του Γιώργου Καραμπελιά, από το Άρδην τεύχος 60, Ιούλιος – Αύγουστος 2006

Προδημοσίευση από το υπό έκδοσιν βιβλίο, Το 1204 και η γένεση του νεώτερου ελληνισμού

Η λογοτεχνική παραγωγή της υστεροβυζαντινής περιόδου βρίθει από νεοφανή και νεωτερικά στοιχεία και κυρίως από τη γενικευμένη «επιστροφή» του κοσμικού μυθιστορήματος που, μετά τη μεγάλη παραγωγή της ελληνιστικής περιόδου και της «δεύτερης σοφιστικής», φάνηκε να στερεύει. Μέχρι τον δέκατο ή τον ενδέκατο αιώνα, τα ιστορικά έργα, οι Βίοι Αγίων, οι χρονογραφίες, φαίνεται να υποκαθιστούν εν μέρει το μυθιστόρημα, ακόμα και το ερωτικό. Έτσι, η Ἀπόκρυφη Ἱστορία του Προκόπιου για τη Βυζαντινή Αυλή της εποχής της Θεοδώρας υποκαθιστά το ερωτικό μυθιστόρημα, ενώ οι πολυάριθμοι Βίοι και οι περιπέτειες των Αγίων, το περιπετειώδες. Ωστόσο, στη νέα χιλιετία, αναδύεται ένα νέο πνεύμα. Το Ἔπος τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτη, γραμμένο σε δημώδη γλώσσα με λόγιες παρεκβάσεις, εγκαινιάζει μια εποχή όπου το στοιχείο της κοσμικής μυθιστορίας επανανακαλύπτεται, ενώ ταυτόχρονα εισάγεται και πάλι, μετά τα ελληνιστικά μυθιστορήματα, το ερωτικό στοιχείο. Γι’ αυτό ο Διγενής, υπογραμμίζει ο Μπεκ1, δεν είναι απλώς το έπος του νέου ελληνισμού αλλά σημαδεύει και την πρώιμη επανεμφάνιση του ερωτικού στοιχείου στη λογοτεχνία. Στο έπος δεν πρόκειται μόνο για τον έρωτα του ήρωα για την ηρωίδα, που αποτελεί βασικό στοιχείο του μύθου, αλλά και την περιγραφή των ερωτικών παρεκτροπών του με μια νεαρή αραβικής καταγωγής ή με την Αμαζόνα Μαξιμώ.

Τον 11ο αιώνα, θα μεταφραστεί από τα συριακά και θα έχει ευρύτατη διάδοση, όπως φαίνεται από το πλήθος των χειρογράφων που βρέθηκαν, το Βιβλίο του Συντίπα του φιλοσόφου, που αναφέρεται στον θρυλικό «Σιντμπάντ» (Σεβάχ) των Αράβων. Αυτό το βιβλίο, που μεταφράστηκε σε αναρίθμητες γλώσσες –και, σύμφωνα με τον Κρουμβάχερ, «η ευρύτητα της διαδόσεώς του ήταν εφάμιλλη με εκείνη των Γραφών»– περιγράφει τις ερωτικές μηχανορραφίες των γυναικών. Για τον Κρουμβάχερ, επρόκειτο για αφήγημα αρχικά ινδικής προέλευσης που, μέσω των Αράβων, έφτασε στο Βυζάντιο και μετά σε ολόκληρο τον δυτικό και τον σλαβικό κόσμο, και από το οποίο, μέσω δυτικών διασκευών, άντλησε ένα μεγάλο μέρος του υλικού του ο Βοκκάκιος για το Δεκαήμερο. Και όμως, σήμερα γνωρίζουμε πως το πρωτότυπο του Συντίπα είναι ένα χαμένο ελληνιστικό μυθιστόρημα που πέρασε στην Ανατολή για να επιστρέψει ως αντιδάνειο, μερικούς αιώνες αργότερα, στον ελληνικό κόσμο και αναφέρεται στην ιστορία του βασιλιά Κύρου και των επτά σοφών του, που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις πανουργίες των γυναικών2. Η περιπέτεια των μεταμορφώσεων και της διάδοσης του «Συντίπα» αποτελεί ήδη ένα συναρπαστικό… μυθιστόρημα για την επίδραση του ελληνιστικού κόσμου σε όλη την Ανατολή, καθώς και για τις πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους κόσμους της Μεσογείου. εδώ μας ενδιαφέρει μάλλον η χρήση του για την επανεισαγωγή του ερωτικού μυθιστορήματος και του ερωτισμού στον ελληνικό κόσμο, που σε ένα βαθμό περιοριζόταν από την αυστηρότητα των ηθών της Εκκλησίας.
Όπως τονίζουν οι βυζαντινοί φιλόλογοι, μια άλλη μέθοδος για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα ήταν εκείνη των «προγυμνασμάτων» της ρητορικής, καθώς και η «ηθοποιία», όπου ένας μαθητής αναλαμβάνει να παρουσιάσει μια ιστορική ή μυθική προσωπικότητα με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο3. Αυτά τα προγυμνάσματα αποκαλούνται ήδη «διηγήματα». Η παρουσίαση ερωτικών θεμάτων από την αρχαία ιστορία ή μυθολογία ήταν ένας τρόπος για να προσεγγίζονται τα ανάλογα ζητήματα ήδη από την εποχή των Κομνηνών. Ο Νικηφόρος Βασιλάκης, κληρικός και ιεροκήρυκας της Αγίας Σοφίας, σε μια «ηθοποιία» του με τον τίτλο «Τι είπε η Πασιφάη όταν ερωτεύτηκε τον ταύρο», περιγράφει την ακαταμάχητη ερωτική έλξη της Πασιφάης για τον ταύρο:

Τι βλέπω, ω θεοί, πόσο συγκλονίζεται η ψυχή μου! Tα μάτια μου τα θαμπώνει η εξαίσια μορφή ενός ταύρου ολοζώντανου, αφροδίσιου, αξιέραστου, σαν τον Πλούτο, θα έλεγε κανείς. Χαμογελάει γλυκά σαν την Αφροδίτη και με το εκθαμβωτικό βλέμμα του Έρωτα. […]
Δεν ντρέπομαι γι’ αυτή την αγάπη, σαν να ήταν αφύσικη. Και η Ευρώπη αγάπησε έναν ταύρο και μια άλλη κοπέλα ένα άλογο. και, όπως στη δική μου περίπτωση, ήταν αφύσικο αυτό, έστω και αν πίσω από τον ταύρο κρυβόταν ο Δίας και πίσω του ο Ποσειδώνας. […]
Αλλά τι είναι αυτά που λέω; Σε ποια δίχτυα μπλέκομαι; […] Κατηγορώ τον Έρωτα! Πώς του ήρθε στο νου αυτό το βουκολικό παιγνίδι; […] Ζηλεύω την αγελάδα. Χωρίς καθόλου φτιασίδια και καλλυντικά, έχει την τύχη να έχει τέτοιον εραστή.
[…] Τώρα όμως στέκω ανάμεσα στον Έρωτα και τη Φύση. εκείνος με σπρώχνει να ενωθώ με τον ταύρο, αυτή δεν το επιτρέπει. Εκείνος ανάβει μέσα μου έναν παράξενο πόθο και με τυραννάει, αυτή με τραβάει μακριά και μου αρπάζει με τη βία ό,τι θέλει να μου δώσει ο Έρωτας. Η Φύση δεν θέλει και ο Έρωτας δεν θέλει να νικήσει η Φύση4.

Η φρασεολογία, η αναφορά στους αρχαίους θεούς και η μυθοπλασία αποτελούν έκπληξη μόνον για όσους έχουν ταυτίσει το Βυζάντιο με κάποιον μεσαιωνικό καλογερισμό. Εν τέλει, η Πασιφάη του κληρικού Βασιλάκη θα επικαλεστεί τη θεά Ήρα και θα επιστρατεύσει τον Δαίδαλο για να κατασκευάσει μια τεχνητή αγελάδα που θα της επιτρέψει να πιάσει τον «ποθητό ταύρο τον ανέραστο», και τότε ό,τι ακολουθήσει «δεν (θα) αφορά κανέναν άλλο εκτός από εμένα την ίδια και τον θεό Έρωτα».

Ο Βασιλάκης, σε άλλα του προγυμνάσματα –πέντε εξ αυτών έχουν ως θέμα τους αρχαιοελληνικούς μύθους, ενώ έχει γράψει και δεκαπέντε «διηγήματα»5–, παρουσιάζει τον Έρωτα να επαίρεται ότι οδήγησε τον πατέρα της Μύρρας να πλαγιάσει με την ίδια του την κόρη, που κατόπιν γέννησε τον Άδωνι, ή τον Δία να διαλογίζεται τον τρόπο να πλησιάσει την Ιώ, που είχε μεταμορφώσει σε αγελάδα η Ήρα κ.λπ. Επί πλέον, έγραψε και τέσσερα «σκωπτικά πονημάτια», τα οποία έχουν χαθεί6.

Την ίδια εποχή διαβάζονται πολύ τα ελληνιστικά μυθιστορήματα και ο Ευριπίδης, καθώς και ο Αλκίφρων, του οποίου η συλλογή επιστολών περιέχει μεγάλο αριθμό από επιστολές εταιρών. Την ανάγνωσή τους, για τη διαμόρφωση ενός καλού ύφους, συμβουλεύει και ένα απόσπασμα του 12ου αιώνα, το οποίο υπάρχει και μεταξύ των σωζομένων του Γρηγορίου επισκόπου Κορίνθου: «Ἀνάγνωθι Λευ­κίπ­πην (δη­λα­δή τον Τά­τιο, Γ.Κ.), Χα­ρί­κλειαν (δηλ. τον Η­λι­ό­δω­ρο, Γ.Κ.), Λου­κια­νόν, Συ­νέ­σιον, Ἀλ­κί­φρο­νος ἐ­πι­στο­λάς»7.

Έχει προετοιμαστεί έτσι το έδαφος για την εμφάνιση του μυθιστορήματος, και γενικότερα της μυθοπλασίας, έμμετρης ή πεζής, λόγιας ή δημώδους.

Το λόγιο μυθιστόρημα

Αίφνης δε, τον 12ο αιώνα εμφανίζεται μια σειρά κειμένων που θα διεκδικήσουν την ονομασία μυθιστόρημα. Κατ’ αρχάς, πρόκειται για τα λεγόμενα λόγια έμμετρα μυθιστορήματα Ῥο­δάν­θη καὶ Δο­σι­κλῆς του Θεόδωρου Πρόδρομου, γραμμένο στα μέσα του 12ου αιώνα, Δρο­σίλ­λα καὶ Χα­ρι­κλῆς του Νικήτα Ευγενιανού, Ὑ­σμί­νη καὶ Ὑ­σμι­νί­ας του Ευστάθιου Μακρεμβολίτη καθώς και Ἀ­ρί­σταν­δρος καὶ Καλ­λι­θέ­α του Κωνσταντίνου Μανασσή, που πέθανε το 1187 ως επίσκοπος, από το οποίο σώζονται μόνο αποσπάσματα8. Αυτά τα τέσσερα «λόγια μυθιστορήματα» της κομνήνειας περιόδου στηρίζονται στα ελληνιστικά μυθιστορήματα. Σύμφωνα με τον Μπεκ, το ερωτικό μυθιστόρημα του Μακρεμβολίτη «έφτασε σε τέτοιο βαθμό διεισδυτικότητας που δεν υπάρχει ούτε στο έργο του Τατίου ούτε στο έργο του Ηλιοδώρου»9. Θεωρείται το πρώτο μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί την τεχνική της αφήγησης στο πρώτο πρόσωπο. Παρ’ όλο δε που παραμένει άθικτη η παρθενία της Υσμίνης, εν τούτοις τα όνειρα του Υσμινία πλημμυρίζουν από το πάθος του γι’ αυτήν. Ο Ευγενιανός –που φαίνεται να γνωρίζει το μυθιστόρημα του Λόγγου Δάφνις καὶ Χλόη– κάνει ευθείες ή έμμεσες αναφορές στο ερωτικό πάθος. Έτσι, μία από τις ηρωίδες των παρεκβάσεων του μυθιστορήματός του θυμάται:

Χθὲς εἶχε πῦρ δίψης με, καὶ λαβὼν ὕδωρ
–τυχὸν γὰρ οὕτω τὴν ὁδὸν διηρχόμην–
ῶς ἄμ­βρο­τον ῥοῦν ἐ­ξέ­πι­νον εἰς κό­ρον.
Μέ­μνη­σο τῆς χθές· σὺ γὰρ ἡ δι­δοῦ­σά μοι.10

Ενώ αλλού τονίζει πως: «οὐκ οἶ­δε αἰ­δῶ Κύ­πρις, οὐ­δ’ Ἔ­ρως ὄ­κνον» (Η Αφροδίτη δεν γνωρίζει καμία ντροπή και ο δισταγμός είναι άγνωστος στον έρωτα).

Σε αυτά τα μυθιστορήματα, καθώς και στα περισσότερα της παλαιολόγειας περιόδου, ο μύθος εκτυλίσσεται σε χρόνο και τόπο ακαθόριστο, ενώ συνήθως περιγράφει «ειδωλολάτρες» χωρίς οποιαδήποτε θρησκευτική αναφορά. Αυτή η απομάκρυνση από το άμεσο, το συγκυριακό, το ιστορικό, συναρτάται ήδη από ορισμένους φιλολόγους με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης, η οποία στρέφεται προς μια «τεχνουργία της αιωνιότητας», σύμφωνα με τον W.B. Yeats11. Ο Λεμέρλ θεωρεί πως η βυζαντινή τέχνη, ακόμα και η παιδεία, είναι η προσπάθεια να ξεπεραστεί ο άνθρωπος και το τυχαίο, το ατομικό και το συγκυριακό, προς την κατεύθυνση του απρόσωπου, του άχρονου, του αιωνίου12. Για τους Κάζνταν και Επστάιν, «η δράση του Κατά Ροδάνθην και Δοσικλέα εκτυλίσσεται σε δισδιάστατο χώρο, ακόμα και όταν τα γεγονότα διαδραματίζονται σε υπαρκτούς τόπους, αποσιωπάται κάθε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. […] Ο χρόνος είναι επίσης συμβατικός»13.

Η αναφορά στους «Έλληνες» καθίσταται όλο και πιο συχνή: «Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως η λέξη “Έλληνας” εμφανίζεται στα κείμενα της αναγέννησης του 12ου αιώνα με τη σημερινή έννοια του “Έλληνα”, σ’ ένα πλαίσιο που τονίζει την “εθνική” ενότητα». Έτσι, στο έργο του Προδρόμου Κατὰ Ῥοδάνθην καὶ Δοσικλέα, ο φίλος του κεντρικού ήρωα, του Δοσικλή, ο Κράτανδρος, συστήνεται ως «Ἕλ­λην ἐκ Κύ­πρου», ενώ ο Δοσικλής ξαφνιάζεται εκστασιασμένος: «Ἕλ­λην, θε­οὶ σω­τῆ­ρες, οὗ­τος ὁ ξέ­νος/Ἕλ­λην;» Στο έργο του Μακρεμβολίτη, ο Υσμινίας βρίσκεται μεταξύ «ὁ­μο­γλώτ­τοις Ἕλ­λη­­σιν» και, σύμφωνα με «τον νόμο των Ελλήνων», οι Έλληνες δεν μπορούν να είναι σκλάβοι14.

Η σχέση αυτής της λογοτεχνίας με την αρχαία αφετηρία της αντανα­κλά σε μεγάλο βαθμό την ιστορική συνείδηση του Βυζαντινού, […] και ταυτόχρονα ένα αντίβαρο στην καλογεροποίηση (η οποία συχνά υπερτο­νίζεται από τους σύγχρονους μελετητές). Ο κλασικισμός της δεν είναι απλώς, ούτε πάντα, ακαδημαϊκός. […] Σε περιόδους πάλης εναντίον εξω­τερικών κινδύνων, όπως π.χ. στη σύγκρουση με τους Πέρσες και λίγο αργότερα με το Ισλάμ, προσπαθεί να εμπνεύσει ενθουσιασμό με επικά ρη­τορικά έργα, όπως τα έργα του Γεωργίου Πισίδη, ή με επικές μυθιστο­ρηματικές δημιουργίες, όπως το έπος του Διγενή Ακρίτα. και σε περιό­δους που φαίνεται ότι το Βυζάντιο μπορεί να επιβιώσει μόνον αν επιβά­λει με τη μέγιστη δυνατή αυστηρότητα τα παλιά πρότυπα, υπερασπίζει τον κλασικισμό της εναντίον κάθε ξένου και προπαντός «δυτικόφερτου» στοιχείου15.

Εγγραμματοσύνη και λογιότης

Αυτό το μυθιστόρημα, όμως, «διαβάζεται» από το βυζαντινό κοινό και σε ποια έκταση; «Φυσικά», ο Ρόμιλυ Τζένκινς θα υποστηρίξει πως «δεν υπάρχει κοσμική λογοτεχνία που να γραφόταν για ευρύ κοινό, καθώς τέτοιο κοινό δεν υπήρχε»16. Αντίθετα, ο Μπράουνινγκ υποστηρίζει, και μάλλον αποδεικνύει μετά από εξαντλητική έρευνα, πως το κοινό ήταν στην πραγματικότητα ευρύτατο και ξεπερνούσε κατά πολύ τους ανώτερους κρατικούς γραφειοκράτες και κληρικούς, που εθεωρούντο οι μόνοι εγγράμματοι.

Αποδεικνύει κατ’ αρχάς πως, παρ’ όλο που η ανώτατη εκπαίδευση είχε συγκεντρωθεί στην Κωνσταντινούπολη, η στοιχειώδης και η μέση εκπαίδευση ήταν εξαιρετικά εξαπλωμένη, στο σύνολο της Αυτοκρατορίας. παραθέτει δε αναρίθμητα παραδείγματα εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Αδριανούπολη, την Ειρηνούπολη, τη Νίκαια, τη Μυτιλήνη, ακόμα και σε χωριά της Βιθυνίας, όπως, της Μοσσύνας. Ένα στοιχείο που μελέτησε ιδιαίτερα, για να εκτιμήσει την έκταση της εγγραμματοσύνης, είναι οι υπογραφές στα ποικίλα βυζαντινά έγγραφα. Οι αγράμματοι υπογράφουν με σταυρό, οι έχοντες στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις, με μεγαλογράμματη γραφή, ενώ οι πιο εξοικειωμένοι με μικρογράμματη, τουλάχιστον μετά τον 11ο αιώνα. Επί παραδείγματι, τον 12ο αιώνα, από το Τυπικόν μιας αδελφότητας, 20 υπογράφουν με το όνομά τους (17 ιερείς ή μοναχοί και 3 λαϊκοί), ενώ 29 υπογράφουν με σταυρό. Σε ένα έγγραφο δωρεάς του 1056, ο δωρητής και η γυναίκα του, αγρότες και οι δύο, υπογράφουν με σταυρό, ενώ τα δύο παιδιά τους με το όνομά τους.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν τόσο εκτεταμένη ώστε το Εὐχολόγιον περιλαμβάνει μια σειρά από προσευχές που αφορούν στα σχολεία και τους μαθητές της στοιχειώδους εκπαίδευσης: «Εὐχῆ ὅταν ἀ­πέρχεται παιδίον, μανθάνειν τὰ ἱερὰ γράμματα· Εὐχῆ εἰς τὸ μαν­θά­νειν πα­ντοῖ­α ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα· Ἀ­κο­λου­θί­α εἰς παί­δας κα­κο­σκό­πους». η τελευταία αρ­χί­ζει με το «τοὺς ἀ­γραμ­μά­τους μα­θη­τὰς τὸ πνεῦ­μά σου τὸ ἅ­γι­ον παι­δευ­τὰς ἀ­νέ­δει­ξε», και κα­τα­λή­γει κα­λώ­ντας τον Θε­ό, «ἐ­ξα­πό­στει­λον τὸ πνεῦ­μά σου τὸ ἅ­γι­ον ἐ­πὶ τὸ πα­ρὸν παι­δί­ον, τὸ δεῖ­να, καὶ ἐμ­φύ­τευ­σον εἰς τὰ ὦ­τα τῆς καρ­δί­ας αὐ­τοῦ τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα»17.

Σε ό,τι αφορά δε στο στρώμα των μορφωμένων που είχαν τη δυνατότητα και όντως παρακολουθούσαν τη «λογοτεχνική παραγωγή», δεν επρόκειτο για ένα «περιθωριακό φαινόμενο μέσα στα πλαίσια μιας άξεστης και αντιπνευματικής άρχουσας τάξης». Αντιθέτως, περιλαμβάνει τιτλούχους και επιφανείς εκπροσώπους της. Μεταξύ των λογίων συγκαταλέγονται, επί παραδείγματι, πάνω από δεκαπέντε αυτοκράτορες, ενώ ένα τριάντα τοις εκατό ήταν ανώτεροι κληρικοί, ένα είκοσι τοις εκατό ήταν ευγενείς και κρατικοί αξιωματούχοι, και περίπου δεκαπέντε τοις εκατό «εκπαιδευτικοί»18.

Μπορούμε, κατά συνέπεια, να μιλήσουμε για ένα διαμορφωμένο στρώμα λογίων που, ενώ περιλαμβάνει και κληρικούς, δεν περιορίζεται σε αυτούς, όπως στη Δύση –όπου ακόμα και σήμερα η γαλλική λέξη clerc-διανούμενος, ή η αγγλική clerical, εμφαίνει την προέλευσή τους– αλλά διαπερνάει όλες τις κοι­νωνικές τάξεις. Για τον Μπεκ:

…στο Βυζάντιο, το στρώμα των λογίων γράφει ιστορία –κοινωνική και πολιτισμική ιστορία. Σ’ αυτό το στρώμα χρωστάμε το γεγονός ότι ο καλογερικός σκοταδισμός περιστέλ­λεται κάθε τόσο, με αυτό το στρώμα έρχονται σε επαφή οι διανοούμενοι της Δύσης, ακολουθώντας τις σταυροφορίες και την ιταλική διείσδυση στο Βυζάντιο, αυτό το στρώμα διαφυλάσσει για χίλια ολόκληρα χρόνια τα κλα­σικά πνευματικά αγαθά από μερικές αντιστάσεις, όπως επίσης σώζει και τον αστικό χαρακτήρα της βυζαντινής κοινωνίας από τους αδαείς άξεστους καραβανάδες της επαρχίας. Αυτό το στρώμα, τέλος, δίνει στον ιταλικό ουμανισμό την ώθηση εκείνη που, κάτω από την ετικέτα «πλατωνισμός», τον κάνει να βρει την αληθινή φυσιογνωμία του […]19.

Από τον 13ο αιώνα και στο εξής πληθαίνουν τα χειρόγραφα τόσο των αρχαίων ελληνιστικών μυθιστορημάτων όσο και των βυζαντινών. Ο Μάξιμος Πλανούδης θα εκδώσει τα Βουκολικὰ του Θεοφράστου. Της ίδιας περιόδου είναι και το πρώτο ευρεθέν χειρόγραφο του Λόγγου, ενώ στον ίδιο «τόμο» περιλαμβάνονται χειρόγραφα του Ξενοφώντος του Εφεσίου, Τὰ κατ’ Ἄνθειαν καὶ Ἁβροκώμην Ἐ­φε­σια­κὰ (2ος-3ος αιώνας μ.Χ.), του Χαρίτωνος του Αφροδισιέως, Τὰ κα­τὰ Χαι­ρέ­αν καὶ Καλ­λιρ­ρό­ην (1ος ή 2ος μ.Χ. αι.), και του Τατίου. Από την ίδια εποχή έχει διασωθεί και ένα πλήρες χειρόγραφο των ερωτικών επιστολών του Αρισταινέτου κ.λπ.20 Παράλληλα, επανεκδίδεται η Πα­λα­τι­νὴ Ἀν­θο­λογία από τον Πλανούδη, ενώ ο σημαντικότερος επιγραμματοποιός της εποχής, ο Μανουήλ Φιλής (πέθανε το 1345), γράφει πολλά σατιρικο-ερωτικά επιγράμματα. Πάντως, μετά την άνθηση του πρώτου βυζαντινού μυθιστορήματος, στην κομνήνεια εποχή, θα περάσουν πάνω από εκατό χρόνια για να ξαναγραφτεί –όσο γνωρίζουμε– μυθιστόρημα, γεγονός που αποδίδεται από τους περισσότερους φιλολόγους στις περιπέτειες που γνώρισε ο βυζαντινός κόσμος μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού το 118021, οι οποίες οδήγησαν στη διάλυση της αυτοκρατορίας.

Η παλαιολόγεια άνθηση

Όταν επανεμφανίζεται η μυθιστορία, από τον 14ο αιώνα και μετά, η γλώσσα που χρησιμοποιείται έχει ήδη μεταβληθεί προς ένα είδος «μικτής», μεταξύ αττικίζουσας και δημώδους· μάλιστα, σε κάποια από τα ιπποτικά μυθιστορήματα της παλαιολόγειας περιόδου και στο Χρονικὸν τοῦ Μορέως χρησιμοποιείται η δημώδης γλώσσα της εποχής, που είναι τόσο παραπλήσια με τη σημερινή ώστε ένας σύγχρονος Άγγλος φιλόλογος θα ονομάσει το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου του «Η πρώτη “νεοελληνική” λογοτεχνία»22.

Η Ἀχιλληίς, γραμμένη στα τέλη του 14ου αιώνα, έχει ως πρόσχημα και μόνο τον ομηρικό Αχιλλέα, ενώ εξελίσσεται σε μια περιπέτεια όπου η ερωτική σχέση μεταξύ του Αχιλλέα και της κόρης του αντίπαλου βασιλιά καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος. Ο Αχιλλέας, μετά από μεγάλες προσπάθειες, κατορθώνει να διεισδύσει στον «κήπο» της ηρωίδας, ενώ ο γάμος θα ακολουθήσει αργότερα. Στα λεγόμενα ιπποτικά μυθιστορήματα της παλαιολόγειας εποχής, τα Κατὰ Καλλίμαχον καὶ Χρυσορρόην, τον Βέλθανδρο και την Χρυ­ζάν­τζα, τον Λύ­βι­στρο και την Ῥο­δά­μνη, οι φραγκικές επιρροές έχουν απορροφηθεί από τον ελληνο-βυζαντινό περίγυρο, ενώ στα Φλώ­ριος και Πλάτ­ζια-Φλώ­ρα, τον Ἰμ­πέ­ριο και την Μαρ­γα­ρώ­να είναι πολύ εντονότερες, και πρόκειται για μεταφράσεις-διασκευές δυτικών μυθιστορημάτων.

Το Καλ­λί­μα­χος καὶ Χρυ­σορ­ρό­η, που θεωρείται το πρωιμότερο «ιπποτικό» μυθιστόρημα, με τις ασθενέστερες επιρροές από τη Δύση, μόλις στις αρχές του 13ου αιώνα περιλαμβάνει και απροκάλυπτες ερωτικές «σκηνές» που δεν προϋποθέτουν πλέον τον απαραίτητο, για τα ήθη της εποχής, γάμο. Αφού ο ήρωας θα σκοτώσει τον «δράκο» που έχει φυλακίσει την ηρωίδα, όχι μόνο θα αναπτυχθεί το ειδύλλιο αλλά θα ακολουθήσει και μια ανοικτή ερωτική συνεύρεση:

ἐ­σέ­βη­σαν εἰς τὸ λου­τρὸν ἐ­λού­σθη­σαν ἐ­κεῖ­νοι
Καὶ τοῦ λου­τροῦ τὰς ἡ­δο­νὰς καὶ τὰς ἐν τού­τῳ χά­ρεις
772 ἡ γλῶσ­σα μό­νη δύ­νε­ται τῆς Ἀ­φρο­δί­της
λέ­γειν·[…]
776 καὶ γλυ­κα­σμὸν καὶ δρο­σι­σμὸν ἐκ φι­λη­μά­των εἶ­χεν
778 καὶ κό­ρον οὐκ ἐ­λάμ­βα­νε τῶν ἡ­δο­νῶν τῆς κό­ρης […]
781 Ἔ­βλε­πεν, βλέ­πων ἡ­δο­νῆς φύλ­λον γλυ­κὺν ἐ­τρύ­γα […]
785 (Σὺν Χρυ­σορ­ρό­ῃ τῇ κα­λῇ Καλ­λί­μα­χος
ὁ νέ­ος
786 τρυ­φῶ­σι, συ­νε­υφραί­νον­ται καὶ χαί­ρουν­ται ἀν­τά­μα.) […]
794 Οὕ­τως τὸ σῶ­μα πάν­τερ­πνον εἰς τοῦ λου­τροῦ τὴν χά­ριν·
Σῶ­μα καὶ γὰρ πα­νεύ­γε­νον καὶ κρυ­σταλ­λώ­δης
σάρ­κα
τὴν χά­ριν καὶ τὴν ἡ­δο­νὴν εἰς τὸ λου­τρὸν
αὐ­ξά­νει.
Ἐ­ξέ­βη­σαν ἐκ τοῦ λου­τροῦ· εἰς τοῦ λου­τροῦ
τὰ χεί­λη
797 εὑ­ρέ­θη στρῶ­μα κεί­με­νον ἐ­πὶ τῆς γῆς
στρω­μέ­νον. […]
802 ὅπερ ἀ­πὸ τοῦ σώ­μα­τος αὐ­τῆς ἐ­χα­ρι­τώ­θην·
καὶ τὰς ἐ­κεῖ­θεν ἡ­δο­νὰς τὰς οὔ­σας ἐν τῷ στρῶ­μα
804 τίς εἴ­πῃ, τίς ἐ­ξη­γη­θῇ καὶ τίς λε­πτο­λο­γή­σῃ;23

Το μικτό ιδίωμα έχει παραχωρήσει ήδη τη θέση του σε ένα δημώδες με λόγιες παρεκβάσεις, ενώ το βυζαντινό μυθιστόρημα επιμένει στο ερωτικό στοιχείο πολύ περισσότερο από το δυτικό, που αναφέρεται μάλλον στο περιπετειώδες στοιχείο24. Η βυζαντινή λογοτεχνία έχει ξεπεράσει τη μεσαιωνική περιπέτεια –θρησκευτική αλλά και κοσμική– προς την κατεύθυνση της εξατομίκευσης των αισθημάτων, της εσωτερικότητας, του έρωτα, που για πολλά χρόνια εθεωρείτο ως «ανακάλυψη» της ύστερης μεσαιωνικής Δύσης. Στην πραγματικότητα, η αφετηρία της «μυθιστορίας» ανάγεται στο ελληνιστικό μυθιστόρημα, ενώ, στους νεώτερους χρόνους, επανεμφανίζεται στο Βυζάντιο παράλληλα ή ίσως και πριν από το Roman de la Rose των Γάλλων. Ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποιείται, από τον 10ο αιώνα, με το Ἆ­σμα τοῦ Ἀρ­μού­ρη, έχουμε κείμενα γραμμένα στη δημώδη ελληνική γλώσσα, ενώ, μετά τον κομνήνειο αττικισμό, το ίδιο συμβαίνει και με τα ιπποτικά μυθιστορήματα.

Ερωτική και σατιρική ποίηση

Στη δημώδη γλώσσα γράφεται και η ερωτική ποίηση. Τα Ροδιακὰ ἐρωτικὰ τραγούδια ἢ Ἐρωτοπαίγνια παραδίδονται από ένα χειρόγραφο των μέσων του 15ου αιώνα, αλλά είναι παλαιότερα και περιλαμβάνουν πλήθος ερωτικών ιστοριών και διστίχων. Σε ένα μέρος του, τα Ἑκατόλογα, ένας νεαρός αποπλανεί με τα «εκατό λόγια» του την ενδοτική κόρη: «Καὶ ἀπὲ τὸ χέρι τὴν κρατεῖ καὶ στὸ κλινάρι πᾶσιν». Το ίδιο θέμα της απατημένης κόρης περιγράφουν και άλλα ερωτικά ποιήματα, όπως είναι η Ῥιμάδα κόρης καὶ νέου που χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα και μάλλον γράφτηκε στην Κρήτη, αλλά κυκλοφορούσε σε όλη την Ελλάδα, κ.λπ.25
Αυτή η λογοτεχνική «έκρηξη» περιλαμβάνει και τα πολυάριθμα στιχουργήματα που έχουν ως θέμα τους τη ζωή των ζώων και αποτελούν συχνά πολιτικές ή κοινωνικές αλληγορίες, καθώς και μια πληθώρα σατιρικών δημιουργιών στην παράδοση του Πτωχοπρόδρομου. Ὁ Πουλολόγος, ποίημα σε 670 στίχους, γράφτηκε πιθανότατα κατά την εποχή του Βασιλείου της Νικαίας (1204-1261) και αποτελεί μια σάτιρα των ηθών μέσω της περιγραφής του κόσμου των πτηνών. Η Παιδιόφραστος διήγησις τῶν ζώων τῶν τετραπόδων, ποίημα σε 1082 στίχους, περιγράφει την αδύνατη συμβίωση μεταξύ των ζώων και την αλληλοκατακρεούργησή τους μετά από συνέλευσή τους. Άγνωστο γιατί, ο ποιητής χρονολογεί τη συνέλευση το έτος 1365. Το Συναξάρι του γαϊδάρου σώζεται σε δύο παραλλαγές, η μία το Συναξάριον τοῦ τιμημένου γαδάρου σε 393 στίχους, και η δεύτερη Γαδάρου, λύκου καὶ ἀλουποῦς διήγησις ὡραία, σε 540 στίχους, στην οποία σατιρίζονται σχεδόν απροκάλυπτα οι «φιλόσοφοι» και οι λόγιοι που κατέχουν τα εκκλησιαστικά αξιώματα και πλουτίζουν σε βάρος των φτωχών. Επίσης, κυκλοφορούσαν και άλλα ανάλογα έμμετρα και πεζά κείμενα, όπως Ὁ Πωρικολόγος, Ὁ ψαρολόγος, Ὁ κάτης καὶ οἱ ποντικοί, Ὁ Φυσιολόγος κ.ά.26

Στις σάτιρες περιλαμβάνεται η λεγόμενη Φιλοσοφία του Κρασοπατέρα, Φυσιολογικὴ διήγησις τοῦ ὑπερτίμου κρασοπατέρα Πέτρου τοῦ Ζυφομούστου, που αποτελεί ένα σατιρικό εγκώμιο του κρασιού με στόχο πιθανότατα κάποιον επίσκοπο και η οποία χρονολογείται από τον Legrand στον 12ο αιώνα, ενώ η σάτιρα του «σπανού», η Ἀκολουθία τοῦ ἀνοσίου τραγογενῆ σπανοῦ, είναι γραμμένη σε λειτουργική μορφή, σατιρίζει κάποιον ευνούχο –και επομένως σπανό– και χρονολογείται πιθανώς από τον 15ο αιώνα27. Πολλά από αυτά τα έμμετρα ή πεζά κείμενα κυκλοφορούσαν και επανεκδίδονταν συστηματικά καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
Το ύστερο Βυζάντιο, πολιορκημένο από στεριά και θάλασσα, από Ανατολή, Δύση και Βορρά, θα ανοίξει τον δικό του δρόμο και στη λογοτεχνία. Ο ισχυρισμός πως του έλειψε η εσωτερική δυναμική του μετασχηματισμού αποδεικνύεται για άλλη μια φορά παντελώς αστήρικτος. Αντιθέτως, θα εγκαινιάσει την «Αναγέννηση», με όλα τα χαρακτηριστικά που έλαβε στη συνέχεια στη Δύση –επιστροφή στους αρχαίους Έλληνες, μυθιστόρημα, εμφάνιση του ερωτικού στοιχείου, «ατομικότητα». Δεν θα μπορέσει όμως να την ολοκληρώσει και, τους επόμενους αιώνες, θα υποχρεωθεί να αφιερωθεί προπαντός στην επιβίωση και τη συντήρηση της ταυτότητάς του.

Η βυζαντινή κληρονομιά

Μόνο η καταπληκτική λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτηςγια δύο αιώνες, μέχρι την πτώση του Χάνδακα το 1669, μαρτυρεί, προσφέρει μιαν εικόνα, για το τι θα μπορούσε να είναι η συνέχεια της παλαιολόγειας Αναγέννησης στην Ελλάδα. Η κρητική άνθηση εγκαινιάζεται μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και τη μεταφορά σε αυτή λογίων και χειρογράφων –οιστρηλατημένη και από την επαφή με την αναγεννησιακή Δύση–, ενώ αποτελεί και τη «γέφυρα» ανάμεσα στη βυζαντινή Ελλάδα και τον 18ο αιώνα. Η Κρήτη, εκτός από τους μεγάλους θρησκευτικούς συγγραφείς και ηγέτες, τον Μελέτιο Πηγά, τον Φραγκίσκο Σκούφο, τον Κύριλλο Λούκαρι, θα δώσει δεκάδες λογοτεχνικά έργα, ανάμεσά τους αριστουργήματα όπως ο Ερωτόκριτος και η Ερωφίλη. Πρόκειται για έργα επικολυρικά –Ἐρωτόκριτος, Βοσκοπούλα–, τραγωδίες –Ἐρωφίλη, Βασιλεὺς Ῥοδολῖνος, Ζήνων, Ἡ Θυσία τοῦ Ἀβραάμ–, κωμωδίες, Φορτουνᾶτος, Κατζοῦρμπος, Στάθης–, ειδύλλια όπως η Πανώρια, και για συγγραφείς όπως ο Κορνάρος, ο Χορτάτζης, ο Σαχλίκης, ο Μπεργαδής. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο θα συμβαίνει και στις άλλες ενετοκρατούμενες περιοχές. Η Ἱστορία τῆς Σωσσάνης, του Ζακύνθιου Μάρκου Δεφαράνα, η Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ῥὲ τῆς Σκότ­ζιας μὲ τὴν ῥή­γισ­σα τῆς Ἐγ­γλη­τέ­ρας και η Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Τα­γι­α­πιέ­ρα, του επίσης Επτανήσιου Ιάκωβου Τριβώλη, θα γνωρίσουν αλλεπάλληλες εκδόσεις κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας28. Ο Ζακυνθινός Δημήτριος Ζήνος θα γράψει την Ἱστορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ενώ θα μεταφράσει στη δημοτική την ομηρική Βατραχομυομαχία, ο Ζακυνθινός Τζάνες Κορωναίος θα γράψει το ποίημα Ἀν­δρα­γα­θή­μα­τα Μερ­κου­ρί­ου Μπού­α κ.λπ.29

Στη συνέχεια, ιδιαίτερα στον τομέα της μυθιστορίας, η εγχώρια παραγωγή μοιάζει να σβήνει κάτω από τον οθωμανικό ζυγό και «το ελληνικό μυθιστόρημα, όταν επανεμφανίζεται το 1834, εισάγε­ται ολοκληρωτικά από τη Δύση»30. Και όμως, μερικά χρόνια μετά, το 1996, ο ίδιος συγγραφέας που είχε προβεί σε αυτή τη διαπίστωση το 1988, ο Άγγλος ελληνιστής Ρ. Μπήτον, θα αναγνωρίσει πως έσφαλε, διότι «τα πράγματα δεν έχουν έτσι και θα πρέπει να επανεξεταστεί ο βαθμός επιρροής της κληρονομιάς των μεσαιωνικών (και ελληνιστικών) μυθιστοριών στην ελληνική πεζογραφία που επανεμφανίζεται το 19ο αιώ­να»31. Και αυτό διότι ένα μεγάλο μέρος της «ψυχαγωγικής λογοτεχνίας» των Ελλή­νων λογίων στα τέλη του 18ου αιώνα, το αποτελούσαν οι νέες εκδόσεις των ελληνιστικών και των βυζα­ντινών μυθιστοριών. ο Ηλιόδωρος εκδόθηκε το 1790, ο Μακρεμβολίτης το 1791, το Δάφνις καί Χλόη το 1792, τα Ἐφεσιακὰ του Ξενοφώντα το 1793, ο δε Αδαμάντιος Κοραής θα εγκαινιάσει τις εκδόσεις των αρχαίων κειμένων το 1802 με το Δάφνις καί Χλόη και θα συνεχίσει με τα Αιθιοπικά το 1804.
Ήταν κοινή πεποίθηση παλαιότερα ότι η πρώτη νεοελληνική πεζογραφία ήταν το ιστορικό μυθιστόρημα του 19ου ιώνα. Η γενίκευση αυτή έχει ανατραπεί […]. Τα πε­ρισσότερα μυθιστορήματα, αν όχι όλα (τα οποία μάλιστα οι συγγραφείς τους, ακολουθώντας τον Κοραή, τα αποκαλούσαν «μυθιστορίες»), συμμορ­φώνονται με τον ορισμό του είδους, που ορίζει στην ουσία το ελληνιστικό και μεσαιωνικό μυθιστόρημα ή μυθιστορία.
Με αυτόν τον τρόπο και τη διαμεσολάβηση του Κοραή, το τελευταίο στάδιο της πρόσληψης των μεσαιωνικών ελληνικών μυθιστοριών θα πρέπει να είναι οι περιπετειώδεις ερωτικές ιστορίες που διαδραματίζονται στο λίγο ως πολύ σύγχρονο κόσμο του Παναγιώτη Σούτσου, του Ι. Πιτσιπιού, του Γρηγόριου Παλαιολόγου, στη δεκαετία του 1830 και του 1840, του Αλέ­ξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή και του Παύλου Καλλιγά στη δεκαετία του 1850 – και ενός τύπου αφήγησης που παρωδείται μνημειωδώς από τον Εμμανουήλ Ροΐδη στην Πάπισσα Ιωάννα (1866)32.

Η νεώτερη έρευνα, λοιπόν, σε ό,τι αφορά στη γένεση του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος, καταδεικνύει, για μία ακόμα φορά, πως η εκδοχή της αποκλειστικής «εισαγωγής από τη Δύση» ήταν προκρούστεια και συσκότιζε την επίδραση της ελληνιστικής και βυζαντινής παράδοσης στην αναγέννηση της νεώτερης «μυθιστορίας». Αυτή η ασύγγνωστη στρέβλωση έχει, για άλλη μια φορά, αφετηρία το βαθύτατο αίσθημα μειονεξίας των Ελλήνων διανοουμένων και την αντίστοιχη αλαζονεία των Δυτικών. Ο Άγγλος φιλόλογος πάντως –ο οποίος κατέχει σήμερα την έδρα «Κοραής» στο Λονδίνο– θεωρεί πως μόνον λαμβάνοντας υπ’ όψη τη βυζαντινή παράδοση είναι δυνατόν να εξηγηθούν οι διαφορές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας από εκείνη της Δύσης: «Μέσω της κατανόησης της ποιητικής της μεσαιωνικής ελληνικής μυθιστορίας […], θα μπορούσε να ελπίσει κανείς πως θα μπορέσουμε να ταυτίσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα τις πλευρές αυτές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, που την διαχωρίζουν από την αντίστοιχη δυτική»33.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Hans-Georg Beck, Βυζαντινόν Ερωτικόν, εκδ. Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα 1999, σσ. 196-199.
  2. Κρουμβάχερ, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μεταφρασθείσα υπό Γεωργίου Σωτηριάδου, Εν Αθήναις, Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1900, τόμοι τρεις. Ανατύπωσις Β.Ν. Γρηγοριάδης, Αθήνα 1974. τόμος 3ος, σσ. 211-219, και Hans-Georg Beck, Βυζαντινόν Ερωτικόν, ό.π., σσ. 193-196.
  3. Herbert Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992, τόμος Α΄, Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, σσ. 160-196. Κρουμβάχερ, ό.π., τόμος 2ος, σσ. 87-180.
  4. Hans-Georg Beck, H Βυζαντινή Χιλιετία, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σσ. 438-439.
  5. Hunger, ό.π., τόμος Α΄, σσ. 163-171.
  6. Κρουμβάχερ, ό.π., τόμος Β΄, σσ. 131-135, Hunger, ό.π., τόμος Α΄, σσ. 185-188, και Beck, Hans-Georg, Βυζαντινόν Ερωτικόν, ό.π., σσ. 209-211.
  7. Hans-Georg Beck, Βυζαντινόν…, ό.π., σσ. 212-213.
  8. Ωστόσο, για έναν μη ειδικό, όπως ο υποφαινόμενος, και άλλα κείμενα της εποχής, όπως ο Τιμαρίων, περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τη σημερινή κατάταξη, στη χορεία των μυθιστορημάτων, όχι βέβαια των ερωτικών αλλά των φιλοσοφικο-σατιρικών.
  9. Hans-Georg Beck, Βυζαντινόν…, ό.π., σ. 222.
  10. «Χθες με βασάνιζε δίψα, αλλά όταν κατηφόρισα στο δρόμο / κοινώνησα το θείο ποτό μέχρι να χορτάσω. / Σκέψου τη χθεσινή μέρα! Ήσουν εσύ που με πότισες». Hans-Georg Beck, Βυζαντινόν, ό.π., σ. 225.
  11. Roderick Beaton, Η ερωτική μυθιστορία του Μεσαίωνα, Καρδαμίτσας, Αθήνα, 1996, σ. 44.
  12. Lemerle, Paul, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1985, σσ. 283-286.
  13. A.P.Kazhdan / Ann Wharton Epstein, Αλλαγές στον Βυζαντινό Πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997, σσ. 306-307.
  14. Beaton, ό.π., σσ. 106, 114.
  15. Hans-Georg Beck, H Βυζαντινή Χιλιετία, ό.π., σσ. 169-170.
  16. Romilly Jenkins, «The Hellenistic origins of Byzantine literature», in Dumbarton Oaks Papers 17, 1963, σ. 40.
  17. R. Browning, «Literacy in the Byzantine World», Byzantine and Modern Greek Studies 4, 1978, σσ. 39-57, και History, Language and Literacy in the Byzantine World, Variorum, Reprint edition, 1989.
  18. Hans-Georg Beck, H Βυζαντινή…, ό.π., σ. 169.
  19. Hans-Georg Beck, H Βυζαντινή…, ό.π., σ. 330.
  20. Hans Georg Beck, Βυζαντινόν Ερωτικόν, ό.π., σσ. 244-245.
  21. Βλ. και Beaton, ό.π., σ. 32.
  22. Beaton, ό.π., σ. 125.
  23. Εμμ. Κριαράς (επιμ.), Βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα, Αετός, Βασική Βιβλιοθήκη Νο 2, σσ. 44-45.
  24. Γεγονός που υπογραμμίζει και ο Μπεκ, βλ. ό.π., σσ. 268-269.
  25. Hans-Geοrg Beck, Hans-Geοrg Beck, Ιστορία της Βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σσ. 283-287.
  26. Hans-Geοrg Beck, Ιστορία της δημώδους, ό.π., σσ. 271-280.
  27. Hans-Geοrg Beck, Ιστορία της δημώδους, ό.π., σσ. 300-302.
  28. Κ.Θ.Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 9η έκδοση, Γνώση, Αθήνα 2000, σσ. 82-127 και Φαίδων Μπουμπουλίδης (επιμ. εισαγ.) Κρητική Λογοτεχνία, Βασική βιβλιοθήκη, Αετός, Νο 7, Αθήνα α.χ.
  29. Γ. Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου, Βασική βιβλιοθήκη 14, Αετός, Αθήνα 1953, σ. 41.
  30. R. Beaton (επιμ.), The Greek Novel, A.D. 1-1985, Λονδίνο και Σίδνεϋ, σ. Viii.
  31. Beaton, H ερωτική μυθιστορία, ό.π., σ. 288.
  32. Beaton, H ερωτική…, ό.π., σσ. 288-9.
  33. Beaton, H ερωτική μυθιστορία, ό.π., σ. 289.
Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek