του Μάτις Μπήτον, απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο. Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε από το νέο τεύχος του νέου Ερμή του Λόγιου.
Ο Μισέλ Ουελμπέκ (Michel Houellebecq) είναι ένας συγγραφέας του μετά – μετα-ιστορίας, μετα-Θεού, μετα-πολιτικής, μετα-ρομαντισμού και μετα-ευτυχίας. Καταγράφει έναν κόσμο στον οποίο παρακολουθούμε τους εαυτούς μας να ζουν, φαρμακωμένοιι από ειρωνεία, ταλαντευόμενοι μεταξύ μηδενισμού και ηδονισμού, μέχρις ότου η διαφορά μεταξύ των δύο να γίνει ανεπαίσθητη. Ο Ουελμπέκ αναπαράγει αυτόν τον μετα-κόσμο χωρίς φτιασίδια. Οι χαρακτήρες του είναι μοναχικοί, άφυλοι και ανίκανοι. Αναζητούν κάτι ανώτερο και σπάνια το βρίσκουν. Προσπαθούν να ξεφύγουν από την κατάστασή τους, αλλά δεν μπορούν. Για τον Ουελμπέκ, η αδυναμία διαφυγής είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας. Όπως γράφει στο βιβλίο του Πλατφόρμα (2001), «όλα μπορούν να συμβούν στη ζωή, αλλά προπαντός τίποτα». Δεν είναι απλώς ότι δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά ότι τίποτα δεν θα συμβεί. Ως πολιτισμός, μπορεί να έχουμε κάνει πράγματα στο παρελθόν. Αλλά το παρόν μας αποκλείει τον μέλλοντα χρόνο.
Για να αντιμετωπίσουμε την ασήμαντη ύπαρξή μας, παρηγορούμαστε με αφηγήσεις. Αυτό κάνει το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας: προσφέρει ζωή στην αδράνεια. Ο Ουελμπέκ, από την πλευρά του, δεν θέλει να δώσει ζωή σε τίποτα και σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό του. Όποτε εμφανίζεται δημόσια, το κάνει ατημέλητος, με ένα τσιγάρο στο χέρι, το πρόσωπό του ρυτιδωμένο και το βλέμμα του άδειο. Δεν θέλει να εξωραΐσει τον εαυτό του περισσότερο από ό,τι θέλει να εξωραΐσει τον κόσμο. Στους επικριτές του, ο Ουελμπέκ αρέσκεται να παραθέτει τον Σοπενάουερ: «Η πρώτη και μοναδική – προϋπόθεση για το καλό στυλ είναι να έχεις κάτι να πεις».
Με τα χρόνια, ο Ουελμπέκ αποδείχτηκε ότι είχε πολλά να πει, προκαλώντας θαυμασμό αλλά και επικρίσεις. Οι θαυμαστές του τον αποκαλούν ανατρεπτικό, ακόμη και προφητικό, ενώ οι επικριτές του τον χαρακτηρίζουν αντιδραστικό, καταθλιπτικό και δυσοίωνο. Σε κάθε περίπτωση, ο Ουελμπέκ γοητεύει, καθώς τα μυθιστορήματά του προαναγγέλλουν την έλευση της καταστροφής με μια αλλόκοτη προφητική ικανότητα. Το βιβλίο του Πλατφόρμα, που τελειώνει με μια τρομοκρατική επίθεση, εκδόθηκε λίγες μέρες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Το βιβλίο Υποταγή, που οραματίζεται την κυριαρχία των ισλαμιστών στη Γαλλία, εκδόθηκε την ημέρα της σφαγής στο Charlie Hebdo, το 2015. Το βιβλίο Σεροτονίνη, που παρουσιάζει την εξαθλίωση των Γάλλων αγροτών, προανήγγειλε τις διαμαρτυρίες των Κίτρινων Γιλέκων, το 2019. Ο Ουελμπέκ μας λέει ποιοι είμαστε, με τόση οξυδέρκεια κάποιες φορές που σβήνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας.
Ωστόσο, όσοι περιγράφουν τον Ουελμπέκ ως «ρεαλιστή» δεν έχουν δίκιο. Αν και αρνείται να ενδώσει στην αισιοδοξία, δεν παραδίδεται ούτε στην πραγματικότητα. Ο Τζεντ Μάρτιν (Jed Martin), ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Ο χάρτης και o τόπος, του 2010, επαναλαμβάνει αδιάκοπα: «Θέλω απλώς να δώσω μια εξήγηση για τον κόσμο». Το να «δίνεις μια εξήγηση» σημαίνει να δίνεις νόημα. Και ο Ουελμπέκ θέλει να «δώσει μια εικόνα του κόσμου». Σε ένα δοκίμιο για τον H. P. Lovecraft, γράφει: «Η ζωή είναι οδυνηρή και απογοητευτική. Είναι ανώφελο, λοιπόν, να γράφουμε νέα ρεαλιστικά μυθιστορήματα. Για την πραγματικότητα, γνωρίζουμε περισσότερα από αρκετά και δεν θέλουμε να μάθουμε περισσότερα». Ο Ουελμπέκ αναμετράται με την πραγματικότητα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτή. Εξερευνά αυτό που βρίσκεται πέρα από τα όρια, πίσω από τους φόβους, τις απογοητεύσεις και τις τρέλες μας. Ως χαρτογράφος της εμπειρίας, ο Ουελμπέκ αναζητά έναν χάρτη για το έδαφος της σύγχρονης ζωής.
Ο Ουελμπέκ αποδοκιμάζει την κενότητα και τη μετριότητα της νεωτερικότητας, τις υπερβολές και τις νευρώσεις της, τους πειρασμούς και τις αντιφάσεις της. Του αρέσει να καταγγέλλει τη σεξουαλική επανάσταση, τον καπιταλισμό, την εκκοσμίκευση, τον ατομικισμό, τον φιλελευθερισμό και τους άλλους συνήθεις υπόπτους. Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλούς αντιδραστικούς, ο Ουελμπέκ καταλαβαίνει ότι όλα αυτά τα πράγματα δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Είναι μέρος μας, τόσο αναπόφευκτα όσο το νερό για τα ψάρια. Δεν μπορούμε να υποκύψουμε σε αυτά, γιατί έτσι θα αποποιούμασταν την ανθρωπιά μας. Αλλά δεν μπορούμε και να τα ξεφορτωθούμε χωρίς να γυρίσουμε πίσω το ρολόι της ιστορίας. Παγιδευμένοι σε αυτό το δυσάρεστο ενδιάμεσο σημείο, πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε θρησκευτικά χωρίς Θεό, επιζητώντας την υπερβατικότητα. ενώ γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε πλέον να την φτάσουμε. Με άλλα λόγια, πρέπει να συμφιλιωθούμε με τη νεωτερικότητα, ακόμα και αν την πολεμάμε, μέσα μας.
Αυτή η παράδοξη στάση, απρόθυμα νεωτερική, εμπνέει το μυθιστόρημα του Ουελμπέκ, Anéantir (Εκμηδένιση στην ελληνική μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα). Αυτό το 660 σελίδων συμφωνικό έργο, το οποίο ένας κριτικός χαρακτήρισε «ένα πολιτικό θρίλερ που εξελίσσεται σε μεταφυσικό διαλογισμό», δεν θα απογοητεύσει τους αναγνώστες μόνο λόγω του μεγέθους του. Σε μια αμείλικτη αλλά δίκαιη κριτική, ο ακαδημαϊκός Άντον Γέγκερ (Anton Jäger) γράφει ότι το βιβλίο «σέρνεται από τη μία σονάτα στην άλλη χωρίς ποτέ να καταλήξει σε ένα ενοποιητικό θέμα… σαν να γράφτηκε βιαστικά και παρορμητικά». Ο Ουελμπέκ δεν διευκολύνει τον αναγνώστη να κατανοήσει με ποιόν τρόπο τα κομμάτια συναρμόζονται μεταξύ τους. Η αρχή του μυθιστορήματος ακολουθεί μια απλή ιστορία, αλλά η αφήγηση τελικά μετατρέπεται σε έναν συνειδησιακό ποταμό, στον οποίο ο Ουελμπέκ στοχάζεται πάνω στον θάνατο, την τηλεόραση, την πολιτική και μια δωδεκάδα άλλων θεμάτων που δεν ενώνονται ποτέ ολοκληρωτικά. Για τον Γέγκερ, «τίποτα από αυτά δεν ισοδυναμεί με μια σαφή δήλωση πρόθεσης ή επιθυμίας».
Ωστόσο, η Εκμηδένιση ίσως περισσότερο από τα άλλα μυθιστορήματά του, περιέχει την τελική άποψη του Ουελμπέκ για τη νεωτερικότητα. Μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος διαδραματίζεται σε ένα νοσοκομείο, όπου οι γραφειοκράτες «διαχειρίζονται» τους ασθενείς τους που βρίσκονται στην πορεία προς τον θάνατο. Χωρίς κυνισμό ή κακία, ο Ουελμπέκ εκφράζει την αγανάκτησή του για τον σύγχρονο τρόπο αντιμετώπισης του θανάτου, ελπίζοντας να ξυπνήσει κάτι ανώτερο μέσα μας, κάτι μακρινό αλλά όχι εντελώς απόν: την ικανότητα για δέος και στοχασμό. Ο Ουελμπέκ μας οδηγεί σε μια αργή, οδυνηρή περιήγηση, σε μια πραγματικότητα που έχει γίνει αργή και οδυνηρή. Δεν μας λέει ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά μας ενθαρρύνει να αλλάξουμε τη στάση μας απέναντί του, με μια σκέψη κάθε φορά. Το μυθιστόρημα είναι ασαφές επειδή προσφέρει μια σειρά από προτροπές, η μία πιο φιλεύσπλαχνη από την άλλη, για να ανακαλύψουμε σπινθήρες στο κενό.
Ο Ουελμπέκ μας καλεί να εξεγερθούμε ενάντια στη νεωτερικότητα μέσα μας, γιατί η εξέγερση –μάταιη, καθώς γνωρίζουμε ότι είμαστε καταδικασμένοι να αποτύχουμε– παραμένει ο μόνος τρόπος για να σώσουμε την ανθρωπιά μας. Αν τη διαβάσουμε μόνη της, η Εκμηδένιση προκαλεί περισσότερο εκνευρισμό παρά απόλαυση. Αν τη διαβάσουμε όμως μαζί με τα άλλα έργα του Ουελμπέκ, μας προσφέρει μια αξιοσημείωτη ανάλυση για τις τραγωδίες της σύγχρονης ζωής.
*Ο Mathis Bitton είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και Krauthammer Fellow στο Tikvah Fund. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό City Journal, τεύχος Φθινοπώρου 2024.
Μετάφραση: Γιώργος Καραμπελιάς
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
