορία, πώς μπορούμε άραγε να εξηγήσουμε αυτή την ιδιαίτερη πορεία που ακολούθησε η γενική πρόοδος σ’ όλη την Ευρώπη της εποχής εκείνης του συγκεντρωτισμού;
Στην §20, παρουσιάσαμε ήδη τρεις τύπους εξέλιξης του κρατικού συγκεντρωτισμού σε σχέση με τη μικρή ή μεγάλη ανάπτυξη της αστικής τάξης. Μπορούμε τώρα να παραθέσουμε την περίπτωση μιας χώρας σαν την Ρωσία όπου η συγκεντρωτική πολιτική όχι μόνο δεν στηρίχτηκε πάνω σε μια οποιαδήποτε αστική τάξη αλλά και που είχε ως κύριο αποτέλεσμα την πλήρη οπισθοδρόμηση της αστικής κοινωνίας.
Στη Δύση, η πρόοδος του συγκεντρωτισμού όχι μόνο δεν αποδείχτηκε ασυμβίβαστη αλλά αντίθετα ευνόησε την ανάπτυξη του φιλελευθερισμού (δηλαδή της απελευθέρωσης του ατόμου, τόσο στο πνευματικό όσο και γενικότερα στο κοινωνικό πλάνο). Και τούτο, παρ’ όλον ότι, στο στενά πολιτικό πλάνο, η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας πραγματοποιήθηκε κατά κανόνα (με εξαίρεση την Ολλανδία) κάτω από τη μορφή της απολυταρχίας. Μια από τις κύριες αιτίες που εξηγούν αυτόν τον φαινομενικά αντιφατικό συνδυασμό της πολιτικής απολυταρχίας με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό είναι το ότι η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας παρακολούθησε ή, πολλές φορές, προπορεύτηκε και πάντως στηρίχτηκε πάνω στον καπιταλισμό, που, από την ίδια του τη γέννηση και την ουσία, βρισκόταν σε αντίθεση με τις παλαιές προνομιακές διακρίσεις.
Στη βασικά αγροτική Ρωσία του 16ου αιώνα, η έλλειψη κεφαλαίων δεν επέτρεπε στον Τσάρο ν’ αντλήσει από τους φόρους τα χρήματα που του χρειάζονταν τόσο για να πραγματοποιήσει τη μεγαλεπήβολη εξωτερική πολιτική του όσο και για να εδραιώσει την ίδια του την εσωτερική κυριαρχία. Ο μόνος υπαρκτός πλουτοπαραγωγικός πόρος ήταν η γη· η κινητοποίηση της γης και των καλλιεργητών της ήταν ο μόνος τρόπος που υπήρχε για να πληρωθεί το κενό που δημιουργούσε η έλλειψη κεφαλαίων. Αυτό που στη Δύση διευκόλυνε τη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στα χέρια της μοναρχίας ήταν η ανάπτυξη των πόλεων που υπονόμευε αυτά τα ίδια τα θεμέλια της φεουδαρχίας. Στη Ρωσία, η ανυπαρξία αστικού πολιτισμού άφηνε αντιμέτωπους τους μεγαλογαιοκτήμονες και τους «υπηρέτες του κράτους»: η μάζα δεν μπορούσε παρά να ’ναι ο παθητικός θεατής και το κυριότερο θύμα της μακραίωνης πάλης που, από τον Ιβάν μέχρι τον Μ. Πέτρο, διεξήγαγε η μοναρχία κατά των αποκεντρωτικών στοιχείων και που τέλειωσε με την πλήρη καθυπόταξή τους.

Ιβάν ο Τρομερός όπως τον αποτύπωσε ο Σεργκέι Αϊζενστάιν στην ταινία του (1944)
Για να χτυπήσει τη φεουδαρχία, η δυτική μοναρχία δημιούργησε μια γραφειοκρατία που βρέθηκε εξαρχής στην πρώτη γραμμή των προοδευτικών δυνάμεων. Για να χτυπήσει τους παλιούς προνομιούχους, η ρωσική απολυταρχία δημιούργησε εκ του μηδενός μια νέα τάξη προνομιούχων που η εξουσία που τους ανατέθηκε ήταν άπειρα πιο τυραννική από την εξουσία που ασκούσαν οι παλαιοί μπογιάροι. Η δυτική μοναρχία μπόρεσε να εδραιώσει τη δύναμή της παραμερίζοντας απλώς και αφοπλίζοντας την παλιά αριστοκρατία· η ρωσική μοναρχία την αποκεφάλισε, έτσι που η νέα άρχουσα τάξη όχι μόνο δημιουργήθηκε από το κράτος αλλά και διατηρήθηκε μόνο στο μέτρο που αποδεικνυόταν εθελόδουλη κι ανίκανη ν’ αναλάβει μια οποιαδήποτε ιστορική πρωτοβουλία.
Σελίδες 158-165
[1] Η προμοσχοβιτική Ρωσία, η «Ρωσία του Κιέβου», που απαθανατίστηκε από τα υπέροχα δημοτικά τραγούδια του ρωσικού λαού (τις περίφημες «βυλίνες»), έμεινε, ως γνωστόν, στη μνήμη των Ρώσων αγροτών σαν ο «Χρυσούς Αιών» της ιστορίας τους.
[2] Δυστυχώς, η πολύτομη Ιστορία της Ρωσίας του Σ. Σολοβιώφ δεν έχει μεταφραστεί σε καμιά δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα. Το κείμενο αυτό το βρήκα στην ανέκδοτη ακόμη εργασία του κ. Egon von Nauck, Κριτική παρουσίαση της ρωσικής ιστοριογραφίας, ο οποίος μου έδωσε την άδεια να συμβουλευθώ το χειρόγραφό του.
[3] Η παράγραφος αυτή είναι συνέχεια των αναλύσεων που έγιναν πιο πριν στην §21β.
[4] Των κατοίκων της «Ζεμστσίνα» (βλ. πιο πάνω, σ. 103) ή για να μιλήσουμε τη γλώσσα της ΝΕΠ: του «ιδιωτικού τομέα».
[5] Ήδη ο πατέρας του Ιβάν είχε εγκαινιάσει το σύστημα των ομαδικών εκτοπισμών ερημώνοντας, το 1510, την πόλη του Πσκωφ και διασκορπίζοντας τους κατοίκους της.
[6] Οι μπρούτζινες πόρτες της μητρόπολης (νομίζω) του Νόβγκοροντ, που είναι του ίδιου στυλ με τις μπρούτζινες πόρτες του San Zeno της Βερόνας –ένα από τα αριστουργήματα της μεσαιωνικής πλαστικής–, συμβολίζουν την εποχή όπου η Ρωσία ήταν ένα τμήμα της Ευρώπης. Από την άνοδο του μοσκοβιτικού κράτους εκδηλώνεται η, συνεπεία της μογγολικής κατάκτησης, «ασιατοποίησή» της. Με την «αναγέννηση» του 19ου αιώνα, η Ρωσία πήρε ξανά τη φυσική της θέση και βρέθηκε μάλιστα στην πρωτοπορία των ευρωπαϊκών λαών. Κι αν η σταλινική τρομοκρατία φάνηκε να ξαναφέρνει στην επιφάνεια το παλιό ταταρομοσκοβιτικό φόντο (που τόσο τρόμαζε τον Μαρξ), δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι τα ερχόμενα χρόνια πρόκειται να σαρώσουν όλον αυτόν τον ανυπόστατο κόσμο των τρομοκρατημένων νεόπλουτων του Ντουντίντσεφ, που εξακολουθούν να δίνουν μια επίφαση ζωής στη μούμια του σταλινισμού.
[7] Η μεταχείριση των βαλτικών πληθυσμών από τον Μ. Πέτρο μπορεί να θεωρηθεί σαν μια «γενική πρόβα» της απελευθέρωσής» τους από τον Στάλιν και της «αυθόρμητής» τους ενσωμάτωσης στην ΕΣΣΔ.
[8] Οι ωμότητες της Οπρίτσνινα χάραξαν για πάντα το ομαδικό υποσυνείδητο των Ρώσων, έτσι που, όταν εξαπολύθηκε η τρομοκρατία της «αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης», δεν ήταν λίγοι αυτοί που παρομοίωσαν την Γκεπεού με την Οπρίτσνινα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ο Ιβάν, που παρουσιαζόταν ως τα τότε από την μπολσεβικική προπαγάνδα σαν ένα αιμοβόρο κτήνος, έγινε αντικείμενο μιας νέας «ερμηνείας» και θεωρήθηκε «προοδευτικός». Έτσι π. χ. ο Αϊζενστάιν του αφιέρωσε ένα φιλμ που, ανεξάρτητα από την πλαστική ομορφιά του, μπορεί να θεωρηθεί σαν μια messe noire προς τιμήν ενός τοτεμικού προγόνου του «Πατέρα των Λαών».
