από το Άρδην τ. 63, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2007

Την Κυριακή 25/02, ο Ιός επανήλθε εμμέσως στο ζήτημα που προέκυψε έπειτα από το συκοφαντικό δημοσίευμα της 18/02, με σχόλιο που αναφέρει ότι, εφόσον ο Γ. Κ. απέσυρε την επιστολή του και αντ’ αυτής δημοσίευσε ένα κείμενο «γενικών θέσεων», περιττεύει οποιαδήποτε απάντηση. Επειδή, η συγκεκριμένη δημοσιογραφική ομάδα δείχνει να επιμένει στην οδό των ψευδολογιών, κρίνεται απαραίτητο να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις. Ο Γιώργος Καραμπελιάς έστειλε την παρακάτω επιστολή στον εκδότη και διευθυντή της «Ε» έπειτα από το δημοσίευμα του ΙΟΥ:

Προς τον κ. Τεγόπουλο εκδότη της «Ελευθεροτυπίας»
Προς τον κ. Σεραφείμ Φυντανίδη. Διευθυντή της «Ελευθεροτυπίας»

«Συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, κάτι θα μείνει»
Γ. Γκαίμπελς (χωρίς συστάσεις)


Που να το φανταστεί κανείς, ότι η σκέψη ενός εκ των «ογκολίθων» του ναζισμού θα επιβεβαιωνόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σ’ ένα δημοσίευμα του «Ιού της Κυριακής» στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (18/02/07). Βεβαίως και αναφερόμαστε στο άρθρο «Μεζούρα της Εθνικοφροσύνης», ένα άρθρο που καταπιάνεται με το ζήτημα των βιβλίων της σχολικής Ιστορίας και του… «αλλάζει τα φώτα», παραχαράσσοντας τον χαρακτήρα και το περιεχόμενό του, προσπαθώντας να ταυτίσει κάθε φωνή που ασκεί κριτική στο περιεχόμενο των βιβλίων με το «σκότος» και την «άκρα δεξιά». Ένας από τους κύριους στόχους αυτής της επίθεσης είναι ο Γ. Καραμπελιάς, η ομάδα του περιοδικού Άρδην και της εφημερίδας Ρήξη.
Η μεταμοντέρνα θεωρία περί ιστορίας, θέλει την τελευταία να υπάρχει ως «επινόηση», ως αφήγηση που εξαρτάται πλήρως από τα κίνητρα του αφηγητή. Ως προς αυτό, ο «Ιός της Κυριακής» εμφανίζεται ως ακραιφνής «μεταμοντέρνος». Προσπαθεί με κάθε μέσο να επινοήσει την δική του «ιστορία», επιστρατεύοντας βεβαίως όλο το κλασσικό οπλοστάσιο των μεθόδων που απαιτούνται προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο: την συκοφαντία και το ψεύδος. Το δημοσίευμα, λοιπόν, του «Ιού»:
Α) Αποπειράται να εφεύρει την διαπλοκή «χώρων», «κέντρων» και «προσώπων» μέσω ενός ορυμαγδού πληροφοριών και περιπτωσιολογίας, ενώ, την μοναδική φορά που αναφέρεται στο περιεχόμενο απόψεων (το οποίο κανονικά έπρεπε ν’ αποτελεί και μοναδικό κριτήριο για την πολιτική κατηγοριοποίηση προσώπων και ομάδων) διαπράττει ανοιχτή πλαστογραφία, χρεώνοντας με μέ λόγια τρίτων, που στην πραγματικότητα δεν έχει δημοσιεύσει ούτε η Ρήξη, ούτε το Άρδην. Αναφέρομαι στο περίφημο «κουΐζ» που δημοσιεύει ο «Ιός», με τίτλο «Μια φωνή και μια γροθιά», στις σελίδες 54-55,  το οποίο μου χρεώνει ένα εξωφρενικό κείμενο με τίτλο «Κρεμάστε τους!», που λίγο ως πολύ ζητά… τον απαγχονισμό των συγγραφέων του σχολικού βιβλίου στην… πλατεία Συντάγματος.
Β) Προσπαθεί να εκτρέψει μια διαμάχη επάνω σ’ ένα ζήτημα ιστορικής συνείδησης και μνήμης, το οποίο εμπλέκει ευρύτερα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, πολιτικά κέντρα και διαπερνά κάθετα όλους τους πολιτικούς χώρους, σε μια σύγκρουση της «προόδου» με το «σκότος». Στην προσπάθειά του αυτή:
• Κάνει επιλεκτική χρήση των πηγών που ασκούν κριτική στο βιβλίο, προσέχοντας να γέρνει η ζυγαριά εκεί όπου επιθυμεί, αγνοώντας τις φωνές δεκάδων άλλων συγγραφέων, αρθρογράφων και απλών πολιτών που ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία, ανάμεσά τους και κείμενα που έχουν επανειλημμένα δημοσιευτεί και στην ίδια την Ελευθεροτυπία, από τον «Στάθη» και πολλούς άλλους, στον Ριζοσπάστη, το Παρόν, το Ποντίκι  κ.λπ.
• Αγνοεί εσκεμμένα ότι στο ζήτημα «σχολική ιστορία στην Ελλάδα» παρεμβαίνουν ανοιχτά φορείς –όπως το Κέντρο για την Συμφιλίωση και την Δημοκρατία στην Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη– όπου διαπλέκονται ανοιχτά Ξένες Πρεσβείες, Υπουργεία και Κρατικές Υπηρεσίες (όπως είναι το Γερμανικό και το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών η USAID των ΗΠΑ), το ντόπιο και ξένο μεγάλο κεφάλαιο (Coca Cola HBC, Regency Casino, ΤΙΤΑΝ Α.Ε.).   
Στόχος τους, βεβαίως, είναι να παρακάμψουν την ουσία του ζητήματος και τις πραγματικές του πολιτικές διαστάσεις, που είναι ευρύτερες και αφορούν όλον τον ελληνικό λαό και έχουν να κάνουν με την δράση της νεοαποικιοκρατίας στην Ελλάδα.  
Προφανώς, σ’ αυτό το επίπεδο, που συνιστά και το πραγματικό πεδίο διεξαγωγής αυτής της διαμάχης, τα επιχειρήματά είναι ανύτπαρκτα.  Γι’ αυτό και η ταύτιση οποιουδήποτε αντιδρά σ’ αυτές της εκφράσεις της νεο-αποικιοκρατίας με τον «εθνικισμό», είναι σ’ αυτήν την συγκυρία απαραίτητη, ως ο μπαμπούλας που μαντρώνει συνειδήσεις σε σχήματα κι απόψεις οι οποίες είναι εντελώς ανίκανες να σταθούν από μόνες τους. Σ’ αυτό το σημείο οι γραφίδες του «Ιού» συναντούν τις πιο ολοκληρωτικές παραδόσεις. Γι’ αυτό και καταφεύγουν στην ανοικτή πλαστογραφία.
Βεβαίως, δεν είναι οι πρώτοι διδάξαντες. Ήδη από το 1999 οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» είχαν επεξεργαστεί την μέθοδο με την οποία αντιμετωπίζει η καθεστωτική δημοσιογραφία τους ποικιλώνυμους αγώνες εναντίον της παγκοσμιοποίησης, αποκαλώντας του διαδηλωτές του Σηάτλ: «ένα παράδοξο μείγμα νεοσυντηρητικών, νοσταλγών του έθνους-κράτους, ακροδεξιών… οικολόγων και αντιεξουσιαστών». Στην Ελλάδα είναι δήθεν «αριστεροί» τύπου «Ιού» σε αγαστή σύμπλευση με τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού χρησιμοποιούν κατά κόρον αυτές τις πρακτικές.
Ωστόσο διάλεξαν λάθος άνθρωπο να συκοφαντήσουν, διότι όλη η Ελλάδα γνωρίζει το ήθος και τους αγώνες του υποφαινόμενου, όπως και εκείνο των πλαστογράφων, και ξέρει να χρησιμοποιεί μια διαφορετική «μεζούρα».
Είναι προφανές πως αναμένω από την εφημερίδα σας άμεση επανόρθωση της ηθικής και πολιτικής βλάβης που προκάλεσαν σε μένα και τους συντρόφους μου οι άθλιοι συκοφάντες του «Ιού», με την δημοσίευση της παρούσης, καθώς και με την δημοσίευση απάντησής μου σε όσα συκοφαντικά και καταφρονητικά γράφτηκαν για μένα, στο επόμενο φύλο της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας», όπου δημοσιεύτηκε και το συκοφαντικό κείμενο εναντίον μου.
Όσο για τους ίδιους τους συκοφάντες επιφυλάσσομαι για την αναγκαία και κατάλληλη αντιμετώπισή τους.
 Με τιμή 
Γιώργος Καραμπελιάς
 Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2007


Κατόπιν, επικοινώνησε με την διεύθυνση και απαίτησε να δημοσιευτεί η επιστολή στο επόμενο φύλλο (που λόγω της αργίας της Καθαράς Δευτέρας κυκλοφόρησε την Τρίτη 20/02) καθώς και να δημοσιευτεί ένα κείμενο εφ’ όλης της ύλης σχετικά με το ζήτημα στο επόμενο Κυριακάτικο Φύλλο (25/02). Ταυτόχρονα, κοινοποίησε την επιστολή σε άλλες εφημερίδες.
Η «Ε» δεν δημοσίευσε την επιστολή. Στο φύλλο της Τρίτης, υπήρξε απάντηση-υπεκφυγή του ΙΟΥ, που χρέωνε το «λάθος» στον «δαίμονα του Τυπογραφείου». Βεβαίως, κανείς δεν έμεινε ευχαριστημένος με μία απάντηση περί «λάθους», η οποία μάλιστα δημοσιεύτηκε σ’ ένα φύλλο το οποίο έχει αισθητά μικρότερη κυκλοφορία από το Κυριακάτικο, πόσο μάλλον όταν σε αυτήν ο ΙΟΣ επανερχόταν στους συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς αποκαλώντας «αρχιλογοκριτές» όσους εξέφραζαν τις διαφωνίες με το περιεχόμενο του βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού.
Από τις υπόλοιπες εφημερίδες, η επιστολή αυτή δημοσιεύτηκε στο «Πρώτο Θέμα» της Κυριακής 25/02.
Κατόπιν νέων διαμαρτυριών, η «Ε» δημοσίευσε κανονικά το κείμενο του Γ. Κ. την Κυριακή 25/02, χωρίς να έχει δημοσιεύσει βέβαια την επιστολή απάντηση του Γ. Καραμπελιά στις πλαστογραφίες του «Ιού», ενώ πρόσθεσε και την παραπλανητική σημείωση του «Ιού», παρόλο που η συμφωνία που είχε ο συγγραφέας με την διεύθυνση της εφημερίδας δεν περιλάμβανε οποιαδήποτε απάντηση. Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι ο Γ.Κ. δεν απέσυρε την επιστολή – όπως αναφέρει ο ΙΟΣ. Η τύχη της, αποφασίστηκε αποκλειστικά από την «Ε».
Έτσι εν τέλει «Ελευθεροτυπία» δεν δημοσίευσε την επιστολή καταγγελίας του Γ. Καραμπελιά, αλλά μόνο το άρθρο του, ενώ δεν δημοσίευσε όπως όφειλε και επιστολές άλλων θιγομένων από το δημοσίευμα του «Ιού», όπως του καθηγητή Παναγιώτη Ήφαιστου, του Βλάση Αγτζίδη και άλλων. Επί πλέον στη στήλη των επιστολών δεν δημοσίευσε τις δεκάδες επιστολών που στάλθηκαν από μέλη και φίλους της «Ρήξης» και του «Άρδην», αλλά, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, και από πολλούς άλλους. Ελπίζουμε να το κάνει έστω και καθυστερημένα.
Όσο για τους συνωμοσιολογικούς υπαινιγμούς περί «υπόγειων συμφωνιών» μεταξύ «Ελευθεροτυπίας» και του εκδότη του Άρδην, αρνητικής προβολής κ.ο.κ. που κυκλοφορούν εδώ και καιρό στο διαδίκτυο και που αναπαράγουν από την ανάποδη τις συκοφαντικές πρακτικές του δημοσιεύματος του ΙΟΥ, ο αγώνας εναντίον της πλαστογράφησης της Ιστορίας από τις δυνάμεις της Νέας Τάξης προϋποθέτει την ύπαρξη ανθρώπων που έχουν την στοιχειώδη οξυδέρκεια να αντιληφθούν ποιος είναι ο αντίπαλος και ποιος ο σύμμαχος, αλλά και το θάρρος να θυσιάσουν τις προσωπικές τους μνησικακίες στον βωμό της κοινής υπόθεσης. Και επί πλέον το ηθικό ανάστημα για να συκοφαντούν τον Γ. Καραμπελιά, του οποίου η διαδρομή των σαράντα χρόνων δράσης στο δημόσιο βίο είναι ένα ανοικτό βιβλίο για όλους, δεν το έχουν ούτε σκολιαρόπαιδα, ούτε όσοι κατά καιρούς σιτίστηκαν να σιτίζονται στο Πρυτανείο της εξουσίας.

26 Φεβρουαρίου 2007
Άρδην – Ρήξη

Επιστολές στην “Ε” για το δημοσίευμα του “Ιού”

Αγαπητή Ελευθεροτυπία,
Δ εν σου γράφω με παράπονο ή αγανάκτηση, που (εγώ, ο διαμαρτυρόμενος για το σχολικό βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού) με το κείμενο των ΙΩΝ σου βρέθηκα να συνωστίζομαι σαν Μικρασιάτης στο λιμάνι της Σμύρνης, μαζί με όλους όσους χαρακτήρισες ως «αυτόκλητους εθνικόφρονες παλαιάς και νέας κοπής» ή «χριστιανορθόδοξους φονταμενταλιστές». Έχει κι εξαιρετική και τιμητική παρέα εκεί μέσα. Την πολιτική αγωνία μου θέλω να σου εκφράσω, που αφορά την υιοθέτηση εκ μέρους σου της παγκοσμιοποιητικής καραμέλας «του δεξιού άκρου της κίνησης του εκκρεμούς».
Για πρώτη φορά το ελληνικό εκσυγχρονιστικό ρεύμα, συνηθισμένο μέχρι τώρα στη σιωπή που επέβαλλε σε κάθε αντίθετη με τα κελεύσματά του φωνή το σύστημα της διαπλοκής, είδε μια ουσιαστική αντίδραση σ’ ένα θέμα που το θεωρούσε ήσσονος επικινδυνότητας. Δεν περίμενε, μέσα στην καταναλωτική χαύνωση της χώρας μας, ν’ ασχοληθεί κάποιος με το βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού. Έτσι, επιδόθηκε καθυστερημένα στην (κλασσική) προσπάθεια απαξίωσης των επικριτών και όχι των επικρίσεων. Και οποία αφέλεια! επέλεξε ως μέθοδο το τσουβάλιασμα. Αν ταυτίσουμε τον Καρατζαφέρη και τον Καραμπελιά –σκέφτηκαν–, έχουμε δέσει όλους τους ενδιάμεσους! Αν εμφανίσουμε ως ισορροπούντες στο δεξιό άκρο του εκκρεμούς τον (δικό σου) Στάθη με τον Σαρτζετάκη, απαξιώνουμε τη σκέψη και των δύο.
Την προσπάθεια αυτή την ξεκίνησαν αρχικά οι παρεμβάσεις των, κατά Ζουράρι, «συνοικιακών επιστημόνων» της σύγχρονης σχολικής ιστοριογραφίας. Αφού οι κραυγές τους για «εσμό Αλευρομαγείρων» δεν συγκίνησαν κανένα, απαιτήθηκε, φαίνεται, η ανάληψη δράσης από τους ΙΟΥΣ σου, που σαν σύγχρονες «δυνάμεις του απροβλέπτου» _που έλεγε και ο μακαρίτης Σάββας Κωνσταντόπουλος, τον οποίο φαίνεται να μελετούν ιδιαίτερα (από θαυμασμό;)– ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν το θέμα…
Πιστοί, όπως αποδεικνύεται, της άποψης ότι ο «καλύτερος τρόπος για να σταθεί ένα προϊόν στη ζούγκλα της αγοράς είναι να βγουν εκτός νόμου οι ανταγωνιστές του», που προτάσσουν στο κείμενό τους, αποδίδουν σε όλους μας την κρυφή ελπίδα ότι «αν πολτοποιηθεί το νέο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, τότε ίσως επιβιώσουν τα λυσάρια των εθνικοφρόνων». Γιατί η σύγχρονη «ανάλυση» πρέπει ν’ αφήσει το λαό να μυρίσει και το χρήμα…
Κι αφού μας γέμισαν τις τσέπες, διατυπώνουν εξ αρχής το συμπέρασμα σε ποιον οφείλεται η «διαχρονική παθογένεια του εκπαιδευτικού μας συστήματος», μην τυχόν και πιστέψει κανείς ότι κρύβονται άλλες αγωνίες πίσω από την προσπάθειά τους πλην των παιδαγωγικών. Φταίει λοιπόν «η δαμόκλειος σπάθη μιας εθνικώς επαγρυπνούσας κοινωνίας λογοκριτών». Γι’ αυτό και ξεκαθαρίζουν ότι δεν πρόκειται ν’ ασχοληθούν με τα περιεχόμενα του συγκεκριμένου βιβλίου», με τα οποία ασχολούμεθα οι υπό κατηγορία «εθνικόφρονες». Αυτοί είναι αητοί και θ’ ασχοληθούν με την πολιτική και κοινωνική μας ψυχανάλυση… Μας αποδίδουν λοιπόν (αναπόδεικτα) τη μύχια επιθυμία να «συνωστίσουμε» τους αντιπάλους μας, την πρόθεση προβολής μιας «ψευδούς εθνικής ενότητας» και τη διάθεση τοποθέτησης των γυναικών στην ιστορία στη «θέση των αιώνιων θυμάτων χωρίς αυτοτελή δημόσια δραστηριότητα», μπας και τσακώσουν καμιά φεμινίστρια…
Από τον μακροσκοπικό έλεγχο των κειμένων και των υπογραφών μας, διαγιγνώσκουν άνευ άλλης χρείας επιχειρημάτων ότι:

  1. δίνουμε «μάχη για τον αποκλεισμό κάθε εναλλακτικής προσέγγισης της ελληνικής ιστοριογραφίας από τη δημόσια εκπαίδευση».
  2. «δεν πρόκειται για αυθόρμητη αντίδραση αλλά για συγκροτημένη πολιτική κίνηση με συγκεκριμένους στόχους».
  3. «ο πυρήνας του κινήματος συγκροτείται από 4. παράλληλες συνιστώσες», των οποίων η διαπλοκή «δεν περιορίζεται στη συνυπογραφή του ίδιου κειμένου, αλλά επεκτείνεται σ’ όλες τις σχετικές δραστηριότητες».
    Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους την αλαζονεία που εξέπεμψε ο προ ημερών συλλήβδην χαρακτηρισμός όλων μας ως «εσμού», επιδίδονται στην προσπάθεια διάσπασης του «κινήματος» χαρακτηρίζοντας πλέον ορισμένους από τους υπογράψαντες ως «celebrities»… Ταυτόχρονα, με τον διαχωρισμό αυτό, αν κάποιος είναι «γνωστός απ’ την υπόθεση ΜΑΒΗ» ή «γνωστός απ’ την υπόθεση Οτζαλάν», σύμφωνα με τη σε ΙΩση λογική, αποκτά το δικαίωμα η Ρεπούση να αναφέρει το παιδομάζωμα ως στρατολόγηση…
    Την παγκοσμιοποιητική-εξισωτική όμως πρόθεση των συντακτών σου, αγαπητή Ελευθεροτυπία, να εξυπηρετηθούν μέσα από την ιστορική παραχάραξη το αδέσμευτο εμπόριο και οι τραπεζικές δοσοληψίες, είναι αδύνατον να τη δεχθεί τουλάχιστον αυτή η γενιά. Οι κεμαλικές γενοκτονίες δεν εξισώνονται με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρασία. Και «επιστρέφει» στους ΙΟΥΣ σου το αποδιδόμενο σε μας τους «κινηματίες»:
    «Αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις ιδεοληψίες σας, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν».
    Υποσημείωση:
    Σε πλάγια γραφή τα λόγια των ΙΩΝ.
    γρηγορησ σπηλιοπουλοσ

Ο ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγαπητή Ελευθεροτυπία,
Είναι αλήθεια ότι το βιβλίο της ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Πρόκειται για μια συζήτηση που θα μπορούσε να είναι πολύ γόνιμη, εάν οι εκφραστές των αντιτιθέμενων απόψεων διατηρούσαν την ψυχραιμία τους και συζητούσαν με επιχειρήματα.
Από τη στιγμή όμως που εκφράστηκαν οι πρώτες ενστάσεις σχετικά με το βιβλίο (και δεν βλέπω γιατί δεν είναι θεμιτό να διατυπώνει κανείς τις αντιρρήσεις του σε κάποιο θέμα, όταν το θεωρεί μείζον, είναι δεν είναι «ειδικός»), όχι μόνο δεν έχουμε ακούσει ούτε ένα σοβαρό επιχείρημα από την πλευρά των υπερασπιστών του βιβλίου, αλλά έχουμε γίνει όλοι μάρτυρες μιας απίστευτης συκοφαντικής εκστρατείας με παντελή έλλειψη επιχειρημάτων και με εκτοξεύσεις ανοίκειων και απαξιωτικών χαρακτηρισμών για τους διαφωνούντες με αυτό, όπως «ψυχωτικοί», «φασίστες», «εθνικιστές», «housewives» και «εργάτες από τη Γερμανία» (οι τελευταίοι/ες, καλά θα κάνουν να παρακολουθούν Big brother στην τηλεόραση και να μην ξεφυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουν!).
Εκείνοι όμως που ξεπέρασαν κάθε όριο συκοφαντίας, αγγίζοντας τον κιτρινισμό, είναι οι συντάκτες του «Ιού της Κυριακής», στις 18/2/07, που φιλοξενείτε στην εφημερίδα σας.
Δεν θα ασχοληθώ με την ουσία του περιεχομένου του βιβλίου, μια και οι απόψεις έχουν αναλυθεί δια μακρών. Θα σταχυολογήσω απλώς κάποια σημεία από το κείμενο του «Ιού» από τα οποία αναδύεται ένας δύσοσμος κιτρινισμός, που δεν έχει καμία σχέση με δημοσιογραφία.
1) Κατ’ αρχάς, είναι αυτή η περίφημη καραμέλα που μας απευθύνουν (γιατί πρέπει να πω ότι ανήκω κι εγώ στον, κατά τον κ. Λιάκο, «εσμό των ψυχωτικών» που θεωρούν απαράδεκτο το εν λόγω πόνημα), εν είδει τούβλου που μας το πετάνε στο κεφάλι: είμαστε «λογοκριτές». Μα, νομίζω ότι κανείς δεν ζήτησε να μην κυκλοφορεί αυτό το βιβλίο, όπως και τόσα άλλα με αντίστοιχες απόψεις. Εκείνο που ζητάμε είναι να μην το πληρώνουμε εμείς, με τους φόρους μας, και να το διδάσκουν υποχρεωτικά στα παιδιά μας. Αν οι συγγραφείς το θεωρούν τόσο σημαντικό βιβλίο, ας το προωθήσουν στην ελεύθερη αγορά και ας το αγοράσει να το διαβάσει όποιος θέλει. Άλλωστε, η αναγνωσιμότητά του θα είναι και κριτήριο της ποιότητας και της απήχησής του. Είναι όμως εύκολη η λύση να κολλάς σε κάποιον τη ρετσινιά του «λογοκριτή», διότι έτσι, ανασύροντας από το συλλογικό ασυνείδητο τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας, εμποδίζεις τον άλλον να σκεφτεί αντικειμενικά, με βάση τα επιχειρήματα, και απευθύνεσαι αποκλειστικά στο θυμικό του. Αν αυτό δεν είναι κιτρινισμός, τότε τι είναι;
2) Δεύτερο κρούσμα κίτρινης δημοσιογραφίας είναι το αμάλγαμα, κοινώς τσουβάλιασμα. Αφού αποφασίζουν αυθαίρετα ότι πρόκειται για «συγκροτημένη πολιτική κίνηση» (μήπως ξέρουν και τα γραφεία της «οργάνωσης», να τα πουν και σε μας;), απαριθμούν τις «συνιστώσες», στις οποίες, βέβαια, φιγουράρουν πρώτα-πρώτα τα γνωστά φόβητρα: Καρατζαφέρης, Χριστόδουλος, Σαρτζετάκης (φτού, κακά!). Ακολουθούν οι υπόλοιποι (Καραμπελιάς, Άρδην, Ρήξη, Ρεσάλτο), οι οποίοι, ναι μεν, είναι αριστερής προέλευσης αλλά, αφού συμμάχησαν με τους μπαμπούλες, όχι μόνο απορρίπτονται ασυζητητί αλλά είναι και περιττό να ακούσουμε τι λένε. Θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι η μεθόδευση είναι άκρως «επιστημονική», διότι οι συντάκτες του κατάπτυστου κειμένου αποφεύγουν σοφά να αναφέρουν και πολλούς άλλους επώνυμους που έχουν διαμαρτυρηθεί μεγαλοφώνως για το βιβλίο, όπως ο Κ. Ζουράρις, ο Στάθης, ο Γ. Τριάντης και πολλοί άλλοι που τώρα μου διαφεύγουν (αυτοί θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη γενική κατηγορία «αριστεροί συνοδοιπόροι της κίνησης», που απαξιοί και να τους αναφέρει ονομαστικά). Και αυτό για δύο λόγους: αφ’ ενός γιατί έτσι θα «συνωστίζονταν» πολλοί αριστεροί ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους (και θα γεννιούνταν εύλογες απορίες στους αναγνώστες) και αφ’ ετέρου, φρόνιμο είναι να μην ανοίγονται πολλά μέτωπα. Ας στοχοποιήσουμε τους απόλυτα «κακούς» και, που ξέρεις, κάποιοι από τους υπόλοιπους μπορεί και να λουφάξουν…
3) Και ερχόμαστε στο πιο διαδεδομένο στυλ κιτρινισμού που είναι να απομονώνει κανείς αποσπάσματα και να τα παραθέτει με τέτοιο τρόπο που να αλλοιώνει το νόημά τους. Για παράδειγμα, λέει ο «Ιός»: «Κάποιοι αρθρογράφοι ενοχλήθηκαν επειδή, δίπλα στους άρρενες λογοτέχνες του ΙΘ΄ αι., το βιβλίο παραθέτει τα ονόματα της Καλλιρρόης Παρρέν και της Ελισάβετ Μαρτινέγκου («Άρδην», τχ. 62, σ. 29).
Ας δούμε όμως τι λέει το συγκεκριμένο άρθρο: «Ο θετικός στη βάση του στόχος της ανάδειξης του ρόλου των γυναικών ακυρώνεται με τις ακρότητες που φτάνουν σε σημείο έντονων εμμονών (έτσι, π.χ., στη σελ. 86, μεταξύ των κορυφαίων λογοτεχνών του 19ου αιώνα, αναφέρονται οι Διονύσιος Σολωμός, Κωστής Παλαμάς, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ελισάβετ Μαρτινέγκου και Καλλιρόη Παρρέν!!!)». Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του αλλά και να διαπιστώσει ποιος κουβαλάει ανά χείρας τη μεζούρα της «ποσόστωσης».
4) Και τέλος, το κερασάκι στην τούρτα ήρθε με τη λαθροχειρία του «Κουίζ», την οποία έσπευσαν να αποδώσουν στον «δαίμονα του τυπογραφείου». Προδόθηκαν όμως γιατί το υποτιθέμενο «λάθος», όλως τυχαίως, ταίριαζε γάντι με το υπόλοιπο κείμενό τους (σε αντίθεση με τη «σωστή» σειρά, η οποία ήταν εντελώς άσχετη με αυτό που ήθελαν να αποδείξουν). Φυσικά, οι συντάκτες θα επιμένουν στην εκδοχή του «τυπογραφικού λάθους» αλλά οι ίδιοι γνωρίζουν την κατάντια τους να καταφεύγουν σε τέτοια στημένα κόλπα.
Θ α μπορούσα να συνεχίσω διότι το κείμενου του «Ιού» βρίθει κίτρινων χαρακτηρισμών, αλλά δεν θέλω να κάνω κατάχρηση της φιλοξενίας σας (εάν βέβαια θελήσετε να δημοσιεύσετε την επιστολή μου). Κλείνω λοιπόν με την επισήμανση ότι η ανεξάρτητη και έντιμη δημοσιογραφία είναι δύσκολο πράγμα στην πράξη, ενώ ο κιτρινισμός είναι η ευκολότερη και πιο ανέξοδη οδός.
Με εκτίμηση,
Χριστίνα Σταματοπούλου


Διαμαρτύρομαι εντονότατα για τον απαράδεκτο τρόπο παρουσίασης του όλου θέματος του βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού από την ομάδα του «Ιού» στο φύλλο της 18/2/2007 της εφημερίδας σας.
Γιατί προσβάλει βάναυσα την δημοσιογραφική δεοντολογία.
Αποτελεί έλλειψη σεβασμού προς τους αναγνώστες, τους οποίους επιδιώκει να αποπροσανατολίσει.
Διαστρέφει την αλήθεια κατά το δοκούν (π.χ. ταύτιση της εφημερίδας ΄΄Ρήξη΄΄ με το ΛΑ.Ο.Σ, παράλληλη εικόνα του περιοδικού ΄΄Άρδην΄΄ με το έντυπο ΄΄Α1΄΄).
Εκθέτει ανεπανόρθωτα την εφημερίδα σας ως αφερέγγυα και διαστρεβλωτικά εμπαθή και την υποβιβάζει στο ευτελές επίπεδο του κίτρινου τύπου.
Η δυνατότητα αντίστασης του αναγνώστη, που σέβεται τον εαυτό του, σε μια τέτοια επίθεση κιτρινισμού είναι να αγνοήσει την εφημερίδα σας και να της «γυρίσει την πλάτη».
Όσο για τον Κεμάλ, ας ανατρέξει η ομάδα του «Ιού», τουλάχιστον, στο έργο του αδέκαστου επιστήμονα και ταγμένου λαϊκού αγωνιστή Νίκου Ψυρούκη, που λάτρεψε την ελευθερία του έθνους του και κάθε καταπιεσμένου έθνους.
Θέλω να κάνω μια ενδιαφέρουσα πρόταση στην ομάδα του «Ιού»:
Τα λόγια του Ιωάννη Μεταξά, (αλήθεια πώς τον επέλεξαν; Εδώ βλέπεις τους εξυπηρετεί) τα λόγια λοιπόν αυτά σχετικά με τον Κεμάλ που παραθέτουν στο άρθρο τους να τα αποστείλουν στους Αρμένιους. Γιατί όχι; Μπορεί ύστερα από την ενημέρωση αυτή να εγκαταλείψουν την απαίτηση για αναγνώριση της Γενοκτονίας και επιτέλους να πάψουν να εξοργίζουν και να φέρνουν σε δυσκολία την T.C. (Ττούρκιγε Τζιουμχαουριγεττί).
Ελένη Φεγγουδάκη

Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek