Γράφει ο Michael Kimmage από το capital.gr
Το μονόπρακτο υπαρξιακό έργο του Ζαν-Πολ Σαρτρ “Κεκλεισμένων των θυρών” με θέμα την κόλαση από κάτι που δεν έχει τελειωμό, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι τον Μάιο του 1944. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έμπαινε στον πέμπτο χρόνο του. Στο έργο, τρεις νεκροί βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα σαλόνι στην κόλαση, αντιμετωπίζοντας τις κακές επιλογές της ζωής τους από τις οποίες, στον θάνατο, δεν υπάρχει διαφυγή.
Αν οι ρωσικές αρχές επέτρεπαν να ανέβει το έργο του Σαρτρ στη Μόσχα το 2026, αναρωτιέται κανείς τι θα σκέφτονταν ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν αλλά και οι απλοί πολίτες, που βιώνουν για πάνω από τέσσερα χρόνια την “ειδική στρατιωτική επιχείρηση” στην Ουκρανία.
Από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ο πουτινισμός – το προσωποκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης που έχει επιβάλει στη Ρωσία ο Πούτιν για περίπου ένα τέταρτο του αιώνα – έχει εξελιχθεί σε κάτι που μπορεί να μοιάζει με μια εύθραυστη ισορροπία. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματία δείχνει πως είναι μια παγίδα για όλους τους εμπλεκόμενους. Ο Πούτιν έχει υποτάξει το κράτος και την κοινωνία σε έναν πόλεμο που σιγά σιγά απομυζά τη δύναμη της Ρωσίας, εξαντλεί τον πλούτο του έθνους και καταβροχθίζει τις ζωές των νέων της.
Στην επιφάνεια επικρατεί ηρεμία. Ο Πούτιν έχει βρει έναν τρόπο να χρηματοδοτεί τον ακριβό του πόλεμο, αποτρέποντας την οικονομική κατάρρευση, ενώ συνεχίζει να συγκεντρώνει μεγάλους αριθμούς νεοσύλλεκτων κυρίως μέσω μεγάλων χρηματικών μπόνους. Η Ρωσία, αντί να είναι απομονωμένη, αλληλεπιδρά διπλωματικά και εμπορικά με μεγάλο μέρος του κόσμου. Παρά τα σημάδια εσωτερικής δυσαρέσκειας που εμφανίστηκαν πρόσφατα – καθώς οι απλοί πολίτες έχουν βρεθεί να γίνονται ολοένα και πιο φτωχοί, λιγότερο ασφαλείς από τον πόλεμο αλλά και ολοένα και πιο αποκλεισμένοι από το διαδίκτυο – ο Πούτιν μπορεί να είναι σίγουρος ότι διατηρεί τον πλήρη έλεγχο.
Ωστόσο, η διαιώνιση ενός πολέμου δεν είναι το ίδιο με τη νίκη. Καθώς ο στρατός του καταγράφει οριακά κέρδη στην πρώτη γραμμή, ο Πούτιν έχει λίγα εργαλεία για να ενισχύσει την προσπάθεια του προκειμένου να αλλάξει τη δυναμική. Μια νέα στρατολόγηση θα έδινε στη Ρωσία ένα πλεονέκτημα, αλλά θα ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής μεταξύ των Ρώσων. Τα πυρηνικά όπλα, οποιουδήποτε είδους, θα ήταν μια απαίσια επιλογή. Η χρήση τους δεν θα διασφάλιζε τη νίκη και θα κινδύνευε να προκαλέσει μια σκληρή στρατιωτική απάντηση από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ή μια ρήξη στη σχέση της Ρωσίας με την Κίνα, τον σημαντικότερο σύμμαχό της.
Ούτε μπορεί ο Πούτιν απλά να αποσυρθεί από την Ουκρανία. Αν η Ρωσία αποδεχόταν μια διευθέτηση κατά μήκος της τρέχουσας πρώτης γραμμής, ο Πούτιν δεν θα είχε πολλά να επιδείξει για τις προσπάθειές του εκτός από μια στενή λωρίδα γης στη νότια Ουκρανία. Εκτός από το πλήγμα στη ματαιοδοξία του, ως ένας πολιτικός που αντιλαμβάνεται άψογα πώς να επιβιώνει, καταλαβαίνει ότι ένα τόσο μικρό επίτευγμα για τους Ρώσους που έχουν χάσει μέλη της οικογένειάς τους θα αποτελούσε και μια παραδοχή της θεμελιώδους ανοησίας του πολέμου. Η κακή ποιότητα της στρατηγικής του σκέψης και η αλαζονεία του θα μπορούσαν στη συνέχεια να γίνουν ένας πιεστικός πολιτικός παράγοντας εντός της Ρωσίας.
Ο Πούτιν οδηγήθηκε από μόνος του σε μία παγίδα. Αλλά, εκτός από τον εαυτό του, έχει επίσης επιβαρύνει ολόκληρο το εγχείρημα του πουτινισμού, σε περίπτωση που αυτό καταφέρει να ξεπεράσει τη θητεία του, με κάποια εκδοχή αυτού του πολέμου στο διηνεκές. Οποιοσδήποτε μελλοντικός ηγέτης στο πρότυπο του Πούτιν δεν θα είναι σε θέση να παρακολουθεί παθητικά καθώς μια βαριά οπλισμένη και σκληραγωγημένη στις μάχες Ουκρανία ενσωματώνεται στις δυτικές δομές ασφαλείας και σε μια στρατιωτικοποιημένη Ευρώπη.
Αν ο Πούτιν δεν έχει κάποια διέξοδο από τον πόλεμο του, οι απλοί Ρώσοι δεν έχουν διέξοδο από τον πουτινισμό. Η πρόσφατη λαϊκή δυσαρέσκεια στη Ρωσία έχει παρερμηνευτεί. Η δυσαρέσκεια είναι απολύτως πραγματική, αλλά η ουσία της είναι η απογοήτευση από το γεγονός ότι ο πουτινισμός, παρά τις αποτυχίες του, φαίνεται να μην έχει τελειωμό.
Ο πρόεδρος της Ρωσίας δεν αντιμετωπίζει σήμερα ούτε κάποιο αντιπολεμικό κίνημα, ούτε κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης. Είναι σε θέση να καταπιέζει τους πολίτες της χώρας του κατά βούληση. Ακόμα και στις καθημερινές τους εργασίες οι Ρώσοι πολίτες είναι σαν να επιτρέπουν και κατά καιρούς να εξουσιοδοτούν ένα σύστημα που διεξάγει πόλεμο και ενθαρρύνει την καταστολή. Οι περισσότεροι Ρώσοι εργάζονται για το κράτος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο – ο ιδιωτικός τομέας είναι υποταγμένος στην κυβέρνηση – και όμως δεν έχουν κανένα λόγο στον τρόπο που λειτουργεί το κράτος.
Η εύρεση μιας συλλογικής εξόδου από αυτό το σύστημα είναι ψυχολογικά και πολιτικά αδύνατη προς το παρόν. Δεν υπάρχουν άτομα ή θεσμοί που να μπορούν να ανατρέψουν τον πρόεδρο. Δεν υπάρχει ορατή οδός προς τον τερματισμό της διακυβέρνησης του ή την αντικατάστασή της με κάτι καλύτερο. Υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να δούμε λάμψεις λεκτικής αντίστασης – όπως για τους περιορισμούς στο διαδίκτυο – αλλά χωρίς να έχουν πού να πάνε, σβήνουν εύκολα.
Οι θεωρητικοί των επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα τόνιζαν τη σημασία των αυξανόμενων προσδοκιών ως καταλύτη. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι επιτέλους ένα καλύτερο μέλλον είναι εφικτό, αναλαμβάνουν δράση για να επιταχύνουν τη διαδικασία, όπως στις επαναστάσεις της Ανατολικής Ευρώπης το 1989 που ακολούθησαν τις υποσχέσεις του Γκορμπατσόφ για γκλάσνοστ και περεστρόικα.
Ο Πούτιν έχει κάνει καλή δουλειά στο να διασφαλίσει ότι οι Ρώσοι θα έχουν χαμηλές προσδοκίες. Η υπόσχεση μιας σύγχρονης Ρωσίας, ευημερούσας και ανοιχτής στον κόσμο, έχει ξεθωριάσει και καταλήξει στον εφησυχασμό και σε μία μουδιασμένη αποδοχή της δικτατορίας και των αέναων πολέμων. Αυτή η άβολη ισορροπία όμως δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Η αρχική υπόσχεση του Πούτιν και του πουτινισμού – μετά την καταστροφή, όπως ο Πούτιν θεωρεί, της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης – ήταν για μια άνετη προβλεψιμότητα και ένα βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο, αποτελεσματική διακυβέρνηση, αν και όχι για την ίδια την ελευθερία. Αλλά ο πρόεδρος της Ρωσίας, ο οποίος έχει γίνει εξαιρετικά αυταρχικός με την πάροδο του χρόνου, έδειξε ότι είναι ένας μέτριος αρχηγός κράτους, ένας κακός διαχειριστής της ρωσικής οικονομίας αλλά και ο βασικός φορέας περιφερειακών διαταραχών που γυρίζουν μπούμερανγκ πίσω στη Ρωσία. Με κάθε ουκρανικό χτύπημα σε ρωσικό έδαφος, ο πόλεμος διαβρώνει την ευημερία των Ρώσων πολιτών.
Η πορεία προς μια ικανή ρωσική ηγεσία φαίνεται τώρα να απαιτεί την αποδόμηση του πουτινισμού, και όσο το τρέχον σύστημα χάνει σε νομιμότητα και αποτελεσματικότητα, τόσο πιο σκληρή θα είναι η μάχη για την εποχή μετά τον Πούτιν. Όταν έρθει η ώρα, η αποχώρησή του θα μπορούσε κάλλιστα να διαλύσει τη σταθερότητα που ο ίδιος επιδίωξε να διαμορφώσει όταν έγινε πρόεδρος της Ρωσίας, πριν από περισσότερα από 20 χρόνια.
*Ο Michael Kimmage είναι διευθυντής του Kennan Institute και συγγραφέας, πιο πρόσφατα, του βιβλίου “Collisions: The Origins of the War in Ukraine and the New Global Instability”
