Ο Μωάμεθ ενθαρρύνει τους συμπολεμιστές του στη μάχη του Μπαντρ (624), χειρόγραφο του 14ου αιώνα.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Κορκόβελου, Οι Αλλόθρησκοι υπό το Ισλάμ, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2026.
Τις πρώτες δεκαετίες της αραβικής κατάκτησης, η διαδικασία μεταστροφής των αλλόθρησκων πληθυσμών στο Ισλάμ υπήρξε περιορισμένη. Τα καλλιεργήσιμα εδάφη δεν κατασχέθηκαν από τους Άραβες κατακτητές, αλλά αφέθηκαν στους αλλόθρησκους καλλιεργητές, οι οποίοι βιοπορίζονταν από αυτά πληρώνοντας ενοίκιο ή φόρο γης στο μουσουλμανικό κράτος. Εκείνα τα χρόνια, το να είσαι Άραβας και να είσαι Μουσουλμάνος ήταν τόσο πολύ το ίδιο πράγμα, ώστε οι άνθρωποι στα κατακτημένα εδάφη μερικές φορές αγνοούσαν τον συγκεκριμένο θρησκευτικό χαρακτήρα των εισβολέων. Αυτή η ταύτιση Αράβων και Μουσουλμάνων παρέμεινε κυρίαρχη αντίληψη για περισσότερο από έναν αιώνα[1].Το Ισλάμ τότε φάνταζε ως αραβική θρησκεία και ο dhimmi που θα στρεφόταν στο Ισλάμ έπρεπε να γίνει «πελάτης» (mawla, στον πληθυντικό mawali)[2] μιας από τις φυλές των Αράβων και να ενσωματωθεί στο αραβικό σύστημα[3].Μόνο έτσι μπορούσε να αποκτήσει κοινωνική ταυτότητα ως Μουσουλμάνος. Όμως το να είναι κάποιος πελάτης (mawla) μιας αραβικής φυλής είχε μειονεκτήματα: Όσοι δεν ανήκαν στη γνήσια αραβική γενεαλογία θεωρούνταν κατώτεροι των Αράβων και υφίσταντο διακρίσεις σε ζητήματα γάμου, δεν συμπεριλαμβάνονταν στη στρατιωτική μισθοδοσία και υπέφεραν από ύβρεις και κοινωνικές ταπεινώσεις[4].Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η μεταστροφή στο Ισλάμ προσπόριζε πλεονεκτήματα σε μερικές μόνο κατηγορίες ανθρώπων. Έτσι, την περίοδο των Ουμαγιάδων, προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ κυρίως αιχμάλωτοι πολέμου, ένας μεγαλύτερος αριθμός κοινωνικά απόβλητων ανθρώπων και λίγα μόνο μέλη της ανώτερης τάξης. Άραβες σαν τον Ιμπν Κουτάιμπα (Ibn Qutaiba, 828-889 μ.X.) σχημάτισαν την άποψη ότι οι μη Άραβες που ασπάζονταν το Ισλάμ ήταν, γενικά, τα κατακάθια της κοινωνίας[5].
Αναφερόμενη στην προσχώρηση αλλόθρησκων στο Ισλάμ, την εποχή των Ουμαγιάδων, μέσω της ένταξής τους σε μια αραβική φυλή ως «πελάτες/εξαρτημένοι», η Πατρίσια Κρόουν σημειώνει ότι «οι μάζες που συνέρρευσαν στο Ισλάμ τον αιώνα της κυριαρχίας των Ουμαγιάδων έγιναν απλώς Άραβες Μουσουλμάνοι. Οι Άραβες, με άλλα λόγια, απέκοψαν από τις ρίζες τους (uprooted) τους υπηκόους τους με την υποδούλωση κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους, και με τη φορολόγηση κατά τη διάρκεια της διοίκησής τους, υποβάλλοντας αυτούς που είχαν έτσι ξεριζώσει (uprooted) στην αναξιοπρέπεια της πελατείας»[6].
Πολλοί από αυτούς τους προσήλυτους επάνδρωσαν ως εθελοντές τον στρατό των Αράβων μουσουλμάνων. Πριν το τέλος του 7ου αιώνα, τέτοιες μονάδες mawali, ήτοι εθνοτικοί, κοινωνικοί ή θρησκευτικοί αποστάτες που προσχώρησαν στους Άραβες, εμφανίζονται στη Συρία υπό τον Αμπντ αλ-Mαλίκ (Abd al-Malik), στο Ιράκ υπό τον αλ-Xατζάτζ (al-Hajjaj), στο βορειοανατολικό Ιράν (Khurasan) υπό τον Κουτάιμπα (Qutayba) και στην Αίγυπτο υπό τον Αμπντ αλ-Αζίζ ιμπν Mαρουάν (Abd al-Aziz ibn Marwan).[7]
Ο Νεστοριανός Πατριάρχης της Εκκλησίας της Ανατολής, που έδρευε στην Περσία, Ισογιάχμπ Γ΄ (Isho’yahbh III, 647-659), σε επιστολή του προς τον Συμεών, μητροπολίτη του Pεβ-Αρντασίρ (Rev-Ardashir), στο Παρς (Pars), ανέφερε ότι πολλοί Χριστιανοί στο Παρς και στο Κιρμάν (εκτενείς περιοχές της Νότιας και Νοτιοδυτικής Περσίας) είχαν ασπαστεί το Ισλάμ για να γλιτώσουν από την καταβολή φόρων[8].
Σύμφωνα με τον Νεστοριανό χρονικογράφο Mαρί μπ. Σουλεïμάν (Mari b. Sulayman), πολλοί Χριστιανοί στο Ιράν ασπάστηκαν το Ισλάμ στα τέλη του 10ου αιώνα εξαιτίας των διώξεων, αλλά και λόγω της διαφθοράς του κλήρου[9].
Ο Ουμαγιάδης χαλίφης Ομάρ B΄ (βασίλευσε το 717-720) άλλαξε την πάγια πολιτική του χαλιφάτου και προσπάθησε να θέσει την αυτοκρατορία σε βάση μουσουλμανική, όχι αυστηρά αραβική. Αποδέχτηκε την ισότητα όλων των μουσουλμάνων, Αράβων και μη, και νομοθέτησε τη φορολογική τους ισότητα ανεξαρτήτως καταγωγής[10]. Όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Αββασίδες, το 750 μ.X., το ειδικό βάρος της αραβικής εθνότητας ελαττώθηκε περαιτέρω. Μη αραβικοί πληθυσμοί που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ υιοθέτησαν την αραβική γλώσσα, εισήλθαν στις στρατιωτικές και κυβερνητικές υπηρεσίες και διεκδίκησαν μια θέση στην κυβέρνηση της αυτοκρατορίας, στην οποία αρχικά ήταν υποτελείς. Οι Άραβες είχαν γίνει γαιοκτήμονες, έμποροι και έποικοι. Οι αλλαγές που προκλήθηκαν από την εγκατεστημένη μη νομαδική ζωή και την αστικοποίηση, από τις διδασκαλίες του Ισλάμ και από την επαφή με άλλους λαούς της Μέσης Ανατολής, αποδυνάμωσαν τη γενεαλογική δομή της παλιάς φυλετικής κοινωνίας, ενίσχυσαν νέες ομαδικές και κοινοτικές δομές, ενέτειναν την κοινωνική διαστρωμάτωση και τον καταμερισμό της εργασίας, και οδήγησαν στο σχηματισμό νέων μικτών κοινοτήτων, αραβικών ή μη. Η κοινωνική αλλαγή κατέστησε δυνατό τον σχηματισμό θρησκευτικών ενώσεων γύρω από αρχηγούς οικογενειών που κατάγονταν από τον προφήτη, χαρισματικούς ιεροκήρυκες, αναγνώστες και μελετητές του Κορανίου και μυστικιστές[11]. Η ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής ένταξη στη μουσουλμανική κοινότητα (ούμα) έλαβε πρωτεύουσα σημασία έναντι της αραβικής ταυτότητας. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τη θέση των εξισλαμισθέντων και παρείχε ένα ακόμη κίνητρο για προσχωρήσεις στο Ισλάμ. Γύρω στο 775, ένας μοναχός χρονικογράφος από το Τουρ Αμπντίν της Ανατολίας σχολίαζε με λύπη τη θρησκευτική μεταστροφή των Χριστιανών γειτόνων του που ζούσαν στις κοντινές πόλεις της Συρίας και του βόρειου Ιράκ:
Χωρίς χτυπήματα και βασανιστήρια, οι άνθρωποι γλιστρούσαν προς την αποστασία με μεγάλη προθυμία, σε ομάδες των είκοσι, τριάντα, εκατό, διακοσίων ή τριακοσίων χωρίς κανέναν εξαναγκασμό. (…) Κατέβαιναν στο Xαρράν, στους κυβερνήτες και αποστατούσαν στο Ισλάμ. Καμάρωναν και µας κοίταζαν με περιφρόνηση. (…) [ο Σατανάς σχημάτισε] ένα μεγάλο πλήθος από τις περιοχές Έδεσσας, Xαρράν, Ρεσαΐνας … Nτάρα, Nίσιµπις, Σιντζάρ και Καλλίνικουµ[12].
Λίγα χρόνια μετά από αυτή την αναφορά του Αμπντίν, ο χαλίφης αλ-Mάχντι (al-Mahdi, 775-785 μ.X.) επέβαλε θανατικές ποινές σε αποστάτες και προδότες του Ισλάμ. Αυτό φαίνεται να καθιστά βάσιμη την υπόθεση ότι μερίδα των εξισλαμισθέντων αλλαξοπιστούσαν εικονικά για να εξασφαλίσουν συγκεκριμένα οφέλη, χωρίς κατ’ ουσίαν να εγκαταλείπουν την προηγούμενη πίστη τους[13].
Σύμφωνα με μελέτη του ιστορικού Pίτσαρντ Mπούλιετ (Richard Bulliet), το Ισλάμ, πριν από τα μέσα του 8ου αιώνα, είχε μικρή μόνο επίδραση στους πληθυσμούς πέραν της Αραβίας. Στη συνέχεια η επιρροή του αυξήθηκε σταθερά. Ο Mπούλιετ κατέγραψε τα ποσοστά μεταστροφής των αλλόθρησκων πληθυσμών στο Ισλάμ βασιζόμενος στην πρώτη εμφάνιση ισλαμικών ονομάτων στις γενεαλογίες 469 οικογενειών από τη Nισαπούp και το Ισφαχάν του Ιράν. Συσχέτισε τα διαφορετικά ποσοστά μεταστροφής με τις πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις και συνέταξε ένα διάγραμμα. Το ίδιο έκανε και για άλλες κατακτημένες περιοχές. Σε γενικές γραμμές, τα ευρήματά του πιστοποιούν ότι, στις περιοχές που τελούσαν υπό ισλαμική εξουσία, οι Μουσουλμάνοι έφτασαν το 40% του πληθυσμού περί το 850 μ.X., και σε κάποιες από αυτές κοντά στο 100% έως το 1100 μ.X. Στην Αίγυπτο, τη Συρία και το Ιράκ, η κύρια διαδικασία εξισλαμισμού είχε ουσιαστικά συντελεστεί ως το 1010 μ.X. Ένα τμήμα του πληθυσμού, ωστόσο, διατήρησε τη χριστιανική του ταυτότητα.
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια δωρεά ΕΔΩ.
Στη Βόρεια Αφρική, η διαδικασία του εξισλαμισμού άρχισε σχετικά νωρίς και ολοκληρώθηκε πολύ γρήγορα. Ένα από τα πιο σπουδαία κέντρα του Χριστιανισμού, η Καρχηδόνα, που ανέδειξε μεγάλες θεολογικές προσωπικότητες, όπως ο Τερτυλλιανός (155-240), ο Κυπριανός (210-258) και ο Αυγουστίνος (354-430), τον 12ο αιώνα ήταν σχεδόν πλήρως εξισλαμισμένη.
Στην Αίγυπτο, αν και υπήρχαν ορισμένες ομοιότητες με ό,τι συνέβαινε στη Βόρεια Αφρική, ο ρυθμός μεταστροφής ήταν διαφορετικός, δεδομένου ότι τον 11ο αιώνα εξακολουθούσαν να λειτουργούν πολλές χριστιανικές εκκλησίες. Σήμερα, στην Αίγυπτο, με τη μορφή της κοπτικής Εκκλησίας, εξακολουθεί να υπάρχει μια σημαντική χριστιανική μειονότητα στη χώρα, που πιθανώς αποτελεί 10% ή και 15% του πληθυσμού[14].
Στη Συρία και τη Μεσοποταμία, η διαδικασία μεταστροφής στο Ισλάμ έγινε μάλλον πιο αργά από ό,τι στην Αίγυπτο. Τον 13ο αιώνα παρατηρήθηκε μια αποφασιστική κίνηση προς τη μουσουλμανική επικράτηση. Ωστόσο, στις περιοχές αυτές διατηρούνταν επισκοπικά δίκτυα και λειτουργούσαν πολλά μοναστήρια το 1300 και το Ισλάμ δεν ήταν ακόμα η θρησκεία της πλειοψηφίας του πληθυσμού[15].
Ο Mπούλιετ παραδέχτηκε ότι η καμπύλη μεταστροφής του δείγματός του ίσχυε ειδικά για τις ανώτερες τάξεις των αστικών περιοχών. Στο δείγμα του περιέλαβε σχεδόν αποκλειστικά άνδρες, παρότι ο πληθυσμός των κατώτερων κοινωνικά στρωμάτων, των σκλάβων, των αιχμάλωτων πολέμου, των γυναικών και των παιδιών ήταν όχι μόνο πολυπληθέστερος, αλλά και πιο ευάλωτος στις οικονομικές και εξουσιαστικές πιέσεις, και συνεπώς πιο ευεπίφορος στην αλλαξοπιστία. Επίσης, ο Mπούλιετ βασίστηκε μόνο στις ατομικές μεταστροφές παραβλέποντας τους ομαδικούς εξισλαμισμούς. Οι περιορισμοί αυτοί της έρευνάς του συνέτειναν ώστε οι εξισλαμισμοί να αποδίδονται κυρίως στην κοινωνική συναναστροφή, την αλληλεπίδραση των θρησκευτικών ομάδων και τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, παρά στο καθεστώς υποτέλειας των μη μουσουλμάνων και σε ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Έτσι, τα ευρήματά του είναι μεν αξιόλογα αλλά δεν αποδίδουν πιστά τη γενική εικόνα.
Τα ενδεικτικά συμπεράσματα του Mπούλιετ είναι ότι οι έντονα χριστιανικές περιοχές του Ιράκ, της Αιγύπτου, της Συρίας και της Τυνησίας μεταστράφηκαν στο Ισλάμ με παρόμοιο περίπου ρυθμό, και ότι η μεταστροφή του Ιράν −μιας χώρας κατ᾽ εξοχήν ζωροαστρικής− προηγήθηκε σημαντικά[16]. Από το βιβλίο του Mπούλιετ (σ. 109) παραθέτω μεταγλωττισμένο τον πίνακα που αφορά στη Συρία. Η καμπύλη των εξισλαμισθέντων βλέπουμε πως ανεβαίνει σταδιακά. Εκατό χρόνια μετά την ισλαμική κατάκτηση της Συρίας, το ποσοστό τους παραμένει αρκετά χαμηλό (περίπου 15%), υπερτριπλασιάζεται δε τα επόμενα 100 χρόνια για να αγγίξει το 50% το έτος 888.

Ο Фίλιπ Τζένκινς, αναφερόμενος στην εξέλιξη των χριστιανικών κοινοτήτων της Εγγύς Ανατολής, επισημαίνει ότι «ο μεγαλύτερος ξεχωριστός παράγοντας για τη χριστιανική παρακμή ήταν η οργανωμένη βία, είτε με τη μορφή σφαγής, απέλασης ή αναγκαστικής μετανάστευσης»[17]. Ορισμένα βίαια συμβάντα, πράγματι, συνετέλεσαν σημαντικά στη θρησκευτική μεταστροφή στο Ισλάμ. Ένα τέτοιο συμβάν ήταν η σφαγή των ειδωλολατρών Bερβέρων στην Τυνησία, στην περιοχή του Καϊρουάν, από τον Αγλαβίδη[18]Τζαφάρ μπ Xαζάρ (841-848). Στην Αίγυπτο, η καταστολή της εξέγερσης των Κοπτών, το 832, συνοδεύτηκε από εγκατάσταση Αράβων στην ύπαιθρο, επακόλουθο της οποίας ήταν ο μαζικός προσηλυτισμός των Κοπτών[19]. Μαζικοί εξισλαμισμοί συντελούνταν έπειτα από κατάπνιξη εξεγέρσεων μη Μουσουλμάνων που συνοδευόταν από εξόντωση μερίδας των εξεγερμένων, κατά κανόνα εκείνων που διακρίνονταν για τη σθεναρότερη αντίσταση στους εξισλαμισμούς.
Ο Mπούλιετ, σε μεταγενέστερο άρθρο του, συνοψίζει τις ποικίλες απόψεις που έχουν καταθέσει οι ιστορικοί για το φαινόμενο της θρησκευτικής μεταστροφής στην Επικράτεια του Ισλάμ:
Οι ιστορικοί έχουν κάνει πολλές εικασίες σχετικά με τον ρυθμό και τις αιτίες της εξάπλωσης του Ισλάμ. Οι κύριες σχολές σκέψης σχετικά με τη μεταστροφή ήταν οι ακόλουθες: αναγκαστική μεταστροφή μετά από ήττα στη μάχη ή «μεταστροφή με το σπαθί». μεταστροφή για να αποφευχθεί η καταβολή του φόρου τζίζια (σ.σ. του κεφαλικού φόρου) που επέβαλλαν οι Μουσουλμάνοι ηγεμόνες στους «ανθρώπους του βιβλίου» (σ.σ. της Βίβλου), τις θρησκευτικές κοινότητες που βασίζονται στις γραφές, γνωστές και ως dhimmis. (…) μεταστροφή κατά ομάδες ή φυλές που συμβολιζόταν από τα λόγια ή τις πράξεις ενός ηγέτη ομάδας ή φυλής. μεταστροφή για καθαρά οικονομικά οφέλη. μεταστροφή για να ξεφύγουν από τη δουλεία. και μεταστροφή ως αποτέλεσμα σταδιακής ανάπτυξης ως απάντηση στο κήρυγμα ή το ευσεβές παράδειγμα των Σούφι, των εμπόρων ή και των δύο[20].

[1] Richard W. Bulliet, Conversion to Islam in the Medieval Period. An Essay in Quantitative History, Harvard University Press, 1979, σ. 41.
[2] «Αν και οι ελεύθεροι mawlas δεν υπέστησαν ποτέ επίσημη υποδούλωση, μοιράζονταν μια θέση παρόμοια με αυτή του απελευθερωμένου σκλάβου. Έτσι, σχεδόν όλοι οι mawlas στο πρώιμο Ισλάμ βίωσαν τη δουλεία ή κάτι παρόμοιο». Bλ. Daniel Pipes, «Mawlas: Freed slaves and converts in early Islam», στο Slavery & Abolition,1980, τόμ. 1:2, σ. 157.
[3] Karen Armstrong, Islam A Short History, Modern Library Chronicles, 2002, σ. 31.
[4] Κάτι ανάλογο συμβαίνει στο σύγχρονο Σουδάν, όπου «οι εξισλαμισμένοι και εξαραβισµένοι σκλάβοι, µαζί με τους απογόνους τους και τους φτωχούς σύγχρονους μετανάστες από τις συγκεκριμένες περιοχές, μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν, λόγω των χαρακτηριστικών τους και του χρώματος του δέρματός τους. εξ ου και θεωρούνται ‘‘νόθοι’’ Άραβες και Μουσουλμάνοι δεύτερης κατηγορίας, μέσα σε μία κοινωνία που αισθάνεται περήφανη για την αραβική και ισλαμική της κληρονομιά». Bλ. Γεράσιμος Μακρής, «Πνευματοληψία και μαγεία στο σύγχρονο Σουδάν», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 140, 2013, σ. 158.
[5] Richard W. Bulliet, Conversion to Islam in the Medieval Period, ό.π., σ. 41.
[6] Patricia Crone, Slaves on Horses. The Evolution of the Islamic Polity, Cambridge University Press 1980, σ. 54-55.
[7] Patricia Crone, στο ίδιο, σ. 38.
[8] Michael Morony, «The Age of Conversions: A Reassessment», στο Michael Gervers-Ramzi Jibran Bikhazi (επ.), Conversion and continuity, Indigenous Christian Communities in Islamic Lands Eighth to 18th Centuries, Pontifical Institute of Mediaeval Studies, 1990, σ. 141.
[9] Michael G. Morony, The Age of Conversions, σ. 143.
[10] Ira M. Lapidus, A History of Islamic societies, Cambridge UP, β΄ έκδοση 2002, σ. 43.
[11] Στο ίδιο, σσ. 42, 44.
[12] Philip Jenkins, The Lost History of Christianity: The Thousand-Year Golden Age of the Church in the Middle East, Africa, and Asia and How It Died, pub. Harper One, 2008, σ. 113.
[13] Philip Jenkins, στο ίδιο, σ. 114.
[14] Hugh Goddard, A History of Christian-Muslim Relations, Edinburgh UP, 2000, σσ. 70-72.
[15] Philip Jenkins, The Lost History of Christianity, σσ. 113-4. Hugh Goddard, A History of Christian-Muslim Relations, ό.π., σ. 72.
[16] Richard W. Bulliet, ό.π., σσ. 78, 79.
[17] Philip Jenkins, The Lost History of Christianity, σ. 141.
[18] Σουνιτική δυναστεία (800-909) στη Βόρεια Αφρική που πήρε το όνομά της από τον Ibrahim ibn al-Aghlab. Πρωτεύουσα είχαν το Καϊρουάν. Οι Αγλαβίδες επέκτειναν το βασίλειό τους καταλαμβάνοντας τη Σικελία, το 827, και τη Μάλτα, το 869, και εισέβαλαν στη νότια ακτή της Ιταλίας. Η δυναστεία τους τερματίστηκε από τη δυναστεία των Σιιτών Фατιμιδών, το 909. Bλ. Adamec Ludwing, Historical Dictionary of Islam, 2nd ed., Scarecrow Press Inc., 2009.
[19] Michael G. Morony, The Age of Conversions, σ. 145.
[20] Richard W. Bulliet, «conversion». στο Gerhard Bowering (επ.), The Princeton Encyclopedia of Islamic Political Thought, Princeton University Press, 2013, σ. 119.
