Περικλής Γιαννόπουλος, Πορτραίτο, Κάρβουνο, 1897, Σοφία Λασκαρίδου. Το έργο βρίσκεται στο πατρικό σπίτι της Σοφίας Λασκαρίδου που σήμερα στεγάζει την Δημοτική Πινακοθήκη της Καλλιθέας, Αττική.
Ἀπόσπασμα ἀπὸ εὐρύτερο κείμενο ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἀφιερώματος τοῦ νέου Ἑρμῆ τοῦ Λόγιου (τ. 28-29) στὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο.
τοῦ Μελέτη Η. Μελετόπουλου- Διδάκτωρ Οικονομικών & Κοινωνικών Επιστημών Παν/μίου Γενεύης
Ο Περικλῆς Γιαννόπουλος γεννήθηκε στήν Πάτρα τό 1869 (σύμφωνα μέ ἄλλες πηγές τόν Φεβρουάριο τοῦ 1870). Ὁ πατέρας του ἦταν γιατρός μέ καταγωγή ἀπό τό Μεσολόγγι, ἐνῷ ἡ μητέρα του καταγόταν ἀπό τήν βυζαντινή οἰκογένεια τῶν Χαιρέτηδων. Ἀνάμεσα στούς προγόνους του ἐκ μητρός συγκαταλέγεται ὁ Ἅγιος Σπυρίδων (ὁ προστάτης τῆς Κέρκυρας), ὁ φαναριώτης γιατρός καί λόγιος Κήρυκος Χαιρέτης, πού συνέγραψε τό πρῶτο σύγγραμμα νεοελληνικῆς αἰσθητικῆς, καθώς καί οἱ πρωταγωνιστές τῆς κρητικῆς ἐπανάστασης τοῦ 1841, Ἀριστείδης καί Θεόφραστος Χαιρέτης. Ὁ τελευταῖος ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στήν Πάτρα, ὡς διευθυντής τοῦ καταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κόρη του ἦταν ἡ μητέρα τοῦ Περικλῆ.
Ὁ νεαρός Γιαννόπουλος ἦταν ἕνα παιδί μέ ξεχωριστή προσωπικότητα. Ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος, πού τόν γνώρισε ἀπό μικρό, τόν περιγράφει ὡς «…ἕνα πανέμορφον παιδί θαυμασίας φύσεως καί χαρακτῆρος…». Ἦταν ἄριστος μαθητής καί, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος, πολύ καλός στά μαθηματικά. Στά δεκαεπτά του χρόνια ὁ Περικλῆς πῆγε στήν Ἀθήνα νά σπουδάσει ἰατρική. Μετά ὅμως ἀπό ἕναν χρόνο ἐγκατέλειψε τήν Ἑλλάδα καί ἔφυγε γιά τό Παρίσι, ὅπου ἐνεγράφη στήν ἐκεῖ ἰατρική σχολή. Ἡ ἐντυπωσιακή του ἐμφάνιση, ἡ ἰδιόρρυθμη καί κομψή του ἔνδυση, ἡ ἑλληνική του προέλευση προκάλεσαν αἴσθηση στήν παρισινή νυκτερινή ζωή. Θεωρήθηκε ἕνα εἶδος ἐξωτικοῦ Ἀπόλλωνα, πού κατέφθασε ἀπό τήν χώρα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας. Ἀποτέλεσμα ἦταν ὁ νεαρός Γιαννόπουλος νά παρασυρθεῖ ἀπό τίς διασκεδάσεις καί νά ἐγκαταλείψει τίς σπουδές του.
Ἡ φάση αὐτή κράτησε δύο χρόνια. Ὁ αἰφνίδιος θάνατος τοῦ πατέρα του ὄχι μόνον στέρησε ἀπό τόν νεαρό Περικλῆ τήν οἰκονομική δυνατότητα νά συνεχίσει τήν παραμονή του στο Παρίσι, ἀλλά καί προκάλεσε βλάβη στήν ὑγεία του, τήν ὁποία εἶχαν ὑποσκάψει οἱ καταχρήσεις. Σύμφωνα μέ τόν Γ. Κατσίμπαλη, ὑπέστη νευρικό κλονισμό. Ἡ συνέχιση τῶν σπουδῶν του καί ἰδίως ἡ παρακολούθηση τῶν μαθημάτων τῆς Ἀνατομίας καί τῆς Ἐγχείρησης ἦσαν ἀδύνατες. Μέ συμβουλή τοῦ διάσημου καθηγητοῦ Jean-Martin Charcot (δασκάλου τοῦ S. Freud), εἰδικοῦ στά ὑστερικά φαινόμενα πού θεράπευε μέ ὕπνωση), ἐγκατέλειψε τίς σπουδές του καί πῆγε ν᾿ ἀναπαυθεῖ στό Λονδῖνο, στόν ἀδελφό του πού ἐμπορευόταν ἐκεῖ.
Στήν Ἀγγλία παρέμεινε ὀκτώ μῆνες, ὅπου μελέτησε ἀγγλική καί γαλλική λογοτεχνία, ἔζησε ἀπό κοντά τό κλῖμα τοῦ συμβολισμοῦ καί τοῦ αἰσθητισμοῦ καί ὁλόκληρη τήν ἀτμόσφαιρα τῆς ὕστερης βικτωριανῆς ἐποχῆς, τοῦ fin de siècle. Ἡ ὑγεία του ὅμως δέν βελτιώθηκε καί ἡ νοσταλγία τόν ὁδήγησε στήν ἐπιστροφή στήν Ἑλλάδα. Ἔτσι, τό 1893 γύρισε στήν Ἀθήνα. Ἡ ἐπιστροφή του στάθηκε σωτήρια γιά τήν ψυχική καί σωματική του ἀνάρρωση. Ὅμως, εἰς τό ἑξῆς, σύμφωνα μέ τόν Τάσο Ἀθανασιάδη, ἡ Δύση τάραζε τούς ἐφιάλτες του. Ἡ ἀποτυχία τῶν σπουδῶν του καί ἡ νευρική του κατάρρευση στό Παρίσι τόν ὁδήγησαν πιθανῶς, μέσῳ ἑνός περίπλοκου μηχανισμοῦ ὑπεραναπληρωματικῆς ἀντιστροφῆς, στήν ἰδεολογική ἀπόρριψη τῆς «Δύσης», ἐνῷ ταυτόχρονα ὁ ἀντιευρωπαϊσμός του συνδυαζόταν μέ τον θαυμασμό του γιά τό ἀρχαιοελληνικό ἰδεῶδες.
Στήν Ἀθήνα ἐνεγράφη στήν Νομική Σχολή, χωρίς ποτέ νά φοιτήσει. Ἀντιθέτως ἄρχισε νά ἀσχολεῖται ἐνεργά μέ τήν φιλολογία καί ἀπό τό 1894 ἄρχισε νά δημοσιεύει σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά μεταφράσεις ἔργων τῶν Ντίκενς, Πόε, Λοτί, Οὐάϊλντ, Μπωντλέρ, Μιραμπό, Τελσέ κ.ἄ. Η πρώτη του λογοτεχνική ἐμφάνιση ἔγινε μέ μία σειρά πρωτότυπα «πεζά ποιήματα» στήν ἐφημερίδα Ἄστυ, πού δημοσίευσε ἀπό τόν Μάϊο τοῦ 1894 ἕως τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1904.
Τήν στροφή του πρός τήν μελέτη τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς παιδείας προκάλεσε ἕνας φίλος του, ὁ γνωστός λόγιος ἀπό τά Μέθανα Ἀν. Γεννάδιος, πού τοῦ ἔγραψε: «Παῦσε νά διαβάζεις Baudelaire καί λοιπά περιττώματα». Καί τόν προέτρεψε νά διαβάσει Ἕλληνες κλασσικούς.
Ἀπό τό 1899 ἄρχισε νά δημοσιεύει ἄρθρα σέ ἐφημερίδες ὅπως ἡ Ἀκρόπολις, τό Ἄστυ, ἡ Ἑστία, καί σέ περιοδικά ὅπως ἡ Κριτική, τά Παναθήναια, ὁ Νουμᾶς κ.ἄ. Ἀρθρογραφοῦσε ἐπιθετικά γιά διάφορα νεοελληνικά ζητήματα. Τό ἐνδιαφέρον του ὅμως ἑστιάσθηκε κυρίως σέ ζητήματα αἰσθητικῆς καί τέχνης, τά ὁποῖα θεώρησε καθρέφτη τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς καί βασιλική ὁδό γιά τήν νεοελληνική ἀναγέννηση. Τά ἔθνη, διακήρυττε, δημιουργοῦνται μέ πνευματικά θεμέλια. Ἄλλον τρόπο ἡ Ἱστορία δέν βρῆκε. Ἀφοῦ οἱ ἄρχοντες τῆς Μελούνας δέν τό κάνουν, θά τό κάνουμε ἐμεῖς.
Τά δημοσιεύματά του φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦσαν μέρος εὐρύτερων ἐργασιῶν, πού δέν εἶδαν ποτέ τό φῶς τῆς δημοσιότητας. Τά λογοτεχνικά του κείμενα ὑπέγραφε μέ διάφορα περίεργα ψευδώνυμα, ὅπως: «Λωτός», «Ὀνούφριος», «Ξηροτάγαρος», «Ἀπολλώνιος», «Λῖνος», «Μαίανδρος», ἐνῷ τά κείμενα κριτικῆς του ὡς «Νεοέλλην» (γιά μεγάλο χρονικό διάστημα) καί ἄλλα. Τό 1903 χρησιμοποίησε γιά πρώτη φορά τά «Ι. Ἄνεμος» καί «Θ. Θάνατος». Τό τελευταῖο τό χρησιμοποίησε στά στερνά του κείμενα, τό 1904.
Ἀπό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1902 ἄρχισε νά δημοσιεύει στήν Ἀκρόπολι τοῦ φωτισμένου καί ρηξικέλευθου ἐκδότη καί ἔνθερμου ὑποστηρικτῆ του, Βλάσση Γαβριηλίδη, τήν «Σύγχρονο Ζωγραφική», πού ὁλοκλήρωσε σέ εἴκοσι συνέχειες. Ταυτόχρονα ἄρχισε, ἀπό τόν Ἰανουάριο τοῦ 1903, νά δημοσιεύει τήν «Περίεργο Κριτική» του, στό περιοδικό Κριτική. Τό 1903-1904 ἔκανε τίς περισσότερες δημοσιεύσεις του, περίπου σαράντα τό 1903 καί περίπου πενηνταπέντε τό 1904. Μετά ἐξαφανίστηκε ἐντελῶς ἀπό τίς δημοσιογραφικές στῆλες μέχρι τό 1906.

Μέχρις ἐκεῖνο τό σημεῖο, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ἔχαιρε δημοσιότητος καί ἡ παρουσία του ἦταν θετική, ὡς ἕνα εὐχάριστο παράδοξο τῆς ἀθηναϊκῆς ζωῆς. Ἡ ἑλληνική κοινωνία, σημειώνει ὁ Τ. Ἀθανασιάδης, νόμιζε πώς ὑποδέχεται τόν δικό της Ὄσκαρ Οὐάϊλντ, πού μέ παραδοξολογίες θά διάνθιζε τήν πλήξη της. Γρήγορα ὅμως ἔγινε ἀντιληπτό πώς οἱ ἰδέες τοῦ Γιαννόπουλου, πού στήν οὐσία συνιστοῦσαν ὁλοκληρωμένο σχέδιο ἐθνικῆς ἀναγέννησης, ἦταν ἐπικίνδυνες γιά τίς παρακμιακές ἰσορροπίες καί τήν ξενομανία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα.
Τό 1906, ὁ Γιαννόπουλος ἐξέδωσε τό πρῶτο του βιβλίο, τό Νέον Πνεῦμα, πού προκάλεσε θύελλα ἀντιδράσεων. Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς ἔγραψε στόν ΝΟΥΜΑ γιά τίς θέσεις τοῦ Γιαννόπουλου στό γλωσσικό ζήτημα: «…πόσο ἀφιλοσόφητα καί μέ τί τρόπο χονδροειδέστατο μιλάει γιά τό γλωσσικό ζήτημα…» Καί, πάλι στόν ΝΟΥΜΑ, ὁ Πάλλης εἶχε γράψει: «Νομίζω, παιδί μου, πώς ἀεροκοπανᾶς καί τολμῶ νά σοῦ τό πῶ, ἀφοῦ τόσο μεγαλόφωνα ζητᾶς τήν ἀλήθεια», γιατί ὁ Γιαννόπουλος τόν εἶχε ἀποκαλέσει «μουρλό κουκουλέμπορο τοῦ Λονδίνου». Ἐνῷ ὁ Μαλακάσης, κι αὐτός στόν ΝΟΥΜΑ, μέ ψευδώνυμο «Κακοκεφαλιᾶς», τόν εἰρωνεύθηκε μέ τό τετράστιχο: «Γιά τ᾿ ἄξιο «Νέο Πνέμα» σου / σοῦ πρέπει Περδικλέα / ἕνα μπουγαδοκόφινο / γιά περικεφαλαία».
Προκειμένου νά ὑπερασπιστεῖ τόν Περικλῆ Γιαννόπουλο, πραγματοποίησε τήν πρώτη του ἐμφάνιση ὁ Ἴων Δραγούμης –μέ τό ψευδώνυμο ΙΔΑΣ– στόν ΝΟΥΜΑ:
Δέν ξέρω ἄν λέει σωστά πράγματα τό βιβλίο τοῦ Γιαννόπουλου, μά ὅταν τό διάβαζα ἦταν σάν ἄνεμος νά φυσομανοῦσε μέσα μου τρομαχτικά καί νά συντάραξε τόν Ἑλληνισμό μου ὅλον καί νά μέ λευθέρωνε, κι ἀφοῦ τό διάβασα μοῦ φάνηκε σάν τόν βοριᾶ τόν παγωμένο πού μανιασμένος σαρώνει τούς βρώμιους ἀπό μικρόβια ἀέρηδες, καί ἀπό κάθε βρῶμα καί σκουπίδι καθαρίζει τόν κόσμο. Τό βιβλίο του καθαρίζει τόν Ἕλληνα πού ξέρει νά τό διαβάσει, καί ὁ Ἕλληνας τώρα εἶναι τόσο ψόφιος, εἶναι τόσο γεμᾶτος βρῶμα καί μικροπρέπεια πού σκουληκιάζει. Μπορεῖ νά τόν εἶπαν τρελλό ἐκεῖνον πού τό ἔγραψε καί ὅμως εἶναι πιό σωστός καί πιό γνωστικός ἀπό κάθε Ἕλληνα σημερινό. Ἡ «φρονιμάδα» εἶναι τῶν πολλῶν αὐτή μᾶς ἔφαγε καί μᾶς τρώει. Τήν «τρέλλα» θέλω, αὐτή μέ καθαρίζει ἀπό τά τρίς βαρειά καί βρώμια κατακαθίσματα, πού ἀφίνει μέσα μου περνώντας ἡ συγκαιρική, ἡ ταπεινωμένη ἑλληνική ζωή καί μέ φαρμακώνει. Ἡ τρέλλα ἔχει μάτια καί βλέπει. Ἡ φρονιμάδα εἶναι τύφλα. Τρελλοί ἦταν οἱ προφῆτες καί γνωστικά τά ξεπεσμένα πλήθη.
Τό 1907, ὁ Γιαννόπουλος δημοσίευσε τό ἔργο του Ἔκκλησις πρός τό Πανελλήνιον Κοινόν. Οἱ πολιτικοί ἐσίγησαν, οἱ λίγοι καί ἰσχυροί τόν πολέμησαν, τόν χλεύασαν, ἀποκαλώντας τον «κίτρινο λιβελιογράφο», «Δόν Κιχώτη» καί «Ἐπιθεωρητή τοῦ Ὑμηττοῦ», ἐπειδή ἔκανε μακρούς καί μοναχικούς περιπάτους στήν ἐξοχή. Ὁ Γιαννόπουλος ἀντέδρασε καίοντας ἕνα πολυσέλιδο ἔργο του περί Ἀρχιτεκτονικῆς, κλείστηκε στόν ἑαυτό του, ἔβλεπε μόνον λίγους φίλους καί πήγαινε μοναχικές ἐκδρομές στήν ὕπαιθρο.
Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Γιαννόπουλος διένεμε δωρεάν τά ἔργα του, χάρη τῆς διαδόσεως τῶν ἰδεῶν του. Ἀλλά τά δύο βιβλία του συνάντησαν ποικιλία ἀντιδράσεων, ἀπό ἐπιθέσεις ἐναντίον του (ἰδίως ἀπό τούς θιγομένους) ἕως ἀδιαφορία τοῦ εὐρύτερου κοινοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ συγγραφὲας δέν ἔλαβε ποτέ μέρος στίς σχετικές συζητήσεις γιά νά ὑπερασπιστεῖ τό ἔργο του.
Γιά νά εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος, ὁ Γιαννόπουλος δέν θέλησε ποτέ του νά ἐργασθεῖ οὔτε ἐπεδίωξε ποτέ κάποια δημόσια ἤ ἰδιωτική θέση. Δέν δέχθηκε ποτέ, ἐξ ἄλλου, νά παντρευτεῖ, παρά τό γεγονός ὅτι πολλές καί πλούσιες κόρες τόν ἐρωτεύθηκαν. Ἦταν ἀσκητικός καί λιτοδίαιτος. Εἶχε περιορίσει, μέ τεράστια δύναμη θελήσεως, τίς ἀνάγκες του στά ἐλάχιστα. Τρεφόταν σχεδόν μέ ἀέρα, ἀναφέρει ὁ Γρ. Ξενόπουλος. Κατώρθωνε νά ζεῖ μέ τά λείψανα τῆς περιουσίας του, πότε πουλώντας καί πότε ἐνεχειριάζοντας. Δέν καταδεχόταν τίποτε ἀπό κανέναν. Φίλοι καί συγγενεῖς του κατέφευγαν σέ τεχνάσματα γιά νά τόν ἐνισχύουν οἰκονομικά. Ἡ ἀδράνειά του αὐτή δέν ἦταν ὅμως ἀποτέλεσμα ὀκνηρίας. Ὅταν ἤθελε ἦταν ἐξαιρετικά δραστήριος, π.χ. ὅταν συνεργάσθηκε μέ τόν Χρηστομάνο στήν Νέα Σκηνή, ἐννοεῖται ἀμισθί. Θεωροῦσε ὅτι οἱαδήποτε βιοποριστική δραστηριότητα θά τόν ἔβγαζε ἀπό τόν δρόμο του καί χάριν τῆς ἐργασίας του ἀπέφυγε κάθε ἀνάμιξη, ἐπαφή καί ἀπέκρουσε κάθε συμπάθεια, γιά νά ἔχει τό ἠθικό δικαίωμα νά συγγράψει καί νά διατηρήσει ἀπόλυτο τό κῦρος τῆς ἁγνότητος. Γι᾿ αὐτό καί ἡ ἐργασία του εἶναι Ἀγῶνας καί Πόλεμος [36Α Ἔκκλησις πρός τό Πανελλήνιον Κοινόν (1907)]. Πίστευε ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ ἔνδεια ἀποτελεῖ παράσημο γιά τούς Ἰδεολόγους καί τούς Καλλιτέχνες.
Θεωροῦσε ἐπάγγελμά του, καί μάλιστα ἦταν περήφανος γι᾿ αὐτό, τήν περιπλάνηση καί τήν περισυλλογή. «Θέλω νά κατοικήσω ἐδῶ στήν Ἀκρόπολη, διά νά εἶμαι σιμά στήν δουλειά μου», ἔλεγε. Πήγαινε στήν ἐξοχή μέ ὕφος ἀνθρώπου πού σπεύδει πρός τά μεγαλύτερα συμφέροντα, ἐνῷ αὐτός ἤθελε νά δεῖ πῶς ζωντανεύουν τά μάρμαρα στό μεσημεριάτικο φῶς τοῦ καλοκαιρινοῦ ἥλιου. Λάτρευε τήν Ἀττική. Ἡ «θεία γυμνότητα» τῆς Ἀττικῆς τοῦ ἔδινε τήν ἐντύπωση ἀγάλματος τοῦ Πραξιτέλους. «Τό ἀττικόν σκότος κυρίως εἰπεῖν δέν εἶναι σκότος», ἔλεγε. «Ἔπρεπε νά ἰδῆ τόν Ὑμηττό», ἐπισημαίνει ὁ Νιρβάνας, «αὐτήν τήν ὥραν, ἔπρεπε νά συναντήσει τό κῦμα τοῦ Φαλήρου αὐτήν τήν στιγμήν, ἔπρεπε νά παρευρεθῆ εἰς ἕνα ἄνθινον γάμον ἐγκαίρως». Ἔδινε ραντεβού μέ τά λουλούδια καί, ὡς τέλειος τζέντλεμαν, πήγαινε στήν ὥρα του. Μελετοῦσε κι ἔγραφε τά μεσημέρια, γιατί τό μεσημεριανό φῶς τοῦ ἔδινε σπάνια πνευματική διαύγεια.
Στήν ἐποχή του, ὁ Γιαννόπουλος εἶχε τήν τύχη νά διαθέτει σπουδαίους θαυμαστές: ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, στενός του φίλος καί θαυμαστής, συνδεόταν μαζί του καί ἰδεολογικά, λόγῳ τῆς κοινῆς προσήλωσης στό ἀρχαιοελληνικό ἰδεῶδες. Ὁ Βλάσσης Γαβριηλίδης, ἐκδότης τῆς Ἀκροπόλεως, ὑπῆρξε σταθερός φίλος του καί ὑποστηρικτής του. Ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος τόν διαφήμιζε, τόν ἐξεθείαζε, διένεμε τά βιβλία του ὡς δῶρο. Ὁ Ξενόπουλος θεωροῦσε ὅτι ὁ Γιαννόπουλος δίδασκε μέθοδο σκέψης καί δράσης. Ὁ Ἴων Δραγούμης ἦταν ἕνα εἶδος ἐξ ἀπορρήτων καί alter ego τοῦ Γιαννόπουλου: σέ μία de profundis ἐπιστολή του πρός τόν διευθυντῆ τοῦ ΝΟΥΜΑ, ὁ Γιαννόπουλος προσθέτει τό ἑξῆς ὑστερόγραφο: «Τά τέτοια ἀπολύτως μεταξύ μας. Οὔτε κουβέντα μέ κανέναν ἄλλον, ἐκτός Δραγούμη». Οἱ ἐπιδράσεις μέ τόν Δραγούμη ἦταν ἀμοιβαῖες καί εἶναι δύσκολο νά διαχωρίσει κανείς τήν ἀρχική πηγή ἀλληλεπίδρασης. Ἐκτιμοῦσε ἐπίσης τόν νεαρό τότε ἀρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη, γιά τόν ὁποῖον ἔλεγε: «Ἐάν ζήσῃ αὐτό τό παιδί ὡρισμένως τό καλλιτεχνικόν ζήτημα εἰς τήν Ἑλλάδα ἐλύθη». Στήν Ἀγγελική Χατζημιχάλη ἐνέπνευσε τήν ἀγάπη στήν ἑλληνική λαϊκή τέχνη, μακρυά ἀπό τά δυτικά πρότυπα.
Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ἦταν μία ἰδιόρρυθμη προσωπικότητα. Ἦταν καυστικός καί εἴρων. Διαπληκτιζόταν μέ τούς ἀναγνῶστες του: «Ἀγαπητοί μου ἠλίθιοι», τούς ἀποκαλοῦσε. Ἄν καί μιλοῦσε λυρικά, διάνθιζε τόν λόγο του μέ σάτιρα. Σατίριζε τούς πάντες καί τά πάντα, σατίριζε ἀκόμα καί τά τοπία ὅταν δέν τοῦ ἄρεσαν. Τόν Λυκαβηττό τόν ἀποκαλοῦσε «ὄρος Ἀραράτ», γιατί τοῦ φαινόταν ξένος στό ἤπιο ἀθηναϊκό τοπίο. Βλέποντας κάποτε ἕνα πορτραῖτο τοῦ Μπίσμαρκ ἀπό τόν Λέμπαχ ἀνεφώνησε: «Τί φρύδια εἶναι αὐτά! Κύριε καί Θεέ μου! Ἀλλ᾿ ἐμεῖς στόν τόπο μας τά φρύδια αὐτά τά μεταχειριζόμεθα γιά φράκτες στ᾿ ἀμπέλια!» Γιά τήν «Προσευχή στήν Ἀκρόπολη» τοῦ Ἐρνέστου Ρενάν ἔλεγε: «Ἕνας κοιλαρᾶς…, ἕνας φαγᾶς, ἕνας παπᾶς νά θέλει νά προσευχηθεῖ εἰς τήν Ἀθηνᾶν». Γιά τόν διευθυντή ἑνός περιοδικοῦ ἔλεγε: «Περιπατεῖ καθήμενος». Γιά τόν Κ. Χρηστομᾶνο εἶπε: «Θαυμαστός ἄνθρωπος καί περίεργος. Μέ τό ἕνα χέρι προσπαθεῖ νά ταξινομήσει τά ἄστρα. Μέ τό ἄλλο κρατεῖ ἕνα ξύλο καί ἀνακατεύει τενεκέν πλήρη ἀκαθαρσιῶν…». Τόν Νεοκλῆ Καζάζη ἀποκαλοῦσε εὐγενικό ἀλλά ἠλίθιο. Γιά τήν Ἄρρωστη Δοῦλα τοῦ Ψυχάρη: «Αὐτή ἡ Ἄρρωστη Δοῦλα ἑφτάψυχη εἶναι, δέν θά πεθάνη τέλος πάντων μιά φορά;».
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

