Αγανακτισμένοι, Άρδην τ. 80-89, Άρδην τ.86, Αφιερώματα

Στις πλατείες της αγανάκτησης

Το ελληνικό κίνημα των πλατειών μπροστά σε νέα καθήκοντα

της Σύνταξης

Άρδην τ. 86 (Ιούνιος – Αύγουστος 2011)

Η έκρηξη του κινήματος των ελληνικών πλατειών αναπόφευκτα πυροδότησε μια συζήτηση για το πως μπορεί να «μεταφραστεί» η κοινωνική τους δυναμική σε πολιτική δύναμική ικανή να ανατρέψει το επικίνδυνο πλέον για την Ελλάδα και τους Έλληνες, καθεστώς της ύστερης μεταπολίτευσης.

Όταν βλέπει κανείς ένα κομμάτι του ελληνικού λαού να αμφισβητεί μαζικά τον ρόλο του παθητικού θεατή, στον οποίο τον είχε εγκλωβίσει η όψιμη κομματοκρατική μεταπολίτευση, να κατεβαίνει στις πλατείες και να διεκδικεί – όχι μόνο να «αγανακτεί», αλλά και να συμμετέχει σε δομές αυτο-οργάνωσης και άμεσης δημοκρατίας – αντιλαμβάνεται ότι κάτι βαθύτερο έχει συντελεστεί στην κοινωνία.

Δυστυχώς, μέχρι τώρα, η συζήτηση, μόλο που ως αντικείμενό της έχει το νέο που γεννήθηκε και τις δυνατότητές του, διεξάγεται με τον τρόπο του «παλιού κόσμου» – και γι’ αυτό τα αποτελέσματά της είναι πενιχρά. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ορισμένες από τις αναλύσεις των Επικαίρων, τις φιλόδοξες συζητήσεις περί μετώπου, που πραγματοποιήθηκαν στο εσωτερικό της Σπίθας, αυτά που λένε ορισμένες κινήσεις πολιτών, αξιόλογες κατά τα άλλα – για να μην πάμε παραπέρα, στις αέναες διεργασίες που συντελούνται στον ΣΥΡΙΖΑ και σε κάποιους κύκλους που βρίσκονται αιωνίως παρά τω ΠΑΣΟΚ και συζητούν τα τελευταία 35 χρόνια τους «όρους ανασυγκρότησης του εθνικού-λαϊκού χώρου»: Συζητήσεις κάποτε ενδιαφέρουσες, αλλά αρκετές φορές επιφανειακές, υπονομευμένες από διεργασίες παραγόντων, από αέναες ασκήσεις επί χάρτου για τη συγκρότηση μετώπων και νέων σχημάτων «σωτηρίας».

Οι συζητήσεις αυτές, στην πλειοψηφία τους, δεν απαντούν δυστυχώς στον βαθύτερο πολιτικό προβληματισμό που έχει ανάγκη το κίνημα. Προβληματισμός που δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με εκλογές και πολιτικολογία, αλλά με τις βαθύτερες πολιτικές ανατροπές που ήδη συντελέστηκαν – και θα συνεχίσουν να συντελούνται – μέσα στα εργαστήρια των πλατειών και των πεζοδρομίων.

Θα λέγαμε πως ο πολιτικός προβληματισμός καθυστερεί δραματικά όχι μόνο απέναντι στις ανάγκες των καιρών αλλά και στην ίδια τη δυναμική των κινημάτων. Ο πολιτικός λόγιος συνεχίζει να φοράει τα παλιά ρούχα που δεν ταιριάζουν καθόλου στις νέες πραγματικότητες.

Το τέλος του παράσιτου νεοέλληνα


Ο καλύτερος τρόπος για να συλλάβουμε την κρίση είναι να σκεφτούμε γι’ αυτή με όρους οικολογίας. Κι αυτό γιατί μόνον έτσι θα καταφέρουμε να την κατανοήσουμε στην πολλαπλότητα και την ολότητά της, υπερβαίνοντας τον αποσπασματικό, οικονομίστικο κανόνα με τον οποίο προσεγγίζεται πλειοψηφικά έως σήμερα. Η κρίση, λοιπόν, έγκειται στο ότι μια μορφή ζωής τελειώνει μέσα σ’ ένα οικοσύστημα που εξαντλείται. Αυτή η μορφή της ζωής είναι το παράσιτο νεοέλληνας, και το οικοσύστημα που εξαντλείται είναι όλα τα δεδομένα, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στους διεθνείς συσχετισμούς, που του επέτρεπαν να υπάρχει και να ευημερεί όλα αυτά τα χρόνια.

Ο νεοέλληνας-παράσιτο υπάρχει από παλιά, αλλά γιγαντώθηκε στη μεταπολίτευση και κυριάρχησε απόλυτα στην περίοδο του «εκσυγρονισμού». Και τι πιο χαρακτηριστικό από εκείνο το τρομερό καλοκαίρι του 1974, όταν ο κυπριακός ελληνισμός βίωνε τον εξανδραποδισμό της εισβολής και της κατοχής και οι ελλαδίτες πανηγύριζαν την πτώση της δικτατορίας και την τροχοδρόμηση της χώρας στο σύστημα της δυτικής φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας. Εκεί, για πρώτη φορά, προδιαγράφηκαν οι θεμελιώδεις όροι της μεταπολιτευτικής ευημερίας των Ελλήνων. Ό,τι αυτή θα είχε πιθανότατα ως τίμημα τη γεωπολιτική, οικονομική και πολιτισμική συρρίκνωση του ελληνισμού, μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα, όπου περνάμε ανοιχτά σε καθεστώς άμεσης υποτέλειας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ολοκλήρωσε και «κοινωνικοποίησε» αυτή την τάση δια της «Αλλαγής». Το πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν ότι το σχήμα της «Αλλαγής» που είχε διαμορφώσει είχε πλέον ξεπεραστεί από την ίδια την κρίση της δυτικής οικονομίας του 1973. Η «Αλλαγή» θεμελιωνόταν σε ταξικές συμμαχίες με τους μη-προνομιούχους, σε μια στιγμή που εξέλειπε ο κεϋνσιανός τρόπος για την αναδιανομή του πλούτου, που χαρακτήριζε τη Δύση μέχρι τη δεκαετία του 1970: η μεγέθυνση των εισοδημάτων μέσα από την επιτάχυνση της ανάπτυξης και την αύξηση της παραγωγικότητας. Ο δυτικός κόσμος, αλλά και η Ελλάδα, έμπαινε σε μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης. Η λύση ήταν η ελληνική «σοσιαληστεία», δηλαδή η διανομή εισοδήματος δια του δανεισμού από το εξωτερικό και μέσω της διασπάθισης του δημόσιου πλούτου, του εκφυλισμού των θεσμών, της κατασπατάλησης του κοινωνικού και του πολιτικού κεφαλαίου της χώρας από τον κομματικό μηχανισμό. Και αυτό που εκχωρούσε η Ελλάδα ήταν η «γεωπολιτική αξία» του «οικοπέδου Ελλάς». Τι κι αν διακηρυγμένα το καθεστώς διεμήνυε ότι η «Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες»; Η φενάκη του Ανδρέα έχει αποκαλυφθεί, και μάλιστα από έναν από τους κρυφούς του συμβούλους1: Ο Ανδρέας το έπαιζε «αδέσμευτος» μόνο και μόνο για να αυξάνει τη διαπραγματευτική του αξία έναντι των δυτικών, στους οποίους πάντοτε στο τέλος, αποδείκνυε την αφοσίωσή του με το αζημίωτο.

Κι όμως, η ασυδοσία και η απροκάλυπτη κλεπτοκρατία, που εγκαθίδρυσε το καθεστώς, υπονόμευσε όλες τις υγιείς λειτουργίες και τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας. Η χώρα άρχισε να σαπίζει και δύσκολα μπορούσε να καταστεί βιώσιμη, όπως αποδείχθηκε και από τον οχετό των σκανδάλων που ξέσπασαν στα τέλη του 1988. Επί πλέον, έπειτα από το 1989 και την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, οι συσχετισμοί και οι ισορροπίες είχαν μεταβληθεί εντελώς. Ο κόσμος ήταν πια μονοπολικός, και δεν υπήρχε τρόπος να το παίζει κανείς δήθεν «αδέσμευτος» χωρίς να διαρρήξει τη σχέση με τους δυτικούς.

Ο Μητσοτάκης ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να καθιερώσει την ελληνική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού αλλά απέτυχε παταγωδώς. Μετά από ένα σύντομο ανδρεϊκό πρελούδιο –όπου κυριάρχησαν η Μιμή, οι αστρολόγοι και οι καφετζούδες– την λύση έδωσε ο Κώστας Σημίτης με τον περιώνυμο «εκσυγχρονισμό». Ο εκσυγχρονισμός δεν ήταν τίποτε άλλο από την επικαιροποίηση του κλεπτοκρατικού συστήματος, την προσαρμογή του στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της χρηματιστικοποίησης του δυτικού καπιταλισμού και της μεταφοράς της υλικής παραγωγής εκτός Δύσεως: Στο εσωτερικό, ευρωπαϊκά προγράμματα και μαύρη εργασία των μεταναστών συντηρούσαν τη σφαίρα της κατανάλωσης, οι τράπεζες, τα δημόσια έργα και ο τουρισμός ήταν ο κινητήρας της οικονομίας, ενώ ο παραγωγικός ιστός αποσαθρώθηκε δραματικά και η ελληνική εργατική τάξη σχεδόν εξαφανίστηκε. Στο εξωτερικό, εγκαταλείφθηκε η γραμμή της δήθεν ανεξαρτησίας, και υιοθετήθηκε ο τυφλός ευρωπαϊσμός και η σταδιακή αλλά αυξανόμενη υποταγή στον νεο-οθωμανισμό. Με αυτό τον τρόπο, το ελληνικό παράσιτο γλυτώνει τους κλυδωνισμούς των καταρρεύσεων του 1989 και επιβιώνει στη «νέα εποχή».

Σήμερα όμως, μετά από 20 χρόνια, εξαντλείται. Γιατί παύουν να ισχύουν όλοι οι όροι που το εξέθρεψαν, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό.

Κατ’ αρχάς, όλο και περισσότεροι Δυτικοί δεν μας θέλουν, κι αυτό έχει να κάνει με μια φοβική, συντηρητική αναδίπλωση της ίδιας της Δύσης. Έχει να κάνει με το ότι η πλανητική της ηγεμονία υποχωρεί, ότι το οικονομικό κέντρο μετατοπίζεται στην Ανατολική Ασία και ότι αναδεικνύονται κι άλλοι περιφερειακοί πόλοι ισχύος σε όλον τον πλανήτη, που δεν υπακούουν στη βούλησή της, ενώ καταρρέει και η τελευταία απόπειρα να διατηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία δια της χρηματιστικής επέκτασης και του χρέους. Μπροστά σε αυτή τη μεταστροφή, οι άρχουσες τάξεις της Δύσης αναδιπλώνονται. Ρέπουν όλο και περισσότερο προς την εσωστρέφεια, και γυρεύουν την κατοχύρωση των ιδιαίτερων προνομίων τους. Αυτή η τάση εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως, από την επίταση τον ανταγωνισμών στο εσωτερικό της Δύσης, έως την άνοδο των δεξιών ή και ακροδεξιών απομονωτικών τάσεων στο εσωτερικό των κοινωνιών, και διάφορες πράξεις «παρτικιουλαρισμού», όπως είναι το κλείσιμο των συνόρων, η αμφισβήτηση της Σέγκεν κ.ο.κ. Γι’αυτό όλο και περισσότεροι είναι εκείνοι στην ΕΕ που υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα πρέπει να εκδιωχθεί από τη δυτική «οικογένεια».

Δεύτερον, η στρατηγική του παρασίτου «πέτυχε» σε πολλά της σημεία. Οι ελληνικές ελίτ έχουν εκχωρήσει ήδη κάθε γεωπολιτική αξία της χώρας, που πλέον μπορεί να αποτελέσει κομμάτι ευρύτερων διευθετήσεων, μεταξύ της Ευρώπης και της νεο-οθωμανικής Τουρκίας. Αυτή η διαπίστωση ήταν και το πραγματικό περιεχόμενο του «αστείου» που έκανε πέρυσι μεγάλη γερμανική εφημερίδα, δημοσιεύοντας μια γελοιογραφία που έλεγε «να τους πουλήσουμε στους Τούρκους να ησυχάσουμε», παρουσιάζοντας την Ακρόπολη με έναν μιναρέ: Η Ελλάδα κινδυνεύει να αποτελέσει μέρος μιας συνολικότερης διευθέτησης της Γερμανίας, με την αναδυόμενη νεο-οθωμανική Τουρκία.

Όταν από την κρίση κινδυνεύει το ίδιο το κέντρο του παγκοσμίου συστήματος, τότε δεν υπάρχει περιθώριο για ιδιαίτερη ενασχόληση με τις «συνοριακές» περιοχές. Και είναι βέβαιο πως, εάν δεν υπήρχε ο κίνδυνος η ελληνική κρίση να επιταχύνει την κρίση στο κέντρο του συστήματος, μέσω του χρέους και της «επιμόλυνσης» των δυτικών τραπεζών, η Ελλάδα θα είχε ήδη εγκαταλειφθεί από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις στην τύχη της ή μάλλον θα είχε ήδη παραχωρηθεί στον νεο-οθωμανισμό που καραδοκεί.

Ο μετασχηματισμός των αντιθέσεων


Γι’ αυτό και το σενάριο της κατάρρευσης, της πτώχευσης και της εκδίωξης από την ευρωζώνη (ώστε επί τέλους να πραγματοποιηθεί και η επαναστατική προφητεία πολλών οικονομολογούντων) αποτελεί τη μία από τις δύο λύσεις που έχει επιλέξει το σύστημα και η οποία θα εφαρμοστεί αν τα πράγματα επιδεινωθούν. Διότι υπάρχει και μία δεύτερη λύση – την οποία φάνηκαν προς στιγμήν να επιλέγουν κατά την Σύνοδο Κορυφής της 21ης Ιουλίου, δηλαδή να περάσουμε από τον παρασιτισμό στην ανοιχτή αποικιοποίηση2, με αντάλλαγμα ένα σχέδιο διάσωσης, με αμφίβολα αποτελέσματα3. Και βέβαια, τίποτε δεν αποκλείει έναν «συνδυασμό» των δύο λύσεων, δηλαδή και κατάρρευση και αποικιοποίηση.

Έτσι, περνάμε σε μια έσχατη, επιταχυνόμενη φάση κατάρρευσης της μεταπολίτευσης. Τη φάση της απροκάλυπτης Κατοχής, κατά την οποία ο ξένος παράγοντας θα επιβάλει μια «θεραπεία σοκ» πάνω στην ελληνική κοινωνία, παρόμοια μ’ εκείνη που υπεβλήθη στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, μετά την κατάρρευση του 1989, η οποία περιλαμβάνει την εκπτώχευση εκτεταμένων κομματιών των μεσαίων ελληνικών στρωμάτων και την ολοκληρωτική εκποίηση του εθνικού πλούτου της χώρας.

Υπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, μετασχηματίζεται το ίδιο το περιεχόμενο της κύριας πολιτικής αντίθεσης που χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον κατά τα τελευταία 15 χρόνια, εκείνη μεταξύ του «εκσυγχρονισμού» και της «παράδοσης». Όπου, στον πόλο του ψευδεπίγραφου «εκσυγχρονισμού» συσπειρώνονταν οι δυνάμεις που επιζητούσαν την ισοπέδωση της εθνικής μας ιδιαιτερότητας και την άνευ όρων ενσωμάτωσή μας στον παγκοσμιοποιητικό χυλό, και στον πόλο της «παράδοσης» στοιχίζονταν, συχνά δίχως συνοχή, όλες οι δυνάμεις της αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση.

Αυτή, λοιπόν, η αντιπαράθεση, που κατά κύριο λόγο είχε πάρει πολιτισμική χροιά και αφορούσε μάχες για το περιεχόμενο και την ύπαρξη της εθνικής ταυτότητας, την ιστορική μας μνήμη κ.ο.κ., μετασχηματίζεται τώρα και πολιτικοποιείται. Είναι μια αντιπαράθεση μεταξύ των δυνάμεων της «νέας υποδούλωσης» και των δυνάμεων του «εκσυγχρονισμού της παράδοσης», και έχει κατά κύριο λόγο πολιτική βάση – παρά το γεγονός ότι η πολιτισμική διάσταση δεν εξαφανίζεται αλλά μετασχηματίζεται.

Ο μετασχηματισμός περιλαμβάνει ανατροπές, αναδιάταξη και επαναπροσδιορισμό των στρατοπέδων. Κατ’ αρχάς, δια του εκφυλισμού των παλαιών διαιρέσεων και των φορέων τους, με πρώτη και καλύτερη εκείνη μεταξύ της μεταπολιτευτικής αριστεράς και της δεξιάς. Διότι πράγματι η μεταπολίτευση ήταν σφραγισμένη με το πρόσημο της αριστεράς:Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα κατηγορηθεί για σοσιαλ-μανία ενώ θα υποχρεωθεί να βγάλει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Στα Πανεπιστήμια, τον πολιτισμό, τις εφημερίδες, τον συνδικαλισμό, τις επιχειρήσεις (λέγε με Μπόμπολα και Κόκκαλη), στο πολιτικό προσωπικό (ο Λοβέρδος, η Δαμανάκη, ο Ανδρουλάκης, ο Κοτζιάς ήταν κνίτες, ο Μόσιαλος, ο Χριστοδουλάκης ρηγάδες ), η Αριστερά θα κυριαρχεί και θα δίνει τον τόνο. Ακόμα και ο Κώστας Καραμανλής θα κάνει «αριστερή» πολιτική παροχών στους δημοσίους υπαλλήλους. και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το ΠΑΣΟΚ ήταν το κόμμα που διακήρυσσε πως την επομένη της ανόδου του στην εξουσία θα άρχιζε τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας («στις 18 σοσιαλισμός»), ενώ ο Παπουτσής ήταν πρόεδρος της ΕΦΕΕ!

Σήμερα, η επί της ουσίας σύμπλευση του ΠΑΣΟΚ, του ΛΑΟΣ, της Καθημερινής, της Ντόρας, ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών (όπως οι «32» διανοούμενοι με την επιστολή στήριξης του καθεστώτος), και της Δημοκρατικής Αριστεράς, είναι μια τρανταχτή απόδειξη για το τέλος των παλιών διαιρέσεων.

Το ίδιο συμβαίνει και με παράγοντες ή θεσμούς που είχαν αναλάβει να παίξουν έναν ανασχετικό ρόλο κατά τα χρόνια της επέλασης και των επιθέσεων του σημιτικού εκσυγχρονισμού, όπως ήταν η Εκκλησία η οποία σήμερα αδυνατεί να διαδραματίσει καποιον ανάλογο ρόλο. Από τη μία τα «καθεστωτικά κομμάτια», που μάλλον οχυρώνονται πίσω από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο έχουν επιλέξει τον δρόμο μιας εξοργιστικής, νεοφαναριώτικου τύπου, «καρτερικότητας». Από την άλλη, υπήρξε μια προσπάθεια να αρθρωθεί ένας λόγος αντίστασης4, ο οποίος, όμως, σύντομα εκφυλίστηκε σ’ ένα μετεμφυλιακό παραλήρημα υποστήριξης του… Ντερτιλή. Μοναδική εξαίρεση, ο Μεσογαίας Νικόλαος, με την έμπρακτη υποστήριξή του στο κίνημα των κατοίκων της Κερατέας5. Πάντως, τη στιγμή που το επίκεντρο της αντιπαράθεσης τείνει να μετατοπιστεί, από την αντίσταση, στην επεξεργασία μιας νέας πρότασης για τον ελληνισμό, η εκκλησία έχει εγκλωβιστεί μεταξύ των χειρότερων εκδοχών του καθεστωτισμού και του στείρου συντηρητισμού, δίχως να μπορεί, τουλάχιστον συλλογικά, να συμβάλει στην περαιτέρω εξέλιξη της αντιστασιακής συνείδησης.

Έτσι, δεδομένης και της αδυναμίας της λοιπής αριστεράς να προτείνει κάποια εναλλακτική πρόταση καθώς και της παραδοσιακής δεξιάς να προσφέρει κάποια βιώσιμη λύση – παρότι μοιάζει πιθανό να υπερισχύσει, έστω στα σημεία, σε κάποια μελλοντική πολιτική αντιπαράθεση – το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο μοιάζει εντελώς ζοφερό. Μπροστά . στις κατακλυσμιαίες οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις που μας περιμένουν, το πολιτικό σύστημα μοιάζει εντελώς ανίκανο να προσφέρει κάποια βιώσιμη λύση και η πιθανότερη εκδοχή είναι να εισέλθουμε σε μια εποχή γενικευμένου χάους.

Το αυτόνομο λαϊκό κίνημα


Βέβαια, υπάρχει και η πιθανότητα θετικής υπέρβασης, μέσα από την ανάδυση του αυτόνομου λαϊκού κινήματος των ελληνικών πλατειών. Το κίνημα αποτελεί έναν βασικό παράγοντα ανατροπής των δεδομένων πολιτικών συσχετισμών και κατεδάφισης των έωλων πλέον πολιτικών διαχωρισμών. Ανατρέπει τους παγιωμένους ρόλους, μέσα στους οποίους είχαν καλουπωθεί κατά τη μεταπολίτευση οι ανατρεπτικές δυνάμεις, και οι οποίοι εντέλει τις ενσωμάτωναν στο σύστημα ή τουλάχιστον τις εξουδετέρωναν. Εξ ου και η ανοιχτή εχθρότητα του ΚΚΕ, των… αντιεξουσιαστών και πολλών άλλων απέναντι στις πλατείες. Γιατί το κίνημα αποδείκνυε το πόσο απομονωμένο από τον λαό είναι το κόμμα που παρουσιάζεται ως κόμμα του λαού, ενώ ξεπερνούσε σε ριζοσπαστικότητα τον χώρο που διεκδικεί το μονοπώλιο σε αυτήν, δίχως μάλιστα τον φετιχισμό της βίας, τον χουλιγκανισμό και τις φασίζουσες πρακτικές που διακρίνουν αυτό το χώρο. Γι’ αυτό, ακόμα και οι φορείς του παλιού κόσμου, που συμμετείχαν σε αυτό το κίνημα, εκτός ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων, στην πραγματικότητα ήταν ενάντια στο πνεύμα και την φυσιογνωμία τους – δεν έπαυαν να εκφράζουν την αντίθεσή τους με την ελληνική σημαία και με τον λαϊκό κόσμο ο οποίος επέλεξε να την αναδείξει σε σύμβολο των κινητοποιήσεων.

Σε όλα αυτά τα στοιχεία ακριβώς επαληθεύεται και ο αυτόνομος χαρακτήρας του κινήματος6. Είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό η έρευνα της Public issue τον Ιούλιο, όπου καταγράφεται η εμπιστοσύνη των πολιτών σε συλλογικούς θεσμούς, όργανα και παράγοντες του τόπου. Πρώτοι έρχονται «ο λαός και οι πολίτες», με ποσοστό 54% και δεύτερα τα κοινωνικά κινήματα, με ποσοστό 42%. Οι δε παραδοσιακοί θεσμοί της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας έχουν καταποντιστεί, με τα συνδικάτα να συγκεντρώνουν μόλις 12%, η Βουλή 11%, η κυβέρνηση 6% και τα κόμματα 5%!7
Αυτός ο αυτόνομος κινηματικός πόλος, τώρα, έχει ανάγκη από νέα πολιτικά εργαλεία προκειμένου να εκφραστεί, εργαλεία που να ανταποκρίνονται στις καινούργιες ανάγκες και να εκφράζουν τις νέες πραγματικότητες.

Το κίνημα των πλατειών είναι η πρώτη μεγάλη, μαζική απάντηση του ελληνικού λαού σε αυτήν την «κρίση προσαρμογής». Παραδόξως, λειτουργεί με τον αντίθετο τρόπο από αυτόν που του καταλογίζουν η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της, οι Καθημερινές και οι διάφοροι Πάγκαλοι. Αυτοί λένε ότι πρόκειται για ένα κίνημα «αντιδραστικό», που «εχθρεύεται την αλλαγή», και μιλάνε για συντεχνίες, για επιβεβαίωση του οπισθοδρομικού χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα, όμως, το κίνημα των ελληνικών πλατειών αποτελεί μιαν απόπειρα «εκσυγχρονισμού από τα κάτω», γιατί βοηθάει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού να υπερβεί το θνησιγενές πρότυπο του νεοέλληνα-παρασίτου. Διότι, σήμερα, αυτός ο τύπος δεν μπορεί να επιβιώσει, ούτε να στηρίξει τη χώρα.
Μέσα στις πλατείες, λοιπόν, πεθαίνει αυτός ο τύπος του ανθρώπου που παρήγαγε ο σύγχρονος παρασιτισμός. Ο ατομικιστής, ο ακραίος καταναλωτής, ισοπεδωτής κάθε αξίας, κάθε ηθικής και συλλογικής ταυτότητας.

Ταυτόχρονα, αυτό το κίνημα που λειτούργησε δύο μήνες, και πάλεψε με δάκρυα και αίμα για τη σωτηρία της χώρας, συμβάλλει στην αναγέννηση ενός άλλου τύπου ανθρώπου που σφυρηλατείται μέσα στον αγώνα, σ’ ένα κλίμα αλτρουϊστικό. Ένα υποκείμενο που αναβιώνει τις καλύτερες πτυχές της ελληνικής αντιστασιακής παράδοσης, την αυταπάρνηση, την πίστη σε αρχές και αξίες – και μια βαθιά προσήλωση στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη.

Αυτός ο τύπος ανθρώπου, που αχνοφάνηκε μόνο ως δυνατότητα μέσα από τις κινητοποιήσεις του Μαΐου και του Ιουνίου, θα πρέπει, με τρομερούς αγώνες και θυσίες, να επιβιώσει διασχίζοντας τη στενωπό της κρίσης. Και να διαμορφώσει έναν άλλο τρόπο να υπάρχουμε, αυτόφωτοι στον νέο, ταραγμένο πολυπολικό κόσμο.

Και προπαντός να κάνει ένα νέο βήμα, από τη φάση της «αγανάκτησης» σε εκείνη της σταδιακής διαμόρφωσης ενός νέου πολιτικού προτάγματος, που να αντιστοιχεί στις ανάγκες του κινήματος των πλατειών.

Διότι οι μορφές συγκρότησης του κινήματος μέχρι σήμερα, από τη «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη, έως διάφορες πρωτοβουλίες πολιτών, είχαν διττό χαρακτήρα. Από τη μια εξέφραζαν το νέο με την έκκληση στην αυτο-οργάνωση, την υπέρβαση των παλιών διαιρέσεων «Αριστεράς-Δεξιάς», την επίκληση της άμεσης δημοκρατίας κ.λπ. Παράλληλα όμως έμεναν βυθισμένες στον παλιό κόσμο της μεταπολίτευσης, όχι μόνο με τις αυταρχικές και αρχηγικές μορφές οργάνωσης τους, αλλά προπαντός με τη συνάφειά τους με τον μεταπολιτευτικό λαϊκισμό. Γι’ αυτό και οι εύκολες και ανέξοδες επικλήσεις σε άμεσες «επαναστάσεις», «συντακτικές εθνοσυνελεύσεις» «άμεση επιστροφή στη δραχμή», «μεταβολή της Ελλάδας σε ουδέτερη Ελβετία της ΝΑ Ευρώπης» κ.λπ. και η αδυναμία να προωθήσουν συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικού χαρακτήρα, όπως το δημοψήφισμα για το μνημόνιο ή η άμεση πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Σήμερα, λοιπόν, είναι ανάγκη να αρχίσουν να συγκροτούνται κινήσεις και κινήματα που να συνδυάζουν τη σοβαρότητα στην ανάλυση και την μακροπρόθεσμη στρατηγική – στοχεύοντας σε ένα νέο μοντέλο κοινωνίας και μια δημοκρατική μορφή οργάνωσης – με την επισήμανση συγκεκριμένων και εφικτών τακτικών στόχων. στόχων όπως η απαίτηση της απόρριψης του μνημονίου, η απομάκρυνση της κυβέρνησης Παπανδρέου, άμεσα μέτρα για το μεταναστευτικό, για την απασχόληση και την ανεργία, επιμονή στην αμυντική θωράκιση της χώρας, έμπρακτη άρνηση της φορομπηχτικής πολιτικής κ.λπ. Μόνο έτσι το κίνημα θα αρχίσει να αποκτάει και πολιτικές εκφράσεις που να αντιστοιχούν στο ανατρεπτικό επαναστατικό του δυναμικό και θα αρχίσει να ξεπερνάει την αναντιστοιχία που επισημάναμε πιο πάνω, μεταξύ του προχωρημένου αυθόρμητου κινήματος και των καθυστερημένων πολιτικών μορφών του.

Και είναι ανάγκη κάτι τέτοιο να γίνει το συντομότερο δυνατό γιατί, μέσα στην γενικευμένη κρίση ακυβερνησίας στην οποία πιθανότατα θα εισέλθει η Ελλάδα την επόμενη περίοδο, η έλλειψη εναλλακτικών πολιτικών προτάσεων, από την πλευρά του κινήματος, μπορεί να προσθέσει στο χάος και την εντροπία, αντί να προτείνει οδούς διεξόδου. Συχνά, σε κοινωνίες που βρίσκονται σε κρίση και κάποτε και σε γενικευμένη παρακμή, τα κινήματα αντίστασης, αν δεν διαμορφώνουν ένα συνεκτικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, απλά μπορούν να συμβάλουν στη γενίκευση ενός χάους που μπορεί να οδηγήσει σε αυταρχικές πολιτικές επιλογές.

Σε αυτή την κατεύθυνση λοιπόν θα πρέπει να στραφούν οι προσπάθειές μας. Να συμβάλουμε στη συστηματοποίηση του ανατρεπτικού δυναμικού του λαϊκού κινήματος, σε μια θετική κατεύθυνση και να αποφύγουμε, καταδεικνύοντας τα αδιέξοδά της, τη λογική του χάους και της διάλυσης.

Σημειώσεις
1 James Petras, The curse of three generation’s of Papandreou’s, James Petras Website, 21/03/2010. http://lahaine.org/petras/articulo.php?p=1800&more=1&c=1
2 Περιοδικό Επίκαιρα, 28/07/2011.
3 «Ελληνική μετακύληση χρέους, Μια καθυστερημένη χρεοκοπία», ιστοσελίδα sofokleous10.gr.
4 Ενδεικτικά αναφέρουμε: Μητροπολίτης Αμβρόσιος, Μόλις ξεκίνησε η χειρότερη κατοχή, 28/07/2011,  opendemocracy.gr.
5 Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος, Όχι μόνον αγανάκτηση, αλλά και επανάσταση, 07/06/2011, romfaia.gr
6 Για μια, έστω επιγραμματική, ανάλυση για την σημασία της «αυτονομίας» του κινήματος των πλατειών βλέπε, «Το πλήθος έπρεπε να είναι τουλάχιστον τριπλάσιο», ιστολόγιο Ορμή και Θύελλα, 22/06/2011. Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ormithiella.wordpress.com.
7 Γρ. Σουλτάνης, Θεσμική κρίση: Το τέλος της ιδιόκτητης δημοκρατίας, ιστολόγιο Μωρίας Εγκώμιον (http://moriasegkomion.blogspot.com/2011/07/blog-post_21.html), 21 Ιουλίου 2011.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*