Αρχική » Ο θυμός και οι «κακές τράπεζες» της πολιτικής

Ο θυμός και οι «κακές τράπεζες» της πολιτικής

από Άρδην - Ρήξη

πίνακας: Jean-Léon Gérôme (1824–1904), Ο θάνατος του Καίσαρα (1859-67)

Στην πρόσφατη ομιλία του στην Πνύκα, ο Μάρκο Ρούμπιο επέλεξε να ανασύρει από την αρχαιοελληνική πολιτική ανθρωπολογία μια έννοια που σπάνια ακούγεται σήμερα στον δημόσιο λόγο: τον θυμό. «Ο θυμός (thumos), όπως τον αποκαλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες —η φωτιά του πάθους, η δύναμη, το θάρρος, η περηφάνια— είναι η καρδιά ενός μεγάλου πολιτισμού», είπε, προσθέτοντας ότι χωρίς αυτόν τα έθνη χάνουν τη θέληση να αγωνιστούν και να επιβιώσουν. Στη δική του ανάγνωση, ο θυμός δεν ταυτίζεται με την οργή. Είναι πρωτίστως η εσωτερική δύναμη που τροφοδοτεί τη φιλοδοξία, την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα μιας κοινωνίας να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Γι’ αυτό και ο Ρούμπιο συνέδεσε άμεσα την ανάκτησή του με την ανάγκη, όπως είπε, η Δύση να πάψει να ντρέπεται για τα επιτεύγματά της και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στις δικές της δυνάμεις.

Η αναφορά έχει, ωστόσο, μια ενδιαφέρουσα πολιτική ειρωνεία. Η ίδια η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να διαβαστεί ως ένα από τα χαρακτηριστικότερα σύγχρονα παραδείγματα κινητοποίησης του θυμού με την άλλη του σημασία: της οργής που γεννά η αίσθηση ότι κάποιος έχει χάσει κοινωνικό κύρος, ότι δεν ακούγεται ή ότι περιφρονείται από τις πολιτικές και πολιτισμικές ελίτ. Η σχετική πολιτική έρευνα έχει δείξει ότι ο Τραμπ κατόρθωσε ήδη από το 2016 να αξιοποιήσει την αντικυβερνητική οργή με τρόπο που δεν κατάφεραν οι ανταγωνιστές του, ενώ ο Φράνσις Φουκουγιάμα ερμηνεύει μεγάλο μέρος της απήχησης του MAGA ακριβώς μέσα από αυτήν την ερμηνευτική προσέγγιση.

Ήδη από το Τέλος της Ιστορίας και πολύ περισσότερο στο Ταυτότητα: Η απαίτηση για αξιοπρέπεια και η πολιτική της μνησικακίας, ο Φουκουγιάμα υποστηρίζει ότι η πολιτική δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με οικονομικά συμφέροντα. Οι άνθρωποι δεν ζητούν απλώς υψηλότερα εισοδήματα ή περισσότερα αγαθά. Ζητούν αναγνώριση. Ο Φουκουγιάμα δανείζεται από τον Πλάτωνα τον θυμόν και διακρίνει δύο εκφράσεις του: την ισοθυμία, την απαίτηση να αναγνωριστούμε ως ίσοι, και τη μεγαλοθυμία, την επιθυμία να αναγνωριστούμε ως ανώτεροι. Όταν η αναγνώριση δεν έρχεται, ο θυμός μπορεί να μετατραπεί σε μνησικακία. Γι’ αυτό, κατά τον Φουκουγιάμα, πολλά σύγχρονα πολιτικά φαινόμενα που παρουσιάζονται ως αντιδράσεις στην οικονομική παγκοσμιοποίηση είναι στην πραγματικότητα και εξεγέρσεις για χαμένη αξιοπρέπεια και κοινωνικό κύρος.

Ο Πέτερ Σλότερντικ πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Στο Οργή και Χρόνος (Zorn und Zeit, 2006) περιγράφει τους πολιτικούς μηχανισμούς που κατορθώνουν να συσσωρεύσουν αυτή την ενέργεια ως «τράπεζες οργής». Η ιδιωτική αγανάκτηση από μόνη της είναι διάσπαρτη και εφήμερη. Για να αποκτήσει ιστορική ισχύ πρέπει κάποιος να τη συλλέξει, να της δώσει μια κοινή ερμηνεία, να κατονομάσει εκείνον που υποτίθεται ότι ευθύνεται και να υποσχεθεί στον οργισμένο μια μελλοντική ανταμοιβή. Όπως ο καταθέτης εμπιστεύεται τα χρήματά του σε μια τράπεζα προσδοκώντας τόκο, έτσι και ο δυσαρεστημένος πολίτης «καταθέτει» τον θυμό του σε ένα κόμμα, ένα κίνημα ή μια ιδεολογία προσδοκώντας ότι κάποτε θα του επιστραφεί ως δικαιοσύνη, αποκατάσταση, εκδίκηση ή επανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας.

Ο Σλότερντικ βλέπει τέτοιους μηχανισμούς σε διαφορετικές ιστορικές μορφές. Η επαναστατική Αριστερά και κυρίως ο κομμουνισμός εκκοσμίκευσαν αυτή τη λειτουργία: μετέτρεψαν τις διάσπαρτες ταπεινώσεις των εκμεταλλευόμενων τάξεων σε συσσωρευμένο πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο θα «απέδιδε» με την επανάσταση. Υπό αυτήν την οπτική, ο κομμουνισμός υπήρξε έτσι μια παγκόσμια τράπεζα οργής. Παρόμοιες λειτουργίες μπορεί να αναλάβει ο εθνικισμός, ο φασισμός ή ο πολιτικός θρησκευτικός ριζοσπαστισμός.

Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού δεν υπάρχει, κατά τον Σλότερντικ, μία ενιαία παγκόσμια τράπεζα ικανή να συγκεντρώσει όλες αυτές τις θυμικές ενέργειες. Η οργή διασπείρεται και αναζητά νέους συλλέκτες. Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα σύγχρονα δημαγωγικά ή αντισυστημικά κόμματα. Η επιτυχία τους δεν συνίσταται κατ’ ανάγκην στο ότι δημιουργούν από το μηδέν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Πολύ συχνότερα κατορθώνουν να συνδέσουν διαφορετικές εμπειρίες —οικονομική ανασφάλεια, απώλεια κύρους, φόβο κοινωνικής καθόδου, πολιτισμική αποξένωση, δυσπιστία προς τις ελίτ ή αγωνία για τη μετανάστευση— και να τις μετατρέψουν σε ένα ενιαίο απόθεμα οργής.

Η δημαγωγία, υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί σαν μια χρηματοπιστωτική τεχνολογία των παθών. Ο πολιτικός επιχειρηματίας δεν αρκείται στο να εκφράζει τη δυσαρέσκεια· τη συγκεντρώνει, της δίνει όνομα, προσδιορίζει έναν υπεύθυνο και υπόσχεται απόδοση. Ο «τόκος» που καταβάλλεται στους οπαδούς μπορεί να είναι η επανάκτηση της χαμένης υπερηφάνειας και, ταυτόχρονα, η περιφρόνηση ενός εχθρού: της ελίτ, των μεταναστών, του «συστήματος», μιας άλλης κοινωνικής ομάδας. Έτσι, ετερογενή παράπονα μετασχηματίζονται σε κοινή πολιτική ταυτότητα.

Στη σύγχρονη συνθήκη, μάλιστα, τα μέσα ενημέρωσης, οι πλατφόρμες και οι δημοσκοπήσεις μπορούν να ενισχύσουν αυτή τη λειτουργία, όχι επειδή αποτελούν από μόνα τους «τράπεζες οργής», αλλά επειδή κάνουν ορατό το μέγεθος του αποθέματος και κανονικοποιούν τη συμμετοχή σε αυτό. Όταν ο δυσαρεστημένος πολίτης διαπιστώνει ότι η αγανάκτησή του συμμερίζεται από πολλούς άλλους, η ιδιωτική του ενόχληση μετατρέπεται ευκολότερα σε συλλογική ταυτότητα και κατόπιν σε εκλογική συμπεριφορά.

Στην πρόσφατη συνέντευξή του στην ισπανική El País, ο Σλότερντικ επανέφερε τη μεταφορά μιλώντας για την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Αναγνώρισε ότι το κόμμα έχει αποδειχθεί επιτυχημένο ως «τράπεζα οργής», αμφισβήτησε όμως ότι είναι καλή τράπεζα: μια καλή τράπεζα, παρατήρησε, πρέπει κάποτε να πληρώνει τόκους. Προέβλεψε ότι όσοι καταθέτουν εκεί την οργή τους κινδυνεύουν να χάσουν «χρήματα, ελπίδα και αυταπάτες». Δηλαδή ένα κόμμα μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό στη συλλογή της δυσαρέσκειας και συγχρόνως ανίκανο να αντιμετωπίσει τις πραγματικές αιτίες που τη δημιούργησαν. Κατ’ εξοχήν παράδειγμα ως προς αυτό, το Brexit του 2016, το οποίο επεξέτεινε τις παθογένειες τις οποίες υποτίθεται ότι θα θεράπευε.

Η παρατήρηση έχει ενδιαφέρον και για την ελληνική πολιτική μετά το 2019. Με διαφορετικό τρόπο και διαφορετική ένταση, μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης επένδυσε επί χρόνια στη συσσώρευση της δυσαρέσκειας: στην ακρίβεια, στα Τέμπη, στις υποκλοπές, στις ανισότητες, στη δυσπιστία προς τους θεσμούς, στις πραγματικές ή αντιληπτές αδικίες. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ανάδειξη της κοινωνικής οργής· μια αντιπολίτευση οφείλει να την ακούει και να την εκφράζει. Βρίσκεται στη στιγμή κατά την οποία η οργή παύει να αποτελεί αφετηρία πολιτικής και μετατρέπεται σε υποκατάστατο πολιτικής.

Εκεί φαίνεται να βρίσκεται μια από τις αντιφάσεις της ελληνικής περιόδου μετά το 2019. Η ένταση της αντιπολιτευτικής καταγγελίας δεν συνοδεύτηκε από τη συγκρότηση μιας εξίσου ισχυρής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. Διαμορφώθηκε έτσι μια κατάσταση που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ιδιότυπος πολιτικός μονοπολισμός, όχι με την έννοια της απουσίας άλλων κομμάτων ή κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά της δυσκολίας συγκρότησης ενός ανταγωνιστικού πόλου διακυβέρνησης.

Το παράδοξο, λοιπόν, είναι ότι η επένδυση στην οργή μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Όσο περισσότερο η αντιπολίτευση περιορίζεται στον ρόλο της τράπεζας που συλλέγει κάθε νέα αγανάκτηση, τόσο δυσκολότερα μετατρέπει αυτές τις «καταθέσεις» σε θετική πολιτική προσδοκία. Και όσο δεν εμφανίζεται πειστική εναλλακτική, τόσο ενισχύεται το αίσθημα του πολιτικού αδιεξόδου.

Το πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής σήμερα είναι ότι υπάρχουν πολλές τράπεζες θυμού και ελάχιστες επενδύσεις ελπίδας. Και το αποτέλεσμα είναι κάτι πολύ πιο παραλυτικό: η γενίκευση της πεποίθησης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και, μαζί της, η ακόμη μεγαλύτερη ένταση του αισθήματος πολιτικού αδιεξόδου.

ardin-rixi.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ