Αρχική » Η PISA πέφτει

Η PISA πέφτει

από Αναδημοσιεύσεις

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου από την Καθημερινή

Χθες στις 10.30 το πρωί ώρα Ελλάδας μια είδηση-βόμβα έσκασε στον κόσμο μας. Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της εξέτασης PISA του ΟΟΣΑ, με την οποία μετριούνται οι δεξιότητες εκατοντάδες χιλιάδων παιδιών από όλο τον κόσμο. Και τα αποτελέσματα ήταν αποκαρδιωτικά. Σχεδόν παντού οι επιδόσεις των παιδιών έπεσαν σε σχέση με την προηγούμενη εξέταση, που είχε γίνει τρία χρόνια νωρίτερα, και η οποία είχε ήδη καταγράψει σημαντική πτώση. Αυτή τη φορά ο μέσος όρος των επιδόσεων των παιδιών έπεσε τόσο πολύ, που είναι σαν όλα τα παιδιά του κόσμου να έχουν χάσει έναν χρόνο σχολείου. Πάμε προς τα πίσω. Είναι μια δραματική εξέλιξη, μια ανησυχητική τάση. Και, βέβαια, την πτώση ακολουθούν εδώ και πολλά χρόνια και τα παιδιά στην Ελλάδα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στην εξέταση της PISA οι μαθητές και οι μαθήτριες εξετάζονται όχι σε κάποια συγκεκριμένη διδακτική ύλη, αλλά σε γενικές, αντικειμενικές δεξιότητες σε θέματα όπως η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι επιστήμες. Τα θέματα είναι κατά κανόνα απλά και πρακτικά, βγαλμένα από τη ζωή. Τους δίνουν, για παράδειγμα, μια απόδειξη λιανικής και τους κάνουν ερωτήσεις για να δουν αν καταλαβαίνουν τι λέει. Ή τους δίνουν το περίγραμμα της Ανταρκτικής και τους ζητούν να υπολογίσουν το εμβαδόν της. Μια άλλη ερώτηση: γιατί βλέπουμε πρώτα την αστραπή και μετά ακούμε τη βροντή; Βασικά πράγματα που πρέπει να ξέρει και να μπορεί να κάνει ένα παιδί 15 χρόνων τον 21ο αιώνα.

To 2025 στην εξέταση συμμετείχαν 760.000 παιδάκια από 91 χώρες – σχεδόν 7.000 από την Ελλάδα. Τα παιδιά ήταν ηλικίας 15 ή 16 χρόνων και, εκτός από το δίωρο τεστ, απάντησαν και σε ερωτηματολόγια για τη ζωή τους στο σπίτι και στο σχολείο, από το πόσα βιβλία υπάρχουν στο σπίτι τους και το αν έχουν δικό τους δωμάτιο, μέχρι το αν νιώθουν ασφαλείς στο σχολείο και το αν έχασαν διδακτικές ώρες τις τελευταίες εβδομάδες. Κάθε φορά προκύπτει ένας πλούτος δεδομένων, πολύτιμος για να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα σε κάθε χώρα. Αλλά πλέον ένα είναι το βασικό συμπέρασμα που ταρακουνά και ανησυχεί τους πάντες: τα σκορ πέφτουν. Σταθερά, πολύ και σχεδόν παντού. Κάθε νέα φουρνιά 15χρονων είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Αυτό είναι παράδοξο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Διαχρονικά έχουμε συνηθίσει οι συνθήκες, τα εκπαιδευτικά μέσα και η ευμάρεια των κοινωνιών να οδηγούν σε διαρκή βελτίωση των δεξιοτήτων των παιδιών που βγαίνουν από την εκπαιδευτική διαδικασία – έτσι γίνεται μεταπολεμικά στις περισσότερες χώρες του κόσμου, μια τάση που έχει τεκμηριωθεί και από άλλες έρευνες. Αλλά αυτό τώρα μοιάζει να αλλάζει καθολικά, σχεδόν παντού. Φέτος μόνο πέντε χώρες σημείωσαν βελτίωση, κυρίως χώρες που υστερούσαν πολύ, όπως η Ζάμπια ή η Καμπότζη. Ολες οι άλλες, χάλια.

Το συμπέρασμα προκάλεσε σοκ. Στη Δανία, που έχει ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο, είδαν τόσο δραματική πτώση σε όλα τα θέματα (η έβδομη χειρότερη πτώση από όλες τις χώρες που συμμετείχαν) που έγιναν έκτακτες ανακοινώσεις από το υπουργείο Παιδείας και την Παρασκευή θα δώσει έκτακτη συνέντευξη Τύπου για το θέμα η πρωθυπουργός.

Και στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα δεν έχουμε ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο. Ο μόνος τομέας στον οποίο διακρίνεται το δικό μας σύστημα είναι το ότι είναι το πιο συγκεντρωτικό στον κόσμο – το εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο τα σχολεία έχουν τη μικρότερη αυτονομία από οπουδήποτε αλλού. Αλλά στη χώρα μας μοιάζει να υπάρχει μια τρομερή γαλήνη, ένας καθησυχασμός στους κατά τα άλλα πολύ ευαίσθητους προστατευτικούς γονείς για την ποιότητα της παρεχόμενης παιδείας και για το αν τα παιδιά βγαίνουν από το σχολείο με τις κατάλληλες δεξιότητες για να αντιμετωπίσουν τον σύγχρονο κόσμο. Για να μην τα πολυλογούμε, δεν βγαίνουν. Κάθε τρία χρόνια η PISA είναι μια χρήσιμη αποτύπωση αυτής της πραγματικότητας με νούμερα και με στοιχεία. Από το 2000 που συμμετέχει στην εξέταση η χώρα, οι επιδόσεις των παιδιών είναι σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Και από το 2015 και μετά πέφτουν.

Και φέτος, πέσαμε κι εμείς. To 2009 τα τότε 15χρονα στην κατανόηση κειμένου πήραν 482 μονάδες κατά μέσο όρο. Φέτος έπεσαν στις 438. Στα μαθηματικά, το 2009 πήραν 466 μονάδες. Φέτος, 430. Στις επιστήμες, το 2009 πήραν 470. Φέτος, 441.

Πολλά συμπεράσματα μπορούν να βγουν από τα ελληνικά αποτελέσματα, και αξίζει τον κόπο, αν σας ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα, να πλοηγηθείτε στις σελίδες του ΟΟΣΑ και να μελετήσετε τα στατιστικά και τα στοιχεία. Αλλά εδώ θέλω δύο μόνο νούμερα να σας επισημάνω, δύο ποσοστά, για να χωνέψουμε μαζί το πού βρίσκεται η χώρα μας σήμερα και το πού μπορούμε να περιμένουμε ότι θα βρεθούμε τις επόμενες δεκαετίες.

Το ένα ποσοστό είναι «31,4%».

Στην PISA κατατάσσουν τους μαθητές σε έξι κατηγορίες, ανάλογα με το πώς τα πήγαν στην εξέταση σε κάθε θέμα. Οι μαθητές που πιάνουν τις κατηγορίες 5 και 6, ας πούμε, είναι τα αστέρια, οι άριστοι. Ξέρουν καλά να αντεπεξέλθουν στα θέματα και έχουν τις απαραίτητες δεξιότητες και γνώσεις να αντιμετωπίσουν το οτιδήποτε. Οι μαθητές που δεν καταφέρνουν να πιάσουν ούτε την κατηγορία 2 (αυτοί που κατατάσσονται στις υποκατηγορίες 1a και 1b δηλαδή) είναι οι ανεπαρκείς. Αυτοί δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν ούτε στα βασικά. Δεν μπορούν να καταλάβουν ούτε μια σύντομη παράγραφο, να διαχειριστούν απλά μαθηματικά προβλήματα. Είναι εντελώς ανέτοιμοι για τις προκλήσεις του πραγματικού κόσμου, κι εδώ δεν εννοώ μόνο το εργασιακό περιβάλλον – είναι τα παιδιά που καλά καλά δεν μπορούν να καταλάβουν τι λέει μια απόδειξη από το ψιλικατζίδικο ή να κάνουν μια απλή πράξη στο χαρτί.

Το ποσοστό των μαθητών από τις χώρες του ΟΟΣΑ που συμμετείχαν στην PISA που κατατάσσεται σε αυτή την κατηγορία των ανεπαρκών και στα τρία θέματα είναι το ιλιγγιώδες 19,7%. 1 στα 5 δεκαπεντάχρονα στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι εντελώς ανέτοιμα για τις ανάγκες της ζωής. Δεν ξέρουν τίποτε. Ούτε μαθηματικά, ούτε κατανόηση κειμένου, ούτε βασικές επιστημονικές έννοιες.

Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 31,4%. Σχεδόν 1 στα 3 παιδιά.

Και βέβαια αυτά είναι που τα πηγαίνουν χάλια και στα τρία ταυτόχρονα. Υπάρχουν και παιδιά που πιάνουν το «2» σε κάτι από τα τρία, αλλά είναι ανεπαρκή σε ένα ή δύο άλλα. Τα μισά παιδιά (49,6%) δεν έχουν ούτε τις βασικές δεξιότητες στα μαθηματικά. Το 44% δεν έχει ούτε τις βασικές δεξιότητες στην κατανόηση κειμένου. Το 41% δεν ξέρει ούτε τα βασικά στα θέματα της επιστήμης. Και δύο επιπλέον πράγματα που πρέπει να έχουμε στον νου μας για όλα αυτά είναι τα εξής: πρώτον, ότι όλα αυτά τα ποσοστά χειροτερεύουν και, δεύτερον, πως είναι υψηλότερα από τις περισσότερες άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Τα αντίστοιχα ποσοστά στα παιδιά από την Ελλάδα που συμμετείχαν στην εξέταση το 2009 ήταν 30%, 21% και 25%. Στην Πορτογαλία σήμερα τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 35%, 28% και 24%. Στην Εσθονία 17%, 17% και 10%. Στη Σιγκαπούρη 11%, 14% και 10%. Στη Φινλανδία μόνο το 16% των παιδιών τα πηγαίνουν χάλια και στα τρία θέματα. Στη Γαλλία το 21%. Εμείς είμαστε σε πολύ χειρότερη κατάσταση από τις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Το άλλο ποσοστό που αξίζει να κρατήσουμε είναι «0,33%».

Αυτό είναι το ποσοστό των Ελλήνων και Ελληνίδων 15χρονων που είναι τα «αστέρια». Που τα πάνε πολύ καλά σε όλα. Που μπορούν να απαντήσουν σωστά στις περισσότερες ερωτήσεις, που κατατάσσονται στις κατηγορίες 5 και 6. 0,33%. Για κάθε 300 παιδάκια στα ελληνικά Λύκεια, μόνο ένα τέτοιο υπάρχει. Με αναγωγή σε όλο τον πληθυσμό των 15χρονων ανά την Ελλάδα, μιλάμε για λίγο περισσότερα από 300 άτομα. Μπορεί κάποιος με ασφάλεια να υπολογίσει ότι σε όλα τα Λύκεια της Ελλάδας αυτή τη στιγμή υπάρχουν όλα κι όλα πάνω – κάτω χίλια «αστέρια». Και εδώ, τα πράγματα αφενός χειροτερεύουν σε βάθος χρόνου, και ταυτόχρονα είμαστε πολύ πίσω από άλλες συγκρίσιμες χώρες. Κοιτάζοντας τις επιμέρους κατηγορίες η εικόνα είναι μαύρη. Το 2009 ένα 5,6% των παιδιών ήταν αστέρια στην κατανόηση κειμένου – φέτος το ποσοστό είναι 1,2%. Το 2009 το 5,7% ήταν αστέρια στα μαθηματικά – φέτος, 2,1%. Το 2009 3,1% ήταν αστέρια στις επιστήμες – φέτος, 1,4%. Και ποιο είναι το ποσοστό των παιδιών που σαρώνουν και στα τρία στην Πορτογαλία, ας πούμε; 1,5%. Πενταπλάσια αστέρια. Στην Πορτογαλία, που έχουν και παρόμοιο πληθυσμό, δεν έχουν χίλια αστέρια στο λύκειο – έχουν πέντε χιλιάδες. Στην Εσθονία, το 5,1% των μαθητών και μαθητριών είναι σε αυτή την κατηγορία. Στη Σιγκαπούρη, το 15,27%. Ακόμα και η Βουλγαρία μάς περνάει σε αυτό (0,6%).

Κάθε τρία χρόνια που βγαίνουν τα αποτελέσματα της PISA αυτό, για εμένα, είναι το πιο απογοητευτικό συμπέρασμα. Δεν είναι καινούργιο, ούτε πρωτότυπο. Επιβεβαιώνεται και από άλλες έρευνες δεξιοτήτων (και για ενηλίκους) διαχρονικά. Το πρόβλημά μας δεν είναι μόνον ότι ο μέσος όρος είναι χαμηλός και πως υπερβολικά πολλές και πολλοί στερούνται και των βασικών δεξιοτήτων, αλλά και το ότι έχουμε και ελάχιστες και ελάχιστους στο άλλο άκρο. Από πού θα προκύψουν οι νέες ιδέες και οι νέες λύσεις, πώς θα πάει μπροστά η κοινωνία, ποιες και ποιοι θα ηγηθούν, θα στελεχώσουν, θα διαμορφώσουν το μέλλον της χώρας μας; Πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τόσο λίγα «αστέρια»;

Ασφαλώς, σε όλες τις χώρες του κόσμου οι επιστήμονες και οι ειδικοί προσπαθούν να βγάλουν συμπεράσματα και να αποσαφηνίσουν τα αίτια πίσω από τα κακά αποτελέσματα της PISA. Φταίνε τα κινητά και η κατάρρευση της ανάγνωσης βιβλίων; Φταίει το παγκόσμιο φιάσκο της άκριτης εισαγωγής της τεχνολογίας και των οθονών στην εκπαίδευση τις προηγούμενες δύο δεκαετίες – κάτι που τώρα με συνοπτικές διαδικασίες «μαζεύουν» σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες; Μήπως φταίει η δαιμονοποίηση της απομνημόνευσης ή οι διευρυνόμενες ανισότητες; Φταίει και η πανδημία; Προφανώς όλα αυτά έχουν παίξει ρόλο. Εμάς, ωστόσο, αυτό το φαινόμενο μας επηρεάζει περισσότερο, επειδή δεν ξεκινήσαμε την πτώση από το σημείο που ήταν η Δανία ή η Φινλανδία. Εμείς είμαστε διαχρονικά κάτω από τον μέσο όρο, και βλέπουμε μια δεκαετία τώρα τους ανεπαρκείς μαθητές να αυξάνονται και τα «αστέρια» να μειώνονται. Αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, με αυτόν τον ρυθμό σε μερικά χρόνια στα σχολεία μας δεν θα έχει απομείνει κανένα.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ