Του Θεόδωρου Ντρίνια*, μέρος ευρύτερου κειμένου. Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 28-29.
Είναι δύσκολο να δώσει κάποιος έναν ορισμό του όρου «woke καπιταλισμός» χωρίς να επηρεαστεί από την τρέχουσα πολεμική μεταξύ woke και αντί-woke στρατοπέδου, η οποία στις ΗΠΑ, και σταδιακά στην Ευρώπη, συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά ενός εν εξελίξει πολιτισμικού πολέμου στο ίδιο το εσωτερικό της Δύσης. Αρκεί να ακούσει κάποιος, έκπληκτος, τις ομιλίες του ανερχόμενου αστέρα των Ρεπουμπλικάνων, Κυβερνήτη της Φλόριντα Ρον ντε Σάντις, στις οποίες συχνά πυκνά ξιφουλκεί ενάντια στο woke κεφάλαιο. Αν μείνουμε σε αυτό το πλαίσιο, τότε κάθε φορά που αναφερόμαστε σε woke καπιταλισμό θα εννοούμε μεγάλες επιχειρήσεις, διευθυντικά στελέχη και δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες που υποστηρίζουν ανοικτά και έμπρακτα «προοδευτικούς» σκοπούς. Προοδευτικούς, κατά τον τρόπο που μια σύγχρονη, κινηματική «Αριστερά» τους προσδιορίζει κυρίως ως άρση των αδικιών που αφορούν στο φύλο, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα, το περιβάλλον, τα ζώα, τους ιθαγενείς λαούς κλπ.
Στη δική μας εκδοχή ορισμού, ο woke καπιταλισμός αναφέρεται σε ένα επιχειρηματικό/οικονομικό οικοσύστημα, στο οποίο, οι μεγάλες εταιρείες και πολυεθνικές επιχειρήσεις εμπλέκονται και αλληλεπιδρούν με κυβερνητικούς θεσμούς (ακόμα και τον στρατό), Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, κοινωνικά κινήματα, ομάδες πίεσης, πανεπιστημιακές σχολές, ακτιβιστές, διανοούμενους κ.ά. Οι επιχειρήσεις που συναπαρτίζουν το οικοσύστημα ενστερνίζονται στο εσωτερικό τους,και ταυτόχρονα προωθούν ενεργά προς τα έξω, την woke ατζέντα. Επομένως, δεν μιλάμε απλά για χορηγίες και δηλώσεις woke υποστήριξης από εταιρείες και επιχειρηματίες ή επενδυτές, ούτε μόνο για την ανάπτυξη εσωτερικών διαδικασιών και δομών που ικανοποιούν τα woke αιτήματα (με οδηγό την ξακουστή τριάδα Διαφορετικότητα, Ισότητα, Συμπερίληψη – Δ.Ι.Σ.)[1], αλλά συχνά για στράτευση στην υπόθεση της «κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής», με την προώθηση στρατηγικών πέρα από τις άμεσες εμπορικές ανάγκες της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται.
Αφού μετά κόπων τον ορίσαμε, ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε αν ο woke καπιταλισμός έχει υλική βάση ή αποτελεί απλώς μια θνησιγενή φαντασμαγορία των μεταμοντέρνων ετών, λειτουργώντας ως λάβαρο και σκιάχτρο (εξαρτάται από τη γωνία του παρατηρητή) ενός αδυσώπητου αγώνα πολιτικής και ταξικής επικράτησης νέου τύπου.
Αν υπάρχει ένας καλός δείκτης για τη δέσμευση των εταιρειών στις woke ιδέες και πρακτικές, τότε αυτός είναι τα ποσά που δαπανώνται για τις Δ.Ι.Σ.. Στις ΗΠΑ, από 8 δισ. δολάρια το 2017, οι δαπάνες για προγράμματα Δ.Ι.Σ. έφτασαν τα 9,3 δισ. το 2022 και αναμένεται να εκτοξευτούν στα 15,4 δισ. μέχρι το 2026. Επιπρόσθετα, ήδη από το 2022, οι εκατό μεγαλύτερες εταιρείες των ΗΠΑ που συμμετέχουν στο δείκτη Fortune 100, έχουν όλες τους πλήρως ανεπτυγμένα προγράμματα Δ.Ι.Σ. στο εσωτερικό τους, ενώ, σε ανάλυση στοιχείων του κοινωνικού δικτύου LinkedIn, φαίνεται ότι, μεταξύ 2017 και 2021, είχαμε στην ίδια χώρα αύξηση 71% σε διευθυντικούς ρόλους και θέσεις που ασχολούνται με τα προγράμματα αυτά. Μαζί με τα παραπάνω, μπορούμε να εντοπίσουμε και ολοένα συχνότερες περιπτώσεις όπως αυτή του γίγαντα των λιανικών πωλήσεων Walmart που, μετά τη δολοφονία του Τζώρτζ Φλόυντ το 2020, δώρισε 100 εκατ. δολάρια για να ιδρυθεί το Κέντρο Φυλετικής Ισότητας, ή της Google που συντόνισε την αφρόκρεμα των μεγάλων εταιρειών λιανικής ώστε να οργανωθεί το πρόγραμμα Δεκαπέντε τοις Εκατό Δέσμευση με το οποίο οι εταιρείες αυτές δεσμεύονται να προμηθεύονται το 15% των προϊόντων τους από επιχειρήσεις με Μαύρους ιδιοκτήτες. Αλλά και οι σημαντικότερες εταιρείες νέων τεχνολογιών της Αμερικής δωρίζουν αδιάλειπτα εκατομμύρια δολάρια σε οργανώσεις που σχετίζονται με το κίνημα Black Lives Matter. Ακόμα και ένας από τους πιο διάσημους αγκιτάτορες/ακτιβιστές της κριτικής φυλετικής θεωρίας, ο (και αντικαπιταλιστής) Ibram X. Kendi, ίδρυσε το 2020 στη Βοστώνη το Κέντρο Αντιρατσιστικής Έρευνας λαμβάνοντας δωρεές 55 εκατ. δολαρίων[2].
Αν τα προγράμματα και οι δωρεές αυτού του τύπου πιθανώς γίνονται για να συμμορφωθούν οι επιχειρήσεις με τις νέες πολιτισμικές τάσεις των μεσοαστικών στρωμάτων στη Δύση, τότε υπάρχουν επιχειρηματικές εκδηλώσεις που σίγουρα δεν μπορούν να εξηγηθούν από αυτόν τον κανόνα. Για παράδειγμα, εν μέσω έντονων δημόσιων αντιπαραθέσεων για το δικαίωμα των διεμφυλικών ατόμων να επιλέγουν τουαλέτες και συμμετοχή σε αγωνίσματα με βάση το φύλο που επέλεξαν και όχι το βιολογικό τους, τον Μάρτη του 2022, 200+ από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Αμερικής (Apple, Dell, Google, HP, 3M, General Motors, Citigroup, Nike, PepsiCo, Disney κ.ά.) δημοσιοποίησαν κοινή δήλωση ενάντια σε πολιτειακούς νόμους που εισάγουν διακρίσεις και στερούν τα δικαιώματα των διεμφυλικών ατόμων στην επιλογή[3]. Ή, το 2017, όταν η Starbucks, σε ευθεία αντιπαράθεση με την απαγόρευση χορήγησης βίζας, που επέβαλε η τότε Διοίκηση Τραμπ σε πολίτες μουσουλμανικών κρατών στα οποία οι Χριστιανοί πολίτες τους διώκονταν (Συρία, Υεμένη, Ιράκ, Ιράν, κ.ά.), ανακοίνωσε ότι δεσμεύεται να προσλάβει 10.000 πρόσφυγες στα καταστήματά της[4]. Ή, μπορούμε να συναντήσουμε εσωτερικές εταιρικές δηλώσεις προς το προσωπικό τους, όπου οι ΗΠΑ αναφέρονται ως έθνος «λευκής υπεροχής» (Bank of America), οι εργαζόμενοι είναι πιθανά ένοχοι για συμπεριφορές που «εσωτερικεύουν φυλετική ανωτερότητα» (Walmart), τα στελέχη καλούνται να αποδομήσουν το «λευκό αρσενικό προνόμιο» (Lockheed Martin), και οι λέξεις «αγόρια», «κορίτσια» θα πρέπει να απαλειφθούν από τα θεματικά πάρκα ενώ στα παιδικά προγράμματα θα πρέπει να ενταχθούν στοιχεία queer (Disney).
***
Όλα τα παραπάνω μας κάνουν να σκεφτούμε ότι οι μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις (ακολουθώντας τα πανεπιστήμια) γίνονται woke για περισσότερους λόγους από έναν τυπικό κομφορμισμό σε σύγχρονες πολιτισμικές τάσεις. Είναι γνωστό, ήδη από τη δεκαετία του ’60, και με αρχή το κίνημα των Μαύρων για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, ότι οι επιχειρήσεις ενσωματώνουν την προώθηση κοινωνικών στόχων στη λειτουργία και τη στρατηγική τους, κυρίως όταν οι νόρμες στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους μπαίνουν σε διαδικασία αμφισβήτησης και αλλαγής. Εξάλλου, εδώ και 20 χρόνια, εκφράσεις όπως «εταιρική κοινωνική ευθύνη» ή «προσεγγίσεις ενδιαφερόμενων μερών» έχουν ενταχθεί στη στρατηγική και στη δημόσια ρητορική χιλιάδων μεγάλων επιχειρήσεων σε όλον τον κόσμο. Αυτό που εκπλήσσει με την άνοδο του woke καπιταλισμού είναι η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των επιχειρήσεων που «αφυπνίζονται» και το σύντομο διάστημα στο οποίο αυτό συμβαίνει, ξεπερνώντας ακόμα και την προηγούμενη τάση του «πράσινου καπιταλισμού», η οποία χρειάστηκε πάνω από δύο δεκαετίες για να εδραιωθεί. Και μάλιστα, αυτό συμβαίνει όταν οι μελέτες για την οικονομική αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής είναι ασαφείς ή ταλαντευόμενες ως προς το τελικό αποτέλεσμα[5]. Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να συνοψίσουμε τους κύριους λόγους για τους οποίους συμβαίνει η woke επιτάχυνση στον επιχειρηματικό τομέα.
Κατ’ αρχήν, και ως αναμενόμενο, η woke εξέλιξη ενισχύεται από καθαρά εργαλειακούς λόγους. Οι επιχειρήσεις διατυπώνουν δημόσια τη δέσμευσή τους στη woke ατζέντα όχι επειδή υιοθετούν τις αξίες του κινήματος, αλλά για λόγους ευρύτερου οικονομικού οφέλους. Είτε για να προσεγγίσουν συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών που υιοθετούν αυτές τις αξίες, είτε για να προσελκύσουν συγκεκριμένες κατηγορίες επενδυτών, είτε για να προσλάβουν άτομα από συγκεκριμένες κατηγορίες πληθυσμού (π.χ. Μιλλένιαλς, Γενιά Ζ). Και, φυσικά, για να αποκτήσουν κάποιου είδους κοινωνική νομιμοποίηση, ιδιαίτερα όταν οι ανταγωνιστές τους έχουν ήδη υιοθετήσει παρόμοιες πρακτικές, αποφεύγοντας συγκρούσεις με ομάδες πίεσης και κινήματα ταυτότητας. Να σημειώσουμε εδώ ότι το φαινόμενο του μιμητικού ισομορφισμού[6] είναι καλά μελετημένο στη θεωρία των οργανώσεων. Όσο οι woke πρακτικές κερδίζουν έδαφος μέσα στην κοινωνία και οι woke συμπεριφορές γίνονται του συρμού, τόσο πιο δύσκολο είναι για τις επιχειρήσεις να αποφύγουν το woke ρεύμα.
Υπάρχουν, όμως, και οι κανονιστικοί λόγοι. Δηλαδή, όταν οι επιχειρήσεις συμμορφώνονται και προωθούν την woke ατζέντα επειδή οι ιδιοκτήτες, τα στελέχη, οι εργαζόμενοι ή εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη (stakeholders) που συνδέονται άμεσα με την επιχείρηση (π.χ. ομάδες καταναλωτών, κρατικές υπηρεσίες) κρίνουν ότι τα στοιχεία αυτής της ατζέντας είναι δίκαια και σωστά. Εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία της ενημέρωσης, των νέων τεχνολογιών, της λιανικής πώλησης και του θεάματος εμφανίζουν πιο κανονιστικές συμπεριφορές στο ζήτημα αυτό. Προωθούν οι ίδιες το woke φαντασιακό, παρ’ όλο που δεν δέχονται σοβαρές κανονιστικές πιέσεις από το εξωτερικό περιβάλλον τους, είτε καταναλωτές είτε επενδυτές είτε κυβερνήσεις είναι αυτό. Εδώ, θα πρέπει να έχουμε κατά νου το μετασχηματισμό των νέων οικονομικών, πολιτικών και διανοούμενων ελίτ και των σχετιζόμενων με αυτές διαχειριστικών στρωμάτων, οι οποίες από την εποχή της παγκοσμιοποίησης και έπειτα, και σε άμεση συνάφεια με τις τεχνολογικές εξελίξεις που παραμερίζουν ολοένα και περισσότερο την ανθρώπινη εργασία (ακόμα και τη διανοητική, βλέπε Τεχνητή Νοημοσύνη), έχουν εισέλθει σε μια διαδικασία ταχείας αποδέσμευσης της ζωής τους και της μοίρας τους από αυτήν των πλατιών στρωμάτων του γηγενούς πληθυσμού. Μια εξέλιξη που συμβαδίζει και αλληλοτροφοδοτείται με το μετασχηματισμό του παλαιού, «προτεσταντικού» καπιταλισμού σε έναν υπερφιλελεύθερο, ηδονιστικό καπιταλισμό και την απουσία οποιασδήποτε εμπράγματης εναλλακτικής στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα[7].
Στην κανονιστική αυτή εκδοχή του woke επιχειρείν, σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι παίζουν τα μεσαία διαχειριστικά στελέχη των μεγάλων επιχειρήσεων. Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι οι μεσαίες βαθμίδες της ιεραρχίας είναι εκείνες που εκκινούν και καθορίζουν τη woke στρατηγική των επιχειρήσεων, ακόμα και αν την υπογράφουν οι κορυφαίοι στην ιεραρχία μάνατζερ. Αυτό συμβαίνει για μια σειρά λόγους: Ο φόβος και η άγνοια της ανώτερης διοίκησης για το πώς ικανοποιούνται τα woke αιτήματα και εξισορροπούνται οι πιέσεις των «κινημάτων» οδηγούν στην ανάθεση της δουλειάς αυτής σε νεότερα στελέχη στο μέσον της ιεραρχίας. η δημιουργία αυτοτελών τμημάτων Δ.Ι.Σ. στο οργανόγραμμα πολλών μεγάλων εταιρειών με τη δυνατότητα οριζόντιας κατεύθυνσης της λειτουργίας τους. η ιδεολογική προδιάθεση των νεότερων στελεχών που προέρχονται από τα ήδη woke πανεπιστήμια. η δυνατότητα που προσφέρει στα μεσαία στελέχη η ενασχόληση με τα προγράμματα Δ.Ι.Σ. να επεκτείνουν τα όρια του ελέγχου και των αρμοδιοτήτων τους πολύ πέρα από τα αντικειμενικά ορισμένα στο οργανόγραμμα, καθώς και η δυνατότητα να λειτουργούν ως άτυποι κόμβοι εσωτερικών δικτύων, με ό,τι σημαίνει αυτό για τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των ροών πληροφορίας. η εγγενής ασάφεια και ρευστότητα του τι είναι κάθε φορά woke, η χρήση ειδικού λεξιλογίου (μικροεπιθετικότητες, λευκότητα, cis, κεντράρισμα κλπ.) και η απουσία αξιόπιστων εργαλείων και μεθόδων μέτρησης της αποτελεσματικότητας για τις Δ.Ι.Σ. πρακτικές, καθιστούν δύσκολο τον έλεγχο των μεσαίων αυτών στελεχών από την ανώτερη διοίκηση, άρα ενισχύουν έμμεσα την εξουσία τους και την εργασιακή τους μακροημέρευση.
Επιπρόσθετα, όσο περισσότερες επιχειρήσεις συμμορφώνονται, η ομοιομορφία των woke πρακτικών ενισχύεται, και στο τέλος, στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή, οι διαφορές μεταξύ των επιχειρήσεων είναι δυσδιάκριτες στο πεδίο αυτό[8],
γεγονός που δημιουργεί στα πιο μαχητικά τμήματα των woke κινημάτων την υποψία για οπορτουνιστική υποκρισία από μέρους των επιχειρήσεων, και έχει ως αποτέλεσμα τη μαχητική καταγγελία τους. Έτσι, σε αρκετούς κλάδους (όπως και στα πανεπιστήμια εξάλλου[9]) δημιουργείται μια άμιλλα για την προώθηση ακόμα πιο woke πρακτικών ώστε να γίνει η επιχείρηση πιο διακριτή από τις υπόλοιπες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα σπιράλ woke καθαρότητας που κυριολεκτικά εκτοξεύει τη γενική τάση των προσαρμογών στα όρια ενός woke επιχειρηματικού ακτιβισμού.
*Δρ. οργάνωσης και διοίκησης, Παν/μίου Salford
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
[1] Γνωστή στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, στον οποίο και πρωτοεισήχθη, ως DEI – Diversity, Equality, Inclusion, επικεντρώνεται στις επιχειρήσεις κυρίως σε ποσοστώσεις προσλήψεων υπέρ σεξουαλικά και εθνοτικά ή φυλετικά μειονοτικών ομάδων, σε «θετικές διακρίσεις» στις προαγωγές, στη χρήση πολιτικά ορθών όρων, στη δημιουργία «ασφαλών χώρων» για τα μειονοτικά μέλη της επιχείρησης κλπ.
[2] Τα 10 εκατ. δολάρια προήλθαν από έναν μόνο επιχειρηματία, τον Jack Dorsey, συνιδρυτή και πρώην Διευθύνοντα Σύμβουλο του Twitter. Βλέπε Sara Rimer, «Jack Dorsey, Twitter and Square Cofounder, Donates $10 Million to BU Center for Antiracist Research», Boston University Today, 20 Αυγούστου 2020.
[3] Berg-Brousseau, H. (2022), «200+ major US companies oppose anti-LGBTQ+ state legislation», Human Rights Campaign, 31.
[4] Phil Wahba, «Starbucks Has a Response to President Trump’s Immigration Ban: Hire 10,000 Refugees», Fortune, 29 Ιαν. 2017.
[5] Είναι γνωστή η χαιρέκακη φράση των αντιπάλων του woke καπιταλισμού: «Go Woke, Go Broke».
[6] Με τον όρο ισομορφισμό, περιγράφουμε το φαινόμενο κατά το οποίο οι οργανώσεις αποκτούν παρόμοια χαρακτηριστικά στη δομή ή τις διαδικασίες ως αποτέλεσμα μίμησης ή έκθεσης σε παρόμοιες συνθήκες του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα όταν στο κοινωνικό τους περιβάλλον επισυμβαίνουν πολιτισμικές αλλαγές, τότε η αβεβαιότητα που δημιουργείται αντιμετωπίζεται με την εμπλοκή σε μιμητικό ισομορφισμό, αντιγράφοντας δηλαδή πετυχημένες πρακτικές άλλων εταιρειών.
[7] Ο κόσμος μας χωρίζεται πια σε περιοχές του φιλελεύθερου καπιταλισμού (Δύση, Ωκεανία, Ιαπωνία, Κορέα) και του πολιτικού καπιταλισμού (Κίνα, Ρωσία, και λοιπές αυταρχικές αναδυόμενες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις) και στις ενδιάμεσες, αμφιταλαντευόμενες ανάμεσα στις δύο μορφές, περιοχές.
[8] Βλέπε για παράδειγμα την περίοδο των διάφορων Pride, όπου είναι σχεδόν αδύνατο να βρεις μεγάλες επιχειρήσεις με επώνυμα προϊόντα που να μην οργανώσουν σχετικές ρεκλάμες ή έστω να έχουν αναρτήσει ένα ουράνιο τόξο στις ηλεκτρονικές τους σελίδες και τα κοινωνικά δίκτυα.
[9] Για παράδειγμα, το πανεπιστήμιο του Hertfordshire στη Μεγάλη Βρετανία αναθεώρησε το 2019 τους στόχους προσλήψεων προσωπικού ώστε να εκπροσωπούνται τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα κατά 10% και τα άτομα Μαύρης, Ασιατικής και άλλης μειονοτικής εθνικής καταγωγής κατά 20% στο σύνολο των εργαζομένων, όταν, σύμφωνα με τις στατιστικές, οι δύο αυτές κατηγορίες αποτελούν το 6% και 13% αντίστοιχα του βρετανικού πληθυσμού.
