Αρχική » 30 χρόνια από τα Ίμια: Η απαρχή της εκσυγχρονιστικής «προσαρµογής»

30 χρόνια από τα Ίμια: Η απαρχή της εκσυγχρονιστικής «προσαρµογής»

από Γιώργος Καραμπελιάς

του Γιώργου Καραμπελιά, απόσπασμα από το βιβλίο του, Ατελέσφορος εκσυγχρονισμός,
Ο Κώστας Σημίτης και η εποχή του
, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2025.

Τον Ιανουάριο του 1996, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρωθυπουργού, ο Κώστας Σημίτης βρέθηκε αντιμέτωπος με μια από τις δυσκολότερες στιγμές της πολιτικής του διαδρομής. Οι Τούρκοι, με πρωθυπουργό την Τανσού Τσιλέρ, θεώρησαν πως η μεταβατική στιγμή στην οποία βρισκόταν η ελληνική πολιτεία, μετά από κρίσεις δύο χρόνων τουλάχιστον, ήταν η κατάλληλη για να προκαλέσουν την Ελλάδα και να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, έμπρακτα και επί του πεδίου, μετά το casus belli.

Οι τουρκικές διεκδικήσεις εδράζονταν στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας ενός προσαρτήματος της ιταλοτουρκικής Σύμβασης του 1932 που καθόριζε τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των ιταλικών Δωδεκανήσων και των ακτών της Τουρκίας, με την αιτιολογία ότι δεν είχε κατατεθεί στην Κοινωνία των Εθνών, στη Γενεύη. Αυτό, σύμφωνα με την τουρκική θέση, σημαίνει ότι η κυριαρχία σε έναν άγνωστο αριθμό μικρών νησίδων και βραχονησίδων στα Δωδεκάνησα παραμένει απροσδιόριστη και η Ελλάδα και Τουρκία θα πρέπει να λύσουν τη διαφορά μέσω διαπραγματεύσεων. Ήταν το πρώτο βήμα γι’ αυτό που αποκαλούμε έκτοτε «γκριζάρισμα» του Αιγαίου, καθώς η Τουρκία πέτυχε, μέσα από την κρίση, και μετά από παρέμβαση των ΗΠΑ, να αποχωρήσουν και οι ελληνικές δυνάμεις από το νησί, και επομένως η κυριαρχία επί των δύο βραχονησίδων της Δωδεκάνησου (των Μικρών και των Μεγάλων Ιμίων) να παραμένει έκτοτε αμφισβητούμενη.

Όλα ξεκίνησαν όταν, τα Χριστούγεννα του 1995, ένα τουρκικό πλοίο προσάραξε στη νησίδα και αρνήθηκε να δεχτεί βοήθεια από το λιμεναρχείο Καλύμνου, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε τουρκικά χωρικά ύδατα. Θα ακολουθήσει ένα κρεσέντο γεγονότων και αντιδράσεων και οι δύο χώρες θα φτάσουν στα πρόθυρα πολέμου. Δεν θα περιγράψω εδώ τα όσα τραγελαφικά συνέβησαν κατά τη διάρκεια της πολεμικής κινητοποίησης της Ελλάδας – καθώς είναι αρκετά γνωστά. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να χρεωθούν αποκλειστικά στον Σημίτη, που μόλις είχε αναλάβει την πρωθυπουργία, αλλά είναι μεγάλες και οι ευθύνες του Θεόδωρου Πάγκαλου ως υπουργού Εξωτερικών, του υπουργού Άμυνας Γεράσιμου Αρσένη και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ ναυάρχου Λυμπέρη[1].

Η ελληνική πολεμική επιχείρηση υπήρξε τόσο ελλιπής ώστε επέτρεψε σε Τούρκους κομάντος να καταλάβουν τη δεύτερη από τις βραχονησίδες των Ιμίων, τη μικρή Ίμια, κατά τη νύχτα της 30ής προς την 31η Ιανουαρίου. Όταν ελληνικό ελικόπτερο, επί του οποίου επέβαιναν τρεις αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού, οι Χριστόδουλος Καραθανάσης, Παναγιώτης Βλαχάκος και Έκτορας Γιαλοψός, επιχείρησε να κατοπτεύσει τη νησίδα, το ελικόπτερο κατέπεσε στη θάλασσα και οι αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους. Η επίσημη εκδοχή ανέφερε ότι το ελικόπτερο κατέπεσε «λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και μηχανικής βλάβης». Ωστόσο, οι μαρτυρίες και τα σημάδια από βλήματα στην άτρακτο του ελικοπτέρου, όπως εμφανίζονται και σε σχετική φωτογραφία[2], αμφισβητούν έντονα αυτή την εκδοχή – άλλωστε, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, δεν έχει διαταχθεί επίσημη έρευνα. Διαβάζω σχετικά στην εφημερίδα Το Βήμα,στις 31.01.2025: «Εντοπίζεται το μοιραίο ελικόπτερο ΠΝ21 σε βάθος 95 μέτρων. Στο εσωτερικό του βρίσκονται και οι σοροί του υποπλοίαρχου Παναγιώτη Βλαχάκου και του αρχικελευστή Έκτορα Γιαλοψού. Στις 17 Φεβρουαρίου 1996, η πυραυλάκατος “Σταράκης” παραλαμβάνει το ελικόπτερο και υπό άκρα μυστικότητα το μεταφέρει στον ναύσταθμο Σαλαμίνας. Το περιεχόμενο της έρευνας χαρακτηρίζεται ως απόρρητο»[3].

Η σύγκρουση αποσοβήθηκε χωρίς να υπάρξει –σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή των περιστατικών–, πολεμική εμπλοκή, ωστόσο εγκαινιάστηκε η περίοδος των «γκρίζων ζωνών». Επιπλέον, η Ελλάδα επαναβεβαίωσε τη δέσμευση να μην επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια[4]. Ο πρωταγωνιστής των γεγονότων, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, γράφει σχετικά με το επεισόδιο, αποκαλύπτοντας, για μια ακόμα φορά, την αντίληψή του για τις διεθνείς σχέσεις και δη τις ελληνοτουρκικές.

Ίμια: Η εμφάνιση όμως της τουρκικής φρεγάτας κοντά στα Ίμια το βράδυ της Δευτέρας 29/1 διαλύει τις όποιες αμφιβολίες για τη σοβαρότητα της κατάστασης … Κατόπιν τούτου την Τρίτη 30/1 το πρωί συγκαλώ τα αρμόδια για το θέμα μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής σε σύσκεψη το βράδυ… Σκοπός μου να αποφασίσουμε τις αναγκαίες πρωτοβουλίες ώστε να λήξει το θέμα. Πίστευα ότι η συνέχεια της έντασης θα είχε ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις για τη διεθνή εικόνα της χώρας και την οικονομική σταθερότητα. Οι προηγμένες χώρες αποφεύγουν συγκρούσεις και δεν παρασύρονται σε αυτές[5].

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, το κύριο μέλημα της ελληνικής κυβέρνησης δεν έπρεπε να είναι η απόκρουση των προσπαθειών της Τουρκίας να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία, αλλά «να λήξει το θέμα». Και μάλιστα, δεν προτάσσει ως επιχείρημα ότι –ίσως– ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν το επέτρεπε, αλλά ότι «οι προηγμένες χώρες αποφεύγουν συγκρούσεις και δεν παρασύρονται σε αυτές». Μια απόφανση η οποία –όπως γνωρίζουμε από την εποχή του Θουκυδίδη τουλάχιστον– δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του κόσμου στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά σε έναν άλλον φανταστικό, ειρηνευμένο και ουτοπικό κόσμο. Αντίθετα, οι «προηγμένες χώρες» έχουν ως πρωταρχικό τους μέλημα τη διατήρηση της αξιοπιστίας και του κύρους τους με κάθε μέσο, διότι γνωρίζουν ότι η υπονόμευσή του θα πλήξει αργά ή γρήγορα και «τη διεθνή εικόνα της χώρας» και «την οικονομική σταθερότητα». Έτσι, η οικονομική άνοδος της Τουρκίας, από τη δεκαετία του 1970 έως σήμερα, δεν επλήγη από την κατάφωρα παράνομη εισβολή της στην Κύπρο, αλλά αντίθετα της προσέδωσε κύρος και εισροή ξένων επενδύσεων, ακριβώς διότι επικράτησε σε αυτή την αναμέτρηση. Στον αντίποδα, η αποκαλυψιακών διαστάσεων ήττα της Ελλάδας, το 1922, καθώς και η δεύτερη του 1974, συρρίκνωσε, στην πρώτη περίπτωση δραματικά, αλλά και στη δεύτερη σημαντικά, τόσο «τη διεθνή εικόνα της χώρας» όσο και το οικονομικό της αποτύπωμα.

Η σχετική φράση του Κώστα Σημίτη από το βήμα της Βουλής ότι «ευχαριστεί την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών» για την παρέμβασή της, συνάντησε τη γενική κατακραυγή των Ελλήνων. Ο ίδιος, πάντως, οκτώ χρόνια μετά, επιμένει πάντα σε αυτή την επιλογή του: «Στην παρέμβαση μου εκείνη την ημέρα προχώρησα σε μία κίνηση που εξέφραζε τη βαθύτατη πεποίθησή μου στην αναγνώριση της συμβολής των ΗΠΑ στην τελική έκβαση της κρίσης και στην αποτροπή μιας εθνικής περιπέτειας»[6].

Δεν ήταν όμως δυνατό να αγνοεί, μάλιστα εν μέρει το περιγράφει στο βιβλίο του, ότι, στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ είχαν πάρει το μέρος της Τουρκίας και είχαν αφήσει τη σύγκρουση να κλιμακωθεί, όπως καταδεικνύει και η μαρτυρία του ίδιου του πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, την περίοδο 1993-1997, Τόμας Νάιλς. Ο Αμερικανός πρέσβης περιγράφει ως εξής το «επεισόδιο» των Ιμίων, προβαίνοντας μάλιστα, κατόπιν εορτής, σε αυτοκριτική για τη θέση των ΗΠΑ:

Πήραμε τη θέση ότι δεν θα παίρναμε θέση για το ζήτημα της κυριαρχίας, αλλά ότι θα ενθαρρύναμε τα κράτη –Ελλάδα και Τουρκία– να το λύσουν. Είπαμε ότι συμφωνούμε γενικώς με την ελληνική θέση πως αυτό ήταν κάτι που πρέπει να πάει στο Διεθνές Δικαστήριο. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Ξέραμε από τη στιγμή που πήραμε αυτή τη θέση ότι οι Έλληνες είχαν δίκιο στο επιχείρημα της κυριαρχίας. Οι Τούρκοι γνώριζαν ότι ξέραμε πως η θέση τους ήταν πολύ αδύναμη. Όταν αρνηθήκαμε να πάρουμε θέση, στείλαμε ένα μήνυμα στους Τούρκους ότι ετοιμαζόμασταν να επιτρέψουμε ή να μην κάνουμε τίποτα για την επιθετική τουρκική συμπεριφορά προς τους Έλληνες στα εδαφικά ζητήματα στο Αιγαίο. Δεν θέλαμε να προσβάλουμε έναν σημαντικό σύμμαχο, την Τουρκία, αλλά αυτό στο οποίο οδήγησε ήταν μια σειρά τουρκικών αξιώσεων και δηλώσεων για εδαφικά ζητήματα του Αιγαίου που δηλητηρίασαν ακόμη περισσότερο τη σχέση με την Ελλάδα[7].

Ως προς τη συνολική αντίληψη του Κώστα Σημίτη για την Τουρκία και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, γράφει ο συνομιλητής του Παύλος Παπαδόπουλος σε ένα μάλλον αγιογραφικό αφιέρωμα της εφημερίδας Καθημερινή, μετά τον θάνατο του πρώην πρωθυπουργού:

Όταν έγινε πρωθυπουργός εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως η κρίση των Ιμίων: Κατά τη διαχείριση αυτής της κρίσης ασκήθηκε μέχρι σήμερα σφοδρή κριτική αλλά ο ίδιος πίστευε ότι τη χειρίστηκε άριστα… Δεν αποδεχόταν ότι τα Ίμια γκρίζαραν το Αιγαίο… Προσέθετε δε ότι η κρίση μεταβλήθηκε σε ευκαιρία (υπογράμμιση Γ.Κ.), ξεκίνησε μία ευθεία γραμμή που ένωσε τα Ίμια με το Ελσίνκι… Η Ελλάδα αξιοποίησε την επιθυμία της Τουρκίας να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια σειρά από ελληνικές πρωτοβουλίες οδήγησαν στη συμφωνία του Ελσίνκι που τη θεωρούσε ως την κορυφαία στιγμή της πρώτης τετραετίας του… Πίστευε ότι το σχέδιο Ανάν, αν είχε γίνει αποδεκτό, θα είχε φέρει την άρση της εισβολής ενώ κάποιες αμφιλεγόμενες προβλέψεις του θα είχαν ξεπεραστεί από την πραγματικότητα. Η συμμετοχή στην Ευρώπη μιας ενιαίας Κύπρου θα ήταν η σημερινή εκδοχή της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. θα ήταν η ισχυρότερη εγγύηση εσωτερικής ειρήνης ανάμεσα στις δύο κοινότητες… Έκρινε ότι οι αμυντικές δαπάνες ήταν μεν αναγκαίες αλλά ταυτόχρονα ήταν υπερβολικές και η μείωσή τους, μετά από μια συμφωνία στο Αιγαίο και στην Κύπρο, θα μπορούσε να δράσει ενισχυτικά για την οικονομία…[8]

Στο παράθεμα περιγράφεται συνοπτικά αλλά μάλλον ολοκληρωμένα η σημιτική στρατηγική. Το γκριζάρισμα του Αιγαίου με τα Ίμια οδήγησε στη Σύνοδο της ΕΕ στο Ελσίνκι του 1999, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ με την άρση του ελληνικού βέτο, ενώ ως αντάλλαγμα δρομολογούσε την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, χωρίς προηγουμένως να έχει λυθεί το Κυπριακό Ζήτημα. Ως προς το τελευταίο ζήτημα, επρόκειτο για μια αναμφισβήτητη επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, χωρίς βέβαια να ξεχνάμε ότι παράλληλα προωθούνταν η σχετική συμφωνία για «λύση» του Κυπριακού με το Σχέδιο Ανάν[9].


[1] Βλ. Αθανάσιος Έλλις – Μιχάλης Ιγνατίου, Ίμια: τα απόρρητα τηλεγραφήματα των Αμερικανών, Λιβάνης, Αθήνα 2009. Θ. Παούνης, Ίμια 1996, Ο Bayrak Inecek: Μια ολοκληρωμένη αναφορά στην ελληνοτουρκική κρίση, Σταμούλης Αντ., 2013. Σάββας Βλάσσης, Ίμια 1996-2006 – Αποκαλύψεις, Δούρειος Ίππος (2006). Χρήστος Λυμπέρης, Εθνική στρατηγική και χειρισµός κρίσεων, Ποιότητα 2009. Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, ό.π., σσ. 466-476.

[2] Ορέστης Παντελόγλου, «Ίμια 29 χρόνια μετά: Τα αναπάντητα ερωτήματα της νύχτας που φτάσαμε μια “ανάσα” πριν τον πόλεμο», CNN Greece, Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2025. https://www.cnn.gr/politiki/longform/460208/29-xronia-meta-ta-imia-ta-anapantita-erotimata-tis-nyxtas-pou-ftasame-mia-anasa-prin-ton-polemo.

[3] Γιάννης Θ. Διαμαντής, «Τα κρίσιμα γεγονότα και οι ασύρματες επικοινωνίες μιας κρίσης που έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία μια ανάσα από τη σύρραξη», ΤΟ ΒΗΜΑ 31.01.2025, https://www.tovima.gr/2025/01/31/istoriko-arxeio/imia-i-nyxta-pou-ellada-kai-tourkia-aggiksan-ton-polemo/.

[4] Βλ. Τηλεγράφημα υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Γουόρεν Κρίστοφερ προς την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, 31 Ιανουαρίου ώρα 02.42. Αθανάσιος Έλλις – Μιχάλης Ιγνατίου, Ίμια: τα απόρρητα τηλεγραφήματα, ό.π, σσ. 163-164.

[5] Κ. Σημίτης, Πολιτική…, ό.π., σσ. 61-62.

[6] Κ. Σημίτης, Πολιτική…, ό.π., σ. 72. Όπως αναφέρει ο Γιάννης Πρετεντέρης, ο στενότερος συνεργάτης του Κ. Σημίτη, ο Νίκος Θέμελης, του «εξομολογήθηκε αργότερα ότι κόντεψε να τρακάρει μόλις άκουσε, από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του, τον Σημίτη να ευχαριστεί τις ΗΠΑ» (Βλ. Γ. Πρετεντέρης, ό.π., σ. 194).

[7] Βασίλης Κωστούλας, 03.02.2025, «Τόμας Νάιλς: Οι Τούρκοι ήξεραν ότι τα Ίμια είναι ελληνικά www.kathimerini.gr/politics/563447539/tomas-nails-stin-k-oi-toyrkoi-ixeran-oti-ta-imia-einai-ellinika/.

[8] Παύλος Παπαδόπουλος, «Τα μυστήρια και η σταθμοί μιας ζωής δοσμένης στην πολιτική». Κώστας Σημίτης Αφιέρωμα Καθημερινής, 12 Ιανουαρίου 2025, σσ. 2-13.

[9] Μιχάλης Ιγνατίου – Νίκος Μελέτης, Η Συμφωνία που «γκρίζαρε» το Αιγαίο. Από τα Ίμια στη Μαδρίτη, Πεδίο, Αθήνα 2020.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ