Εθνικά θέματα, Ρήξη φ. 136

Ο ελληνοκυπριακός εμφύλιος

Το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή

Του Σπύρου Κουτρούλη από την Ρήξη φ. 136

Η πολιτική ανωριμότητα στην Κύπρο ήταν τέτοια, ώστε διεξαγόταν ένας εμφύλιος πόλεμος αλληλεξόντωσης, άλλοτε ψυχρός και άλλοτε θερμός, που εξάντλησε τις δυνάμεις του κυπριακού ελληνισμού. Όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές ενεργούσαν σαν να είχαν την αυταπάτη ότι στην περιοχή δεν υπήρχε η Τουρκία, με τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, παρότι κατά καιρούς η τελευταία, με τις ενέργειές της, τις υπενθύμιζε σε κάθε ενδιαφερόμενο. Η όλη κατάσταση θύμιζε τις εσωτερικές διαμάχες που οδήγησαν το Βυζάντιο σε μεγάλες ήττες. Ο Γ. Γρίβας θεωρείτο μια ανεξέλεγκτη προσωπικότητα, έμπειρος στρατιωτικός, με μεγάλες επιτυχίες στον ανταρτοπόλεμο, αλλά χωρίς τις αναγκαίες πολιτικές ικανότητες.
Αν και χαρακτηριζόταν φιλικός προς τη δικτατορία, ο ίδιος είχε πολλές αμφιβολίες σχετικά με τις προθέσεις της, όσον αφορά την Κύπρο, ενώ πολλά πρόσωπα που επηρεάζονταν από αυτόν, όπως ο Γ. Καρούσος, είχαν διωχθεί για την αντιστασιακή τους δράση. Σε μια εποχή που ήταν αναγκαία η ψυχική ενότητα του ελληνισμού, στην Κύπρο είχαμε συνωμοτικές ενέργειες, δολοφονικές απόπειρες και δολοφονίες. Ουσιαστικά είχε εγκαταλειφθεί η αντίσταση στις τουρκικές επιδιώξεις και ο κυπριακός ελληνισμός αναλωνόταν σε έναν αυτοκαταστροφικό εμφύλιο, που προετοίμαζε τις χειρότερες ημέρες του. Ο Μακάριος πίστευε ότι, ως χαρισματικός ηγέτης ενός μικρού, με μεγάλη όμως γεωπολιτική σημασία, κράτους, θα μπορούσε να ελίσσεται με επιτυχία και να είναι ο αναμφισβήτητος ηγέτης του δεύτερου ελληνικού κράτους. Βεβαίως, αποτελεσματική και φιλόδοξη πολιτική, δίχως τα αναγκαία δημογραφικά μεγέθη και την κρίσιμη στρατιωτική ισχύ, δεν μπορεί να υπάρξει. Τα δύο αυτά στοιχεία θα μπορούσε να τα αποκτήσει σε κάποιο βαθμό μόνο σε συνδυασμό με το ελλαδικό κράτος. Για την ακρίβεια δίχως την ενιαία άμυνα του ελλαδικού και κυπριακού κράτους, το δεύτερο είναι αδύνατο να επιβιώσει, αλλά και η Ελλάδα χωρίς την Κύπρο θα τεθεί συνολικά σε αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας.
Τον Νοέμβριο του 1973 διεξάγεται στη Ρώμη το περίφημο σεμινάριο που, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν μια συντονισμένη προσπάθεια των δυτικών χωρών, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και την Αγγλία, για επίλυση του κυπριακού σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Μεταξύ των άλλων που ειπώθηκαν, ο Σ. Βανς προειδοποίησε την ελληνική πλευρά ότι οι ΗΠΑ δεν επρόκειτο να εμποδίσουν μια τουρκική εισβολή.
Η άνοδος της δικτατορίας Ιωαννίδη επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ο νέος δικτάτορας ήταν σαφώς πιο επιπόλαιος, πιο ευκολόπιστος και πιο αδίστακτος από τον προηγούμενο. Άλλωστε η στρατιωτική του εμπειρία περιοριζόταν στη διοίκηση της στρατιωτικής αστυνομίας, δηλαδή ενός σώματος που σε ενδεχόμενο πόλεμο θα είχε έναν ασήμαντο ρόλο. Ο θάνατος του Γρίβα και η εκδίωξη του διαδόχου του, Γ. Καρούσου, επέτρεψε στον Ιωαννίδη να ελέγξει την ΕΟΚΑ Β΄ και να τη στρέψει όχι προς την Ένωση, όπως πίστευαν τα μέλη της, αλλά προς τη διπλή Ένωση, δηλαδή τη διχοτόμηση.
Με αφορμή μια ελάχιστα διπλωματική επιστολή του Μακαρίου προς τη χούντα, ο Ιωαννίδης, από κοινού με τον Γκιζίκη και τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων, αποφασίζουν την ανατροπή του με πραξικόπημα. Το εντυπωσιακό είναι ότι, όπως αποδείχθηκε, παρά τις πληροφορίες που είχε από πολλές πηγές (όπως τη γερμανική πρεσβεία), η χούντα ήταν εντελώς απροετοίμαστη, δεν είχε φροντίσει να έχει διεθνείς συμμαχίες, δεν είχε έτοιμο εναλλακτικό σχέδιο δράσης, για την ακρίβεια επιχειρησιακά αφέθηκε να αιφνιδιαστεί από την τουρκική εισβολή. Δεν ήταν σε θέση, αλλά ούτε επιθυμούσε να κινητοποιήσει τον στρατό, για να υπερασπιστεί τον ελληνισμό, από την Κύπρο ως την Θράκη.
Η επιστράτευση απέτυχε, τα υποβρύχια που ήταν προ της Κερύνειας διατάχθηκαν να γυρίσουν πίσω, το ίδιο και οι υπόλοιπες στρατιωτικές δυνάμεις. Στην Κύπρο, παρά τις συνεχείς πληροφορίες που υπήρχαν για την επικείμενη εισβολή, ο στρατός δεν κατευθύνθηκε στις προβλεπόμενες από τα σχέδια άμυνας θέσεις διασποράς, ούτε έγινε κάποια ουσιαστική προετοιμασία αντίστασης, ενώ μέχρι την τελευταία στιγμή που ξεκίνησαν οι μάχες δεν αντιμετωπίζονταν ένοπλα οι ρίψεις Τούρκων αλεξιπτωτιστών. Φυσικά, όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η Ένωση στην πραγματικότητα δεν ήταν μέσα στις προθέσεις της δικτατορίας Ιωαννίδη. Διότι, αν επεδίωκε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ενισχύσει και όχι να αποδυναμώσει τον ελληνικό στρατό στην Κύπρο. Μόνο με ισχυρή ελληνική παρουσία θα μπορούσε να πετύχει κατ’ αρχήν την ντε φάκτο Ένωση.
Ο Μακάριος, από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, μίλησε για «ελληνική εισβολή» που έθετε σε κίνδυνο Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Πρόκειται για ομιλία, εν θερμώ, που έδωσε τα λάθος μηνύματα, εμφάνισε τον ελληνισμό βαθιά διασπασμένο και εύκολο θύμα της τουρκικής επιθετικότητας.
Το 2009, ο Μ. Ιγνατίου, στην εφημερίδα Έθνος, αποκάλυψε έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, που αποδεικνύει πρώτον ότι οι ΗΠΑ γνώριζαν επακριβώς πού θα σταματήσουν οι Τούρκοι εισβολείς και δεύτερον ότι θα μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να σταματήσουν την υλοποίησή του. Βεβαίως και η τότε ΕΣΣΔ ακολούθησε μια αυστηρά ουδέτερη στάση.
Η Τουρκία πάτησε στο νησί, κατέλαβε και κατέχει έκτοτε το 37%, χιλιάδες υπήρξαν οι νεκροί και οι κακοποιημένες γυναίκες, ενώ 200.000 ‘Ελληνες της Κύπρου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
Ο σκοτεινός δικτάτορας, η «αρσακειάς», ντροπιασμένος, περιδεής, αποσύρθηκε, η δικτατορία του κατέρρευσε, ενώ οι αρχηγοί των τριών όπλων, με επικεφαλής τον στρατηγό Μπονάνο, που είχαν προηγουμένως διατάξει το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, ισχυρίζονταν τώρα προς όλες τις πλευρές (ιδιαίτερα στη νέα κυβέρνηση Καραμανλή) ότι δεν μπορούσαν να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τουρκίας, ούτε στην Κύπρο, ούτε σε κάποιο άλλο σημείο αντιπαράθεσης. Πλέον, ή θα παρέδιδαν την εξουσία –με αντάλλαγμα να αμνηστευθούν οι πράξεις τους–, ή θα ήταν αυτουργοί μιας ακόμη μεγαλύτερης εθνικής τραγωδίας, που θα τους οδηγούσε στο Γουδί, αλλά και το κοινωνικό καθεστώς συνολικά σε απροσδιορίστων διαστάσεων κρίση. Έπραξαν το πρώτο και διασώθηκαν. Κανένας δεν διώχθηκε, καμία ποινή δεν επιβλήθηκε για το πραξικόπημα στην Κύπρο (ούτε αυτοί που έδωσαν τις εντολές, Μπονάνος, Ιωαννίδης, Γκιζίκης, ούτε οι φυσικοί αυτουργοί, Γεωργίτσης-Κομπότσης), ενώ έκτοτε θεωρείται ότι η απόσταση ανάμεσα στην Κύπρο και το ελλαδικό κράτος είναι δύσκολο να καλυφθεί. Άραγε θα είχαν την ίδια άποψη αν στη θέση της Κύπρου βρισκόταν ένα άλλο κομμάτι του ελληνισμού, για παράδειγμα η Ρόδος ή η Χίος; Βεβαίως, οι ισχυρισμοί αυτοί προφανώς είναι αστείοι, διότι, όπως είδαμε, τη σχετική απόσταση την κάλυψαν τα γερασμένα βομβαρδιστικά του 1964, πόσω μάλλον τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη του 1974.
Επιβεβαιώνοντας τις χειρότερες προβλέψεις του Γ. Σεφέρη, η δικτατορία των συνταγματαρχών κατέρρευσε, με τη μεσολάβηση μιας εθνικής τραγωδίας για την οποία είχε την κύρια ευθύνη (ευθύνες σε μικρότερο βαθμό έχουν όλοι οι ενεχόμενοι και θα πρέπει με ψυχραιμία και σύνεση να αναφερόμαστε και σε αυτές). Παραδίδοντας την εξουσία στη μεταπολίτευση, η οποία δεν κατάφερε με τη σειρά της να σταματήσει την τουρκική προέλαση, κατόρθωσε κάποια από τα στελέχη της να κερδίσουν την ατιμωρησία, αλλά η ιστορία θα είναι αμείλικτη μαζί τους: Θα έχουν την αιώνια καταδίκη της.

 

Επιλογή Βιβλιογραφίας:
Σπυρίδων Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΥΚ, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012.
Κώστας Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974-από το Έπος στην Τραγωδία, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2007.
C.M.Woodhouse, Η άνοδος και η πτώση των συνταγματαρχών, εκδόσεις Λιναίος, Αθήνα 2017.

7 Σχόλια

  1. κε Κουτρούλη,
    Όταν ανέλαβε ο Καραμανλής, παρά την προδοσία της χούντας και των Μπονάνου, Αραπάκη και σία, η αυτοθυσία των απλών Ελλήνων και ελληνοκυπρίων είχαν περιορίσει το τουρκικό προγεφύρωμα μόλις στο 4% της Κύπρου. Το 4% έγινε 37% όχι επί χούντας, αλλά επί Καραμανλή, την ίδια ώρα που οι αριστεροί (αλλά και όλοι οι Ελλαδίτες) πανηγύριζαν για την έλευση της δημοκρατίας και κατά βάθος χαίρονταν, που δεν χρειάστηκε να πολεμήσουν…
    Φυσικά, η δημοκρατία που ήρθε ήταν του ανάλογου ήθους…

  2. Σπύρος Κουτρούλης

    το 4% του εδάφους που είχαν καταλάβει οι Τούρκοι ήταν αρκετό για να αποβιβάσουν πεζικό, άρματα και βαρύ οπλισμό ώστε να είναι σε θέση να καταλάβουν το τμήμα του νησιού που τους ενδιέφερε. Υπήρχαν σχέδια για να επανδρωθούν τα παράκτια πυροβόλα για να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη απόβαση τα οποία δεν ακολουθήθηκαν παρά τις σχετικές πληροφορίες για εισβολή. Όπως και τα ελληνικά υποβρύχια που βρίσκονταν προ της Κερύνειας διατάχθηκαν να γυρίσουν πίσω. Ελληνική αεροπορική υποστήριξη δεν υπήρξε. Όλα αυτά έγιναν με την δικτατορία Ιωαννίδη.Πράγματι η κυβέρνηση της μεταπολίτευσης δεν κατάφερε να σταματήσει την τουρκική προέλαση. Οι δυνάμεις που απέστειλε είχαν περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα. Συνεπώς έχει και αυτή κάποιες ευθύνες. Όμως παρέλαβε ένα κράτος που είχε καταρρεύσει, και το οποίο δεν ήλεγχε ενώ οι επικεφαλής των 3 όπλων ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι για τις ελληνικές δυνατότητες σε περίπτωση κλιμάκωσης του πολέμου. Διάφορες προτάσεις όπως η δημιουργία νηοπομπής στην οποία επικεφαλής θα ήταν ο ίδιος ο Καραμανλής απορρίφτηκαν άμεσα σαν ουτοπικές. Σε μια ψύχραιμη εκτίμηση μπορούμε να επισημάνουμε τις ευθύνες της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης, αλλά αυτές δεν μπορούν να διαγράψουν την ανοησία της δικτατορίας, η οποία ανέτρεψε τον Μακάριο αλλά ούτε μπορούσε ούτε ήθελε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πράξης αυτής. Αρκέστηκε σε κάποιες διαβεβαίωσεις ότι οι Τούρκοι δεν θα κινούνταν που βέβαια αποδείχθηκαν ψευδείς. Βεβαίως καταλυτικό ρόλο έπαιξε το κλίμα εμφυλίου πολέμου που υπήρχε στην Κύπρο, η κατάρρευση του ελλαδικού κράτους, η αδυναμία οργάνωσης της αντίστασης. Η μεταπολιτευτική δημοκρατία είναι ένα άλλο θέμα ,ενδιαφέρον προβληματισμού, για την οποία πολλές σκέψεις θα μπορούσαμε να κάνουμε.

    Σπύρος Κουτρούλης

  3. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

    κε Κουτρούλη,
    Το 4% του εδάφους ήταν πράγματι αρκετό για να αποβιβάσουν πεζικό, άρματα και βαρύ οπλισμό οι Τούρκοι, αλλά αυτή η πράξη είναι πολεμική ενέργεια, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων τους με την κυβέρνηση Καραμανλή, χωρίς η Ελλάδα να διακόψει τις συνομιλίες και να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία.
    Αν το είχε κάνει αυτό η Ελλάδα το 4% ήταν ένα πολύ ανεπαρκές προγεφύρωμα και οι Τούρκοι που αποβιβάστηκαν επί χούντας άνετα θα μπορούσαν να πεταχθούν στη θάλασσα.
    Τα επόμενα που γράφετε αφορούν την προδοσία της χούντας και δεν τεκμηριώνουν τη (σχετική) αθωότητα του Καραμανλή, που υποστηρίζετε.
    Γράφετε ότι παρέλαβε ένα κράτος, που είχε καταρρεύσει. Αυτό δεν νομίζω ότι είναι αληθές. Πιστεύετε ότι αν έδινε το σύνθημα ενός καθολικού ελληνοτουρκικού πολέμου, ο στρατός δεν θα πολεμούσε, ο λαός δεν θα συστρατευόταν και ο κρατικός μηχανισμός δεν θα λειτουργούσε; Αυτό πού το στηρίζετε; Ήταν πρωθυπουργός καθολικής αποδοχής, τους προδότες στρατηγούς μπορούσε να τους καθαιρέσει (ακόμα και αν δεν τους τιμωρούσε άμεσα για να μην αντιδράσουν οι φίλοι τους στο στράτευμα).
    Αντιγράφω παρακάτω το σχετικό κεφάλαιο από το εξαιρετικό βιβλίο «Κύπρος 1974 – Η μεγάλη προδοσία», που αναπτύσσει αναλυτικότερα την ευθύνη του Καραμανλή:

    Γιατί ο Καραμανλής αποφάσισε τελικά, να μην βοηθήσει στρατιωτικά την Κύπρο; Ακόμα και όταν οι Στρατηγοί του είπαν ότι χρειάζεται μια ολόκληρη εβδομάδα (προφανώς για να τον απογοητεύσουν και να τον αποθαρρύνουν σε αυτό το εγχείρημα) για να ετοιμάσουν μια πλήρους σύνθεσης μεραρχία, με σκοπό να σταλεί στην Κύπρο προς ενίσχυση των μαχόμενων Ελληνικών Δυνάμεων, δεν τους είπε «εντάξει, ετοιμάστε την». Ήταν ακόμα 3η Αυγούστου και ο «Αττίλας ΙΙ» ξεκίνησε στα μέσα Αυγούστου! Υπήρχε χρόνος! Και ο ναυτικός αποκλεισμός του νησιού, τον οποίο επικαλούνται πολλοί, μπορούσε να παρακαμφθεί, αν πραγματικά είμασταν αποφασισμένοι για αυτό. Κανείς πλοίαρχος, κανενός στόλου, δεν αποφασίζει να βάλλει εναντίον πλοίου, πάνω στο οποίο ταξιδεύει ο «αρχηγός ενός κράτους», έστω και αντιπάλου! Άλλωστε το ίδιο χρονικό διάστημα και οι Τούρκοι ενίσχυαν τις δυνάμεις τους για να ξεκινήσουν τον Αττίλα ΙΙ…
    Γιατί ξεστόμισε την φράση : «η Κύπρος κείται μακράν»! Αυτό δεν έδωσε «το σύνθημα» που περίμεναν οι Τούρκοι στρατηγοί για να ξεκινήσουν τον «Αττίλα ΙΙ»; Δεν τους «έκλεισε με νόημα το μάτι» αποκαλύπτοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η Ελλάδα δεν ήταν διατεθειμένη να επέμβει και να εμπλακεί άμεσα στις εχθροπραξίες στην Κύπρο? Ένας πολιτικός με την δική του πείρα, ποια περίμενε να ήταν η αντίδραση των Τούρκων ακούγωντας αυτήν την φράση;
    • Γιατί κράτησε μετά την Μεταπολίτευση στις θέσεις τους τους Παπανικολάου και Αραπάκη, με δεδομένη την προδοτική συμπεριφορά τους καθ’ όλο το διάστημα της εισβολής; Ποιος ήταν αυτός που του το επέβαλε; Θα μάθουμε ποτέ;
    • Γιατί συνέχισε τις διαπραγματεύσεις, όταν έφταναν καθημερινά οι πληροφορίες ότι οι Τούρκοι συνεχίζουν να προχωρούν, παρά την συμφωνηθείσα κατάπαυση του πυρός; Από πληροφορίες που ήλθαν στο φως της δημοσιότητας πολύ αργότερα, φαίνεται ότι οι Τούρκοι στις διαπραγματεύσεις απλά «είχαν στηλώσει τα πόδια» και απαιτούσαν ή το 34% του εδάφους ή διακοπή των συνομιλιών, δίνοντας τελεσίγραφα στην Ελληνοκυπριακή και Ελλαδική πλευρά. Ο Καραμανλής γνώριζε τι παιζόταν στο «τραπέζι των διαπραγματεύσεων» και με την εμπειρία της στάσης της Αγγλίας και της Τουρκίας στις συνομιλίες και συμφωνίες Ζυριχης-Λονδίνου, ήξερε ότι ΔΕΝ μπορούσε να περιμένει τίποτα από αυτές. Είναι χαρακτηριστική η στιχομυθία μεταξύ Κάλλαχαν, Μαύρου, Κληρίδη και Γκιουνές λίγο πριν τον Αττίλα ΙΙ, όπου ο Γκιουνές έδινε προθεσμία 24 ωρών στους Μαύρο και Κληρίδη να αποδεχθούν την δημιουργία δύο καντονιών στο νησί, υπό την μορφή συνομοσπονδίας, όπου το Τουρκοκυπριακό καντόνι θα αποτελούσε το 34% της συνολικής έκτασης του νησιού. Όταν ο Μαύρος και ο Κληρίδης συνεπικουρούμενοι από τον Κάλλαχαν συμφώνησαν να διακόψουν την συζήτηση εκείνη την στιγμή διότι ήταν 02.00 μετά τα μεσάνυχτα και να την συνεχίσουν την επόμενη μέρα το μεσημέρι, ο Γκιουνές δεν απάντησε, αλλά απλά βγήκε από την αίθουσα και τηλεφώνησε στην Άγκυρα όπου με την κωδικοποιημένη φράση «Η Αισέ μπορεί να αρχίσει τις διακοπές της» έδινε το σύνθημα γιά την έναρξη του Αττίλα ΙΙ. Δεν είχαν περάσει ούτε 10 λεπτά από την στιγμή που έδινε προθεσμία 24 ωρών σε Έλληνες και Ελληνοκύπριους να απαντήσουν επί των απαιτήσεων του και ταυτόχρονα αυτός ο ίδιος έδινε το ΟΚ γιά την έναρξη της νέας και πλέον επιτυχούς πολεμικής επιχείρησης των Τούρκων στο νησί που είχε το όνομα «Zafer (Νίκη)» και έμεινε γνωστή με την κωδική ονομασία «Αττίλας ΙΙ». Έτσι έβλεπαν οι Τούρκοι αξιωματούχοι τις διαπραγματεύσεις που η Ελληνική Κυβέρνηση ευελπιστούσε ότι θα έδιναν λύση στο πρόβλημα και την κρίση που είχε δημιουργηθεί!
    Γιατί δεν έπαιξε το «γερό χαρτί» της απειλής του Ελληνο-Τουρκικού Πολέμου, καθ’ ήν στιγμή ήταν ξεκάθαρο ότι οι Αμερικάνοι δεν ήθελαν ούτε να το σκέφτονται; Οι Τούρκοι εκβίαζαν καθημερινά και οι δικοί μας διπλωμάτες εμφάνιζαν την εικόνα «κάποιου που είναι κολλημένος στον τοίχο», παρότι ο Ο.Η.Ε. εξέδιδε καθημερινά καταδικαστικές για την εισβολή αποφάσεις.
    Γιατί δεν τήρησε τον λόγο του, όταν είπε στους Τούρκους: «αν η Ελλάς κληθεί να διαλέξει ή να πολεμήσει ή να ταπεινωθεί, τότε θα προτιμήσει να πολεμήσει»; Γιατί άφησε την Ελλάδα να ταπεινωθεί;
    • Και τέλος αν δεν υπάρχουν ενδείξεις ευθυνών οι οποίες να φτάνουν και να υπερβαίνουν τα όρια της εσχάτης προδοσίας και σε πολιτικούς, τότε γιατί αυτοί δεν τόλμησαν να ανοίξουν ΠΟΤΕ στην ουσία, τον Φάκελο της Κύπρου, και μέχρι σήμερα με ανυπόστατες και παιδαριώδεις δικαιολογίες τον κρατούν καταχωνιασμένο στα υπόγεια της Βουλής των Ελλήνων;
    Όσο καλόπιστος και να είμαι δεν μπορώ να θεωρήσω όλα αυτά σαν συμπτώσεις!

    Με εκτίμηση,
    Χ. Παπαδόπουλος

  4. Σπύρος Κουτρούλης

    Κύριε Παπαδόπουλε.
    Διάβασα με πολύ προσοχή τις σκέψεις σας. Ο στόχος μου είναι να διαγνώσω τι πραγματικά συνέβη με αξιολογική ουδετερότητα δίχως να θέλω απολογηθώ για κανένα. ή να υπερασπιστώ άλλον, Αν διαβάσετε το α΄μέρος του δοκιμίου που δημοσιεύθηκε στην προηγούμενη ΡΗΞΗ αναφέρομαι στην κριτική της Συμφωνίας της Ζυρίχης από τον Γ.Σεφέρη με την ιδιότητα του ως διπλωμάτης. Αλλά και τις ευθύνες που της αναλογούν στην πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση, που θα έπρεπε να κάνει περισσότερα από όσα έκανε, επεσήμανα στα πλαίσια του άρθρου μου. Όμως αυτές οι ευθύνες δεν μπορούν να επισκιάσουν τις βασικές ευθύνες της δικτατορίας για την αλλοπρόσαλλη πολιτική της, την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας όσο και το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Θα έλεγα ότι το Κυπριακό δεν ήταν η ιστορία χαμένων ευκαιριών όπως έγραψε ο Ε.Αβέρωφ αλλά η ιστορία επαναλαμβανόμενων τραγικών λαθών μας. Να θυμίσω ότι σύμφωνα με τον στρατηγό Γ.Καρούσο, συνεργάτη του Γρίβα η δικτατορία εξόρισε και βασάνισε φρικτά τον ίδιο και πολλούς συνεργάτες του Διγενή όπως τον Σ.Μουστακλή και τον Οπρόπουλο. Να θυμίσω επίσης ότι ο Ρόδης Ρούφος συγγραφέας και διπλωμάτης, από αυτούς που στήριξαν την ΕΟΚΑ, πρωτοστάτησε σε κινήσεις κατά της δικτατορίας.
    Ότι το κράτος το 1974 είχε καταρρεύσει νομίζω ότι δεν υπάρχει γι’ αυτό καμία αμφιβολία, απόδειξη αυτού είναι η γελοιοποίηση της επιστράτευσης , η αδυναμία να συνεννοηθούν τα τρία όπλα μεταξύ τους, η ανικανότητα τους να στείλουν τα φάντομ στην Κύπρο και πολλά άλλα γεγονότα. Όμως η χούντα γιατί δεν κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία, γιατί δεν έκανε ένα περίπατο μέχρι την Κωνσταντινούπολη όπως διατεινόταν ο Ιωαννίδης; Αντί αυτού πανικόβλητοι κάλεσαν τους παλαιούς πολιτικούς για να παραδώσουν την εξουσία. Αλλά αφού ο Καραμανλής ήταν , αυτός που θεωρούσαν ότι ήταν, γιατί του παρέδωσαν την εξουσία και δεν την παρέδιδαν για παράδειγμα στο περισσότερο απρόβλεπτο Π.Κανελλόπουλο σε κάποιον άλλο;
    Αλλά και ο ηγέτης καλύτερων προθέσεων πως μπορεί να κάνει πόλεμο όταν οι αρχηγοί του στρατεύματος επαναλαμβάνουν ότι ο στρατός ήταν ανέτοιμος, ακόμη δε ένας μέρος του λαού είναι σε εξορίες και φυλακές; Πως μπορούσαμε να κτυπήσουμε την Τουρκία όταν είχε χαθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού, όταν το μεγαλύτερο μέρος του στρατού ήταν συγκεντρωμένο στο λεκανοπέδιο για να περιφρουρεί το καθεστώς, στα νησιά του Αιγαίο δεν υπήρχε καθόλου στρατός και στην Θράκη ήταν ανεπαρκής για αμυντικές ή επιθετικές ενέργειες. Επίσης σε μια σύρραξη ήταν βέβαιο ότι το ΝΑΤΟ θα ήταν απέναντι στην Ελλάδα και η ΕΣΣΔ θα τηρούσε ουδέτερη στάση . Όμως για τα λάθη και τις παραλείψεις της κυβέρνησης Καραμανλή συνυπεύθυνη είναι η δικτατορία γιατί αυτή τον έφερε πίσω και αυτή του παρέδωσε του εξουσία και γι’ αυτό δεν δικαιούνται σήμερα όσοι την συμμερίζονται να του ασκούν κριτική. Πολλά στελέχη της όπως ο Π.Μανωλόπουλος προέρχονταν από την προδικτατορική ΕΡΕ, σε όλη την διάρκεια της δικτατορίας , η τελευταία προσπαθούσε να διατηρεί επαφή με τον Καραμανλή, ο ίδιος ο Γ.Παπαδόπουλος ήταν μέλος της αντικομμουνιστικής επιτροπής με τον Α.Προκοπίου και άλλους για να αντιμετωπίσουν την άνοδο της ΕΔΑ, δηλαδή όλοι είχαν οργανική σχέση με τον πολιτικό χώρο του προδικτατορικού Καραμανλή, δηλαδή πριν οι δικτατορίες στην Ευρώπη καταστούν ιστορικός αναχρονισμός και καταρρεύσουν η μία μετά την άλλη.
    Στο βιβλίο στο οποίο αναφέρεστε και του οποίου απόσπασμα δημοσιεύεται είναι του Κ.Α. Δημητριάδη έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Πελασγός, ένα εκδοτικό οίκο που μεταξύ των άλλων έχει εκδώσει την βιογραφία του Γ.Παπαδόπουλου, έργα του φασιστή Γ.Βεζανή και άλλων. Βεβαίως κάθε πολιτικός χώρος είναι εύλογο να θέλει να υπερασπιστεί την πορεία του. Όμως θα πρέπει να προσπαθούμε ως καλοί αναγνώστες να διακρίνουμε μεταξύ ιδεολογίας, επιθυμίας και πραγματικότητας.
    Συχνά τις ιδεολογίες τις χρεοκοπούν αυτοί που τις επικαλούνται. Τον εθνικισμό στην Ελλάδα τον διέψευσε η χούντα, τον φιλελευθερισμό η ΝΔ., τον σοσιαλισμό το ΠΑΣΟΚ, τον Μάρξ η ΕΣΣΔ. . Το αστείο είναι ότι σήμερα η «Χρυσή Αυγή» μιλά για Μεγάλη Ιδέα ενώ είναι γνωστό ότι ο Ι.Μεταξάς ήταν κατά της μικρασιατικής εκστρατείας και αρνήθηκε την αρχιστρατηγία όταν του προσφέρθηκε.

    Φιλικά,
    Σπύρος Κουτρούλης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*