Κοινωνία

Οργουελιανοί καιροί! – Για την διαμάχη περί «αριστείας»

φωτο: Αντρέι Ζντάνοφ

του Γιώργου Ρακκά

Η επίθεση που έχει εξαπολύσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην ιδέα της αριστείας, σε ακραία αντίθεση με ό,τι η κυβέρνηση ισχυρίζεται, αποτελεί μια ευθεία επίθεση σε αυτό που εκείνη ονομάζει «παιδεία του λαού» – και συνακόλουθα, μια ευθεία επίθεση στην προοπτική κάποτε αυτός να αυτοκυβερνηθεί αποτελεσματικά.

Ας εξηγηθούμε. Στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, η αξία της αριστείας πρωτοδιατυπώνεται στην Ιλιάδα, όπου καταγράφεται ως ένα από τα συστατικά στοιχεία του αριστοκρατικού ήθους κατά την εποχή του αρχαϊκού ελληνισμού : ««αἰὲν ἀριστεύειν… καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αισχυνέμεν…» (Ιλιάς Ζ΄, στ. 208) (Πάντα να αριστεύεις… και να είσαι ανώτερος από τους άλλους, και να μην ντροπιάζεις τη γενιά των προγόνων σου…)

[Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Ιλιάδα θεωρείται ‘ιδρυτικό’ κείμενο της ελληνικής εθνογένεσης, το πρώτο τεκμήριο εγγράμματου πολιτισμού που πραγματεύεται την ιδέα της ένταξης των επί μέρους τοπικοτήτων σε μια εθνική κοινότητα που συγκροτείται κατ’ αντιπαράθεση με τους Τρώες].

Στην περίοδο της αθηναϊκής δημοκρατίας, η ιδέα δεν εγκαταλείπεται αλλά κοινωνικοποιείται – απελευθερώνεται από φραγμούς τάξεων, γίνεται κτήμα όλου του Δήμου. Λέει ο Περικλής στον Επιτάφιο: «Τὸ πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, ἐπειδὴ τὴν ἐξουσία δὲν τὴν ἀσκοῦν λίγοι πολίτες, ἀλλὰ ὅλος ὁ λαός. Ὅλοι οἱ πολίτες εἶναι ἴσοι μπροστὰ στὸν νόμο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα προτιμῶνται ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ καὶ τὰ ἀξίζουν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη. Κανείς, ἄν τύχη καὶ δὲν ἔχει κοινωνικὴ θέση ἤ ἄν εἶναι φτωχός, δὲν ἒμποδίζεται γι’ αυτὸ νὰ ὑπηρετήση τὴν πολιτεία, ἄν ἔχη κάτι ἄξιο νὰ προσφέρη».

Αυτή είναι η ουσία της άμεσης δημοκρατίας, για τους Αθηναίους: Η αντίληψη ότι μοναδικό κριτήριο πρόσβασης στα κοινά είναι η αξιοσύνη, και όχι ο πλούτος ή η καταγωγή. Εδώ, επί τη ευκαιρία, αξίζει να λάβει και μια απάντηση και ο Π. Μπουκάλας για την παρέμβαση που έκανε επί του ζητήματος, παπαγαλίζοντας κάτι κοινοτυπίες περί κλήρωσης εν είδει φιλοκυβερνητισμού: Ξέρει πολύ καλά, αν και το αποκρύπτει, ότι η αθηναϊκή άμεση δημοκρατία χρησιμοποιούσε την κλήρωση επί των γραφειοκρατικών καθηκόντων που δεν προϋπέθεταν δεξιότητες –π.χ. αγορανόμος, τελωνειακός, αποθηκάριος– και αυτό γιατί ήθελαν οι κρατικές λειτουργίες να διαχέονται στην κοινωνία, και να μην αναλαμβάνονται από μόνιμο σώμα γραφειοκρατών, ώστε να μην δημιουργείται μόνιμο χάσμα κυβερνώντων και κυβερνώμενων. Κατά τα άλλα, στα κρίσιμα αξιώματα, προέκρινε την εκλογή, επειδή ακριβώς συντηρούσε την ιδέα της αριστείας, και ήθελε τους άξιους πολίτες να τα υπηρετούν.

Ας πάμε τώρα στα θεωρητικά. Στην πραγματικότητα ένα ‘λαϊκό’ δημόσιο σχολείο έχει μεγαλύτερη ανάγκη να προάγει την αντίληψη περί αριστείας, απ’ ό,τι ένα σχολείο των ελίτ. Γιατί αυτό που διαχωρίζει τις πλατιές λαϊκές μάζες από τις άρχουσες τάξεις δεν είναι μόνον ο πλούτος, είναι και ένα τεράστιο μορφωτικό χάσμα, το οποίο πρέπει να αμβλυνθεί. Και μπορεί να αμβλυνθεί μόνον αν το λαϊκό σχολείο περιστρέφεται γύρω από ένα ιδεώδες «Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα» –που ‘λεγε και ο Σεφέρης. Γιατί μόνο αν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα μπουν σε τροχιά να σηκώνονται ‘λίγο ψηλότερα’ μπορούν κάποτε να αντιμετωπίσουν κατάματα τους άρχοντές τους.

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση: Η εκάστοτε κοινωνία προικίζει την ιδέα της αριστείας με ορισμένα προσδιοριστικά κριτήρια, που εξαρτώνται από τι ιδέα έχει για τον άνθρωπο. Οι δυτικές κοινωνίες, που έχουν μια ιδέα για το άτομο, ως την απόλυτη μονάδα, το ‘εγκιβωτισμένο εγώ’, προικίζουν την ιδέα της αριστείας με κριτήρια απολύτως εγωκρατικά – από το μεσαιωνικό ιπποτικό ιδεώδες μέχρι το σημερινό γιάπικο ιδεώδες του να επελαύνεις επί πτωμάτων.

Ο δικός μας πολιτισμός σταδιακά συνειδητοποίησε ότι η ανθρώπινη ατομικότητα συγκροτείται ‘κβαντικά’, ταυτόχρονα σε σχέση όσο και στη μοναδικότητά της: «Οὒτοι συνέχθειν,ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν» – λέει η Αντιγόνη, για παράδειγμα: «δε γεννήθηκα για να συμμερίζομαι το μίσος αλλά την αγάπη». Αυτό εξοπλίζει την ιδέα περί αριστείας με συγκεκριμένα κριτήρια που την προστατεύουν από την εγωκρατική ύβρη. Στα καθ’ ημάς, ο άριστος, για να αναγνωριστεί ως τέτοιος, πρέπει να διαπρέπει στη φιλία, τη συντροφικότητα, στο ήθος, την τιμή κ.ο.κ. Πόσες φορές έχουμε ακούσει να λέγεται για κάποιον, «εξαίρετος, αλλά κωλοχαρακτήρας»;

Έρχονται τώρα οι Συριζαίοι και επιτίθενται σε αυτήν την ιδέα, θέλοντας να επιβάλουν την «ισοπέδωση προς τα κάτω» ως μοναδικό κριτήριο του δημόσιου σχολείου. Για δυο λόγους:
Πρώτον, διότι υπηρετούν το νέο πνεύμα του υπερμοντέρνου καπιταλισμού, που θέλει τις μάζες να βουλιάζουν στη μετριότητα, για να απασχολούνται σε αυτό που ο Ζαν Κλωντ Μισεά ονόμασε tittytainment (βυζο-διασκέδαση) –μια μεταμοντέρνα εκδοχή του «άρτος και θεάματα». Το πρόγραμμά τους προσαρμόζει το δημόσιο σχολείο ώστε να παράγει «μετριότητες», στα πρότυπα της εκπαίδευσης της αμάθειας: 300 λέξεις, για να καταναλώνει, ένα υποκατάστατο ιστορικής μνήμης για να αντιλαμβάνεται τα στοιχειώδη του τρίπτυχου ατομικά δικαιώματα, οικονομία της αγοράς, φιλελεύθερη δημοκρατία, και τη διασφάλιση ότι επ’ ουδενί δεν θα μπορεί να σκέφτεται κριτικά, γιατί θα το κάνουν για λογαριασμό του συστημικά κόμματα όπως αυτό που κυβερνάει σήμερα.

Δεύτερον, με το να επιτίθενται στην αριστεία, επιτίθενται σε έναν αυτόνομο μηχανισμό κοινωνικής ανάδειξης, που πηγάζει μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας ιστορικά, προικίζεται πολιτιστικά με συγκεκριμένο φορτίο όπως είπαμε κ.ο.κ.
Μια αξία που έρχεται δηλαδή «από τα κάτω». Ο λόγος είναι γιατί θέλουν να ρυθμίζουν τα πάντα από τα πάνω.

Επιτιθέμενοι στην ιδέα της αριστείας, επιτίθενται στην ιδέα της αξιοκρατίας. Μόλις την τσακίσουν, θα μπορούν δίχως πολιτικό κόστος να εγκαθιστούν όπου θέλουν κομματικά πειθήνιους, γλύφτες και χαφιέδες. Είναι η τυπική πρακτική καθεστώτων πολιτικού ολοκληρωτισμού: κοοπτάτσιες παντού. Κάπως έτσι εκπληρώνεται και η προφητεία του Μπρεχτ, «Δεν θα ήταν ευκολότερο / Στην περίπτωση αυτή για την κυβέρνηση / Να διαλύσει τον λαό / Και να εκλέξει έναν άλλο;»

Υ.Γ. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η ιδέα της αριστείας δεν έχει υποστεί παραμορφώσεις μέσα στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση. Κάθε άλλο. Αυτές όμως είναι προϊόν αλλοτρίωσης, πολιτιστικής κατάπτωσης, παρακμής, και, εν πάσει περιπτώσει, όποιος ενδιαφέρεται για το μέλλον αυτού του λαού παλεύει αυτά τα φαινόμενα και δεν βραχυκυκλώνει τους μηχανισμούς που η ίδια η κοινωνία του έχει επινοήσει για να μπορέσει να αναπαράγεται με αξιοπρέπεια.

2 Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*