Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο του Γιώργου Καραμπελιά από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 30 που θα τον βρείτε σε Κέντρα Τύπου και βιβλιοπωλεία.
Ο Γιαννόπουλος θα δει τον χριστιανισμό ως τη συνέχεια –και ταυτόχρονα την πανουργία– του ελληνικού πνεύματος ώστε να ενδυθεί την οικουμενικότητα, σε αντιδιαστολή με τον «εγωϊστικότατον Παρθενώνα»:
Τὸ Ἑλληνικὸν ΤΟΛΜΗΜΑ τῆς δημιουργίας Θρησκείας, ἥτις νὰ περιλάβῃ πάντας ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς, νὰ δημιουργήσῃ Κράτος Θρησκευτικόν, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸ φόρεμα τῆς Θρησκείας νὰ διαδώσῃ παντοῦ τὸ Ἑλλ. ΦΩΣ, εἶνε ἡ εὐγενεστέρα Πραγματικὴ Ἐνσάρκωσις τοῦ τολμηροτέρου ΙΔΑΝΙΚΟΥ, χιλιάκις ἀνωτέρου τοῦ ἐγωϊστικοτάτου Παρθενῶνος.
Η Ελληνική ιδέα «Ἡ Κινήσασα ἐξ Ἀθηνῶν» «πολεμήσασα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Ρώμῃ καὶ νικήσασα, Παρθενώνεται εἰς τὴν ΣΟΦΙΑΝ τοῦ Βοσπόρου, ἀπίστευτος πραγμάτωσις Πλατωνικοῦ καὶ Παρθενωνείου ΟΝΕΙΡΟΥ».
Για τον άλλοτε αρχαιολάτρη και παγανιστή Γιαννόπουλο, το μεγαλύτερο δώρο που προσέφερε ο ελληνισμός στην ανθρωπότητα υπήρξε το Βυζάντιο. «Ἐὰν ὁ Φραγκόκοσμος εἶχε καὶ ἴχνος Τιμιότητος, ὄχι εἰς τὸν Ἀρχαῖον, ἀλλ᾿ εἰς τὸν Βυζαντινὸν Ἕλληνα θὰ ἔκαμνε: ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ». Στη συνέχεια όμως ο βυζαντινός ελληνισμός, αφού θα αντιμετωπίσει τους Φράγκους κατακτητές που θα τον εξαντλήσουν, θα υποκύψει στους Οθωμανούς καθώς, πέρα από τις αρνητικές συγκυρίες και «εἴχομεν ΚΑΤΑΚΟΥΡΑΣΘΕΙ, εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ξαπλώματος καὶ ΥΠΝΟΥ».
Μακρύ είναι το ιστορικό της συζήτησης για τη σχέση ελληνισμού και χριστιανισμού, στην ουσία από την εποχή της γέννησης του χριστιανισμού, και, όπως το έθετε ο Βιλαμόβιτς, «ο χριστιανισμός εξελληνίσθηκε ή ο ελληνισμός εκχριστιανίσθηκε»; Και μπορούμε να διακρίνουμε τρία μεγάλα ρεύματα: το πρώτο δεν βλέπει κάποια ουσιώδη σχέση μεταξύ των δύο, ιδιαίτερα ο προτεσταντισμός· το δεύτερο, μάλλον πλειοψηφικό σήμερα, αποδέχεται την αλληλοπεριχώρηση των δύο πνευματικών κόσμων, – σε μεγάλο μέρος της ευρύτερης φιλοσοφικής σκέψης και της σύγχρονης ορθόδοξης σκέψης· τέλος, ένα τρίτο ρεύμα θεωρεί τον χριστιανισμό ως μία απλή ή σύνθετη «φανέρωση» του ελληνισμού.
Για τον μ. αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, τον οποίο μπορούμε να εντάξουμε στο δεύτερο ρεύμα, ο χριστιανισμός συνιστά την ιστορική συνάντηση του ελληνισμού με την ιουδαϊκή παράδοση την οποία και προσηλυτίζει – ή μήπως προσηλυτίζεται από αυτήν[1]; Ο Γιαννόπουλος, χωρίς αμφιβολία, στην Έκκλησίν του, μπορεί να θεωρηθεί πως ενστερνίζεται την οπτική του τρίτου ρεύματος που βλέπει τον χριστιανισμό ως το θρησκευτικό ένδυμα του ελληνισμού κατά την περίοδο της οικουμενικής του φάσης. Άλλωστε, τον Γιαννόπουλο ελάχιστα ενδιαφέρουν οι φιλοσοφικές/δογματικές διαστάσεις αυτής της συνάντησης – με τη μετάβαση από τον άχρονο κόσμο της αρχαίας Ελλάδας στον δημιουργημένο, χρονισμένο και ιστορικό χρόνο του χριστιανισμού, αλλά επιμένει κατ’ εξοχήν στον χριστιανισμό ως οικουμενική ιδεολογία και ίσως ακόμα περισσότερο ως πολιτική πρακτική.
Κατ’ αρχάς, δεν χωράει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, καθώς η «ἵδρυσις τοῦ Χριστιανικοῦ μας Κράτους εἶνε ὄχι μόνον Πραγμάτωσις καὶ Κορύφωσις τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ Ἔργου, ἀλλὰ καὶ ἡ βροντώδης Ἀπόδειξις δι᾿ αὐτῆς ταύτης τῆς Νέας Θρησκείας, [ ] τῆς ἐντελοῦς ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΟΣ καὶ ΕΛΛΗΝΟΣ καὶ ΕΛΛ. ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Ο χριστιανισμός, ως η εντελέστερη οικουμενική ιδεολογία του ελληνισμού, μπόρεσε να συγκροτηθεί αφού επέτυχε «νὰ μεταμορφωθῇ ριζικῶς ὁλόκληρος ἡ Ἑβραϊκὴ Ἰδέα» και να ελληνοποιηθεί η Ρώμη: Καθώς ο ελληνισμός, μαστίζεται από «τὴν ΔΙΧΟΝΟΙΑΝ καὶ τὸν ΦΘΟΝΟΝ» και κανένας από τους διαδόχους δεν κατόρθωσε «νὰ Ἀλεξανδρωθῇ», με συνέπεια «τὴν … μοιραίαν παρέμβασιν τοῦ Ρωμαίου – Ἀστυφύλακος, Χωροφύλακος τοῦ Ἑλληνισμοῦ», θα υποχρεωθεί να υλοποιήσει «τὸ ΚΟΣΜΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΝ ΟΝΕΙΡΟΝ» με «τὴν τελειωτικὴν σύστασιν τῆς ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ»· αφενός «διὰ τῆς ἁρπαγῆς, τοῦ Ρωμαϊκοῦ Στέμματος» και αφ’ ετέρου διά της προσαρτήσεως στο ελληνικό οικοδόμημα «ἑνὸς Τυχαίου, ἀλλὰ Τυχηροτάτου καὶ Εὐτυχεστάτου ΘΕΟΥ, τοῦ φωνάξαντος μόλις μᾶς εἶδε: Τώρα θὰ δοξασθῶ».
Ο Γιαννόπουλος, επειδή, στη σύνθεση ανάμεσα στην εβραϊκή αφετηρία και το ελληνοχριστιανικό οικοδόμημα, θεωρεί ως καθοριστικό (ή και αποκλειστικό) παράγοντα έναν ελληνισμό, που παρέμενε ακμαίος και χωρίς αυτόν η Νέα Θρησκεία «θὰ ἐχάνετο ἀνώνυμος εἰς τὰς ὑπονόμους της Ρώμης», «ἐὰν δὲν τὴν ἐπιάναμεν Ἐμεῖς … τίποτα δὲν μᾶς ἔδωκε, ἀλλ᾿ ἐμεῖς ἐφτιάσαμεν αὐτὴν καὶ τῆς ἐδώκαμεν τὰ πάντα».
Πάντως, παρότι πεπεισμένος για την πολιτική/εργαλειακή αποδοχή του χριστιανισμού από τον ελληνισμό, επιμένει εντούτοις στον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζει στην εδραίωση της Κοσμοκρατορίας: Η βυζαντινή αυτοκρατορία, δια μέσου, αρχικώς, της «Ἑλλαδικὴς Ἐποποιίας» και εν συνεχεία «διὰ τῆς Πανελληνίου Ἀλεξανδρινῆς», φθάνει… «τυλιγμένη ὑπὸ τὰ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΡΩΜΑΪΚΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑ εἰς τὴν τελειωτικὴν Ἑδραίωσιν τῆς Κοσμοκρατορίας».
Ενώ το ελληνικό πνεύμα δεν είχε «τίποτε νὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν Ἑβραϊσμόν», που χαρακτηριζόταν από τη στενή αποκλειστικότητά του, αντίθετα θα έχει τεράστια σημασία για τη Δύση καθώς τα «φραγκικά θηρία» θα δεχθούν «μὲ τὸ θρησκοχρυσομένο αὐτὸ χάπι τὸν Ἑλληνικόν μας Πολιτισμόν, δηλ. τὸν Ἀνθρωπισμόν».
Η ελληνική οικουμενικότητα θα επιχειρήσει το υπέρτατο «ΤΟΛΜΗΜΑ τῆς δημιουργίας Θρησκείας, ἥτις νὰ περιλάβῃ ὅλους τοὺς Λαοὺς καὶ πάντας ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς…». Πρόκειται για την ευγενέστερη ενσάρκωση «τοῦ τολμηροτέρου ΙΔΑΝΙΚΟΥ, χιλιάκις ἀνωτέρου τοῦ ἐγωϊστικοτάτου Παρθενῶνος». Ο Γιαννόπουλος, ο εραστής της Αττικής γης, της Ακροπόλεως και του Πλάτωνα, θα εκπλήξει τους συγχρόνους του, καθώς θα δει την ελληνική ιδέα… «κινήσασα ἐξ Ἀθηνῶν», να «παρθενώνεται εἰς τὴν ΣΟΦΙΑΝ τοῦ Βοσπόρου, ἀπίστευτος πραγμάτωσις Πλατωνικοῦ καὶ Παρθενωνείου ΟΝΕΙΡΟΥ».
Και «ὁ μὴ ἀκόμη Κωσταντῆς» –πριν ακόμα ο Κωνσταντίνος χριστεί χριστιανός Αυτοκράτορας– κατανόησε ότι «ἡ μόνη στερεὰ σανίδα… ἦτο ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ… ὑπνωτισμένος ἀπὸ τὰ Σταυρικὰ Λάβαρα», κατευθύνθηκε προς το πολιτικό Κέντρο της Φυλής, «ποὺ εἶνε ὁ Βόσπορος, ὅπως αἱ Ἀθῆναι εἶνε τὸ Πνευματικὸν Κέντρον». Ο ελληνισμός ως οικουμενικότητα είχε ανάγκη να περιβάλει «μὲ Φόρεμα θρησκευτικὸν πάντα ταῦτα», να δημιουργήσει «Κράτος Θρησκευτικόν… ἀπονέμον εἰς ὅλους ἀδιακρίτως τὴν Ἐλευθερίαν καὶ τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Ἰσότητα καὶ τὴν Ἀγάπην καὶ τὴν Εὐγένειαν καὶ τὸν Ἀνθρωπισμὸν καὶ τὸ Φῶς[ ], δηλαδὴ ὅλα τὰ προαιώνια διακριτικὰ χαρακτηριστικὰ τὰ ἰδικά μας, τὰ ΕΛΛΗΝΙΚΑ». Στις νέες συνθήκες του οικουμενικού κράτους, που θα ξεκινήσει από τον Μέγα Αλέξανδρο, για να μπορέσει να επιβληθεί η οικουμενική αποστολή του ελληνισμού, η διάδοση του πολιτισμικού του μηνύματος χρειαζόταν και έναν ενιαίο ιδεολογικό μανδύα: «νὰ Θρησκοποιήσωμεν, Θεοποιήσωμεν, Θεοντύσωμεν καὶ Θεοσφραγίσωμεν τὰ ἁπαξάπαντα, διὰ νὰ τοὺς δώσωμεν ὅλην τὴν βαρύτητα καὶ ἐπιβολὴν Θρησκείας.»
Ο χριστιανισμός δεν αποτελεί, λοιπόν, μια θρησκεία με εβραϊκή προέλευση, αλλά αντίθετα μπόρεσε να συγκροτηθεί ξεριζώνοντας τον εβραϊσμό: εγκολπούμενος «ἕνα ΞΕΝΟΝ ΘΕΟΝ καὶ ΘΕΟΝ ΕΒΡΑΙΟΝ», «ὅλο χολὴ κατὰ τῶν ἐπιγείων, … μισοῦντα τὴν Σάρκα, τὸ ΣΩΜΑ καὶ τὸ ΩΡΑΙΟΝ ΣΩΜΑ… μισοῦντα τὰς ἡδονὰς τῆς Ζωῆς, – τὰς ὁποίας ἐμεῖς προαιωνίως… κυνηγοῦμεν, τυφλὰ καὶ λυσσασμένα», έναν ξένο Θεό «διδάσκοντα τὴν Ἐπουράνιον Ζωήν», ενώ κανένας Έλληνας, από τη φύση του «δὲν σκοτίζεται παρὰ διὰ τὴν ἐδῶ Ζωήν, τὴν ὁποίαν ἀγκαλιάζει μὲ λατρείαν καὶ φιλεῖ καὶ δαγκώνει καὶ κατατρώγει».
Ενώ η ιουδαϊκή θρησκεία σκοπεύει «διὰ τῆς παγκοσμίου ἐρειπώσεως καὶ ἐρημώσεως νὰ κατακτήσῃ τὴν Ἐπουράνιον Βασιλείαν», αντιθέτως εμείς οι Έλληνες επιθυμούμε να «ἡμερώσωμεν τὸν Κόσμον», δεν θέλουμε να τα εγκαταλείψουμε όλα «σύξυλα διὰ νὰ πᾶμε στὸν οὐρανό, καὶ χωρὶς φτερὰ καὶ χωρὶς κανένα μέσον συγκοινωνίας, ἀεροβατικόν, οὐρανοβατικόν», να διατεινόμαστε ότι ο Κόσμος θα καταστραφεί «καὶ θὰ ἔλθη ὁ Δημιουργὸς νὰ κρίνῃ ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους καὶ μᾶς τρελλάνῃ στὸ ψήσιμο»· ένας Εβραίος Δημιουργός οργισμένος «διότι τοῦ ἔφαγαν ἕνα ψωρόμηλο ἀπὸ τὸ περιβόλι του», με «ἱστορίες Προφητῶν… ποὺ κανένα Ἑλληνόπουλο δώδεκα χρόνων δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ χωνεύσῃ».
Συναφώς, τα κηρύγματα της εβραϊκής Παλαιάς Διαθήκης βρίσκονται στον αντίποδα των βαθύτερων χαρακτηριστικών του ελληνισμού και γι’ αυτό ήταν ανάγκη να τα «ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΩΜΕΝ», να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο Έλληνα Ιησού «νὰ ἀγαπᾷ τὴν Ζωήν, τὴν Γῆν καὶ τὰς Ἡδονὰς… τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν εὐμάρειαν καὶ τὸν Πλοῦτον» και στην πραγματικότητα να τρέφει όνειρα «Ἐπιγείου Βασιλείας». Έναν Έλληνα Ιησού που να τέρπεται από «Θρησκευτικὰ θέατρα καὶ δράματα» στο εσωτερικό των εκκλησιών, «μὲ Στρατοὺς ἀγγέλων καὶ Αὐλὰς καὶ Κοινοβούλια Ἁγίων». Έναν Έλληνα Ιησού «μὲ Τριάδες καὶ Πνεύματα… Ἐπίγειον Βασιλέα». Και μόνο έτσι, εμείς οι Έλληνες, θα μπορέσουμε «νὰ πνίξωμεν ὅλην μας τὴν ἡδονικὴν λατρείαν πρὸς τόσας καλλιπαρείους καὶ καλλιβύζους καὶ καλλικώλους ἑλληνικὰς Θεάς μας» και να δεχθούμε «νὰ ἀνυψώσωμεν τὴν καλὴν καὶ ταπεινήν του Μητέρα, τὴν Μαρίαν, εἰς μοναδικῆς γλυκύτητος καὶ ἀγάπης Θεάν μας, ἀληθινὴν αὐτήν (υπογρ Γ.Κ.), ἔκτοτε ἕως τώρα δι᾿ ὅλους μας». Η χρησιμοθηρική και παγανιστική αντίληψη ενός χριστιανισμού, απλού ιδεολογικού οργάνου της ελληνικής οικουμενικότητας, θα υποχωρήσει και θα υποκλιθεί, τρομαγμένη(;) μπροστά στην Παρθένο Μαρία, τη μητέρα του Θεού, την οποία θα αναγορεύσει, μόνη αυτή σε «αληθινή θεά», σε αντίθεση με τας «καλλιπαρείους καὶ καλλιβύζους καὶ καλλικώλους ἑλληνικὰς Θεάς μας».
… ὁ διδάσκαλος τοῦ ΘΑΝΑΤΟΥ, ὁ Προφήτης τοῦ ΤΕΛΟΥΣ τοῦ Κόσμου, ὁ Ψαραδοκράτωρ τοῦ λιμανιοῦ τῆς Γενησαρέτας», γίνεται «Διδάσκαλος ΖΩΗΣ, Προφήτης ΑΡΧΗΣ Νέου Κόσμου, Βυζαντινὸς Αὐτοκράτωρ…, Σοφὸς Βασιλεὺς καὶ Πάνσοφος Πολιτικὸς Παντοκράτωρ, μὲ μίαν φυλὴν πίσω του πολεμοῦσαν διὰ τὴν ἐπιβολήν του εἰς τὸν Κόσμον, δηλαδή, ὁ Ἑβραϊκὸς ΘΑΝΑΤΙΣΜΟΣ μεταμορφωμένος πρόρριζα εἰς τὸν αἰώνιον: ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΖΩΪΣΜΟΝ.
«Τὸ πολεμούμενον Ὀρθόδοξον Ἑλλ. Ἰδανικόν…. ξανανάβει ὅλους τους Βωμοὺς τοῦ Πνεύματος στὰς Ἀθήνας, καὶ στέλλει εἰς τὴν Κωνσταντινούπολην ἕνα ΦΛΟΓΕΡΟΤΑΤΟΝ Ἑλληνικὸν ρεῦμα». Στους άμβωνες και τον πατριαρχικό θρόνο εγκαθιστά «κάτι Χρυσοστόμους καὶ κάτι Γρηγορίους», «Ρασοφορεμένους Ἠθοποιοὺς καὶ Ρήτορας…, ποὺ σὰν Ἀρχάγγελοι μὲ τὴν ρομφαίαν τοῦ Ἑλλ. Πνεύματος… κατασπαθίζουν τὴν κόκα τοῦ στυγνοῦ Ἑβραιοκαλογερισμοῦ, Ἀσκητισμοῦ, ΑΠΛΥΤΙΣΜΟΥ, ΜΟΥΧΛΙΑΣΜΟΥ».
Έτσι, ο ελληνικός λαός καθίσταται «ὄχι μόνον ἀκροατὴς τοῦ Ἑλλ. Δράματος ἐν τῷ Θρησκευτικῷ Θεάτρῳ, ἀλλὰ καὶ λαμβάνων μέρος μὲ τὰ τραγούδια του», «ἐν μέσῳ τῆς καταλάμπρου ΝΕΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ,» και νιώθει «ὅτι δὲν τοῦ στεροῦν τίποτε ἀπὸ τὴν Ζωὴν καὶ τὴν Χαρὰν καὶ τὴν Εὐμορφιὰ ποὺ εἶνε συνειθισμένος νὰ ἔχῃ καὶ νὰ λατρεύῃ». Οι «Χοροὶ τραγουδοῦν… καὶ οἱ λαμπροστόλιστοι ΝΕΟΙ ΙΕΡΕΙΣ παίζουν τὸ Θεῖον Δρᾶμα», όπως συνέβαινε στην αρχαία τραγωδία, ενώ «οἱ ΡΗΤΟΡΕΣ ἀπὸ τὸν Ἄμβωνα» εκφέρουν «τὴν ὑπερτάτην ἀπόλαυσιν παντὸς Ἕλληνος πάσης ἐποχῆς: ΤΟ ΛΟΓΟ!»· τότε μόνον, «ἀποδέχεται τελειωτικῶς τὸν Χριστιανισμὸν ὁ Ἑλλ. Λαός». «… οἱ Γρηγόριοι [ ] τραγουδοῦν, κιθαρωδοῦν, δραματουργοῦν, [ ] οἱ Χρυσόστομοι, ΠαπαΔημοσθένηδες καὶ ΠαπαΠερικλῆδες… δημαγωγοῦν τὸν Λαόν των καὶ τὸν καταμεθοῦν καὶ καταμεθοῦνται… Θα πρέπει λοιπόν να είναι κάποιος «Θεόστραβος διὰ νὰ μὴ βλέπῃ ἐπάνω ἀπὸ τὸν μεγάλον Θόλον, τὴν Πρόμαχον ΑΘΗΝΑ, τώρα μὲ τὸ Βυζαντινό της Φόρεμα, μὲ τὸ κεφάλι τοῦ Νέου Θεοῦ στὸ στῆθος, προβάλλουσαν μὲ τὸ χέρι της τὸ νέον ὅπλον τό: ΣΤΑΥΡΟ».
Υποστηρίζεται, και όχι μόνο από τους δυτικούς, ότι η «Ἑλλ. Φύσις, Πνεῦμα, Ὡραῖον καὶ Ἐμεῖς μαζύ, ἐχάθηκαν ὅλα κατὰ τοὺς Μακεδονικοὺς χρόνους». Και όμως αναδύεται [ ] «ἡ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ–ΑΘΗΝΑ… ΝΕΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ …. ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟΣ…, μὲ ὁλόκληρον τὴν Ζωγραφικήν του καὶ ὁλόκληρον τὸ παιζόμενον Θρησκευτικὸν Δρᾶμα, Σοφόκλεια δραματοποιημένον…, περιέχον ὅλας τὰς ἀρχαίας ἑορτὰς μαζύ, [ ] φέρων τὴν Πασίγνωστον γνησίαν Ἑλληνικὴν Σφραγίδα».
«Ὁ Βαρβαροφραγκόκοσμος» αντιμετωπίζει ως παρακμή τη Ρωμανία, διότι θεωρεί «ὅτι ὁ Στρατιωτισμὸς εἶνε ἡ ἀνωτάτη ἐκδήλωσις τῆς Ἀκμῆς μιᾶς Φυλῆς» ξεχνώντας πως «ὁ Ἕλλην δὲν εἶνε Στρατιώτης, παρὰ ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ μίαν στιγμήν», ενώ είναι πριν από όλα «ΑΝΘΡΩΠΟΣ»· υποστηρίζει πως οι Έλληνες παρήκμασαν «διότι ἀφήκαμεν τὴν Ρώμην νὰ ἀναλάβῃ τὰ Ἀστυνομικὰ καθήκοντα τοῦ Κόσμου». Και όμως, η ίδια η Δύση «λατρεύει τὸν Θεὸν ποὺ κατεσκευάσαμεν ἐμεῖς», και θεωρεί τη θρησκεία που της «ἐδώκαμεν», ὡς τὸ ἕνα Πανευρωπαϊκὸν ἐξανθρωπιστικὸν θεμέλιον, τῆς ἔκτοτε καὶ τῆς τώρα ὑπάρξεώς του».

«Ελληνικός ελληνισμός»
Ο αγώνας του Βυζαντίου εναντίον των «ΦραγκοΑσιανῶν Βαρβάρων» υπήρξε δραματικός, ένας μεγαλειώδης αγώνας «μεταξὺ Φωτὸς καὶ Σκότους, μεταξὺ Πνεύματος καὶ Μπαλτᾶ, μεταξὺ Ἀνθρώπου καὶ Κτήνους». Καὶ παρότι «ἡ Βυζαντινή μας περίοδος δὲν ἔφερεν εἰς πέρας οὔτε τὸ Πνευματικόν, οὔτε τὸ Πραγματικόν της Ἔργον» και είναι άγνωστο «ἐντελῶς εἰς ποῖον Τύπον θὰ κατέληγε», εντούτοις «ἐκατορθώθησαν τὰ πλεῖστα καὶ τὰ μέγιστα καὶ τὸ κυριότατον πάντων» τη διάσωση και τη μετάδοση του πολιτισμού και οι ίδιοι οι δυτικοί θα «δεχθοῦν ἀπὸ τὰ χέρια μας, [ ] ἕνα εἶδος Ἀνθρωποειδοῦς Πολιτισμοῦ, [ ] ὅπως ὁ Νεώτερος Φραγκικός …» «Ἡ Πόλις ἔπεσεν» – στερώντας τον κόσμο από τη δυνατότητα μιας σωστικής για τον παγκόσμιο πολιτισμό ελληνικής Αναγέννησης, τις δυνατότητες της οποίας εμπεριείχε το Βυζάντιο. Πρόκειται ίσως για τη διεισδυτικότερη έκφραση της ιδιοφυΐας του Γιαννόπουλου:
Ἐὰν ἡμεῖς τότε, ὑπερνικούσαμεν εἰς τὸ τέλος τὸν Τουρκικὸν Κίνδυνον, ὅπως ὑπερνικήσαμεν τὸν Φραγκικόν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡμεῖς πρῶτοι θὰ εἴμεθα ἄλλοι [ ] ἐντελῶς ἄλλη θὰ ἦτο καὶ ἡ ὄψις τοῦ Τωρινοῦ Πολιτισμοῦ. Διότι, θὰ διεμένομεν … ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Γῆς, τελειοποιοῦντες καὶ προάγοντες τὸν ἰδικόν μας Πολιτισμόν, ποδηγετοῦντες ἐμεῖς καὶ ἀνατρέφοντες ἐμεῖς καὶ παιδαγωγοῦντες καὶ χαλιναρώνοντες ἐμεῖς τὴν Εὐρώπην [ ] καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν δὲν θὰ κατεκομματιάζετο», δεν θα μπορούσε «νὰ ἀμφισβητηθῇ διὰ μίαν στιγμὴν ἡ κυρίαρχος θέσις μας εἰς τὸν Κόσμον, οὔτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ἡ Παλιοευρώπη ὅτι ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Βυζαντινοὺς ἔγινε καὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε, οὔτε ὁ τωρινὸς Πολιτισμὸς θὰ ἦτο ὅπως εἶνε, ἀλλὰ θὰ ἦτο ΕΛΛΗΝΟΕΙΔΗΣ ὅπως ὁ Ρωμαϊκός, [ ] δίδων ἄλλην μορφὴν εἰς Ἐπιστήμας, Γράμματα καὶ Τέχνας καὶ Κοινωνίαν καὶ ὁλόκληρον τὴν Ζωήν.
Στις αρχές του 1937, ο Γιώργος Σεφέρης, από το προξενείο της Κορυτσάς, πρότεινε, με επιστολή του στον Ανδρέα Καραντώνη, να προχωρήσουν σε ένα αφιέρωμα των Νέων Γραμμάτων στο έργο του Γιαννόπουλου: «Νομίζω ότι μετά το ’36 και το βιβλίο του Τσάτσου, η δράση μας για τον Παλαμά πρέπει να περιοριστεί. Λίγα λόγια όπως αρμόζει στο σεβασμό μας αλλά όχι πολεμική. Έχουμε άλλα θέματα όπου μπορούμε να προχωρήσουμε (στο κεφάλαιο της παράδοσης εννοώ). Ένα ειδικό τεύχος για τον Σικελιανό, π.χ., ή τον Γιαννόπουλο, ή κάτι ανάλογο θα ήταν χρησιμότερο»[2]. Μετά την παραίνεση του Σεφέρη και την ανάλογη του Γιώργου Κατσίμπαλη, τα Νέα Γράμματα θα πραγματοποιήσουν το αφιέρωμα-σταθμό των 300 σελίδων στον Περικλή Γιαννόπουλο ενώ, όπως αποκαλύπτει η Χρ. Ντουνιά, «Ο Σεφέρης φαίνεται ότι έχει ασχοληθεί πολύ ενεργά με το αφιέρωμα αυτό, του οποίου είναι κατά κάποιο τρόπο συν-επιμελητής, αφού στο αρχείο του, που εναπόκειται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, εντοπίζεται τρισέλιδο χειρόγραφο με διορθώσεις όπου καταγράφεται λεπτομερώς η ύλη του περιοδικού»[3]. Εξάλλου, στον ίδιο φάκελο του αρχείου βρίσκεται και ένα προσχέδιο άρθρου του ποιητή για τον Γιαννόπουλο. Επομένως, την περίοδο 1937-1938 τουλάχιστον, ο Σεφέρης ασχολείται εντατικά με τον Γιαννόπουλο και προφανώς ξαναδιαβάζει τα κείμενά του. Την ίδια χρονική στιγμή, το 1938, ο Σεφέρης στον περίφημο «Διάλογο για την ποίηση», με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, γράφει:
Από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου σκορπίζουμε τον ελληνισμό μας. Τον εσπείραμε σ’ όλο τον κόσμο, «ως μέσα στην Βακτριανή τον πήγαμεν, ως τους Ινδούς», καθώς λέει ο ποιητής. [ ] Ο ελληνισμός δουλεύτηκε, πλάστηκε, ζωογονήθηκε από ιδιοσυγκρασίες άλλοτε ελληνικές και άλλοτε όχι, ως την εποχή της Αναγέννησης· και την εποχή εκείνη, που σημειώνει το σκλάβωμα του Γένους, από ιδιοσυγκρασίες διόλου ελληνικές και που έδρασαν έξω από τις ελληνικές χώρες. Και θα ήθελα να μην ξεχνάμε πως από την εποχή εκείνη και πέρα δημιουργήθηκαν τα έργα που αποκρυσταλλώσανε τη μορφή του πράγματος που ονομάζουμε ευρωπαϊκό πολιτισμό [ ]
…Αναγέννηση δημιουργημένη από εμάς, [ ] που θα ήταν βέβαια κάτι διαφορετικό από την Αναγέννηση που έγινε από τους Ευρωπαίους, είτε χαιρόμαστε είτε θλιβόμαστε γι’ αυτό, δεν υπήρξε. Κανένας Έλληνας δεν άσκησε, την εποχή εκείνη, επίδραση αποφασιστική στα ρεύματα που ανάβρυσαν στη Δύση από την επαφή με τις ελληνικές αξίες. Κανένας –εκτός από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, παραγνωρισμένο κι αυτόν– που να μην ήταν μόνο φορέας αλλά και δημιουργός[4].
Ο Γιαννόπουλος παραμένει αδαμάντινος στην απόρριψη των δύο αντιμαχόμενων ρευμάτων που ταλανίζουν τον ελληνισμό μετά την πτώση της Πόλης, και αποτελούν τη βασική αιτία των καταστροφών και των διαψεύσεων του Γένους: τον ανατολικότροπο φονταμενταλισμό και τον δυτικοτραφή μιμητισμό. Ο Γιαννόπουλος απορρίπτει τόσο το Ανατολικό κόμμα, όσο και τη δουλοπρέπεια στο Δυτικό, αρνείται τόσο τον σκοταδισμό όσο και τον φωταδισμό.
Ἡ Πόλις ἔπεσεν.[ ]… οἱ μὲν ὑπὸ τὸν Ζυγὸν ὠνειρεύοντο καὶ ἐκοροϊδεύοντο ἐνίοτε δὲ καὶ ἐσφάζοντο ἀναμένοντες κάθε Ξένον, ὡς καὶ αὐτὸ τὸ Ξανθόν Γένος!… δηλαδὴ τὸν Μουζίκον διὰ νὰ τοὺς ἐλευθερώση!!… οἱ δὲ ἄλλοι οἱ Ἐθελονταὶ ὑπὸ τὸν Φράγκον ὑμνολογοῦντες, θυμιατίζοντες, κραβαριτίζοντες καὶ κοροϊδευόμενοι ἀπαράλλακτα καὶ αὐτοὶ οἱ δῆθεν φωταγωγημένοι.
Ο επίσκοπος Μυρέων Ματθαίος, το 1619, στο βιβλίο του «Ἑτέρα ἱστορία τῶν κατὰ τὴν Οὐγγροβλαχίαν τελεσθέντων…», αφιερώνει τους στίχους 2305-2764 στην Άλωση από όπου ήδη αναφαίνεται μια ριζικά διαφορετική ιδεολογία. Ο Ματθαίος οικτίρει τους «Έλληνες» (Ὦ πῶς ἐκαταστάθηκε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων –στ. 2360) που περιμένουν τη σωτηρία τους από τους ξένους και από τους ψευδοχρησμούς:
Οὐαὶ σ’ ἐμᾶς, ἀφέντη μου, μὲ τὴν ὀλίγην γνῶσι,
ὁπ’ ἔχομεν τὸ θάρρος μας μέσα εἰς τὴν Σπανίαν,
κ’ εἰς τὰ χοντρὰ τὰ κάτεργα πού ’ναι ’ς τὴν Βενετίαν,
νὰ ἔλθουσι μὲ τὸ σπαθὶ τὸν Τοῦρκον νὰ σκοτώσουν,
νὰ πάρουν τὸ βασίλειον κ’ ἐμᾶς νὰ μᾶς τὸ δώσουν·
Ἐλπίζομεν εἰς τοὺς χρησμούς, ’ς τὲς ψευδοπροφητεῖες,
Καὶ τὸν καιρόν μας χάνομεν ’ς τὲς ματαιολογίες,
Εἰς τὸν βορρᾶν ’ς τὸν ἄνεμον ἔχομεν τὴν ἐλπίδα,
Νὰ πάρουν ἀπὸ πάνω μας τοῦ Τούρκου τὴν παγίδα[5].
Και αυτά υπήρξαν τα εθνικά χαρακτηριστικά «της Τοτινῆς Ἀποβλακώσεως καὶ Φωτιστικὰ τῆς Πανελληνίου Τωρινῆς». Οι Έλληνες ήταν και παραμένουν «Ἀτομικῶς μὲν Διαβολεμένοι, Ἐθνικῶς δὲ Ἀποβλακωμένοι, ἀπαράλλακτα σὰν τοὺς Τωρινούς».

Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
[1] Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Ελληνισμός προσήλυτος, Αθήνα 2004· Ἰωάννης Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου καὶ Πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμός – Χριστιανισμός: Η συνάντηση των δύο κόσμων. Ἀντίθεση καὶ ἀλληλεπίδραση, Αποστολική διακονία 2008· Άρης Ζεπάτος, «Ο Ελληνισμός και χριστιανισμός είναι εχθροί;» Άρδην, τ. 66, Αύγουστος – Οκτώβριος 2008· Μαρίνα Ι. Μεσσάρη, Οι επιδράσεις του Πλωτίνου στους Χριστιανούς πατέρες, ΔΔ, Φιλοσοφική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αθήνα 2017.
[2] Γ. Σεφέρης και Αν. Καραντώνης, Αλληλογραφία 1931-1960, επιμ. Φ. Δημητρακόπουλος, Καστανιώτης, Αθήνα 1988, σ. 133.
[3] Χριστίνα Ντουνιά, «Ο Γιώργος Σεφέρης και ο φάκελος Περικλή Γιαννόπουλου» στο Αναζητήσεις και αγωνίες των Ελλήνων λογοτεχνών του Μεσοπολέμου (1918-1939),Διεθνές Συνέδριο προς τιμήν του Peter Mackridge, Καλαμάτα 18-19 Μαΐου 2017, επιμ. Ελένα Κουτριάνου και Έλλη Φιλοκύπρου. Εκδ Νεφέλη Αθήνα 2018.
[4] Γιώργος Σεφέρης, «Διάλογος πάνω στην Ποίηση», 1938, Δοκιμές, τ. 1, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974, σσ. 99-102.
[5] Γεώργιος Ζώρας, (επιμ.), Βυζαντινή Ποίησις, Βασική Βιβλιοθήκη 1, Αθήνα ά.χ., σσ. 207-208.
