Του Σπύρου Κουτρούλη

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Σεφέρης κοιμήθηκε διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Ο βασιλιάς της Ασίνης είναι ο τίτλος ενός από τα πιο γνωστά ποιήματα. Στις 10 Σεπτέμβρη 1940 συνδέει αυτά τα δύο πρόσωπα «ο βασιλιάς της Ασίνης είναι ο Μακρυγιάννης, είναι εγώ, είναι εσείς, είναι…Αλλά γιατί αρέσει σε τόσους πολλούς; Παράξενο» (Μέρες Γ΄, σελ. 237).

Το ίδιο διάστημα μελετά και δουλεύει πάνω στο Μακρυγιάννη. Από αυτή την προσπάθεια θα προκύψει η διάλεξη που θα δώσει στο Κάιρο «Ένας Έλληνας, ο Μακρυγιάννης».

Στις 15 Φεβρουαρίου 1940 σημειώνει:

«Ο Μακρυγιάννης. Σκέπτομαι να τον πάρω, ας πούμε απλοϊκά, χωρίς να μπερδευτώ σε ζητήματα έξω από το θέμα μου και που άλλοι μπορούν (το έκαμε κιόλας ο Βλαχογιάννης) καλύτερα να μελετήσουν. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να παρουσιάσουν το έργο ενός ανθρώπου, το σημάδι που μας άφησε εκεί που τόσοι άλλοι έγραψαν με τη κιμωλία, τη λαλιά του. Έτσι θα μου είναι ολωσδιόλου αδιάφορο αν η ιστορική του μαρτυρία είναι σωστή, αν ο ίδιος είναι ή όχι μεροληπτικός. Η ειλικρίνεια του έργου, αυτής της γραφής, είναι το σπουδαίο. Η ολοκήρωσή της. Αξίζει τον κόπο. Όταν σκέπτομαι συγχρόνους του, όπως ο Σολωμός ή ο Κάλβος και τα αποσπασματικά τους έργα, όταν σκέπτομαι τα έργα των σύγχρονων Ελλήνων τόσο κομματιασμένα και τόσο χαλασμένα, τονε βλέπω σαν ένα φαινόμενο μοναδικό. Ωστόσο κανείς δεν κοίταξε αυτό το έργο σαν έργο ψυχής. Ίσως γιατί ο ίδιος ο Μακρυγιάννης δε λογάριασε ποτέ τον εαυτό του σαν στοχαστή ή σαν καλαμαρά αλλά σαν έναν αγράμματο άνθρωπο με τις καθημερινές ασχολίες που η μοίρα του είχε δώσει. Δεν τον καταδεχτήκαμε. Εξαίρετο παράδειγμα της εκπαιδεύσεως που καταστρέφει την πραγματική μόρφωση» (ό.π. σελ. 170, 171).

Κυριακή 20 Αυγούστου 1939 στην Αθήνα γράφει:

Μνήμη του Μακρυγιάννη

Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις

μες στην κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,

οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνονται

καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.

“Γνωρίζετε αδελφοί: ότι ο Αδάμ και η Εύα

είναι η αρχή εξ ης το το ανθρώπινον γένος κατάγεται…”

κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,

κι ο Μακρυγιάννης σάπιος απ’ τις πληγές

δυό στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι

το χέρι χωρίς κόκκαλα και σίδερα στη γαστέρα

για να κρατιούνται τ’ άντερα-

γεμάτος όνειρα σαν τα μεγάλο δέντρο

γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μκρυγιάννης;

με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,

ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;

Ήταν ένας άντρας από δω

γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκίνο

κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα,

κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.

Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, η άσφαλτο λιώνει

τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν

κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα-

Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις

έξι μήνες φυλακισμένους σε δυό δρασκελιές κάμαρη

και σκούζω νύχτα-μερ’ απ’ τις πληγές μου,

Τούτο γινότανε στις δεκατρείς

τουτ’νού του του μήνα (Αύγουστος 1852).

Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές

έκανε την κατ’ οίκον έρευνα χωρίς ν’ αφήσει τίποτε

κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)

κι ο άλλο κοντός κι αρχάριος

ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι

ποιός ήταν ο καλόγερος που χάρισε

του στρατηγού το κομπολόι,

τόσο ασυνήθιστο μακρύ.

Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος

πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς

στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους” (ό.π. σελ. 127, 128).

​​

Ετικέττες:

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek