Αρχική » Περικλής Γιαννόπουλος: Ὁ βίος μίας ἐκκεντρικῆς ἰδιοφυΐας

Περικλής Γιαννόπουλος: Ὁ βίος μίας ἐκκεντρικῆς ἰδιοφυΐας

από Άρδην - Ρήξη

Περικλής Γιαννόπουλος, Πορτραίτο, Κάρβουνο, 1897, Σοφία Λασκαρίδου. Το έργο βρίσκεται στο πατρικό σπίτι της Σοφίας Λασκαρίδου που σήμερα στεγάζει την Δημοτική Πινακοθήκη της Καλλιθέας, Αττική.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ εὐρύτερο κείμενο ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἀφιερώματος τοῦ νέου Ἑρμῆ τοῦ Λόγιου (τ. 28-29) στὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο.

τοῦ Μελέτη Η. Μελετόπουλου- Διδάκτωρ  Οικονομικών & Κοινωνικών Επιστημών Παν/μίου Γενεύης

Ο Πε­ρι­κλῆς Γιαν­νό­που­λος γεν­νή­θη­κε στήν Πά­τρα τό 1869 (σύμ­φω­να μέ ἄλ­λες πη­γές τόν Φε­βρου­ά­ριο τοῦ 1870). Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν για­τρός μέ κα­τα­γω­γή ἀ­πό τό Με­σο­λόγ­γι, ἐνῷ ἡ μη­τέ­ρα του κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Χαι­ρέ­τη­δων. Ἀ­νά­με­σα στούς προ­γό­νους του ἐκ μη­τρός συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ὁ Ἅ­γιος Σπυ­ρί­δων (ὁ προ­στά­της τῆς Κέρ­κυ­ρας), ὁ φα­να­ρι­ώ­της για­τρός καί λό­γιος Κή­ρυ­κος Χαι­ρέ­της, πού συ­νέ­γρα­ψε τό πρῶ­το σύγ­γραμ­μα νε­ο­ελ­λη­νικῆς αἰ­σθη­τικῆς, κα­θώς καί οἱ πρω­τα­γω­νι­στές τῆς κρη­τικῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ 1841, Ἀ­ρι­στεί­δης καί Θε­ό­φρα­στος Χαι­ρέ­της. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα στήν Πά­τρα, ὡς δι­ευ­θυν­τής τοῦ κα­τα­στή­μα­τος τῆς Ἐ­θνικῆς Τρα­πέ­ζης. Κό­ρη του ἦ­ταν ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Πε­ρι­κλῆ.
 Ὁ νε­α­ρός Γιαν­νό­που­λος ἦ­ταν ἕ­να παι­δί μέ ξε­χω­ρι­στή προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ὁ Γρη­γό­ριος Ξε­νό­που­λος, πού τόν γνώ­ρι­σε ἀ­πό μι­κρό, τόν πε­ρι­γρά­φει ὡς «…ἕ­να πα­νέ­μορ­φον παι­δί θαυ­μα­σί­ας φύ­σε­ως καί χα­ρα­κτῆ­ρος…». Ἦ­ταν ἄ­ρι­στος μα­θη­τής καί, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἴ­διος, πο­λύ κα­λός στά μα­θη­μα­τι­κά. Στά δε­κα­ε­πτά του χρό­νια ὁ Πε­ρι­κλῆς πῆ­γε στήν Ἀ­θή­να νά σπου­δά­σει ἰ­α­τρι­κή. Με­τά ὅ­μως ἀ­πό ἕ­ναν χρό­νο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν Ἑλ­λά­δα καί ἔ­φυ­γε γιά τό Πα­ρί­σι, ὅ­που ἐνεγράφη στήν ἐ­κεῖ ἰ­α­τρι­κή σχο­λή. Ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κή του ἐμ­φά­νι­ση, ἡ ἰ­διόρ­ρυθ­μη καί κομ­ψή του ἔν­δυ­ση, ἡ ἑλληνι­κή του προ­έ­λευ­ση προ­κά­λε­σαν αἴ­σθη­ση στήν πα­ρι­σι­νή νυ­κτε­ρι­νή ζω­ή. Θε­ω­ρή­θη­κε ἕ­να εἶ­δος ἐ­ξω­τι­κοῦ Ἀ­πόλ­λω­να, πού κα­τέ­φθα­σε ἀ­πό τήν χώ­ρα τῆς ἑλ­λη­νικῆς μυ­θο­λο­γί­ας. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν ὁ νε­α­ρός Γιαν­νό­που­λος νά πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πό τίς δια­σκε­δά­σεις καί νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τίς σπου­δές του.
Ἡ φά­ση αὐ­τή κρά­τη­σε δύο χρό­νια. Ὁ αἰφ­νί­διος θά­να­τος τοῦ πα­τέ­ρα του ὄ­χι μό­νον στέ­ρη­σε ἀπό τόν νε­α­ρό Πε­ρι­κλῆ τήν οἰ­κο­νο­μι­κή δυ­να­τό­τη­τα νά συ­νε­χί­σει τήν παραμονή του στο Παρίσι, ἀλ­λά καί προ­κά­λε­σε βλά­βη στήν ὑ­γεία του, τήν ὁ­ποία εἶ­χαν ὑ­πο­σκά­ψει οἱ κα­τα­χρή­σεις. Σύμ­φω­να μέ τόν Γ. Κα­τσίμ­πα­λη, ὑ­πέ­στη νευ­ρι­κό κλο­νι­σμό. Ἡ συ­νέ­χι­ση τῶν σπουδῶν του καί ἰ­δί­ως ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῶν μα­θη­μά­των τῆς Ἀ­να­το­μί­ας καί τῆς Ἐγχείρησης ἦ­σαν ἀ­δύ­να­τες. Μέ συμ­βου­λή τοῦ διά­ση­μου κα­θη­γη­τοῦ Jean-Martin Charcot (δα­σκά­λου τοῦ S. Freud), εἰ­δι­κοῦ στά ὑ­στε­ρι­κά φαι­νό­με­να πού θε­ρά­πευε μέ ­ὕπνωση), ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τίς σπου­δές του καί πῆ­γε ν᾿ ἀ­να­παυ­θεῖ στό Λον­δῖ­νο, στόν ἀ­δελ­φό του πού ἐμ­πο­ρευ­ό­ταν ἐ­κεῖ.
Στήν Ἀγ­γλία πα­ρέ­μει­νε ­ὀκτώ μῆ­νες, ὅ­που με­λέ­τη­σε ἀγ­γλι­κή καί γαλ­λι­κή λο­γο­τε­χνία, ἔ­ζη­σε ἀ­πό κον­τά τό κλῖμα τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ καί τοῦ αἰ­σθη­τι­σμοῦ καί ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς ­ὕστερης βι­κτω­ριανῆς ἐ­ποχῆς, τοῦ fin de siècle. Ἡ ὑ­γεία του ὅ­μως δέν βελ­τι­ώ­θη­κε καί ἡ νο­σταλ­γία τόν ὁ­δή­γη­σε στήν ἐ­πι­στρο­φή στήν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­τσι, τό 1893 γύ­ρι­σε στήν Ἀ­θή­να. Ἡ ἐ­πι­στρο­φή του στά­θη­κε σω­τή­ρια γιά τήν ψυ­χι­κή καί σω­μα­τι­κή του ἀ­νάρ­ρω­ση. Ὅ­μως, εἰς τό ἑξῆς, σύμ­φω­να μέ τόν Τά­σο Ἀ­θα­να­σιά­δη, ἡ Δύ­ση τά­ρα­ζε τούς ἐ­φιάλ­τες του. Ἡ ἀ­πο­τυ­χία τῶν σπουδῶν του καί ἡ νευ­ρι­κή του κα­τάρ­ρευ­ση στό Πα­ρί­σι τόν ὁ­δή­γη­σαν πιθανῶς, μέσῳ ἑ­νός πε­ρί­πλο­κου μη­χα­νι­σμοῦ ὑ­πε­ρα­να­πλη­ρω­μα­τικῆς ἀν­τι­στροφῆς, στήν ἰ­δε­ο­λο­γι­κή ἀ­πόρ­ρι­ψη τῆς «Δύ­σης», ἐνῷ ταυτόχρονα ὁ ἀντιευ­ρω­παϊ­σμός του συνδυαζόταν μέ τον θαυμασμό του γιά τό ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κό ἰ­δεῶ­δες.
Στήν Ἀ­θή­να ἐ­νε­γρά­φη στήν Νο­μι­κή Σχολή, χω­ρίς πο­τέ νά φοι­τή­σει. Ἀν­τι­θέ­τως ἄρ­χι­σε νά ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­νερ­γά μέ τήν φι­λο­λο­γία καί ἀ­πό τό 1894 ἄρ­χι­σε νά δη­μο­σι­εύ­ει σέ ἐ­φη­με­ρί­δες καί πε­ριο­δι­κά με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων τῶν Ντί­κενς, Πόε, Λο­τί, Οὐ­άϊλ­ντ, Μπων­τλέρ, Μι­ραμ­πό, Τελ­σέ κ.ἄ. Η πρώ­τη του λο­γο­τε­χνι­κή ἐμ­φά­νι­ση ἔ­γι­νε μέ μία σει­ρά πρω­τό­τυ­πα «πε­ζά ποι­ή­μα­τα» στήν ἐφημερίδα Ἄ­στυ, πού δη­μο­σί­ευ­σε ἀ­πό τόν Μάϊο τοῦ 1894 ἕ­ως τόν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 1904.


 Τήν στρο­φή του πρός τήν με­λέ­τη τῆς κλασ­σικῆς ἑλ­λη­νικῆς παι­δεί­ας προ­κά­λε­σε ἕ­νας φί­λος του, ὁ γνωστός λό­γιος ἀ­πό τά Μέ­θα­να Ἀν. Γεν­νά­διος, πού τοῦ ἔ­γρα­ψε: «Παῦ­σε νά δια­βά­ζεις Baudelaire καί λοι­πά πε­ριτ­τώ­μα­τα». Καί τόν προ­έ­τρε­ψε νά δια­βά­σει Ἕλ­λη­νες κλασ­σι­κούς.
Ἀ­πό τό 1899 ἄρ­χι­σε νά δη­μο­σι­εύ­ει ἄρ­θρα σέ ἐ­φη­με­ρί­δες ὅ­πως ἡ Ἀκρόπολις, τό Ἄ­στυ, ἡ Ἑστία, καί σέ πε­ριο­δι­κά ὅ­πως ἡ Κρι­τι­κή, τά Πα­να­θή­ναι­α, ὁ Νουμᾶς κ.ἄ. Ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε ἐ­πι­θε­τι­κά γιά διά­φο­ρα νε­ο­ελ­λη­νι­κά ζη­τή­μα­τα. Τό ἐν­δια­φέ­ρον του ὅ­μως ἑστιάσθηκε κυ­ρί­ως σέ ζη­τή­μα­τα αἰ­σθη­τικῆς καί τέ­χνης, τά ὁ­ποῖα θε­ώ­ρη­σε κα­θρέ­φτη τῆς νε­ο­ελ­λη­νικῆς πα­ρακ­μῆς καί βασιλική ὁ­δό γιά τήν νε­ο­ελ­λη­νι­κή ἀ­να­γέν­νη­ση. Τά ἔ­θνη, διακή­ρυτ­τε, δη­μιουρ­γοῦν­ται μέ πνευ­μα­τι­κά θε­μέ­λια. Ἄλ­λον τρό­πο ἡ Ἱ­στο­ρία δέν βρῆ­κε. Ἀ­φοῦ οἱ ἄρ­χον­τες τῆς Με­λού­νας δέν τό κά­νουν, θά τό κά­νου­με ἐ­μεῖς.
Τά δη­μο­σι­εύ­μα­τά του φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν μέ­ρος εὐ­ρύ­τε­ρων ἐρ­γα­σιῶν, πού δέν εἶ­δαν πο­τέ τό φῶς τῆς δη­μο­σιό­τη­τας. Τά λο­γο­τε­χνι­κά του κεί­με­να ὑ­πέ­γρα­φε μέ διά­φο­ρα πε­ρί­ερ­γα ψευ­δώ­νυ­μα, ὅ­πως: «Λω­τός», «Ὀ­νού­φριος», «Ξη­ρο­τά­γα­ρος», «Ἀ­πολ­λώ­νιος», «Λῖ­νος», «Μαί­αν­δρος», ἐνῷ τά κεί­με­να κρι­τικῆς του ὡς «Νε­ο­έλ­λην» (γιά με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα) καί ἄλ­λα. Τό 1903 χρη­σι­μο­ποί­η­σε γιά πρώ­τη φο­ρά τά «Ι. Ἄ­νε­μος» καί «Θ. Θά­να­τος». Τό τε­λευ­ταῖο τό χρη­σι­μο­ποί­η­σε στά στερνά του κεί­με­να, τό 1904.
Ἀ­πό τόν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1902 ἄρ­χι­σε νά δη­μο­σι­εύ­ει στήν Ἀ­κρό­πο­λι τοῦ φωτισμένου καί ρηξικέλευθου ἐκδότη καί ἔν­θερ­μου ὑ­πο­στη­ρι­κτῆ του, Βλάσ­ση Γα­βρι­η­λί­δη, τήν «Σύγ­χρο­νο Ζω­γρα­φι­κή», πού ὁ­λο­κλή­ρω­σε σέ εἴ­κο­σι συ­νέ­χει­ες. Ταυ­τό­χρο­να ἄρ­χι­σε, ἀ­πό τόν Ἰ­α­νου­ά­ριο τοῦ 1903, νά δη­μο­σι­εύ­ει τήν «Πε­ρί­ερ­γο Κρι­τι­κή» του, στό πε­ριο­δι­κό Κρι­τι­κή. Τό 1903-1904 ἔ­κα­νε τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες δη­μο­σι­εύ­σεις του, πε­ρί­που σα­ράν­τα τό 1903 καί πε­ρί­που πε­νην­τα­πέν­τε τό 1904. Με­τά ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἐν­τελῶς ἀ­πό τίς δη­μο­σιο­γρα­φι­κές στῆ­λες μέ­χρι τό 1906.


Μέ­χρις ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖο, ὁ Πε­ρι­κλῆς Γιαν­νό­που­λος ἔ­χαι­ρε δη­μο­σιό­τη­τος καί ἡ πα­ρου­σία του ἦ­ταν θε­τι­κή, ὡς ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο πα­ρά­δο­ξο τῆς ἀ­θη­ναϊκῆς ζωῆς. Ἡ ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, ση­μει­ώ­νει ὁ Τ. Ἀ­θα­να­σιά­δης, νό­μι­ζε πώς ὑ­πο­δέ­χε­ται τόν δι­κό της Ὄ­σκαρ Οὐ­άϊλ­ντ, πού μέ πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες θά διάν­θι­ζε τήν πλή­ξη της. Γρή­γο­ρα ὅ­μως ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό πώς οἱ ἰ­δέ­ες τοῦ Γιαν­νό­που­λου, πού στήν οὐ­σία συ­νι­στοῦ­σαν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο σχέ­διο ἐ­θνικῆς ἀ­να­γέννησης, ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νες γιά τίς πα­ρακ­μια­κές ἰ­σορ­ρο­πί­ες καί τήν ξε­νο­μα­νία τῆς ἑλληνικῆς κοι­νω­νί­ας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα.
 Τό 1906, ὁ Γιαννόπουλος ἐ­ξέ­δω­σε τό πρῶ­το του βι­βλί­ο, τό Νέ­ον Πνεῦ­μα, πού προ­κά­λε­σε θύ­ελ­λα ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ὁ Κω­στῆς Πα­λαμᾶς ἔ­γρα­ψε στόν ΝΟΥΜΑ γιά τίς θέ­σεις τοῦ Γιαν­νό­που­λου στό γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα: «…πό­σο ἀ­φι­λο­σό­φη­τα καί μέ τί τρό­πο χον­δρο­ει­δέ­στα­το μι­λά­ει γιά τό γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα…» Καί, πά­λι στόν ΝΟΥΜΑ, ὁ Πάλ­λης εἶ­χε γρά­ψει: «Νο­μί­ζω, παι­δί μου, πώς ἀ­ε­ρο­κο­πανᾶς καί τολ­μῶ νά σοῦ τό πῶ, ἀ­φοῦ τό­σο με­γα­λό­φω­να ζητᾶς τήν ἀ­λή­θεια», για­τί ὁ Γιαν­νό­που­λος τόν εἶ­χε ἀ­πο­κα­λέ­σει «μουρ­λό κου­κου­λέμ­πο­ρο τοῦ Λον­δί­νου». Ἐνῷ ὁ Μα­λα­κά­σης, κι αὐ­τός στόν ΝΟΥΜΑ, μέ ψευ­δώ­νυ­μο «Κα­κο­κε­φα­λιᾶς», τόν εἰ­ρω­νεύ­θη­κε μέ τό τε­τρά­στι­χο: «Γιά τ᾿ ἄ­ξιο «Νέο Πνέ­μα» σου / σοῦ πρέ­πει Περ­δι­κλέα / ἕ­να μπου­γα­δο­κό­φι­νο / γιά πε­ρι­κε­φα­λαί­α».


Προ­κει­μέ­νου νά ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τόν Πε­ρι­κλῆ Γιαν­νό­που­λο, πραγ­μα­το­ποί­η­σε τήν πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση ὁ Ἴ­ων Δρα­γού­μης –μέ τό ψευ­δώ­νυ­μο Ι­ΔΑΣ– στόν ΝΟΥΜΑ:
Δέν ξέ­ρω ἄν λέ­ει σω­στά πράγ­μα­τα τό βι­βλίο τοῦ Γιαν­νό­που­λου, μά ὅ­ταν τό διά­βα­ζα ἦ­ταν σάν ἄ­νε­μος νά φυ­σο­μα­νοῦ­σε μέ­σα μου τρο­μα­χτι­κά καί νά συν­τά­ρα­ξε τόν Ἑλληνισμό μου ὅ­λον καί νά μέ λευ­θέ­ρω­νε, κι ἀ­φοῦ τό διά­βα­σα μοῦ φά­νη­κε σάν τόν βο­ριᾶ τόν πα­γω­μέ­νο πού μα­νια­σμέ­νος σα­ρώ­νει τούς βρώ­μιους ἀ­πό μι­κρό­βια ἀ­έ­ρη­δες, καί ἀ­πό κά­θε βρῶ­μα καί σκου­πί­δι κα­θα­ρί­ζει τόν κό­σμο. Τό βι­βλίο του κα­θα­ρί­ζει τόν Ἕλ­λη­να πού ξέ­ρει νά τό δια­βά­σει, καί ὁ Ἕλ­λη­νας τώ­ρα εἶ­ναι τό­σο ψό­φιος, εἶ­ναι τό­σο γεμᾶ­τος βρῶ­μα καί μι­κρο­πρέ­πεια πού σκου­λη­κιά­ζει. Μπο­ρεῖ νά τόν εἶ­παν τρελ­λό ἐ­κεῖ­νον πού τό ἔ­γρα­ψε καί ὅ­μως εἶ­ναι πιό σω­στός καί πιό γνω­στι­κός ἀ­πό κά­θε Ἕλ­λη­να ση­με­ρι­νό. Ἡ «φρο­νι­μά­δα» εἶ­ναι τῶν πολ­λῶν αὐ­τή μᾶς ἔ­φα­γε καί μᾶς τρώ­ει. Τήν «τρέλ­λα» θέ­λω, αὐ­τή μέ κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό τά τρίς βα­ρειά καί βρώ­μια κα­τα­κα­θί­σμα­τα, πού ἀ­φί­νει μέ­σα μου περνώντας ἡ συγ­και­ρι­κή, ἡ τα­πει­νω­μέ­νη ἑλ­λη­νι­κή ζω­ή καί μέ φαρ­μα­κώ­νει. Ἡ τρέλ­λα ἔ­χει μά­τια καί βλέ­πει. Ἡ φρο­νι­μά­δα εἶ­ναι τύ­φλα. Τρελ­λοί ἦ­ταν οἱ προφῆ­τες καί γνω­στι­κά τά ξε­πε­σμέ­να πλή­θη.
 Τό 1907, ὁ Γιαν­νό­που­λος δη­μο­σί­ευ­σε τό ἔρ­γο του Ἔκκλησις πρός τό Πα­νελ­λή­νιον Κοι­νόν. Οἱ πο­λι­τι­κοί ἐ­σί­γη­σαν, οἱ λί­γοι καί ἰ­σχυ­ροί τόν πο­λέ­μη­σαν, τόν χλεύ­α­σαν, ἀποκαλώντας τον «κί­τρι­νο λι­βε­λιο­γρά­φο», «Δόν Κι­χώ­τη» καί «Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τή τοῦ Ὑμηττοῦ», ἐ­πει­δή ἔ­κα­νε μα­κρούς καί μο­να­χι­κούς πε­ρι­πά­τους στήν ἐ­ξο­χή. Ὁ Γιαν­νό­που­λος ἀν­τέ­δρα­σε καί­ον­τας ἕ­να πο­λυ­σέ­λι­δο ἔρ­γο του πε­ρί Ἀρ­χι­τε­κτο­νικῆς, κλεί­στη­κε στόν ἑ­αυ­τό του, ἔ­βλε­πε μό­νον λί­γους φί­λους καί πή­γαι­νε μο­να­χι­κές ἐκ­δρο­μές στήν ­ὕπαιθρο.
 Ἀ­ξί­ζει νά ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ Γιαν­νό­που­λος δι­έ­νε­με δω­ρε­άν τά ἔρ­γα του, χά­ρη τῆς δια­δό­σε­ως τῶν ἰ­δεῶν του. Ἀλ­λά τά δύο βι­βλία του συ­νάν­τη­σαν ποι­κι­λία ἀν­τι­δρά­σε­ων, ἀ­πό ἐ­πι­θέ­σεις ἐ­ναν­τί­ον του (ἰ­δί­ως ἀ­πό τούς θι­γο­μέ­νους) ἕ­ως ἀ­δια­φο­ρία τοῦ εὐ­ρύ­τε­ρου κοι­νοῦ. Ὁ ἴ­διος ὁ συγγραφὲας δέν ἔ­λα­βε πο­τέ μέ­ρος στίς σχε­τι­κές συ­ζη­τή­σεις γιά νά ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τό ἔρ­γο του.
 Γιά νά εἶ­ναι ἐν­τελῶς ἐ­λεύ­θε­ρος, ὁ Γιαννόπουλος δέν θέ­λη­σε πο­τέ του νά ἐρ­γα­σθεῖ οὔτε ἐπεδίωξε πο­τέ κά­ποια δη­μό­σια ἤ ἰ­δι­ω­τι­κή θέ­ση. Δέν δέ­χθη­κε πο­τέ, ἐξ ἄλ­λου, νά παν­τρευ­τεῖ, πα­ρά τό γε­γο­νός ὅ­τι πολ­λές καί πλού­σι­ες κό­ρες τόν ἐ­ρω­τεύ­θη­καν. Ἦ­ταν ἀ­σκη­τι­κός καί λι­το­δί­αι­τος. Εἶ­χε πε­ριο­ρί­σει, μέ τε­ρά­στια δύ­να­μη θε­λή­σε­ως, τίς ἀ­νάγ­κες του στά ἐ­λά­χι­στα. Τρε­φό­ταν σχε­δόν μέ ἀ­έ­ρα, ἀ­να­φέ­ρει ὁ Γρ. Ξε­νό­που­λος. Κα­τώρ­θω­νε νά ζεῖ μέ τά λεί­ψα­να τῆς πε­ριου­σί­ας του, πό­τε πουλώντας καί πό­τε ἐ­νε­χει­ριά­ζον­τας. Δέν κα­τα­δε­χό­ταν τί­πο­τε ἀ­πό κα­νέ­ναν. Φί­λοι καί συγ­γε­νεῖς του κα­τέ­φευ­γαν σέ τε­χνά­σμα­τα γιά νά τόν ἐ­νι­σχύ­ουν οἰ­κο­νο­μι­κά. Ἡ ἀ­δρά­νειά του αὐ­τή δέν ἦ­ταν ὅ­μως ἀ­πο­τέ­λε­σμα ­ὀκνηρίας. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κά δρα­στή­ριος, π.χ. ὅ­ταν συ­νερ­γά­σθη­κε μέ τόν Χρη­στο­μά­νο στήν Νέα Σκη­νή, ἐν­νο­εῖ­ται ἀ­μι­σθί. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι οἱ­α­δή­πο­τε βιο­πο­ρι­στι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα θά τόν ἔ­βγα­ζε ἀ­πό τόν δρό­μο του καί χά­ριν τῆς ἐρ­γα­σί­ας του ἀ­πέ­φυ­γε κά­θε ἀ­νά­μι­ξη, ἐ­πα­φή καί ἀ­πέ­κρου­σε κά­θε συμ­πά­θεια, γιά νά ἔ­χει τό ἠ­θι­κό δι­καί­ω­μα νά συγ­γρά­ψει καί νά δια­τη­ρή­σει ἀ­πό­λυ­το τό κῦ­ρος τῆς ἁ­γνό­τη­τος. Γι᾿ αὐ­τό καί ἡ ἐρ­γα­σία του εἶ­ναι Ἀγῶνας καί Πό­λε­μος [36Α Ἔκ­κλη­σις πρός τό Πα­νελ­λή­νιον Κοι­νόν (1907)]. Πί­στευε ἐξ ἄλλου ὅ­τι ἡ ἔν­δεια ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρά­ση­μο γιά τούς Ἰ­δε­ο­λό­γους καί τούς Καλ­λι­τέ­χνες.
Θε­ω­ροῦ­σε ἐ­πάγ­γελ­μά του, καί μά­λι­στα ἦ­ταν πε­ρή­φα­νος γι᾿ αὐ­τό, τήν πε­ρι­πλά­νη­ση καί τήν πε­ρι­συλ­λο­γή. «Θέ­λω νά κα­τοι­κή­σω ἐδῶ στήν Ἀ­κρό­πο­λη, διά νά εἶ­μαι σι­μά στήν δου­λειά μου», ἔ­λε­γε. Πή­γαι­νε στήν ἐ­ξο­χή μέ ­ὕφος ἀν­θρώ­που πού σπεύ­δει πρός τά με­γα­λύ­τε­ρα συμ­φέ­ρον­τα, ἐνῷ αὐ­τός ἤ­θε­λε νά δεῖ πῶς ζων­τα­νεύ­ουν τά μάρ­μα­ρα στό με­ση­με­ριά­τι­κο φῶς τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ ἥ­λιου. Λά­τρευε τήν Ἀτ­τι­κή. Ἡ «θεία γυ­μνό­τη­τα» τῆς Ἀτ­τικῆς τοῦ ἔ­δι­νε τήν ἐν­τύ­πω­ση ἀ­γάλ­μα­τος τοῦ Πρα­ξι­τέ­λους. «Τό ἀτ­τι­κόν σκό­τος κυ­ρί­ως εἰ­πεῖν δέν εἶ­ναι σκό­τος», ἔ­λε­γε. «Ἔ­πρε­πε νά ἰδῆ τόν Ὑ­μητ­τό», ἐπισημαίνει ὁ Νιρ­βά­νας, «αὐ­τήν τήν ὥ­ραν, ἔ­πρε­πε νά συ­ναν­τή­σει τό κῦ­μα τοῦ Φα­λή­ρου αὐ­τήν τήν στιγ­μήν, ἔ­πρε­πε νά πα­ρευ­ρεθῆ εἰς ἕ­να ἄν­θι­νον γά­μον ἐγ­καί­ρως». Ἔ­δι­νε ραν­τε­βού μέ τά λου­λού­δια καί, ὡς τέ­λειος τζέν­τλε­μαν, πή­γαι­νε στήν ὥ­ρα του. Με­λε­τοῦ­σε κι ἔ­γρα­φε τά με­ση­μέ­ρια, για­τί τό με­ση­με­ρια­νό φῶς τοῦ ἔ­δι­νε σπά­νια πνευ­μα­τι­κή διαύ­γεια.


Στήν ἐ­πο­χή του, ὁ Γιαν­νό­που­λος εἶ­χε τήν τύ­χη νά δια­θέ­τει σπου­δαί­ους θαυ­μα­στές: ὁ Ἄγ­γε­λος Σι­κε­λια­νός, στε­νός του φί­λος καί θαυ­μα­στής, συν­δε­ό­ταν μα­ζί του καί ἰ­δε­ο­λο­γι­κά, λόγῳ τῆς κοινῆς προ­σή­λω­σης στό ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κό ἰ­δεῶ­δες. Ὁ Βλάσ­σης Γα­βρι­η­λί­δης, ἐκδότης τῆς Ἀ­κρο­πό­λε­ως, ὑπῆρ­ξε στα­θε­ρός φί­λος του καί ὑ­πο­στη­ρι­κτής του. Ὁ Γρη­γό­ριος Ξε­νό­που­λος τόν δια­φή­μι­ζε, τόν ἐ­ξε­θεί­α­ζε, δι­έ­νε­με τά βι­βλία του ὡς δῶ­ρο. Ὁ Ξε­νό­που­λος θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ὁ Γιαν­νό­που­λος δί­δα­σκε μέ­θο­δο σκέ­ψης καί δρά­σης. Ὁ Ἴ­ων Δρα­γού­μης ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ἐξ ἀ­πορ­ρή­των καί alter ego τοῦ Γιαν­νό­που­λου: σέ μία de profundis ἐ­πι­στο­λή του πρός τόν δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ ΝΟΥΜΑ, ὁ Γιαν­νό­που­λος προ­σθέ­τει τό ἑξῆς ὑ­στε­ρό­γρα­φο: «Τά τέ­τοια ἀ­πο­λύ­τως με­τα­ξύ μας. Οὔ­τε κου­βέν­τα μέ κα­νέ­ναν ἄλ­λον, ἐ­κτός Δρα­γού­μη». Οἱ ἐ­πι­δρά­σεις μέ τόν Δρα­γού­μη ἦ­ταν ἀ­μοι­βαῖ­ες καί εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά δια­χω­ρί­σει κα­νείς τήν ἀρ­χι­κή πη­γή ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης. Ἐ­κτι­μοῦ­σε ἐπίσης τόν νε­α­ρό τό­τε ἀρ­χι­τέ­κτο­να Δη­μή­τρη Πι­κι­ώ­νη, γιά τόν ὁ­ποῖ­ον ἔ­λε­γε: «Ἐ­άν ζήσῃ αὐ­τό τό παι­δί ὡ­ρι­σμέ­νως τό καλ­λι­τε­χνι­κόν ζή­τη­μα εἰς τήν Ἑλ­λά­δα ἐ­λύ­θη». Στήν Ἀγ­γε­λι­κή Χα­τζη­μι­χά­λη ἐ­νέ­πνευ­σε τήν ἀ­γά­πη στήν ἑλ­λη­νι­κή λαϊ­κή τέ­χνη, μα­κρυ­ά ἀ­πό τά δυ­τι­κά πρό­τυ­πα.
Ὁ Πε­ρι­κλῆς Γιαν­νό­που­λος ἦ­ταν μία ἰ­διόρ­ρυθ­μη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ἦ­ταν καυ­στι­κός καί εἴ­ρων. Δια­πλη­κτι­ζό­ταν μέ τούς ἀ­να­γνῶ­στες του: «Ἀ­γα­πη­τοί μου ἠ­λί­θιοι», τούς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε. Ἄν καί μι­λοῦ­σε λυ­ρι­κά, διάν­θι­ζε τόν λό­γο του μέ σά­τι­ρα. Σα­τί­ρι­ζε τούς πάν­τες καί τά πάν­τα, σα­τί­ρι­ζε ἀ­κό­μα καί τά το­πία ὅ­ταν δέν τοῦ ἄ­ρε­σαν. Τόν Λυ­κα­βητ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ὄ­ρος Ἀ­ρα­ράτ», για­τί τοῦ φαι­νό­ταν ξέ­νος στό ἤ­πιο ἀ­θη­ναϊ­κό το­πί­ο. Βλέ­πον­τας κά­πο­τε ἕ­να πορ­τραῖ­το τοῦ Μπί­σμαρ­κ ἀ­πό τόν Λέμ­παχ ἀ­νε­φώ­νη­σε: «Τί φρύ­δια εἶ­ναι αὐ­τά! Κύ­ριε καί Θε­έ μου! Ἀλ­λ᾿ ἐ­μεῖς στόν τό­πο μας τά φρύ­δια αὐ­τά τά με­τα­χει­ρι­ζό­με­θα γιά φρά­κτες στ᾿ ἀμ­πέ­λια!» Γιά τήν «Προ­σευ­χή στήν Ἀ­κρό­πο­λη» τοῦ Ἐρ­νέ­στου Ρε­νάν ἔ­λε­γε: «Ἕ­νας κοι­λαρᾶς…, ἕ­νας φαγᾶς, ἕ­νας παπᾶς νά θέ­λει νά προ­σευ­χη­θεῖ εἰς τήν Ἀ­θηνᾶν». Γιά τόν δι­ευ­θυν­τή ἑ­νός πε­ριο­δι­κοῦ ἔ­λε­γε: «Πε­ρι­πα­τεῖ κα­θή­με­νος». Γιά τόν Κ. Χρη­στομᾶ­νο εἶ­πε: «Θαυ­μα­στός ἄν­θρω­πος καί πε­ρί­ερ­γος. Μέ τό ἕ­να χέ­ρι προ­σπα­θεῖ νά τα­ξι­νο­μή­σει τά ἄ­στρα. Μέ τό ἄλ­λο κρα­τεῖ ἕ­να ξύ­λο καί ἀ­να­κα­τεύ­ει τε­νε­κέν πλή­ρη ἀ­κα­θαρ­σιῶν…». Τόν Νε­ο­κλῆ Κα­ζά­ζη ἀ­πο­κα­λοῦ­σε εὐ­γε­νι­κό ἀλ­λά ἠ­λί­θιο. Γιά τήν Ἄρ­ρω­στη Δοῦλα τοῦ Ψυ­χά­ρη: «Αὐ­τή ἡ Ἄρ­ρω­στη Δοῦλα ἑ­φτά­ψυ­χη εἶ­ναι, δέν θά πε­θά­νη τέ­λος πάν­των μιά φο­ρά;».

Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.



ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ