από το Άρδην τ. 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2005

Η νέα τούτη πορεία του ελληνισμού αρχίζει να διαγράφεται καθαρά από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, για να διαρκέσει περνώντας από διάφορα στάδια ως τις αρχές του 19ου αιώνα.

Η αριστοκρατία των μεγάλων γαιοκτημόνων, στο τέλος του 11ου αιώνα, έχει κερδίσει την οριστική της μάχη, και με τις αποκεντρωτικές της τάσεις απειλεί την ενότητα του κράτους. Οι εξωτερικοί εχθροί στα Βαλκάνια, στην Ανατολή και στη Δύση, επιτίθενται από παντού. Η σύγκρουση με το δυτικό κόσμο, σύγκρουση οικονομική, πολιτική και ιδεολογική, οξύνεται και γίνεται οριστική με το σχίσμα του 1054. Η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στην Ανατολή παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Τέλος, η στρατιωτική σύγκρουση των δύο κόσμων θα καταλήξει στη διάλυση της Αυτοκρατορίας στα 1204. Στην ίδια αυτή περίοδο, ανάμεσα στα 1040 περίπου και 1200, οι διάφοροι μη ελληνικοί λαοί που έμεναν ως τα τώρα υποταγμένοι στην Αυτοκρατορία, Αρμένιοι, Ίβηρες στην Ανατολή, Σέρβοι και Βούλγαροι στα Βαλκάνια, αρχίζουν να αποχωρίζονται ο ένας μετά τον άλλον και να ιδρύουν ανεξάρτητους πολιτικούς σχηματισμούς με πυρήνες εθνικούς, που τείνουν διαρκώς να εξελιχθούν σε πραγματικά εθνικά κράτη. Το κύριο συστατικό στοιχείο της Αυτοκρατορίας μένει ο ελληνισμός που, απομονωμένος και περικυκλωμένος από εχθρικούς πλέον λαούς-εθνότητες, αρχίζει να αποκτά βαθύτερη συνείδηση του εαυτού του σαν ιδιαίτερη πολιτική και πολιτισμική οντότητα.

Η ελληνική ιδέα προβάλλεται ολοένα και εντονότερα από τους λογίους. Η ελληνική παιδεία, που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται από πριν, παρουσιάζεται τώρα στους σημαντικότερους συγγραφείς σαν προγονική κληρονομιά, για την οποία είναι υπερήφανοι. Το όνομα «Έλλην» αρχίζει να ξαναπαίρνει το διπλό του, πολιτισμικό και εθνολογικό, περιεχόμενο. «Έλλην» είναι όποιος μετέχει ελληνικής παιδείας και έχει ελληνική καταγωγή. Την αντίθεση «Έλλην-χριστιανός» την αντικαθιστά, για άλλη μια φορά, η αντίθεση «Έλλην-βάρβαρος».

Η Άννα Κομνηνή, που σεμνύνεται για την ελληνική της παιδεία, μιλώντας για τη Σχολή της Κωνσταντινούπολης, γράφει:

«Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα».

Για τον Νικήτα Χωνιάτη οι «Ρωμαίοι» υπήκοοι της Αυτοκρατορίας είναι Έλληνες. έτσι, σταματώντας την Ιστορία του με την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους, που τους θεωρεί βαρβάρους, δηλώνει ότι αρνείται να συνεχίσει το έργο του, γιατί:

«Πώς αν είην εγώ το βέλτιστον χρήμα, την ιστορίαν, το κάλλιστον εύρημα των Ελλήνων, βαρβαρικαίς καθ’ Ελλήνων πράξεσι χαριζόμενος».

Άλλωστε, η επαφή με την ελληνική παιδεία γίνεται τώρα ουσιαστικότερη. Οι διανοητές του Βυζαντίου προσπαθούνε, πέρα από την απλή μίμηση της ελληνικής έκφρασης, να αφομοιώσουν την ελληνική σκέψη. Τέτοια ήταν ή προσπάθεια του Ψελλού, του Ιταλού και των μαθητών τους, που αρχίζουν, έστω και δειλά, να αντιμετωπίζουν την εξέταση των μεταφυσικών προβλημάτων, με βάση τον ανθρώπινο λόγο. Την ίδια περίοδο έχουμε επίσης τις πρώτες ενδείξεις κάποιας γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στον επίσημο και στο λαϊκό πολιτισμό. Ο Ψελλός ασχολείται με τις παροιμίες. για πρώτη φορά η λαϊκή γλώσσα αρχίζει να χρησιμοποιείται σε μεγαλύτερη έκταση από τους λογίους με εκπρεπή παραδείγματα τα στιχουργήματα του Πτωχοπροδρόμου και, ίσως, την παλαιότερη σύνθεση της Ακριτηίδας.

Οι ιδεολογικές αυτές κατευθύνσεις θα ξεκαθαριστούν περισσότερο στους αιώνες που ακολουθούν, με την ανάπτυξη ενός ισχυρού πατριωτικού αισθήματος στους πολύπλευρους αγώνες του ελληνισμού, που για πρώτη φορά θα πάρει εθνικό ελληνικό περιεχόμενο. Γιατί ο ελληνισμός δεν παλεύει μόνο εναντίον ξένων προς την Αυτοκρατορία στοιχείων, των Φράγκων και των Τούρκων, αλλά και εναντίον λαών, όπως οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, που είχαν θεωρηθεί επί αιώνες σαν αναπόσπαστα τμήματα της Αυτοκρατορίας.

Τα διάφορα ελληνικά πολιτικά συγκροτήματα που δημιουργήθηκαν ύστερ’ από την διάλυση της Αυτοκρατορίας, το βασίλειο της Νικαίας, το δεσποτάτο της Ηπείρου, αργότερα το δεσποτάτο του Μορέως, παίρνουν όλο και σαφέστερα εθνικό χαρακτήρα, όπως φαίνεται απ’ την εσωτερική τους δομή. Ιδιαίτερης σημασίας φαίνεται το γεγονός ότι τα κρατίδια αυτά επιχείρησαν να στηριχθούν, σε αντίθεση με την Αυτοκρατορία των Κομνηνών, σε ντόπιες εθνικές δυνάμεις. Οι βασιλείς της Νικαίας προσπάθησαν να εφαρμόσουν μια πολιτική ρυθμιστική των αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων, να αναπτύξουν την ντόπια οικονομία και να την ανεξαρτητοποιήσουν από τη Δύση, να ανακουφίσουν τις μεσαίες και λαϊκές τάξεις και να πετύχουν έτσι στο κράτος αυτό μια πραγματική εθνική συνοχή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το κράτος αυτό πρώτο ονομάστηκε από τους σύγχρονους «Ελληνίς επικράτεια», «ελληνικόν», «Ελλάς», «ελληνίς γη» και ότι οι κάτοικοί του, με επικεφαλής τους ίδιους τους αυτοκράτορες, έχουν τη συνείδηση ότι ανήκουν στο «γένος των Ελλήνων».

Η πρόσκαιρη ανασύσταση της Αυτοκρατορίας με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης δε διέκοψε τη διαδικασία της εθνικής συνειδητοποίησης. Η προσπάθεια του Μιχαήλ Παλαιολόγου να ξαναδώσει στο κράτος του τον παλιό του οικουμενικό χαρακτήρα, χωρίς πλέον ανταπόκριση με την πραγματικότητα, αποτυχαίνει τελικά.
Εσωτερικά, η μεγάλη αριστοκρατία της γης έχει κατορθώσει να οικειοποιηθεί, με την επέκταση του συστήματος των προνοιών-οικονομιών που γίνονται κληρονομικές, το μεγαλύτερο μέρος της γης και των δημοσίων εσόδων. Επιπλέον, η αριστοκρατία αυτή, συνδυάζοντας την ανάληψη των ανωτάτων διοικητικών θέσεων σε διάφορες επαρχίες με την απόκτηση και κυριότητα ή κατά πρόνοια-οικονομία προνομιακών γαιών στις ίδιες αυτές επαρχίες, ανεξαρτητοποιείται όλο και περισσότερο από την κεντρική εξουσία. Είναι η πρώτη φορά που συγκεντρώνονται σε μεγάλη έκταση στο ίδιο πρόσωπο και στην ίδια περιοχή δικαιοδοσίες δημοσίου δικαίου και δικαιώματα έγγειας ιδιοκτησίας ιδιωτικού δικαίου.

Η αποκεντρωτική αυτή κίνηση διευκολύνεται από τις ξένες κατακτήσεις που απομονώνουν ολόκληρα τμήματα του κράτους και επιβάλλουν ένα είδος συλλογικής αυτοκρατορικής διοίκησης, που στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με πλήρη πολιτική διάσπαση και με την εκμηδένιση της κεντρικής εξουσίας.

Η εσωτερική διάλυση δεν επιτρέπει στο κράτος των Παλαιολόγων ν’ αντιμετωπίσει τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των βαλκανικών λαών και των Τούρκων.

Από το τέλος του 13ου αιώνα ο ελληνισμός βρίσκεται πολιτικά κατακερματισμένος. ένα μέρος του βρίσκεται κάτω από την ξένη κυριαρχία, το υπόλοιπο τμήμα που βρίσκεται κάτω από την ελληνική διοίκηση κατανέμεται ανάμεσα στο κράτος της Κωνσταντινούπολης και στους διαφόρους τοπάρχες της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου και στο κράτος της Τραπεζούντος. Η Κωνσταντινούπολη παύει ν’ αποτελεί το μοναδικό κέντρο του ελληνισμού. Νέα πολιτικά κέντρα δημιουργούνται ή αναπτύσσονται: η Θεσσαλονίκη, τα Γιάννινα, η Άρτα, ο Μυστράς. Στους αποκεντρωμένους αυτούς πολιτικούς σχηματισμούς εμφανίζονται ορισμένες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις που έχουν αποφασιστική σημασία για την εξέλιξη του ελληνισμού. Το σημαντικότερο, ίσως, από την άποψη τούτη γεγονός είναι η ανάπτυξη μιας μέσης τάξης εμπόρων και επιχειρηματιών που επωφελείται από την οικονομική δραστηριότητα των Ιταλών εμπόρων στα Βαλκάνια και στην Ανατολή. Βέβαια, το μεγάλο εξωτερικό εμπόριο βρίσκεται στα χέρια των ξένων, οι ντόπιοι όμως συμμετέχουν κατά ένα ποσοστό στην οικονομική αυτή κίνηση κρατώντας στα χέρια τους τις εσωτερικές αγορές και συνεργάζονται σαν ενδιάμεσοι με τους ξένους, με τους οποίους συγχρόνως βρίσκονται σε συνεχή ανταγωνισμό. Στην οικονομική αυτή δραστηριότητα μετέχει, άλλωστε, κι ένα μέρος της αριστοκρατίας της γης, είτε γιατί έχει στα χέρια της την ντόπια παραγωγή είτε γιατί συμμετέχει έμμεσα στις επιχειρήσεις των ξένων. Δημιουργείται έτσι μια ανάμεικτη κοινωνική τάξη πλουσίων πολιτών που έρχεται σε αμεσότερη επαφή με τις πιο αναπτυγμένες μορφές της οικονομίας των ιταλικών πόλεων, επηρεάζεται επίσης από τις πολιτικές τους ιδέες κι αρχίζει να προβάλλει, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, αξιώσεις συμμετοχής στην πολιτική ζωή και, εν μέρει, πετυχαίνει το σκοπό της. Αυτό το νόημα έχουν τα οικονομικά και διοικητικά προνόμια που επιτυχαίνουν τα κοινά της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων ή οι πολίτες της Μονεμβασίας. Σε μερικά μάλιστα αστικά κέντρα, όπως η Θεσσαλονίκη, η Αδριανούπολη κι άλλες πόλεις της Θράκης, η μέση αυτή τάξη, με την υποστήριξη των βιοτεχνών και των λαϊκότερων κοινωνικών στοιχείων, εμφανίζει τέτοια πολιτική οργάνωση, ώστε μπορεί ν’ αμφισβητεί με πραγματικές εξεγέρσεις την εξουσία από την αριστοκρατία της γης, σε περιόδους πολιτικών κρίσεων, όπως κατά την περίοδο των δυναστικών ερίδων ανάμεσα στον Ανδρόνικο Β’ και στον Ανδρόνικο Γ’, ανάμεσα στον Ιωάννη Καντακουζηνό και στον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο.

Η ανάμεικτη αυτή τάξη, που βρίσκεται σε οικονομικό συναγωνισμό με τους ξένους, σε αντίθεση με την παραδοσιακή προνομιούχα αριστοκρατία της γης, γίνεται, μαζί με τα λαϊκότερα κοινωνικά στρώματα, το κύριο κοινωνικό βάθρο για την ανάπτυξη της εθνικής ιδέας.

Η πολιτική στάση των στρωμάτων αυτών είναι ενδεικτική: οι επαναστάτες της Θεσσαλονίκης και των θρακικών πόλεων υποστηρίζουν το νόμιμο αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο εναντίον του Ιωάννη Καντακουζηνού, αντιπροσώπου της μεγάλης αριστοκρατίας. Οι ίδιοι θ’ αντισταθούν στους Σέρβους που απειλούν τη Θεσσαλονίκη. Οι ίδιες αυτές μεσαίες και λαϊκές τάξεις των πόλεων θ’ αντισταθούνε στην Ήπειρο στις χωριστικές τάσεις των ηπειρωτών τοπαρχών και θα επιβάλουν την προσχώρηση των ηπειρωτικών πόλεων στη νόμιμη εξουσία της Κωνσταντινούπολης. Η λαϊκή αντίδραση στην Πελοπόννησο ανάγκασε το δεσπότη Θεόδωρο να ματαιώσει το σχέδιό του της παραχώρησης της Πελοποννήσου στο Τάγμα των Ιπποτών της Ρόδου. Από την ελληνική τούτη γωνιά άλλωστε επιχειρείται, στα πρόθυρα της οριστικής πτώσης της Αυτοκρατορίας, η σπουδαιότερη προσπάθεια, με τους αγώνες του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, της απελευθέρωσης και της συγκέντρωσης του ελληνισμού σε ένα ενιαίο εθνικό κράτος, του οποίου ο Γεμιστός θα διατυπώσει την πρώτη θεωρία.

Σε τέτοιες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες προσπαθεί να προσαρμοστεί, πάντα όπως συνήθως με κάποια απόσταση, η ελληνική ιδεολογία. Η αναφορά των διανοουμένων της εποχής στην αρχαία Ελλάδα, η μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και η ουσιαστικότερη επαφή μαζί του γενικεύεται και οδηγεί σε τολμηρές για την εποχή πνευματικές συνθέσεις. Η ελληνική ιδέα κατακτά συνεχώς έδαφος, ακόμη και στους συντηρητικούς κύκλους, και καταλήγει να γίνει κοινό στοιχείο στη συνείδηση των αντιπάλων πολιτικών και πνευματικών ομάδων της εποχής: στους οπαδούς της ησυχίας, υπέρμαχους της ορθόδοξης παράδοσης, ή στους ανανεωτές με τις ορθολογιστικές τάσεις, στους ενωτικούς, που θεωρούν την ένωση με τη Δυτική Εκκλησία σαν το μόνο μέσο σωτηρίας του ελληνισμού από την τουρκική απειλή ή τους ανθενωτικούς, που ταύτιζαν την κυνική ιδέα με την ορθοδοξία.

Ο λαός των περιοχών που αποτελούν τη βυζαντινή επικράτεια είναι στη συνείδηση της εποχής ο ελληνικός λαός, που η πολιτισμική και φυλετική του συνέχεια δεν τίθεται σε αμφισβήτηση.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ονομάζεται τώρα από πολλούς Ελλάς. Οι μαρτυρίες αφθονούν και προέρχονται από παντού, πράγμα που δείχνει ότι η αντίληψη αυτή είναι τώρα γενική και δεν αντίκειται πλέον στη χριστιανική ιδεολογία. Είναι πασίγνωστη η αποστροφή του Γεμιστού προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο:

«Εσμέν γαρ νυν, ών ηγείσθε τε και βασιλεύετε, Έλληνες το γένος, ως ή τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»,

η ταύτιση του Βυζαντίου με την αρχαία Ελλάδα που επιχειρεί ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ή ο χαρακτηρισμός της Κωνσταντινούπολης από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο σαν «καταφύγιο» των χριστιανών, «ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων», ή ακόμα η έκφραση του Μάρκου του Ευγενικού «κορυφή μεν γαρ της καθ’ ημάς οικουμένης η Ελλάς, οφθαλμός δε η του Πέλοπος».

Στις μαρτυρίες αυτές μπορούν να προστεθούν άλλες παλαιότερες. Ο Θεόδωρος Μετοχίτης γράφει για τους συμπατριώτες του: «Εκείνων τοίνυν γένος μεν το αρχήθεν ήσαν και πατέρες Έλληνες».

Ο Καβάσιλας χρησιμοποιεί στους λόγους του εκφράσεις όπως «το κοινόν του γένους των Ελλήνων», το «κοινόν τούτο πάσης Ελλάδος», ή ακόμη «πάνυ γαρ αν καλώς την Ελλάδα πράξαι του Χριστού παρελθόντος». και τέτοια παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν.

Ολόκληρη η πνευματική κίνηση και καλλιτεχνική παραγωγή του Βυζαντίου στην τελευταία περίοδο της ιστορίας του φανερώνει την ανασύνδεση των συγχρόνων με την ελληνική παράδοση. Ο ελληνικός χαρακτήρας εμφανίζεται καθαρότερα στην τέχνη που, πλουτισμένη με ζωντανά λαϊκά στοιχεία, δημιουργεί μορφές ελεύθερες που θυμίζουν ελληνικά και ελληνιστικά πρότυπα. Η λαϊκή γλώσσα αρχίζει να υψώνεται σε λογοτεχνική γλώσσα, να χρησιμοποιείται σε ευρύτερη κλίμακα από τους λογίους, με αξιόλογα επιτεύγματα που δεν απευθύνονται μόνο στα λαϊκά στρώματα αλλά και στους αυλικούς κύκλους.

Αν η πολιτική, πολιτισμική και εθνολογική πραγματικότητα επιτρέπει ή επιβάλλει στον ιστορικό να χαρακτηρίσει τους ελληνικούς πολιτικούς σχηματισμούς του 14ου και του 15ου αιώνα σαν τους πρώτους πυρήνες ελληνικού εθνικού κράτους. αν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι το στοιχείο που επικρατεί πλέον στη συνείδηση της εποχής είναι η ελληνικότητα των περιοχών που αποτελούν το σύνολο της βυζαντινής επικράτειας. αν στην πραγματικότητα ο ελληνικός λαός συμπεριφέρεται πλέον σαν έθνος, η εθνική ιδεολογία είχε ακόμη να διανύσει ένα μακρύ δρόμο ώσπου να φτάσει σε μια επαρκή καθαρότητα.

Η ρωμαϊκή ιδέα, βέβαια, υποχωρεί. Ο άγνωστος στιχοπλόκος του Χρονικού του Μορέως ξέρει ότι οι σύγχρονοί του Βυζαντινοί «Έλληνες είχαν το όνομα» και ότι «από τη Ρώμη επήρασι το όνομα των Ρωμαίων». Μερικοί από τους σύγχρονους θα πάψουν να δίνουν το όνομα «Ρωμαίος» στους Βυζαντινούς και θα το χρησιμοποιούν κυρίως για τους δυτικούς καθολικούς. Σε άλλους το όνομα «Ρωμαίος» κρατάει ακόμη το πολιτικό, αν όχι το εθνολογικό του, περιεχόμενο. Ο δισταγμός του Καντακουζηνού στη χρήση των όρων είναι χαρακτηριστικός. Άλλοτε με τον όρο «Έλληνες» εννοεί τους κατοίκους των έξω από την Αυτοκρατορία ελληνικών κρατιδίων άλλοτε, μιλώντας στους στρατιώτες του, τους αποκαλεί «απογόνους των πάλαι Ρωμαίων», άλλοτε, τέλος, τους προσφωνεί «άνδρες Ρωμαίοι, μάλλον δε και Έλληνες και βάρβαροι πάντες».

Ακόμη, όσοι δεν μπορούν εύκολα να εγκαταλείψουν την έννοια της ρωμαϊκότητας, αισθάνονται την ανάγκη να καταλήξουν σ’ ένα συμβιβασμό. Γι’ αυτούς οι Βυζαντινοί είναι απόγονοι των Ρωμαίων και των Ελλήνων, ανάμειξη των δύο επίσημων γενών της αρχαιότητας, απ’ όπου προέρχεται το γένος των «Ρωμαιοελλήνων».

Σαν απάντηση στις θεωρίες αυτές έρχεται το ιστορικό διάγραμμα στον πρόλογο της Ιστορίας του Χαλκοκονδύλη, όπου πρώτος, ίσως, αυτός εκφράζει με ενάργεια την ιδέα της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού και τονίζει το ιστορικό και πολιτικό συνάμα λάθος του λαού αυτού και των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου που, περιφρονώντας την ελληνική τους υπόσταση, προτίμησαν τον τίτλο των Ρωμαίων:

«Έλληνας τε το από τούδε Ρωμαίοις αυτού επιμιγνύντας, γλώτταν μεν και ήθη δια τω πολλω πλείονας Ρωμαίων Έλληνας αυτού επικρατείν, δια τέλους φυλάξαι, τούνομα μέντοι, μηκέτι κατά το πάτριον καλουμένου, αλλάξασθαι, και τους γε βασιλείς Βυζαντίου, επί το σφας αυτούς, Ρωμαίων βασιλείς τε και αυτοκράτορες σεμνύνεσθαι αποκαλείν, Ελλήνων δε βασιλείς ουκέτι ουδαμή αξιούν».

Αυτά για ν’ αποδείξει «ως δη ουκ ορθώς τα γε εις βασιλείαν και εις τούνομα αυτών προσηγόρευτο τούτοις».

Η ελληνική εθνική ιδεολογία απομακρύνεται βέβαια από τη ρωμαϊκή ιδέα, κρατά όμως ακόμα ζωντανή την ιδέα της Αυτοκρατορίας, που στα χρόνια της τουρκικής κατάκτησης θα συγχωνευθεί με την ιδέα της ορθοδοξίας.
Και θα χρειαστούν μερικοί ακόμα αιώνες, νέες οικονομικές, κοινωνικές, και πολιτικές ανακατατάξεις, νέοι αγώνες, κοινωνικοί και εθνικοί, που θα προκαλέσουν τις διεργασίες εκείνες που θα διαφοροποιήσουν την εθνική ιδέα από το αυτοκρατορικό ή θρησκευτικό ιδεολογικό περίγυρο, θα την εντάξουν στην αρχή των εθνικοτήτων που διατρέχει την Ευρώπη ολόκληρη το 18ο και το 19ο αιώνα και θα της δώσουν την ιστορική καινούρια της έκφραση και καθαρότητα.

Βρισκόμαστε, βέβαια, εδώ μπροστά στο κεντρικό πρόβλημα μιας νέας μεγάλης περιόδου της ελληνικής ιστορίας, που ξεπερνά τα σύνορα της σημερινής ομιλίας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Σβορώνου, Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σελ. 154-161.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek