Η περίπτωση των Χούθι αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ασύμμετρη ισχύς, η γεωγραφία και οι εξωτερικές συμμαχίες μπορούν να διευρύνουν δραστικά την επιρροή ενός μη κρατικού δρώντα.
του Διονύση Τσιριγώτη από την huffingtonpost.gr
Οι Χούθι, επισήμως Ansar Allah («Υποστηρικτές του Θεού»), συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους μη κρατικούς δρώντες της Μέσης Ανατολής. Η ανάδειξή τους συνδέεται με την ιρανική επιρροή, αλλά οι ιστορικές και πολιτικές της αφετηρίες βρίσκονται πρωτίστως στο εσωτερικό της Υεμένης. Το κίνημα αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 στους κόλπους της ζαϊντικής σιιτικής κοινότητας του βορρά, αρχικά με θρησκευτικό και κοινωνικό προσανατολισμό, σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής περιθωριοποίησης. Η σταδιακή όξυνση της αντιπαράθεσης με την κεντρική κυβέρνηση οδήγησε σε διαδοχικές ένοπλες συγκρούσεις, ενώ η κατάληψη της Σαναά το 2014 σηματοδότησε τη μετάβαση από περιφερειακό κίνημα αμφισβήτησης σε πολιτικοστρατιωτική δύναμη με χαρακτηριστικά de facto κρατικής εξουσίας.
Η σημερινή φυσιογνωμία του Ansar Allah αντανακλά αυτόν τον μετασχηματισμό. Οι Χούθι δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως ένοπλη οργάνωση, αλλά ασκούν διοίκηση σε τμήμα της υεμενίτικης επικράτειας μέσω θεσμών ασφαλείας, φορολογικών μηχανισμών και δικτύων κοινωνικής και πολιτικής κινητοποίησης. Η εσωτερική αυτή υποδομή ενισχύει την οργανωτική τους συνοχή και εξηγεί σε σημαντικό βαθμό την ανθεκτικότητα που επέδειξαν απέναντι στην πολυετή στρατιωτική πίεση της Σαουδικής Αραβίας και των συμμάχων της.
Η σχέση με το Ιράν υπήρξε καθοριστική για την ποιοτική αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων τους. Η Τεχεράνη έχει προσφέρει πολιτική, τεχνολογική και στρατιωτική υποστήριξη, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη οπλοστασίου που περιλαμβάνει βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα προσβολής θαλάσσιων στόχων. Η συνεργασία αυτή εντάσσει τους Χούθι στον ευρύτερο «Άξονα της Αντίστασης» και διευρύνει σημαντικά την επιχειρησιακή τους εμβέλεια. Η ταύτισή τους, ωστόσο, με έναν απλό ιρανικό πληρεξούσιο παραβλέπει την αυτοτελή ηγεσία, την εγχώρια κοινωνική βάση και τους ιδιαίτερους υεμενίτικους στόχους του κινήματος. Η στρατηγική σύγκλιση με την Τεχεράνη συνυπάρχει με ουσιαστικό βαθμό πολιτικής και επιχειρησιακής αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή αποτυπώνεται ευκρινέστερα στην αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία. Από το 2015, το Ριάντ ηγήθηκε στρατιωτικής επέμβασης υπέρ της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης, επιδιώκοντας να περιορίσει την επέκταση των Χούθι. Η εκεχειρία του 2022 μείωσε αισθητά την ένταση, χωρίς να επιφέρει συνολική πολιτική διευθέτηση. Ζητήματα όπως η λειτουργία λιμένων και αεροδρομίων, η πρόσβαση στα ενεργειακά έσοδα και η μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων παρέμειναν συνδεδεμένα με τον πυρήνα της σύγκρουσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι πυραυλικές επιθέσεις και τα μη επανδρωμένα συστήματα λειτουργούν ως μέσα ασύμμετρου καταναγκασμού, μεταφέροντας μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού κόστους στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική θέση των Χούθι.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά στο σημείο αυτό η γεωγραφία. Η δυτική Υεμένη βρίσκεται δίπλα στο Bab al-Mandab, το στρατηγικό στενό που συνδέει τον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα και, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, με τη Μεσόγειο. Η δυνατότητα προσβολής εμπορικών και στρατιωτικών πλοίων στην περιοχή προσδίδει στους Χούθι επιρροή που υπερβαίνει τα όρια της υεμενίτικης σύγκρουσης. Η γεωγραφική θέση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, καθώς επιτρέπει σε έναν μη κρατικό δρώντα με συγκριτικά περιορισμένους πόρους να επηρεάζει διεθνείς εμπορικές διαδρομές, ενεργειακές ροές και τους στρατηγικούς υπολογισμούς ισχυρότερων κρατών.
Η περιφερειακή αυτή διάσταση ενισχύθηκε μετά το 2023, όταν οι Χούθι συνέδεσαν τις επιχειρήσεις τους στην Ερυθρά Θάλασσα και τις εκτοξεύσεις προς το Ισραήλ με τον πόλεμο στη Γάζα. Η Υεμένη ενσωματώθηκε έτσι περισσότερο στην ευρύτερη αντιπαράθεση που διατρέχει τη Μέση Ανατολή. Στο σημερινό περιβάλλον σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, το Ansar Allah έχει τη δυνατότητα να ασκεί πίεση σε διαφορετικές κατευθύνσεις: προς τη Σαουδική Αραβία μέσω πληγμάτων μεγάλης ακτίνας, προς το Ισραήλ μέσω πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων και προς τη διεθνή οικονομία μέσω της απειλής κατά της ναυσιπλοΐας.
Οι επιδιώξεις των Χούθι συγκροτούν έτσι ένα πλέγμα εσωτερικών και περιφερειακών στόχων. Στην Υεμένη επιδιώκουν την εδραίωση της πολιτικοστρατιωτικής κυριαρχίας τους και την πρόσβαση σε πόρους που θα καταστήσουν βιώσιμη τη διοίκησή τους. Απέναντι στη Σαουδική Αραβία επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα επίπεδο αποτροπής που θα περιορίζει τα περιθώρια νέας στρατιωτικής επέμβασης και θα βελτιώνει τους όρους μιας μελλοντικής πολιτικής διευθέτησης. Σε περιφερειακό επίπεδο, η συμμετοχή στην αντιπαράθεση με το Ισραήλ και η ένταξη στον «Άξονα της Αντίστασης» ενισχύουν την πολιτική τους προβολή και προσδίδουν στο κίνημα εμβέλεια πέρα από την υεμενίτικη επικράτεια.
Συνεπακόλουθα η στρατηγική βαρύτητα των Χούθι δεν αποτυπώνεται επαρκώς σε συμβατικούς δείκτες, όπως ο αριθμός των μαχητών ή το μέγεθος του οπλοστασίου τους. Απορρέει κυρίως από τη συνδυαστική αξιοποίηση εδαφικού ελέγχου, διοικητικής ανθεκτικότητας, όπλων μεγάλης ακτίνας, ιρανικής υποστήριξης και γεωγραφικής θέσης. Αυτή η σύνθεση επιτρέπει στο Ansar Allah να παράγει πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος δυσανάλογο προς τους διαθέσιμους υλικούς πόρους του.
Η εξέλιξη των Χούθι από ζαϊντικό κίνημα της βόρειας Υεμένης σε περιφερειακό πολιτικοστρατιωτικό δρώντα αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταβολή στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Μέσης Ανατολής. Η συνεργασία με το Ιράν παραμένει θεμελιώδης παράμετρος της ισχύος τους, χωρίς να αναιρεί τις εγχώριες ρίζες και την αυτοτελή στρατηγική τους. Η δυνατότητα σύνδεσης της εσωτερικής σύγκρουσης με τη σαουδαραβική ασφάλεια, την αντιπαράθεση με το Ισραήλ και τον έλεγχο μιας κρίσιμης θαλάσσιας αρτηρίας έχει μετατρέψει το Ansar Allah σε παράγοντα περιφερειακής σημασίας. Εν κατακλείδι, η περίπτωση των Χούθι αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ασύμμετρη ισχύς, η γεωγραφία και οι εξωτερικές συμμαχίες μπορούν να διευρύνουν δραστικά την επιρροή ενός μη κρατικού δρώντα.
*Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
