του Χρήστου Τσίρκα* από το προφίλ του στο facebook
«Το κείμενο έχει καθαρά δοκιμιακό και θεωρητικό χαρακτήρα, και η αναδημοσίευσή του δεν συνεπάγεται πολιτική ή κομματική τοποθέτηση εκ μέρους του συγγραφέα.»
Η Ελένη δεν υπήρξε ποτέ απλώς πρόσωπο. Υπήρξε μορφή επάνω στην οποία ο ελληνικός κόσμος προέβαλε την αγωνία του απέναντι στην επιθυμία, την αισθητική ισχύ και την αποσύνθεση της ανδρικής τάξης. Από τον Όμηρο έως τον Ευριπίδη, κι από τη μεταγενέστερη ηθικολογία έως τη σύγχρονη κινηματογραφική αναπαράσταση, η παρουσία της λειτουργεί ως επιφάνεια πολιτισμικής αντανάκλασης: κάθε εποχή δεν βλέπει την ίδια την Ελένη· βλέπει το δικό της αδιέξοδο απέναντι στη δύναμη της μορφής.
Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από την επιλογή της ηθοποιού που θα ενσαρκώσει την Ελένη σε κινηματογραφική ταινία δεν αφορά στην πραγματικότητα ούτε τη φιλολογική ακρίβεια ούτε τη στενή ιστορική συνέπεια. Αγγίζει κάτι βαθύτερο: την αμηχανία του σύγχρονου πολιτισμού απέναντι στην ιδέα ότι η ομορφιά μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως δύναμη μη αναγώγιμη· όχι δηλαδή ως εμπόρευμα, ούτε ως κοινωνιολογικό σύμπτωμα, αλλά ως γεγονός σχεδόν μεταφυσικό.
Η Ελένη δεν είναι ψυχολογικός χαρακτήρας με τη σύγχρονη έννοια· είναι συμβολικό πεδίο: η παρουσία της διαρρηγνύει πολιτικές ισορροπίες, μετακινεί στρατούς, αποδιοργανώνει οίκους και βασίλεια. Γι’ αυτό και η αρχαία παράδοση δεν κατόρθωσε ποτέ να την τοποθετήσει σε μία σταθερή κατηγορία. Εμφανίζεται συγχρόνως ως θεϊκή μορφή, ως «δαιμονική» ύπαρξη, ως φάντασμα και ως πρόσχημα. Στην «Ελένη» του Ευριπίδη, λ.χ, η πραγματική Ελένη δεν φθάνει ποτέ στην Τροία· εκεί βρίσκεται μόνο το είδωλό της. Η σύλληψη αυτή παραμένει ακόμη και σήμερα συγκλονιστική, διότι μετατοπίζει το κέντρο της τραγωδίας από το σώμα στην εικόνα του σώματος: οι άνδρες δεν αλληλοσφάζονται για μια γυναίκα· αλληλοσφάζονται για μια προβολή επιθυμίας.
Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται και η βαθύτερη λειτουργία της Ελένης μέσα στη δυτική φαντασία. Δεν χρειάζεται «δικαίωση» με ηθικούς όρους, διότι η Τραγωδία δεν είναι μηχανισμός ηθικής αποκατάστασης, αλλά η σημασία της έγκειται αλλού: αποτελεί ίσως την τελευταία μεγάλη μορφή όπου η αισθητική δεν είναι διακόσμηση αλλά κοσμική ενέργεια. Η ομορφιά της δεν λειτουργεί παθητικά, αλλά παράγει ιστορία, δημιουργεί βία, και απορρυθμίζει την πολιτική και την ανδρική αυτοκυριαρχία. Δεν είναι αντικείμενο μέσα στον κόσμο, αλλά βαρυτικό κέντρο που αναγκάζει τον κόσμο να μετασχηματιστεί γύρω του.
Η σύγχρονη πολιτισμική συνθήκη δυσφορεί απέναντι σε τέτοιες μορφές, διότι έχει απολέσει την εμπειρία του συμβόλου ως ενεργού δύναμης. Προτιμά χαρακτήρες πλήρως ερμηνεύσιμους, κοινωνιολογικά ασφαλείς, ψυχολογικά αναλυμένους και ιδεολογικά πειθαρχημένους: η μορφή οφείλει πλέον να εξηγείται εξ ολοκλήρου από το περιβάλλον της. Η Ελένη όμως αντιστέκεται σε κάθε τέτοια αναγωγή, παραμένοντας κάτι αδιαφανές, κάτι που δεν απορροφάται εύκολα από πολιτικές ή ηθικές κατηγοριοποιήσεις· και, ακριβώς γι’ αυτό, εξακολουθεί να προκαλεί δυσφορία.
Το δε επιχείρημα ότι «πρόκειται απλώς για μυθολογία, άρα όλα επιτρέπονται» αποκαλύπτει κυρίως μια σύγχρονη αδυναμία κατανόησης της ίδιας της λειτουργίας του Μύθου. Η αρχαία μυθολογία δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερο αφηγηματικό υλικό, διαθέσιμο για απεριόριστη αναδιαμόρφωση χωρίς εσωτερικές συνέπειες. Δεν είναι μηχανισμός αισθητικής ανακύκλωσης· αποτελεί πυκνό σώμα, όπου γλώσσα, λατρεία, ποίηση, πολιτική μνήμη και αισθητική μορφή συγκροτούν ένα ενιαίο πεδίο μείζονος πολιτισμικής σημασίας, αισθητικής συνέχειας, ψυχικής ανατροφοδότησης και λανθάνουσας ιστορικής εμπειρίας.
Ο Όμηρος, οι τραγικοί, η αγγειογραφία, η γλυπτική και η ηρωολατρεία δεν παράγουν μεμονωμένες «εκδοχές χαρακτήρων», αλλά συνέχεια πολιτισμικής μορφής. Ακόμη και όταν ο Μύθος μετασχηματίζεται, παραμένει οργανικά δεμένος με το πνευματικό ήθος του κόσμου που τον γέννησε, ακόμη και όταν ο κόσμος αυτός έχει σχεδόν πλήρως μετασχηματισθεί ή μερικώς κληροδοτηθεί σε νεότευκτα πολιτισμικά σχήματα, τα οποία δύνανται να αποτελούν, άλλοτε τυπικά και άλλοτε ουσιαστικά, τη συνέχειά του. Η Τραγωδία και ο Μύθος δεν λειτουργούν ως αυθαίρετη αντικατάσταση περιεχομένων, αλλά ως εσωτερική επεξεργασία ήδη ιερών μορφών.
Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται ακριβώς εκεί. Άλλο ερμηνευτικός μετασχηματισμός και άλλο πολιτισμική αποσύνδεση. Ακόμη και ο Αισχύλος, λ.χ., ουδέποτε παρήγαγε «ιστορικό ρεαλισμό»· όμως κινούνταν πάντοτε εντός της πνευματικής και αισθητικής συνοχής του ελληνικού κόσμου. Δεν χρησιμοποιούσε τον Μύθο ως κενό ή αυθαίρετο καλλιτεχνικό περίβλημα επάνω στο οποίο προβάλλονται εξωτερικές ιδεολογικές ανάγκες· αντιθέτως οι μορφές που παρήγαγε διατηρούσαν το βάρος της παράδοσης που τις είχε παραγάγει.
Η σημερινή πολιτισμική συνθήκη, ωστόσο, λειτουργεί διαφορετικά: δεν επεξεργάζεται οργανικά τις μορφές· τις αποσπά από το ιστορικό τους ήθος και τις μετατρέπει σε ελεύθερα ανακυκλώσιμο υλικό. Το αποτέλεσμα δεν είναι πραγματικός εκσυγχρονισμός, αλλά αποδιάρθρωση της εσωτερικής αναγκαιότητας που συνέδεε μορφή και σημασία. Η αισθητική παύει να είναι φορέας μνήμης και μετατρέπεται σε επιφάνεια άμεσης κατανάλωσης, απογυμνωμένη από κάθε απαίτηση διάρκειας ή εσωτερικής συνέχειας.
Γι’ αυτό και η διαμάχη γύρω από την Ελένη δεν είναι στην ουσία απλώς ζήτημα «πιστότητας της μυθιστορίας»· είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής ρήξης. Το ερώτημα δεν αφορά απλώς στο ποια ηθοποιός θα ενσαρκώσει τη μορφή της· αφορά στο αν ο σύγχρονος πολιτισμός μπορεί ακόμη να ανεχθεί μορφές που δεν απολογούνται για την ισχύ τους –μορφές που δεν ζητούν νομιμοποίηση από την ιδεολογία της εποχής, αλλά επιβάλλουν οι ίδιες το δικό τους αισθητικό και σχεδον ιερό βάρος.
Δεν υπάρχει εδώ αντίφαση, παρά μόνο αν συγχέει κανείς δύο διακριτά επίπεδα. Το πρώτο είναι η αναγνωστική ελευθερία: κάθε εποχή δικαιούται να βλέπει επάνω στην Ελένη τη δική της αγωνία, να την ερμηνεύει ως θύμα, ως δαίμονα, ως είδωλο ή ως πρόσχημα. Αυτή ακριβώς η ερμηνευτική ευελιξία συνιστά τη συμβολική της λειτουργία. Το δεύτερο, όμως, είναι η τυπολογική συνέπεια: η ίδια η μορφή της Ελένης δεν μπορεί να μετασχηματιστεί αυθαίρετα, χωρίς να καταρρεύσει η εσωτερική αναγνωρισιμότητα της μορφής της. Η Μυθολογία δεν είναι ούτε στατικό απολίθωμα αλλά ούτε και άμορφο υλικό απεριόριστης αντικατάστασης. Διαθέτει ένα σώμα —κειμενικό, εικονογραφικό, λατρευτικό— το οποίο λειτουργεί ως πεδίο οριοθέτησης. Μέσα σε αυτό το πεδίο, η ερμηνεία είναι ελεύθερη. Έξω από αυτό, δεν έχουμε πλέον ερμηνεία, αλλά αντικατάσταση. Και η αντικατάσταση δεν είναι πράξη πολιτισμικής ζωής· είναι πράξη πολιτισμικής αδράνειας, όπου η μορφή χρησιμοποιείται ως κενό δοχείο χωρίς μνήμη. Η Ελένη δεν αντιστέκεται στην ερμηνεία, αλλά αντιστέκεται στη λήθη της μορφής της.
Η Ελένη επιβιώνει ακριβώς επειδή δεν εξαντλείται σε μία μόνο ανάγνωση. Παραμένει μορφή ανοιχτή και συγχρόνως ανθεκτική στη διάλυση. Όσο όμως ο πολιτισμός απομακρύνεται από την εμπειρία της μορφής ως φορέα υπερβατικής έντασης, τόσο περισσότερο θα αδυνατεί να τη διαχειριστεί χωρίς δυσφορία ή υστερία.
*συγγραφέας και software architect.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
