του Παύλου Α. Στάμου, θεολόγου, ερευνητή. Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο που δημοσιεύτηκε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 27
[…]
Τσάμικη μειονότητα και ελληνοϊταλικός πόλεμος
Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, την αρχική προέλαση του ιταλικού στρατού στο ελληνικό έδαφος συνόδευσαν και δύο αλβανικά τάγματα δύναμης χιλίων ανδρών[4] στα οποία συμμετείχαν αρκετοί Τσάμηδες της Θεσπρωτίας[5]. Οι συγκεκριμένοι ένοπλοι προχώρησαν σε διάφορα έκτροπα σε Σαγιάδα, Φιλιάτες, Πέρδικα, Μαργαρίτι και Ηγουμενίτσα[6] – μέρος της οποίας καταστράφηκε– με πιο γνωστό περιστατικό την υπόδειξη στις ιταλικές δυνάμεις των Χρήστου Πιτούλη[7] και Χρήστου Τσώνη, οι οποίοι εκτελέστηκαν στις 15 Νοεμβρίου 1940, στη θέση Μόλιζα[8].
Από την άλλη, παρά την εμπλοκή τους σε λεηλασίες και καταστροφές, δεν έδειχναν ιδιαίτερη προθυμία για ενεργή συμμετοχή στις συγκρούσεις με τον ελληνικό στρατό[9].
Παράλληλα, περίπου 300-400 Τσάμηδες χωρικοί δημιούργησαν ομάδες ατάκτων χτυπώντας τις ελληνικές δυνάμεις που υποχωρούσαν, προξενώντας σε αυτές απρόβλεπτες απώλειες[10], ενώ, στα τέλη Νοεμβρίου, κατά την ελληνική αντεπίθεση, συμπολέμησαν στο πλευρό των ιταλικών δυνάμεων (βλ. την περίπτωση των ανδρών της Κώτσικας[11]).
Τσάμηδες και δυνάμεις Κατοχής
Τον Ιούλιο του 1941, οι ιταλικές δυνάμεις Κατοχής διόρισαν τον Τζεμίλ Ντίνο στη θέση του ανώτατου επιτρόπου της Αλβανίας για την Τσαμουριά[12] και τον Ιούλιο του επόμενου έτους (1942) προχώρησαν στην ίδρυση της οργάνωσης Këshilla[13], η οποία χρησιμοποιήθηκε μεταξύ άλλων και ως ένα είδος πολιτοφυλακής ή βοηθητικής χωροφυλακής.
Το επόμενο διάστημα, η οργάνωση ενδυναμώθηκε τόσο πολιτικά[14] όσο και στρατιωτικά, ενώ το καλοκαίρι του 1943 δημιουργήθηκε το Τάγμα εθελοντών μουσουλμάνων που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Γερμανού αντισυνταγματάρχη Γιόζεφ Ρέμολντ[15].
Μάλιστα, η συνεργασία των Τσάμηδων με τις δυνάμεις Κατοχής κυμάνθηκε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα αν υπολογίσει κανείς πως, στις δοσιλογικές δομές της μειονότητας, οι οποίες εκτός από το ένοπλο σκέλος περιλάμβαναν επίσης κοινοτικές επιτροπές, εφορία, δικαστήρια, τελωνεία κ.λπ.[16], οργανώθηκαν σύμφωνα με εκτιμήσεις 2000 με 3200 άτομα[17], τη στιγμή που ο συνολικός πληθυσμός των Τσάμηδων ανερχόταν στις 20 με 25 χιλιάδες[18]. Επιπλέον, γερμανικές αναφορές των μέσων του 1943 τόνιζαν την ιδιαιτερότητα της τσάμικης μειονότητας, ως της μόνης πληθυσμιακής ομάδας της Θεσπρωτίας που δεν διακατεχόταν από αντιγερμανικά αισθήματα[19]. Συν τοις άλλοις, αρκετά ήταν και τα μέλη της μειονότητας που έσπευσαν να συνδράμουν τις γερμανικές δυνάμεις ως σύνδεσμοι, οδηγοί κ.λπ.[20]
Με βάση όλα τα παραπάνω, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο ίδιος ο Ρέμολντ επαίνεσε τους Αλβανούς για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στις δυνάμεις Κατοχής, σε αντίθεση π.χ. με τους βλαχόφωνους της Θεσπρωτίας που αρνήθηκαν να συμπράξουν με τα γερμανικά στρατεύματα[21].

Έργα και ημέρες των Αλβανών ταγματασφαλιτών της Θεσπρωτίας: μερικά στοιχεία
Τον Απρίλιο του 1941, μετά τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού εξαιτίας της γερμανικής εισβολής, η Θεσπρωτία πέρασε υπό ιταλικό έλεγχο. Μολονότι οι ιταλικές αρχές Κατοχής δεν ικανοποίησαν τις μεγαλοϊδεατικές επιδιώξεις του αλβανικού εθνικισμού και παρά το ότι επίσημα δεν υποστήριζαν τις βιαιοπραγίες εναντίον του ελληνικού πληθυσμού, δεν έδειχναν πρόθυμες να περιορίσουν ούτε τις πράξεις αυτές, αλλά ούτε και τον αθρόο εξοπλισμό διαφόρων Τσάμηδων[22].
Ως αποτέλεσμα αυτής της στάσης, ήδη από το καλοκαίρι του 1941, ομάδες Τσάμηδων που πήραν τα όπλα υπό πολυποίκιλα κίνητρα (αντεκδίκηση, ληστεία, εθνικές, οικονομικές ή προσωπικές διαφορές) είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα τρομοκρατίας εναντίον του ελληνικού πληθυσμού.
Πρώτο θύμα της αυθαιρεσίας των Αλβανών ενόπλων φαίνεται να υπήρξε ένας αγροφύλακας από τον Άγιο Βλάσιο[23] που σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1941. Την ίδια περίοδο, σε παρόμοια περιστατικά έχασαν τις ζωές τους ένας κάτοικος του Καστρίου[24], ένας ηλικιωμένος και μια γυναίκα από το Γραικοχώρι, ένας αγρότης από τον Αργυρότοπο και ένας συνταξιούχος χωροφύλακας από το Φοινίκι[25].
Την 1η Φεβρουαρίου του 1942, σύμφωνα με τοπικές πηγές, σκοτώθηκαν κοντά στην Ελαία Θεσπρωτίας (ΝΑ των Φιλιατών) τέσσερις Έλληνες αγρότες[26], ενώ στις 19 Φεβρουαρίου δολοφονήθηκε από Αλβανούς ενόπλους στην Ηγουμενίτσα ο νομάρχης Θεσπρωτίας Γεώργιος Βασιλάκος[27].
Η συγκεκριμένη ενέργεια έχει μεγάλη σημασία, καθώς δεν εκδηλώθηκε ως μια πράξη αντίστασης στη φασιστική Κατοχή μέσω της εκτέλεσης ενός εν δυνάμει συνεργάτη των κατακτητών (όπως π.χ. οι αθρόες εκτελέσεις τοπικών αρχόντων, διορισμένων από τις δυνάμεις Κατοχής, που πραγματοποιήθηκαν την ίδια περίοδο στην Κρήτη). Αντιθέτως ερμηνεύεται ως μια ευθεία αμφισβήτηση της εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδας επί της «αλύτρωτης Τσαμουριάς», στα πλαίσια του αγώνα για την «εθνική ολοκλήρωση» της Αλβανίας. Αργότερα ακολούθησαν προς την ίδια κατεύθυνση, οι δολοφονίες των κρατικών υπαλλήλων Γ. Δούσια και Π. Οικονομίδη[28].
Στις 15 Ιουνίου εκτελέστηκε ο πολύτεκνος εφημέριος της Σίδερης, Βασίλειος Ιωάννου (καταγόταν από την Πόβλα, νυν Αμπελώνα)[29], την 1η Ιουλίου στο χωριό Σπαθαραίοι, Ιταλοί και Αλβανοί συνεργάτες τους εκτέλεσαν τρεις κατοίκους με τις κατηγορίες της οπλοκατοχής και της υπόθαλψης ανταρτών[30]και, κατά τα μέσα Ιουλίου, απόσπασμα είκοσι ανδρών (δέκα Ιταλοί και ισάριθμοι Τσάμηδες) υπό τον Γιασίν Σαντίκ, λεηλάτησε χωριά στην περιοχή του Φαναρίου[31]. Κατά τα τέλη του ίδιου μήνα, απόσπασμα παρόμοιας σύνθεσης σκότωσε στο Κορωνόπουλο νεαρό Έλληνα γεωργό[32].
Στις 22 Αυγούστου, δολοφονήθηκε κτηνοτρόφος από το Πλαίσιο[33] και τον Οκτώβριο σκοτώθηκε –καθώς επέστρεφε από τη Μαζαρακιά όπου είχε μεταβεί για να διαμαρτυρηθεί στην ιταλική διοίκηση για διάφορες αυθαιρεσίες των Αλβανών συνεργατών της–, ο ηλικιωμένος ιερέας του Καρτερίου, Ανδρέας Βασιλείου ή Παπανδρέου[34].
Επιπλέον, στις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, εκτελέστηκαν στους Σπαθαραίους ο εφημέριος της κοινότητας[35], ο πρόεδρός της και εννιά σκηνίτες κτηνοτρόφοι ως αντίποινα για τον φόνο του σημαίνοντα παράγοντα της μειονότητας και συνεργάτη των δυνάμεων Κατοχής[36], Γιασίν Σαντίκ[37], σε μια περίοδο κατά την οποία είχαν ξεκινήσει συμπλοκές ανάμεσα στην αλβανική πολιτοφυλακή και σε Έλληνες ένοπλους των Σπαθαραίων, του Ελευθεροχωρίου και άλλων οικισμών[38]. Τον ίδιο μήνα, Αλβανοί από τον Παραπόταμο δολοφόνησαν τρεις Έλληνες αγρότες από το Καστρί[39].
Η πολυεπίπεδη καταπίεση εκ μέρους των Τσάμηδων (δολοφονίες, εκβιασμοί, αυθαίρετη φορολογία, αρπαγή αγροτικών αγαθών και εκτάσεων κ.λπ.), σε συνδυασμό με την αδιαφορία της ιταλικής διοίκησης[40] και την αδυναμία των ελληνικών κατοχικών αρχών να εγγυηθούν την ασφάλεια των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής[41], οδήγησε σταδιακά εκατοντάδες από τους τελευταίους στην έξοδο από τις εστίες τους και στην εγκατάσταση, υπό αντίξοες συνθήκες, στις περιοχές της Πάργας και του Φαναρίου[42].
Χαρακτηριστικά, από το καλοκαίρι του 1943 και εντεύθεν, η δράση των Τσάμηδων δωσίλογων κλιμακώθηκε, πάντα σε αγαστή συνεργασία με τις δυνάμεις Κατοχής.
Κατά το διάστημα 10-13 Αυγούστου, πραγματοποιήθηκε, με την ενεργή συμμετοχή περίπου 300 Τσάμηδων[43], φονική εκκαθαριστική επιχείρηση στην περιοχή του Φαναρίου κατά την οποία πυρπολήθηκαν και λεηλατήθηκαν 20 χωριά, σκοτώθηκαν 250 άμαχοι και αιχμαλωτίστηκαν άλλα 400 άτομα, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στις φυλακές των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης[44]. Αμέσως μετά τη λήξη της επιχείρησης, ο Ρέμολντ –προφανώς ικανοποιημένος από τη δράση των Τσάμηδων συμμετεχόντων– αποφάσισε τη δημιουργία επιπλέον ταγμάτων εθελοντών μουσουλμάνων[45].
Παράλληλα, στις 23 του ίδιου μήνα, ένοπλοι της μειονότητας (κυρίως από τη Λιόψη[46]) συμμετείχαν, ως αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ, στην πυρπόληση της Σαγιάδας[47], την οποία σύμφωνα με γερμανική αναφορά υπεράσπιζαν τριάντα αντάρτες[48], προφανώς ελασίτες.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, Τσάμηδες συμμετείχαν και στην καταστροφή του Πλαισίου όπου σκοτώθηκαν δύο κάτοικοι[49]. Καταστροφές υπέστησαν επίσης το Ζερβοχώρι και ο Ξηρόλοφος στα νότια της Παραμυθιάς[50]. Στις 18 Σεπτεμβρίου, τα στρατεύματα Κατοχής, από κοινού με τους Τσάμηδες συνεργάτες τους, προχώρησαν στην αιχμαλωσία 60 κατοίκων στα ΒΑ της Παραμυθιάς, εκ των οποίων οι εννιά εκτελέστηκαν την επόμενη ημέρα[51].
Στις 27-28 του ίδιου μήνα, περίπου 150 Τσάμηδες συμμετείχαν στην εκδικητικού χαρακτήρα επιχείρηση των γερμανικών δυνάμεων της Παραμυθιάς, στα βόρεια της κωμόπολης, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή τεσσάρων χωριών και το θάνατο 50 Ελλήνων. Αξίζει να σημειωθεί και το ότι για την απόδοσή τους στην επιχείρηση απέσπασαν τους επαίνους των Γερμανών ανωτέρων τους[52].
Αποκορύφωμα της δράσης των Τσάμηδων για τον Σεπτέμβριο ήταν η συμμετοχή στην αιχμαλωσία και στην εκτέλεση, στις 29 του μήνα, άλλων 49 κατοίκων της Παραμυθιάς[53], των λεγόμενων πρόκριτων.
Μάλιστα, κρίνοντας από το γεγονός πως τα θύματα ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκπρόσωποι της τοπικής κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής ελίτ (εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες, μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο αρχιερατικός επίτροπος κ.ά.) οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως στόχος των εκτελέσεων δεν ήταν απλά η διάπραξη αντιποίνων για τον άγριο θάνατο πέντε Γερμανών αιχμαλώτων και τον τραυματισμό άλλων τριών από τον ΕΔΕΣ λίγες ημέρες νωρίτερα, στη θέση Σκάλα[54], αλλά η εξόντωση των κεφαλών της ελληνικής κοινότητας της Παραμυθιάς[55].
Την ίδια χρονική περίοδο, ένοπλοι Τσάμηδες συμμετείχαν και στον ανηλεή ξυλοδαρμό του ηλικιωμένου ιερέα του Ζερβοχωρίου, Αθ. Χριστοδούλου, ο οποίος απεβίωσε δύο μήνες αργότερα από τα τραύματά του[56].
Πέρα από την Παραμυθιά και το Φανάρι, οι συνθήκες για τον ελληνικό πληθυσμό δεν ήταν καλύτερες ούτε στην περιοχή της Ηγουμενίτσας. Εκεί, σύμφωνα με τον Ελβετό εκπρόσωπο του Ερυθρού Σταυρού Χανς Γιάκομπ Μπίκελ, οι Τσάμηδες ένοπλοι δρούσαν σε συνθήκες ασυδοσίας ενώ οι Έλληνες κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει την παραλιακή κωμόπολη βρίσκοντας καταφύγιο στα γειτονικά βουνά[57].
Στις αρχές του 1944, οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής προχώρησαν στον εκτεταμένο εξοπλισμό των Τσάμηδων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο χωριά όπως η Πέστιανη (νυν Κρυόβρυση), η Σκουπίτσα (νυν Κεστρινή), η Λάκκα, η Γκρίκα, το Γρικοχώρι, η Δριμίτσα κ.ά απέκτησαν ένοπλες φρουρές για λόγους αυτοάμυνας[58].
Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του 1944 (μέσα Απριλίου), Τσάμηδες ταγματασφαλίτες συμμετείχαν στην πυρπόληση του Ασπροκκλησίου και λίγες ημέρες αργότερα έλαβαν μέρος σε ανάλογη δράση στον Τσαμαντά[59].
Τον Αύγουστο του 1944, κατά τη διάρκεια κοινής επιδρομής Γερμανών στρατιωτών και Αλβανών δοσίλογων, εκτελέστηκαν τέσσερις κάτοικοι των Μουζακαίικων Πρεβέζης[60].
Βέβαια, η αλήθεια είναι πως οι Τσάμηδες ταγματασφαλίτες δεν περιόρισαν τη δράση τους στις εκτελέσεις αμάχων και στο πλιάτσικο. Υπήρξαν παράλληλα συμπολεμιστές των στρατευμάτων Κατοχής σε μια σειρά από αιματηρές μάχες εναντίον των Ελλήνων ανταρτών, κυρίως –λόγω γεωγραφικής θέσης[61]– εκείνων του ΕΔΕΣ:
Την 1η Ιουλίου 1942, ιταλικές δυνάμεις στρατού και καραμπινερίας, συνεπικουρούμενες από Αλβανούς πολιτοφύλακες. συγκρούστηκαν στο Σπαθάρι με Έλληνες αντάρτες του τοπικού οπλαρχηγού Βασίλη Μπαλούμη[62].
Στις 20 ή 21 Μαΐου του 1943, στη τοποθεσία Σκάλα Παραμυθιάς, κοντά στο χωριό Αγία Κυριακή, διεξήχθη συμπλοκή μικτού ιταλοαλβανικού σώματος με εδεσίτες[63]. Η συγκεκριμένη σύγκρουση θεωρείται χρονικά η πρώτη ανάμεσα στους Τσάμηδες δωσίλογους και τον ΕΔΕΣ[64].
Στις 10 Αυγούστου, στη θέση Σκάλα Παραμυθιάς, πραγματοποιήθηκε μάχη γερμανικών και αλβανικών δυνάμεων με αντάρτες του ΕΔΕΣ. Παρόμοιες συγκρούσεις επαναλήφθηκαν δις στην ίδια τοποθεσία κατά τον Σεπτέμβριο[65].
Στις 11 Σεπτεμβρίου, Τσάμηδες ανιχνευτές έκαναν αναγνωριστικές περιπολίες στην περιοχή της Μενίνας όπου εντόπισαν αντάρτες του ΕΔΕΣ[66]. Στις 20 Σεπτεμβρίου, μικτή περίπολος Γερμανών και Τσάμηδων αιφνιδιάζει στη Γλύκη δεκαπέντε αντάρτες του ΕΛΑΣ, από τους οποίους οι τρεις σκοτώνονται[67].
Τον Ιανουάριο του 1944, η τοποθεσία της Σκάλας Παραμυθιάς έγινε για ακόμη μια φορά τόπος σύγκρουσης ανάμεσα σε Τσάμηδες ένοπλους και εδεσίτες[68].
Το υπόλοιπο διάστημα μέχρι και τα τέλη της άνοιξης του 1944, οι Τσάμηδες ταγματασφαλίτες, σε συνεργασία με τη γερμανικά στρατεύματα, αφενός κατείχαν την κωμόπολη της Παραμυθιάς, την οποία είχαν ορίσει έδρα της κυβέρνησής τους, και αφετέρου ήταν σε θέση να κινούνται άνετα στην περιοχή του Φαναρίου[69], εκμεταλλευόμενοι μεταξύ άλλων και τη μυστική συμφωνία κυρίων ανάμεσα στον Ναπολέοντα Ζέρβα και τους Γερμανούς στρατηγούς Λαντς και Λούντβιγκερ που έθετε τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ σε αδράνεια και η οποία με μικρές εξαιρέσεις τηρήθηκε μέχρι το καλοκαίρι[70].
Οι επιχειρήσεις του ΕΔΕΣ για την απελευθέρωση της Θεσπρωτίας και η αντίδραση των Τσάμηδων
Στις 27 Ιουνίου του 1944, τμήματα του ΕΔΕΣ υπό τους Καμάρα, Αγόρο και Γαλάνη, εκμεταλλευόμενα τη δέσμευση σημαντικών γερμανικών δυνάμεων σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη νότια Αλβανία και τη Δυτική Μακεδονία[71], ξεκίνησαν, μετά από εντολές του ΣΜΑ, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την κατάληψη του, ζωτικής σημασίας, χώρου ανάμεσα στις κωμοπόλεις Πάργα, Παραμυθιά και Ηγουμενίτσα. Αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης ήταν η εξασφάλιση της παραλιακής ζώνης της δυτικής Ηπείρου[72].
Γι’ αυτόν τον σκοπό, τα ανωτέρω τμήματα επιτίθενται και απελευθερώνουν την Παραμυθιά μετά από αψιμαχία με Γερμανούς και Τσάμηδες[73]. Οι Γερμανοί στρατιώτες υποχώρησαν εγκαίρως χωρίς σημαντικές απώλειες[74], ενώ η αλβανική φρουρά που ανερχόταν σε περίπου 100 άνδρες προέβαλε μικρή αντίσταση ασχολούμενη κυρίως με τη φυγάδευση του πληθυσμού προς το Μαργαρίτι και τη Μαζαρακιά[75], αλλά και με τη δική της υποχώρηση[76]. Στις εκτεταμένες αντεκδικήσεις που ακολούθησαν φέρονται να σκοτώθηκαν και ένοπλοι που είτε δεν πρόλαβαν να εγκαταλείψουν την κωμόπολη είτε αποφάσισαν να αμυνθούν μέχρις εσχάτων[77].
Μέχρι την επόμενη ημέρα είχαν καταληφθεί και τα γύρω υψώματα[78], ενώ, στις 29 ή 30 του μήνα[79], Τσάμηδες ταγματασφαλίτες[80] και γερμανικές δυνάμεις –αποτελούμενες ως επί το πλείστον από Τουρκμένιους εθελοντές– κινήθηκαν για την ανακατάληψη της Παραμυθιάς, αναχαιτίστηκαν όμως από τον ΕΔΕΣ σε μάχες ΒΔ της κωμόπολης, κοντά στα χωριά Κεφαλόβρυσο και Άγιοι Θεόδωροι[81] και στα νότια κοντά στο Καρβουνάρι[82].
Μετά τη μάχη ο ΕΔΕΣ κάλεσε με προκήρυξη τους Τσάμηδες να εγκαταλείψουν τους Γερμανούς και να παραδώσουν τα όπλα τους[83].
Το τέλος του Ιουνίου βρήκε τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ προωθημένες σε μια γραμμή μετώπου που ξεκινούσε από την –υπό γερμανικό έλεγχο– Μενίνα και εκτεινόταν προς τα χωριά Γκρίκα, Ψάκα, Νικολίτσι, Κουρτέσι (νυν Μεσοβούνι), Παλαιόκαστρο και Ξηρόλοφος, αφήνοντας υπό τον έλεγχο των Τσάμηδων δοσίλογων το Μαργαρίτι και τη Μαζαρακιά και φράζοντας τον δρόμο των ανταρτών προς την Ηγουμενίτσα[84]. Παράλληλα, το συγκεκριμένο μέτωπο απέκοπτε τις δυνάμεις της Χ Μεραρχίας του ΕΔΕΣ και από το προγεφύρωμα που η ίδια είχε δημιουργήσει στην Πάργα με την απελευθέρωσή της[85].
Οι –πιθανόν αναληθείς– πληροφορίες που ήθελαν τους Τσάμηδες της γερμανοκρατούμενης περιοχής των Φιλιατών να αιχμαλωτίζουν Έλληνες κατοίκους ως απάντηση για την ύπαρξη στρατοπέδων αιχμαλώτων στην Παραμυθιά, οδήγησε στη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και στη σύναψη ανακωχής εννέα ημερών ανάμεσα σε ΕΔΕΣ και Këshilla που υπεγράφη στις 11 Ιουλίου, στο χωριό Νικολίτσι (που βρισκόταν κοντά στη γραμμή του διαμορφωμένου μετώπου[86]), μέσα σε κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας[87].
Μετά τη λήξη της προθεσμίας, η πλευρά των Τσάμηδων, ακολουθώντας παρελκυστική τακτική, ζήτησε και έλαβε νέα προθεσμία για να απαντήσει στον τρίτο όρο της ανακωχής που προέβλεπε τον αφοπλισμό των ταγματασφαλιτών της μειονότητας και τη δέσμευση του ΕΔΕΣ περί πλήρους προστασίας των ζωών, της τιμής και των περιουσιών τους. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν με την παρουσία Βρετανών και Αμερικανών αξιωματικών, οδηγήθηκαν όμως σε οριστικό ναυάγιο την 21η Ιουλίου μετά την άρνηση της τσάμικης επιτροπής να πειθαρχήσει στις εντολές της ελληνικής κυβέρνησης και του ΣΜΑ[88].
Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιουλίου και ιδιαίτερα μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, αμφότερες οι πλευρές αναδιοργάνωσαν τις δυνάμεις τους ενόψει της αναπόφευκτης σύγκρουσης: η Χ Μεραρχία του ΕΔΕΣ προχώρησε στη δημιουργία δύο επιπλέον συνταγμάτων μέσω της στρατολόγησης ντόπιων ανταρτών[89].
Από την πλευρά της, η Këshilla είχε προχωρήσει στη γενική επιστράτευση των ανδρών ηλικίας από 16 έως 60 ετών, στη φυγάδευση του άμαχου πληθυσμού προς ασφαλείς τοποθεσίες (δηλαδή υπό γερμανικό έλεγχο), βόρεια των Ιωαννίνων και εντός αλβανικού εδάφους[90], καθώς και σε κάλεσμα για αγώνα υπέρ βωμών και εστιών.
Υπό την πίεση των Βρετανών προς τον Ζέρβα για την εξασφάλιση και διεύρυνση της, στρατηγικής σημασίας, παράκτιας ζώνης του ΕΔΕΣ, ακόμη και μέσω της εκδίωξης από την ευρύτερη περιοχή των αδιάλλακτων Τσάμηδων[91], καθώς και υπό τον φόβο περαιτέρω ενίσχυσης των ένοπλων της Këshilla[92], συνεχίστηκαν στις αρχές Αυγούστου οι επιχειρήσεις του ΕΔΕΣ εναντίον των Γερμανών και των Τσάμηδων συμπολεμιστών τους[93].
Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Αυγούστου[94], δυνάμεις της Χ Μεραρχίας του ΕΔΕΣ επιτέθηκαν στις θέσεις των Τσάμηδων τρέποντάς τους σε φυγή μετά από ολιγόωρη μάχη που δεν προκάλεσε παρά ελάχιστες απώλειες στους Έλληνες αντάρτες[95]. Στη συνέχεια, οι δυνάμεις του Καμάρα ενισχύθηκαν από το 3/40 σύνταγμα του Αγόρου και το τάγμα Γαλάνη με αποτέλεσμα να καμφθεί γρήγορα η περαιτέρω αντίσταση των ένοπλων της Këshilla.
Χαρακτηριστικά, στις 7 Αυγούστου, κατελήφθησαν τα τσάμικα προπύργια του Μαργαριτίου και της Μαζαρακιάς, ενώ δύο ημέρες αργότερα οι εδεσίτες προωθήθηκαν σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από την Ηγουμενίτσα[96]. Μέχρι τις 11 Αυγούστου[97] είχε επιτευχθεί η απελευθέρωση σημαντικού τμήματος της Θεσπρωτίας[98] από τους συνεργάτες των γερμανικών στρατευμάτων[99]. Όσον αφορά τα μαχητικά τμήματα της άλλοτε κραταιάς Këshilla, πλέον αυτά εντοπίζονταν στις περιοχές της Ηγουμενίτσας, των Φιλιατών αλλά και στη Μενίνα.
Ακολούθησε, στις 17-18 Αυγούστου, η πρώτη μάχη της Μενίνας – Τσούκας κατά την οποία η φρουρά, που αποτελείτο από 250 Γερμανούς και μερικούς Τσάμηδες[100], δέχτηκε την επίθεση 400 ανταρτών. Η μάχη έληξε με νίκη των Ελλήνων, οι οποίοι όμως υπέστησαν σημαντικές απώλειες[101]. Ακόμη βαρύτερες ήταν οι απώλειες των Γερμανών, οι οποίοι, όταν λίγες ημέρες μετά ανακατέλαβαν τη Μενίνα, ανέφεραν περίπου 90 νεκρούς και αρκετούς αγνοούμενους – κυρίως αιχμάλωτους. Μεταξύ των αιχμαλώτων υπήρχαν και επτά[102] ή εννιά Τσάμηδες[103] από τους οποίους, σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, εκτελέστηκαν τουλάχιστον οι έξι[104].
Στις 3 Σεπτεμβρίου, αντάρτες του ΕΔΕΣ εδραιώθηκαν στον ορεινό όγκο ανάμεσα στα χωριά Παραπόταμος και Ρίζιανη[105] και σε ενέδρα που πραγματοποίησαν προκάλεσαν μερικές απώλειες σε φάλαγγα οχημάτων που συνόδευαν Γερμανοί στρατιώτες και Τσάμηδες ένοπλοι[106].
Ακολούθησε στις 17 Σεπτεμβρίου η δεύτερη μάχη της Μενίνας – Τσούκας, η οποία ενδιάμεσα είχε ανακαταληφθεί από τις γερμανικές δυνάμεις. Κατά τη μάχη, οι Τσάμηδες δοσίλογοι πολέμησαν για άλλη μια φορά στο πλευρό των στρατευμάτων Κατοχής. Η σύγκρουση δεν είχε τη σφοδρότητα της πρώτης, επέφερε όμως απώλειες τεσσάρων νεκρών και οκτώ τραυματιών στον ΕΔΕΣ[107] και 15 νεκρών, δύο τραυματιών και τριών αγνοούμενων[108] στους Γερμανούς και τους Τσάμηδες συμπολεμιστές τους. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 21 Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν οριστικά από τη Μενίνα.
Την ίδια ημέρα απελευθερώθηκαν και οι Φιλιάτες ύστερα από σύντομη μάχη ανάμεσα στον ΕΔΕΣ και τους εναπομείναντες Τσάμηδες πολιτοφύλακες, που είχαν αναλάβει εξολοκλήρου την άμυνα της κωμόπολης μετά την αποχώρηση της γερμανικής φρουράς[109], ενώ την επόμενη απελευθερώθηκε και η Ηγουμενίτσα[110].
[…]
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
[4] Manta, σ. 6.
[5] Έκθεσις, σ. 130 και Λάμπρου, σ. 18.
[6] Έκθεσις, σσ. 135, 156, Λάμπρου, σσ. 18-20, Spiros Tsoutsoumpis, «Violence, resistance and collaboration in a Greek borderland: the case of the Muslim Chams of Epirus», Qualestoria, τχ. 2, Δεκέμβριος 2015, σ. 127.
[7] Έκθεσις, σ. 132 και Λάμπρου, σ. 20.
[8] Μετά από υπόδειξη Τσάμηδων, οι ιταλικές αρχές συνέλαβαν και τον Βασίλη Πιτούλη, ο οποίος στάλθηκε στην εξορία από την οποία δεν επέστρεψε (βλ. Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Στοχαστής, 2006, σσ. 106-107).
[9] Owen Pearson, Albania in the Twentieth Century, A History, Volume II: Albania in Occupation and War, 1939-45, I. B. Tauris, 2005 II, σ. 63.
[10] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 127.
[11] Ιωάννης Π. Πέγκας, Πλεσίβιτσα, Αθήνα 2006, σ. 161.
[12] Bernd Jürgen Fischer, Albania at War, 1939-1945, σ. 85· Owen Pearson, II, σ. 157.
[13] Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, Αιματοβαμμένο Έντελβάϊς. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009, Β΄, σ. 11.
[14] Αντικαθιστώντας τις ελληνικές κρατικές δομές (Zëri i Çamërisë, Φεβρουάριος 2015, σ. 3.).
[15] Μάγερ, Β΄, σ. 11.
[16] Μαργαρίτης, σσ. 161-162.
[17] Georgia Kretsi, «The Secret Past of the Greek-Albanian Borderlands. Cham Muslim Albanians: Perspectives on a Conflict over Historical Accountability and Current Rights», Ethnologia Balkanica, 2002, σ. 179. Συγκεκριμένα, Βρετανός πράκτορας υπολόγιζε τον αριθμό τους σε 2-3 χιλιάδες, ενώ η Πανηπειρωτική Επιτροπή του ΕΑΜ σε 3.200 άτομα.
[18] Βλ. Γιώργος Κτιστάκης, «Περιουσίες Αλβανών και Τσάμηδων στην Ελλάδα: Άρση του εμπολέμου και διεθνής προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου», ΚΕΜΟ, 2006, σ. 8, όπου υπολογίζονται σε 21 με 22 χιλιάδες. Κατά τον Μαζάουερ, ο πληθυσμός τους ανερχόταν σε περίπου 20.000 (βλ. Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο, Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 34), ενώ τον ίδιο αριθμό δίνει και ο Μάγερ (Μάγερ, Β΄, σ. 9). Αν υπολογιστούν οι φυγόδικοι και αυτοεξόριστοι που επανήλθαν στο ελληνικό έδαφος από την Αλβανία όπου είχαν καταφύγει τα προηγούμενα χρόνια, τότε ο αριθμός της τσάμικης κοινότητας κατά τη διάρκεια της Κατοχής ενδέχεται να ανερχόταν περίπου στις 25 χιλιάδες, αριθμό που δίνουν ως maximum και βρετανικές αναφορές γραμμένες εκείνη την εποχή.
[19] Μάγερ, Α΄, σ. 214.
[20] Eleftheria K. Manta, The Cams of Albania and the Greek State (1923-1945), σ. 8. Αριθμός που ωστόσο ενδέχεται να συμπεριλαμβάνεται στον συνολικό που αναγράφεται ανωτέρω.
[21] Μάγερ, Β΄, σ. 11.
[22] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 128.
[23] Θύμα αντεκδίκησης (βλ. Tsoutsoumpis, 2015, σ. 127-128).
[24] Επίσης θύμα αντεκδίκησης (βλ. Tsoutsoumpis, 2015, σ. 128).
[25] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 128.
[26] Γιώργος Κώτσης, Κάτι για το Φιλιάτι, 2011, σ. 122.
[27] Γλέζος, Α΄, σ. 259, Ζέρβας, Απομνημονεύματα, Μέτρον, Αθήνα 2000, σ. 374.
[28] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 131.
[29] Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος: Αρχείο Ιεράς Συνόδου, Φάκελος Εθνομαρτύρων Κληρικών, Κατάστασις Ονομάτων φονευθέντων Κληρικών.
[30] Μαργαρίτης, σσ. 187-188.
[31] Μαργαρίτης, σσ. 189-190. Ενδεικτικό παράδειγμα της ολοκληρωτικής συσκότισης που επικρατεί στις τάξεις των νεότερων γενεών των Τσάμηδων όσον αφορά τα γεγονότα της εποχής είναι και η μνημόνευση του Γιασίν Σαντίκ (ή Σαντίκου κατά το αλβανικότερο) ως ενός από τα άτομα που εργάστηκαν με αφοσίωση για τη δημιουργία καλής ατμόσφαιρας ανάμεσα στην ελληνική κοινότητα και τους Αλβανούς Τσάμηδες (βλ. περιοδικό Thyamis, Institute of Cham Studies Newsletter, τχ. 5, Οκτώβριος 2013, σ. 3). Παραδόξως, ανάλογη τακτική συσκότισης παρατηρείται και στην περίπτωση τού, συνήθως αναλυτικότατου όσον αφορά τις βιογραφίες δοσίλογων, Τάσου Κωστόπουλου, ο οποίος, σε πρόσφατο άρθρο του, αναφέρει το Σαντίκ απλά ως προύχοντα (βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «Μια ανεπιθύμητη μειονότητα», Εφημερίδα των Συντακτών, 26 Ιουνίου 2016).
[32] Μαργαρίτης, σ. 188.
[33] Πέγκας, 2006, σ. 168.
[34] Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος: Αρχείο Ιεράς Συνόδου, Φάκελος Εθνομαρτύρων Κληρικών, Κατάστασις Ονομάτων φονευθέντων Κληρικών κ?? Tsoutsoumpis, 2015, ?.?131.αι Tsoutsoumpis, 2015, σ. 131.
[35] Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος: Αρχείο Ιεράς Συνόδου, Φάκελος… ό.π., κ?? ????????? ?. ???????, ?. 26.αι Χαρίτωνος Κ. Λάμπρου, σ. 26.
[36] Αυλός, 1979, Α΄, σ. 154.
[37] Μαργαρίτης, σ. 160.
[38] Μυριδάκης, Α΄, σσ. 165-166. Tsoutsoumpis, 2015, σσ. 131-132. Εκείνη την εποχή, όπως αναφέρει και το υψηλόβαθμο στέλεχος του ΕΔΕΣ, Μιχάλης Μυριδάκης, δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη οργανωμένοι αντάρτες στη Δυτική Ήπειρο. Αντάρτικες ομάδες, πρώτα του ΕΛΑΣ και έπειτα του ΕΔΕΣ, εμφανίστηκαν στην περιοχή στις αρχές του 1943.
[39] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 131.
[40] Manta, σσ. 7-8.
[41] Ενδεικτικός της κατάστασης που επικρατούσε είναι ο περιορισμός της ελληνικής χωροφυλακής αποκλειστικά στις κωμοπόλεις της Θεσπρωτίας. Μάλιστα, τον Ιούλιο του 1942, οι χωροφύλακες εγκατέλειψαν την Ηγουμενίτσα, ενώ στις αρχές του 1943 η δύναμη της υποδιοίκησης Φιλιατών μεταφέρθηκε στα Ιωάννινα. Σε ολόκληρη τη Θεσπρωτία, Έλληνες χωροφύλακες παρέμειναν μόνο στην Παραμυθιά, οι οποίοι, κατά τα μέσα του 1944, παραδόθηκαν –κατά τον Δασκαλάκη– σε αντάρτες του ΕΛΑΣ (βλ. Δασκαλάκης, σ. 287).
[42] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 132. Μάλιστα, αυτές οι συνθήκες οδήγησαν αρκετούς από τους πρόσφυγες στον θάνατο.
[43] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 133.
[44] Μάγερ, Α΄, σ. 289-290, Β΄, σ. 10, Έκθεσις, σ. 133. Μεταξύ των αιχμαλώτων δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος (βλ. Αθανάσιος Γκότοβος, Τσαμουριά. Ταυτότητες στην κατοχική Θεσπρωτία και ο ρόλος της μουσουλμανικής μειονότητας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2016, σ. 37).
[45] Μάγερ, Β΄, σ. 11.
[46] Kretsi, 2002, σ. 179.
[47] Πέγκας, 2006, σσ. 175-176.
[48] Μάγερ, Α΄, σ. 291.
[49] Πέγκας, 2006, σσ. 178-182.
[50] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 133.
[51] Μάγερ, Β΄, σσ. 15-16.
[52] Μάγερ, Β΄, σσ. 17-18.
[53] Μάγερ, Β΄, σσ. 18-21.
[54] Μάγερ, Β΄, σσ. 16-17, 23.
[55] Προπολεμικά, σύμφωνα με τα πρόχειρα στοιχεία της απογραφής του 1940, στην Παραμυθιά ζούσαν 2133 Έλληνες και 509 Αλβανοί (βλ. Λάμπρου, σ. 12).
[56] Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος: Αρχείο… ό.π.
[57] Μάγερ, Β΄, σ. 59.
[58] Γκότοβος, 2016, σσ. 63-64. Μια ματιά σε έναν χάρτη αρκεί για να αντιληφθεί κάποιος πως τα προαναφερθέντα εξοπλισμένα χωριά, με εξαίρεση την Γκρίκα, λειτουργούσαν ως προκεχωρημένα φυλάκια για το λιμάνι της Ηγουμενίτσας.
[59] Κώτσης, 2011, σ. 123.
[60] Έκθεσις, σ. 100.
[61] Τζούκας, Εστία, σ. 34.
[62] Μαργαρίτης, σ. 187.
[63] Κοσμάς Εμμ. Αντωνοπούλος, Εθνική Αντίστασις 1941-1945, Αθήναι 1964, σσ. 1642-1643.
[64] Κώστας Ιωάννου, Πώς πλαστογραφείται η Ιστορία της Αντίστασης, Εταιρεία Μελετών Ελληνικής Ιστορίας, γ’ έκδοση, χ.χ., σ. 165.
[65] Ιωάννου, χ.χ., σ. 167.
[66] Μάγερ, Β΄, σ. 14.
[67] Μάγερ, Β΄, σ. 16 και Αντωνόπουλος, 1964, σ. 1645, όπου όμως το συμβάν τοποθετείται, λανθασμένα, ένα μήνα νωρίτερα. Όσον αφορά τους νεκρούς, αναφέρονται οκτώ αντάρτες.
[68] Elsie Robert – Destani Bejtullah (επιμ.), The Cham Albanians of Greece. A documentary history, I.B. Tauris, Λονδίνο 2013, σ. 348.
[69] Elsie, 2013, σ. 348.
[70] Μάγερ, Β΄, σσ. 231-233.
[71] Μάγερ, Β΄, σ. 235.
[72] Manta, σ. 9. Mazower, σ. 35, Tsoutsoumpis, 2015, σ. 135, British Reports, σ. 120.
[73] Μάγερ, Β΄, σ. 235, Χούτας, σ. 565.
[74] Eleftheria K. Manta, «The Cams of Albania and the Greek State (1923-1945)», Journal of Muslim Minority Affairs, σ. 9. Σύμφωνα με άλλη πηγή, υποχώρησαν πριν την έναρξη της μάχης προς τη Μενίνα, ρίχνοντας έτσι το βάρος της άμυνας εξ ολοκλήρου στους Αλβανούς πολιτοφύλακες (βλ. Αντωνόπουλος, 1964, σ. 1675).
[75] Αντωνόπουλος, 1964, σ. 1675.
[76] Georgia Kretsi, Verfolgung und Gedächtnis in Albanien: eine Analyse postsozialistischer Erinnerungsstrategien, 2007, σ. 284.
[77] Αντωνόπουλος, 1964, σ. 1675.
[78] Κώστας Ε. Ιωάννου, Η Ελευθέρα Ορεινή Ελλάς, 2004, σσ. 135-137.
[79] Αντωνόπουλος, σ. 1676, Μάγερ, Β΄, σ. 236, Μυριδάκης, Β΄, σ. 236, Φλόκας, 1994, σ. 384, Χούτας, σσ. 565-566.
[80] Kretsi, 2007, σ. 284.
[81] Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, το επιτιθέμενο πολυεθνικό στράτευμα είχε έξι νεκρούς, 13 αγνοούμενους και 26 τραυματίες, ενώ οι αντάρτες είχαν έναν νεκρό και ολιγάριθμους τραυματίες (βλ. Μάγερ, Β΄, σ. 236). Δεν είναι ξεκάθαρο αν σε αυτές τις απώλειες συμπεριλαμβάνονται και πεσόντες Τσάμηδες.
[82] Στο μέτωπο του Καρβουναρίου, όπου η επιτιθέμενη δύναμη αποτελείτο αποκλειστικά από Τσάμηδες (βλ. Ζέρβας, Ημερολόγιο, Ωκεανίδα, σ. 542), ο ΕΔΕΣ είχε δύο νεκρούς και μερικούς τραυματίες (βλ. Αντωνόπουλος, 1964. σσ. 1675-1676).
[83] Manta, σ. 10, Ιωάννου, 2004, σσ. 140-141.
[84] Σύμφωνα με εγκύκλιο του Νουρί Ντίνο, με ημερομηνία 10 Ιουλίου 1944, η αμυντική γραμμή των Τσάμηδων είχε διαμορφωθεί στα μέτωπα Πέρδικας-Μαργαριτίου (για προστασία από το προγεφύρωμα της Πάργας), Μαργαριτίου-Πολύδροσου, Πολύδροσου-Νικολιτσίου και Νικολιτσίου-Κυρά Παναγιάς (βλ. Λάμπρου, 1949, σσ. 26-27).
[85] Μάγερ, Β΄, σ. 236.
[86] Elsie, σ. 393, Manta, σ. 10, Ιωάννου, 2004, σσ. 140-143.
[87] Tsoutsoumpis, 2015, σ. 136.
[88] Manta, σ. 10, Αντωνόπουλος, σ. 1677, Ιωάννου, 2004, σ. 143.
[89] Ιωάννου, 2004, σ. 143.
[90] Manta, σ. 10, Tsoutsoumpis, 2015, σ. 136.
[91] Manta, σ. 10.
[92] Ιωάννου, 2004, σ. 144.
[93] Μυριδάκης, Β΄, σ. 191.
[94] Ιωάννου, 2004, σ. 145.
[95] Κατά τον διοικητή της Χ Μεραρχίας, Βασίλειο Καμάρα, οι ελληνικές απώλειες ανέρχονταν σε μόλις τρεις τραυματίες (βλ. Ιωάννου, 2004, σ. 145).
[96] Μυριδάκης, Β΄, σσ. 191-192.
[97] Χούτας, σ. 566.
[98] Ανάμεσα σε αυτά τα εδάφη συμπεριλαμβανόταν και ολόκληρη η παραλιακή ζώνη της Θεσπρωτίας μέχρι την, υπό γερμανικό έλεγχο, Ηγουμενίτσα.
[99] Σύμφωνα με τον Μυριδάκη, ένα μέρος των Τσάμηδων, που δεν μπόρεσε να διαφύγει, συνθηκολόγησε και μεταφέρθηκε πρώτα σε στρατόπεδο της Παραμυθιάς και αργότερα στην Αλβανία (βλ. Μυριδάκης, Β΄, σ. 193). Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, το κύριο βάρος της εδεσίτικης επίθεσης έπεσε πάνω στους Τσάμηδες καθώς οι γερμανικές δυνάμεις φαίνεται πως προτίμησαν να μην εμπλακούν, παραμένοντας στις θέσεις τους σε Ηγουμενίτσα και Μενίνα (Αντωνόπουλος, 1964, σσ. 1677-1678).
[100] Μυριδάκης, Β΄, σ. 194.
[101] Από τους επιτιθέμενους σκοτώθηκαν 24 άνδρες, μεταξύ των οποίων δύο ανθυπολοχαγοί, ένας οπλαρχηγός αλλά και ο Βρετανός ταγματάρχης Γουάλλας (βλ. Χούτας, σσ. 568-569), ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν τους πενήντα (βλ. Μάγερ, Β΄, σσ. 250-251).
[102] Αντωνόπουλος, 1964, σ. 1680.
[103] Γλέζος, Β΄, σ. 938, Ιωάννου, Η Ελευθέρα Ορεινή Ελλάς, 2004, σ. 29.
[104] Τσαμπηράς, σ. 164.
[105] Χωριά με αλβανική πλειοψηφία ήδη από την προπολεμική περίοδο. Μάλιστα, ο Παραπόταμος ήταν πατρίδα των υψηλόβαθμων στελεχών της Këshilla, Μπίτο Τάχο, Νταμίν και Ναζίφ Βέσελι (βλ. Λάμπρου, σσ. 10-23).
[106] Χούτας, σ. 583. Σύμφωνα με την πηγή καταστράφηκαν τρία οχήματα και παράλληλα σκοτώθηκαν δύο Γερμανοί και πέντε Τσάμηδες.
[107] Μυριδάκης, Β΄, σ. 209.
[108] Μάγερ, Β΄, σ. 257.
[109] Manta, σ. 10.
[110] Μάγερ, Β΄, σ. 260.
