….ενάντια στη συνεχιζόμενη διάλυση του τρόπου ζωής τους»
Απόσπασμα συνέντευξης του Γάλλου φιλοσόφου στον Frédéric Durand για το L’ Inspiration politique. Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 27.
Ο Jean-Claude Michéa δίνει πολύ λίγες συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης. Έχοντας μετακομίσει σε ένα μικρό χωριό, στην περιοχή Landes της Γαλλίας, δέχτηκε να μας μιλήσει για το δικό του όραμα για την κοινωνία. Ο φιλόσοφος είναι ακούραστος υπερασπιστής των λαϊκών στρωμάτων, των παραδόσεων και του τρόπου ζωής τους. Ταυτόχρονα, στηλιτεύει την περιφρόνηση που επιδεικνύουν οι μητροπολιτικές ελίτ για τους κατοίκους της περιφερειακής Γαλλίας. Ειδικός στον φιλελευθερισμό και συγγραφέας πολλών δοκιμίων, μεταξύ των οποίων τα L’empire du moindre mal και Extension du domaine du capital,το τελευταίο του έργο, αναλύει τα σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα με σπάνια οξύνοια. Η αμείλικτη κριτική του στους σημερινούς «αριστερούς προοδευτικούς» φωτίζει πάντα τη συζήτηση με απροσδόκητους τρόπους.
Από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κυκλοφορούν τα βιβλία του: Το αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ, Τα Μυστήρια της Αριστέρας, καθώς και ένα κείμενό του στο βιβλίο Κουλτούρα του εγωισμού.
Μια προσωπική ερώτηση για να ξεκινήσουμε. Πριν από έξι και πλέον χρόνια, αποφασίσατε να εγκαταλείψετε τη μητροπολιτική Γαλλία για να ζήσετε στην επαρχία, στη Landes. Τι βρήκατε εκεί;
Jean-Claude Michéa: Πρώτα απ’ όλα, βρήκα επιβεβαίωση όλων των αναλύσεων του Christophe Guilluy για την «περιφερειακή Γαλλία»! Το χωριό μας, για παράδειγμα, δεν έχει πλέον ούτε ένα καφενείο ή κατάστημα και ο πρώτος φούρνος βρίσκεται δέκα χιλιόμετρα μακριά. Επιπλέον, οι δημόσιες συγκοινωνίες έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, οπότε είναι αδύνατο να επιβιώσεις εδώ χωρίς αυτοκίνητο. Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε επίσης τι είναι η «ιατρική έρημος»: Ο μόνος γιατρός αναφοράς που μπορέσαμε να βρούμε στην περιοχή είναι πλέον 76 ετών! Αλλά, παράλληλα με όλα αυτά, ανακαλύψαμε και μορφές αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης που είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν στις μεγάλες πόλεις. Εδώ, για παράδειγμα, η έννοια των γειτόνων που «δίνουν ένα χέρι» δεν είναι ποτέ κενή περιεχομένου, ακόμη και για μεγάλα έργα. Χωρίς να ξεχνάμε, φυσικά, έναν πολύχρωμο και εορταστικό τρόπο ζωής, με επίκεντρο τα κοινά γεύματα στο αγροτικό σπιτικό, το κυνήγι των αγριοπερίστερων, το ράγκμπι και τις ταυρομαχίες – ακούω ήδη όλους τους Aymeric Carons[1] να ουρλιάζουν! Αλλά σε ό,τι με αφορά, υπάρχει μια προφανής φιλοσοφική σύνδεση μεταξύ ενός τέτοιου λαϊκού τρόπου ζωής και της αίσθησης της αλληλοβοήθειας στην οποία αναφέρθηκα.
Γιατί αυτές οι αξίες φαίνεται να έχουν εξαφανιστεί στις μητροπόλεις;
Η λογική του καπιταλισμού! Αρκεί να παίξει κανείς μια φορά Monopoly για να διαπιστώσει ότι αυτή η λογική του «ελεύθερου και ανόθευτου» ανταγωνισμού οδηγεί αυτομάτως στη συγκέντρωση του κεφαλαίου –Λεωφόρος Foch– σε όλο και λιγότερα χέρια. Το καινούργιο, ωστόσο, με την είσοδο του καπιταλισμού στο «νεοφιλελεύθερό» του στάδιο, είναι ότι το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των νικητών και των ηττημένων της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αντανακλάται πλέον σε έναν χωροταξικό διαχωρισμό που είναι ιστορικά πρωτοφανής. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, στο Παρίσι, όπως και στις περισσότερες άλλες πόλεις, εξακολουθούσε να υπάρχει μεγάλος αριθμός εργοστασίων και, επομένως, μια σημαντική εργατική τάξη. Σήμερα, αντίθετα, ένας παριζιάνος αστός (μποέμ ή όχι) δεν έχει σχεδόν καμία επαφή με την πραγματική εργατική τάξη, παρά μόνο με εκείνους που εργάζονται γι’ αυτόν (κέτερινγκ, νταντάδες, καθαρίστριες κ.λπ.). Και. δεδομένου ότι οι τελευταίοι είναι κατά κανόνα μετανάστες (επειδή αποτελούν φθηνότερο εργατικό δυναμικό), η μητροπολιτική εικόνα της εργατικής τάξης παραμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό.
Λέτε ότι οι εργατικές τάξεις στην απομακρυσμένη Γαλλία, στην αγροτική Γαλλία, στις μικρές και μεσαίες πόλεις, στα υπερπόντια εδάφη, έχουν μια πολύ πιο ξεκάθαρη εικόνα της κοινωνίας μας από ό,τι οι κάτοικοι των μητροπόλεων. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Είναι ένα σημείο που οι ελίτ της μητροπολιτικής Γαλλίας εξακολουθούν να δυσκολεύονται να κατανοήσουν. Στην πραγματικότητα, τους είναι σχεδόν αδύνατο να παραδεχτούν ότι η πολιτική οπτική των εργατικών τάξεων της περιφερειακής Γαλλίας είναι συχνά πολύ πιο διαυγής και ορθολογική από τη δική τους. Ο λόγος είναι απλός: ενώ οι μητροπολιτικές ελίτ παραμένουν παθητικά παγιδευμένες στην κοινωνιολογική και χωροταξική τους φούσκα –σε σημείο που δεν μπορούν πλέον να φανταστούν ότι ένας άλλος τρόπος ζωής από τον δικό τους είναι ακόμα δυνατός (εκτός αν θεωρείται «βάρβαρος», όπως αυτός του κυνηγού ή του φανατικού)– οι εργατικές τάξεις της περιφερειακής Γαλλίας βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωπες με δύο πολύ διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά, βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωποι με την πραγματικότητα που τόσο καλά περιέγραψε ο Christophe Guilluy. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η εντυπωσιακά εθνοκεντρική εικόνα της μητρόπολης που τους μεταδίδεται διαρκώς από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης και την επιθετική διαφημιστική προπαγάνδα, η οποία, υπό το πρόσχημα της προώθησης της «ποικιλομορφίας», στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προωθεί τον παριζιάνικο και τον τρόπο ζωής των στελεχών. Μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτό ότι το πολιτικό όραμα των «περιφερειακών» εργατικών τάξεων αντλεί πάντα, εξ ορισμού, από δύο αντιφατικές πηγές πληροφόρησης. Ενώ ο λαμπερός κόσμος των ελίτ παραμένει απελπιστικά εγκλωβισμένος στις αφελείς μητροπολιτικές βεβαιότητές του.
Η λαϊκή Γαλλία, η αγροτική Γαλλία, συχνά περιφρονείται. Μήπως είναι όμως και υπερβολικά φρόνιμη και σιωπηλή;
Ο «plouc», η τελική φιγούρα του «beauf»[2], κατέχει σίγουρα την πρώτη θέση στην ιεραρχία της απέχθειας που ο κόσμος των εργαζομένων εξακολουθεί να εμπνέει στις καλομαθημένες ψυχές. Ωστόσο, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον σημαντικό πολιτικό ρόλο που έπαιξε συχνά η αγροτιά στην ιστορία μας, από την εποχή της μεγάλης Jacquerie του 14ου αιώνα. Έχοντας ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στο Μονπελιέ, είμαι ακόμα βαθιά επηρεασμένος, για παράδειγμα, από τη μεγάλη εξέγερση των αμπελουργών του Midi το 1907 – με επικεφαλής τον Marcelin Albert και τον Ernest Ferroul, χωρίς να ξεχνάμε τους «γενναίους στρατιώτες του 17ου»[3]! Είναι σαφές ότι τα Κίτρινα Γιλέκα είναι κληρονόμοι αυτής της υπέροχης παράδοσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, πώς μπορούμε να επανεξετάσουμε τον περιφερειακό σχεδιασμό ώστε όλοι να μπορούν να βρουν τη θέση τους;
Η σκέψη ότι θα μπορούσαμε να αναδιοργανώσουμε τη χώρα έτσι ώστε «όλοι να βρουν τη θέση τους», χωρίς να ξεφύγουμε από την καπιταλιστική λογική είναι τόσο παράλογη όσο και η φαντασίωση μιας μεταρρύθμισης του Monopoly που θα εξασφάλιζε σε όλους ένα ισότιμο φινάλε. Πράγματι, είναι πρωτίστως η καπιταλιστική λατρεία της «ανάπτυξης» («συσσωρεύουμε για χάρη της συσσώρευσης, παράγουμε για χάρη της παραγωγής», ειρωνευόταν ο Μαρξ) που οδηγεί στην αυξανόμενη «μητροπολιτικοποίηση» του πλανήτη μας. Και έτσι, την ίδια στιγμή, οργανώνουμε τη θυσία του αγροτικού κόσμου και την εξαφάνιση όλης της φύσης που δεν έχει ακόμη τσιμεντοποιηθεί και τεχνικοποιηθεί (με εξαίρεση, βέβαια, τις λεγόμενες «φυσικές» περιοχές που προορίζονται για τον «ηθικό» τουρισμό και την ήσυχη συνείδηση της πράσινης αστικής τάξης).
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μόνο μια επιστροφή στις πολιτικές ενοράσεις του αρχικού σοσιαλισμού –σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, τον Προυντόν και τους κομουνάρους– θα μπορούσε πραγματικά να σταματήσει αυτή την αυτοκτονική εκτροπή. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι θα αποκαταστήσουμε την έννοια της τοπικής αυτονομίας και θα παραδεχτούμε ότι η λέξη δημοκρατία δεν έχει πλέον κανένα νόημα, αν οι περισσότερες αποφάσεις που αφορούν την καθημερινή και τοπική μας ζωή –για παράδειγμα, η πρόσβαση σε τρόφιμα ή φάρμακα– πρέπει να εξαρτώνται από τις ιδιοτροπίες της παγκόσμιας αγοράς και από μια μακρινή, εκτός επαφής, γραφειοκρατία. Αυτό είναι που οδήγησε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ να γράψει ότι, στη Γαλλία, ο σοσιαλιστικός αγώνας είναι εν μέρει «ο αγώνας του δημάρχου εναντίον του νομάρχη». Συγκεκριμένα, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι περισσότερες από τις ανάγκες μας –ή τουλάχιστον όλες οι ζωτικές μας ανάγκες– θα πρέπει να ικανοποιούνται από αγαθά που παράγονται και υπηρεσίες που παρέχονται, ας πούμε, σε ακτίνα 30 έως 40 χιλιομέτρων (τον Νοέμβριο του 2022, το περιοδικό La Décroissance αφιέρωσε ένα συναρπαστικό αφιέρωμα σε αυτό το θέμα). Στην πραγματικότητα, έτσι ζούσαμε ακόμα στο μεγαλύτερο μέρος της Γαλλίας τη δεκαετία του 1950 και του 1960. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι ο Βουργουνδός παππούς μου εγκατέλειπε την κοινότητα και τον λαχανόκηπό του μόνο μία φορά την εβδομάδα για να πάει στην Beaune για να αγοράσει τα λίγα απαραίτητα προϊόντα που δεν υπήρχαν στο χωριό. Περιττό να πω ότι, τα τελευταία 40 χρόνια, όλες οι φιλελεύθερες πολιτικές –είτε από τη δεξιά είτε από την αριστερά– έχουν πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση και έχουν αναγάγει σε ζήτημα τιμής την ενθάρρυνση, στο όνομα της «προόδου» και της «καινοτομίας», την μητροπολιτικοποίηση του πλανήτη.
Υπερασπίζεστε τα έθιμα και τις παραδόσεις, με κίνδυνο να σας χαρακτηρίσουν αντιδραστικό οι αριστεροί. Αντιθέτως, εσείς φαίνεται να πιστεύετε ότι αυτή η προτίμηση είναι που θα μπορούσε να σώσει την Αριστερά. Θα μπορούσατε να το εξηγήσετε;
Η υστερική απόρριψη των εννοιών του «εθίμου» και της «παράδοσης» από τη σύγχρονη φιλελεύθερη Αριστερά και την άκρα αριστερά (έννοιες που ουσιαστικά ταυτίζουν με τον φασισμό, εκτός βέβαια αν πρόκειται για παραδόσεις που αφορούν ειδικά τις κοινότητες των μεταναστών) δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν ανατρέξουμε προηγουμένως στο θεμελιώδες αξίωμα του φιλελευθερισμού – είτε πρόκειται για οικονομικό είτε για πολιτισμικό. Με άλλα λόγια, στην ιδέα ότι τα ανθρώπινα όντα είναι «από τη φύση τους ανεξάρτητα» και ότι η κοινωνία μπορεί να αποτελεί μόνο ένα ορθολογικό μέσο για την ικανοποίηση των ιδιωτικών τους επιθυμιών και συμφερόντων.
Ακριβώς για να καταπολεμηθεί αυτός ο ριζοσπαστικός ατομικισμός, ο Μαρξ και οι πρώτοι σοσιαλιστές ήταν τόσο ένθερμοι στην επισήμανση ότι ο άνθρωπος είναι ένα «κοινωνικό ζώο» και ότι ο εγωισμός και ο ατομικισμός, μακριά από το να αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την ανάπτυξη της καπιταλιστικής λογικής (δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, στη δεκαετία του 1830, η λέξη «σοσιαλισμός» επινοήθηκε ως απάντηση στον «ατομικισμό»). Έτσι, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η έννοια της «παράδοσης» –επειδή εξ ορισμού είναι κληρονομική και μεταβιβάσιμη– θεωρείται πάντοτε από τους συνεπείς φιλελεύθερους –και όχι από όλους!– ως μια «αντιδραστική» επίθεση στο δικαίωμά τους να επιλέγουν τη μορφή ζωής που ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα και τις φαντασιώσεις τους (η οποία στις μέρες μας περιλαμβάνει, για παράδειγμα, το δικαίωμα να αλλάζουν φύλο). Δεν μπορεί παρά να το δει ως ένδειξη της ασφυκτικής επιρροής της κοινωνίας πάνω στο άτομο.
μετάφραση: Γιώργος Καραμπελιάς
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
[1] Ο Aymeric Caron (1971- ) είναι γνωστός Γάλλος ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός.
Οπαδός της ριζοσπαστικής οικολογίας και του αντισπισιστικού (αντι-ειδιστικού) κινήματος, ίδρυσε το 2018 το κόμμα, Révolution écologique pour le vivant (REV). Το 2022, το REV προσχώρησε στην La France insoumise του Μελανσόν και εκλέχθηκε βουλευτής Παρισίων.
[2] plouc = φουκαράς, beauf = βλάχος, άξεστος.
[3] Το «Gloire au 17e» είναι ένα τραγούδι που συνέθεσε ο Montéhus το 1907 για να εξυμνήσει την εξέγερση των αμπελουργών του Languedoc και την ανταρσία του «17ου συντάγματος πεζικού» που συντάχθηκε με τους εξεγερμένους αμπελουργούς. Το τραγούδι είχε τεράστια απήχηση, καθώς έγινε βασικό αντιμιλιταριστικό και ειρηνιστικό τραγούδι για την επαναστατική, σοσιαλιστική και συνδικαλιστική Αριστερά (σ.τ.μ.).
