Ο Παναγιώτης Κονδύλης σε φωτογραφία του 1970.
του Σπύρου Κουτρούλη από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 10 με αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη
Η παγκοσμιοποίηση ερμηνεύεται από τον Κονδύλη ως κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην πολιτική και τους θεσμούς, ως γενικευμένη ανομία, που μπορεί να εμποδιστεί μόνο από την ενίσχυση των εθνικών κρατών. Επισημαίνει:
Η έμπρακτη αυτονόμηση μιας διεθνοποιημένης ιδιωτικής οικονομίας πάνω από τα κεφάλια αποδυναμωμένων κρατών θα συνεπέφερε μια κατάσταση βαθειάς ανομίας, δηλ. την επιστροφή στον νόμο της ζούγκλας. Όμως, έτσι όπως είναι σήμερα διαρθρωμένη η παγκόσμια κοινωνία, η ανομία μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με τα παραδοσιακά μέσα του κυρίαρχου κράτους. Τούτη η σύνδεση οικονομικών λειτουργιών με το γιγάντιο μελλοντικό έργο της συγκράτησης της ανομίας θα αποτελέσει μέσα στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής το θεμέλιο εκείνο, πάνω στο οποίο το κυρίαρχο κράτος θα εξακολουθήσει να υπάρχει σε παλαιότερες και σε νεότερες μορφές[1].
Επιπρόσθετα, η δεσμευτική ερμηνεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέχει το πεδίο παρέμβασης ενός κράτους σε ένα άλλο, δημιουργώντας αντίστοιχες ανησυχίες για τη δυνατότητα κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Από αυτή την οπτική θεωρεί ότι:
H κρατική οργάνωση θα είναι το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών μπροστά στις αβεβαιότητες των αρχών της οικουμενικής ηθικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μόνον ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί ένα μεγάλο ή μικρό έθνος να αντισταθεί σε ερμηνείες αυτών των αρχών, τις οποίες θεωρεί ως προπέτασμα για επικίνδυνες ορέξεις άλλων εθνών. Μόνον ως κράτος μπορεί ένα μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα. Και μόνον ως κράτος μπορεί ένα μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα μεγάλο έθνος, εφ’ όσον τόσο το μικρό όσο και το μεγάλο έθνος αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος[2].
Το δοκίμιο με τον τίτλο «Εθνικισμός, ανάμεσα σε ριζοσπαστικοποιημένη παράδοση και μαζικοδημοκρατικό εκσυγχρονισμό»[3] θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ο εντοπισμός του χώρου όπου προνομιακά λειτουργεί ο δόλος της ιστορίας, η ετερογονία των σκοπών της ιστορίας, αφού τα υποκείμενα που δρουν παράγουν συχνά διαφορετικά αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουν. Ο εθνικισμός και τα εθνικά κινήματα διαλύουν πολυεθνικές αυτοκρατορίες, ενώ μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας δημιουργεί νέα έθνη-κράτη, κρατώντας μάλιστα με επιδεικτικό και επίμονο τρόπο τις κόκκινες σημαίες της Αριστεράς. Στη θέση των χωριστικών και τοπικιστικών τάσεων, ο αστικός εθνικισμός ενοποιεί τον χώρο πολιτικά, οικονομικά και νομοθετικά. Στην εποχή της πλανητικής πολιτικής, η συγκρότηση του έθνους σε ανεξάρτητο κράτος αποτελούσε:
Τη μοναδική δυνατότητα συμμετοχής του σε μια παγκόσμια κοινωνία, από την οποία κανείς δεν μπορούσε να μείνει απ’ έξω χωρίς μακροπρόθεσμα να διαπράξει πολιτική και οικονομική αυτοκτονία[4].
Παράλληλα:
Το κάθε έθνος θέλει να πραγματοποιήσει την παραπάνω ένταξη αυτοτελώς, δηλαδή θέλει να αναλάβει μόνο του την εκπροσώπηση των συμφερόντων του πιστεύοντας ότι χάρη στην άμεση επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της παγκόσμιας κοινωνίας θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα για τον εαυτό του – κι επί πλέον ότι η οικονομική του αυτοδιάθεση, δηλ. ο τερματισμός της πραγματικής ή υποτιθέμενης εκμετάλλευσης από ένα ξένο έθνος, θα επιτρέψει την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των πόρων του[5].
Ο Κονδύλης εξυμνεί τη σημασία του έθνους-κράτους και καταλήγει:
Το έθνος αποτελεί την εγγύτερη ελάχιστη πολιτική μονάδα, η οποία μπορεί να διατυπώσει επιθυμίες ανακατανομής τόσο απέναντι στους χθεσινούς ομόσπονδους όσο και απέναντι στην παγκόσμια κοινωνία (οικονομική και στρατιωτική βοήθεια). Άτομα και ιδιωτικοί σύλλογοι δεν έχουν καμμιά τέτοια δυνατότητα, όποιος επομένως θέλει κάτι να ζητήσει και να πάρει, ενώ συνάμα δεν θέλει να το μοιρασθεί με άλλους, αυτός μπορεί να εμφανισθεί μονάχα ως έθνος υπό την έννοια της εγγύτερης ελάχιστης πολιτικής μονάδας. Το έθνος αποτελεί λοιπόν σήμερα τη μικρότερη δυνατή ομάδα προς επιδίωξη ενός κοινού συμφέροντος μέσα στην παγκόσμια κοινωνία – υπό τον όρο βέβαια ότι θα συγκροτηθεί ως κυρίαρχο κράτος[6].
Ιδεολογίες όπως ήταν στο παρελθόν ο προλεταριακός διεθνισμός και στη συνέχεια τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, παρέχουν την ευκαιρία, στον εκάστοτε κυρίαρχο, της δεσμευτικής τους ερμηνείας και, συνεπώς, τη δυνατότητα παρέμβασης στα μικρότερα κράτη. Η εισαγωγή από τα νέα ευρασιατικά κράτη ενός αυταρχικού ψευδοκοινοβουλευτισμού, με προφανή στόχο την κατάκτηση από αυτά των επιπέδων κατανάλωσης της δυτικής κοινωνίας, θα έχει ως αποτέλεσμα η ενδεχόμενη αποτυχία του στόχου της να τα στρέψει κατά της Δύσης. Συγχρόνως, «το μεγαλύτερο έθνος του κόσμου, το κινέζικο, εξακολουθεί να αντιπαρατίθεται στη Δύση με την κομμουνιστική μεταμφίεση του εθνικισμού του»[7], αλλά, ενώ σε κάθε ευκαιρία υπογραμμίζει τη διαφορά της παράδοσής του από τη δυτική, τονίζει:
Απέναντι στη Δύση δεν επιστρατεύεται η παραδοσιολατρία ως κοσμοθεωρία και τρόπος ζωής, παρά αντίθετα η τεχνική ορθολογικότητα προωθείται ανοιχτά και προγραμματικά, παράλληλα με την κατάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών[8].
Είναι εντυπωσιακό –και σε αυτό το σημείο επιβεβαιώνεται η ετερογονία των σκοπών– ότι:
Τα εκσυγχρονιστικά στοιχεία υιοθετούνται πολύ ευκολότερα κάτω από την παραδοσιακή τους μεταμφίεση, χωρίς να δημιουργείται το ταπεινωτικό αίσθημα ότι πιθηκίζει κανείς τη μισητή Δύση ή προδίδει τη δική του ταυτότητα, ενώ η εντύπωση ότι έτσι κι αλλιώς δεν ξέκοψε ποτέ από την παράδοσή του τον προστατεύει από απογοητεύσεις αν αποδειχθεί ότι η προσπάθεια εκσυγχρονισμού απέτυχε[9].
Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής»[10] διερευνά τις δυνατότητες στρατηγικής του ελληνικού κράτους σε έναν κόσμο που συγχωνεύεται και κυριαρχεί η πλανητική πολιτική. Ξεκινά από την παραδοχή ότι στο νέο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο τα έθνη-κράτη δεν διαλύονται, αλλά αναλαμβάνουν νέους ρόλους, με στόχο την εξασφάλιση μιας θέσης «σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική κοινωνία», που όμως συχνά περιορίζεται «σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης»[11]. Οι εθνικοί μύθοι θα μπορούσαν να παίξουν έναν ενεργητικό και θετικό ρόλο, υπό τον όρο ότι υπάρχει μια «εθνική ζωτικότητα». Στην ελληνική όμως περίπτωση συγχωνεύονται η περίπτωση ενός φθίνοντος έθνους με τη σύγχυση ανάμεσα στις έμμονες μυθολογικές ιδέες και την αδυναμία να συνειδητοποιήσει την πραγματική του κατάσταση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν γίνεται στον τόπο μας καμμία συζήτηση για το ποιες δυνάμεις προωθούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση και για ποιους λόγους ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν και ποια θα είναι η θέση της χώρας μας μέσα σε αυτές τις εξελίξεις. Αλλά επίσης κανένας προβληματισμός δεν αναπτύσσεται «για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα»[12].
Ο Κονδύλης εξετάζει τις «προϋποθέσεις για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής»[13], δηλαδή «πώς πρέπει να είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει στο πλαίσιο του ανθρωπίνως δυνατού οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες μεταλλαγές της συγκυρίας»[14]. Κατ’ αρχήν, δεν πρέπει να συγχέονται τα εθνικά δίκαια με τα εθνικά συμφέροντα. Μάλιστα, για να έχει πιθανότητα επιτυχίας στην υποστήριξη των συμφερόντων του, θα πρέπει να έχει, θετικά, Ισχύ (με την πολλαπλή σημασία που έχει ο όρος αυτός στον Κονδύλη) και, αρνητικά, την απουσία διπλωματικής επιπολαιότητας. Kαι επισημαίνει:
Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του[15].
Μπορεί να διεκδικεί με πειθώ και επιτυχία «μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα»[16]. Στα πλαίσια αυτά:
Kαμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας[17].
Στο σημείο αυτό, ο Κονδύλης τονίζει το γεγονός της «συνεχούς και αμετάκλητης γεωπολιτικής συρρίκνωσης του ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα»[18], που διαδέχθηκε μια κατάσταση όπου ο ελληνισμός ήταν ευρύτερος από το κράτος του. Αν ταυτίζεται, πλέον, μαζί του σε μεγάλο βαθμό, αυτό δεν οφείλεται στη διεύρυνση του κράτους, όσο στη γεωγραφική συρρίκνωση του έθνους. Τη δυσμενή του κατάσταση θα επιδεινώσει:
Η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σ’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής που δίνονται για το Κυπριακό – ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη»: γιατί προς αυτήν ωθεί μια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση[19].
Επιπλέον:
Η γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού θα συμπληρωθεί από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι… Ο όρος παρασιτικός καταναλωτισμός χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση –και αξιοπρέπεια– ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, όπου υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεωλύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, όπου έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό[20].
Σε αυτή την πολιτική παρασιτισμού, που οδήγησε στο «ξεπούλημα ολόκληρου του έθνους στη διεθνή αγορά»[21], ταυτίζονται όλες οι πολιτικές – δεξιές και αριστερές, δικτατορικές και κοινοβουλευτικές. Το τελικό αντιαισθητικό αποτέλεσμα είναι πως «ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του “πολιτικού κόσμου”, σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών»[22].
Την κατάσταση αυτή, όπως μας είναι σήμερα γνωστό, ο ελληνισμός την πληρώνει με πολύ βαρύ τρόπο. Αλλά, ήδη από το 1992, ο Κονδύλης συμπεραίνει πως η υπερχρέωση του ελληνικού κράτους προκειμένου να συντηρεί τον παρασιτικό καταναλωτισμό αντί να προβαίνει σε παραγωγικές επενδύσεις «θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών επιλογών»[23], αφού στα μάτια των εταίρων φαντάζει ως «ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης»[24]. Ο ελληνικός λαός έχει εγκλωβιστεί στην παρακμή, η οποία τον εμποδίζει να εκλογικεύσει την κατάστασή του αλλά και να μεταρρυθμίσει ουσιαστικά το πολιτικό σύστημα:
Ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό∙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με την σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, που έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση[25].
Η ελληνική εθνική πολιτική είναι θύμα της μικροπολιτικής, ενώ ούτε οι συγκαιρινοί Έλληνες διανοούμενοι μπορούν «να δώσουν ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος “πολιτικός κόσμος”»[26]. Η προσδοκία ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα επίλυε αυτόματα όλα τα προβλήματα του ελληνισμού είναι, κατά τον Κονδύλη, καθαρά μυθολογική και έωλη. Η γερμανική ενοποίηση θα ενισχύσει μακροπρόθεσμα τις κεντρόφυγες τάσεις[27] και θα ρίξει «το κάθε έθνος πίσω στις δικές του δυνάμεις»[28], ώστε «στους κόλπους της ‘‘Ευρώπης’’ μάλλον θα έχουμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν»[29]. Θεωρεί ότι, αν και δεν μπορούμε να αποδεσμευτούμε από τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχουμε, ο εκσυγχρονισμός θα διευρύνει τις αντικειμενικές δυνατότητες ανεξαρτησίας, αφού θα ευνοήσει την αποταμίευση και τη συσσώρευση έναντι του υπερδανεισμού και την παραγωγή έναντι της παρασιτικής κατανάλωσης. Διαφορετικά, θα κυριαρχήσουν δύο μεγέθη που, ενώ εμφανίζονται ότι βρίσκονται σε διάσταση και σύγκρουση, είναι ευθέως ανάλογα και συμμετρικά: ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός και ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός[30].
Ο Κονδύλης απαντά στον εξ αριστερών οικουμενισμό και «ειρηνισμό» ότι είναι πολιτικά νήπιο όποιος βλέπει τάσεις υπέρβασης του εθνικού κράτους και πτώσης των συνόρων, αφού «είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορά σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους»[31]. Σαρκάζοντας την κατάστασή μας, γράφει ότι «η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά»[32].
[1] Π. Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ. 48.
[2] Ό.π., σελ. 48, 49.
[3] Π. Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ. 48, 71-86.
[4] Ό.π., σελ. 75.
[5] Ό.π., σελ. 76.
[6] Ό.π., σελ. 77.
[7] Ό.π., σελ. 79.
[8] Ό.π., σελ. 79.
[9] Ό.π., σελ. 82.
[10] Ό.π., σελ. 151.
[11] Ό.π., σελ. 152.
[12] Ό.π., σελ. 153.
[13] Ό.π., σελ. 155.
[14] Ό.π., σελ. 155.
[15] Ό.π., σελ. 156.
[16] Ό.π., σελ. 156.
[17] Ό.π., σελ. 156.
[18] Ό.π., σελ. 157.
[19] Ό.π., σελ. 158.
[20] Ό.π., σελ. 159.
[21] Ό.π., σελ. 160.
[22] Ό.π., σελ. 160, 161.
[23] Ό.π., σελ. 161.
[24] Ό.π., σελ. 161.
[25] Ό.π., σελ. 170.
[26] Ό.π., σελ. 171.
[27] Ό.π., σελ. 173.
[28] Ό.π., σελ. 173.
[29] Ό.π., σελ. 173.
[30] Ό.π., σελ. 176.
[31] Ό.π., σελ. 177.
[32] Ό.π., σελ. 178.
