Πολιτική

«Να γυρίσουμε την πλάτη στην Αθήνα» – Προεκλογικές κορώνες με γεωπολιτική ‘ουρά’

«Να γυρίσουμε την πλάτη στην Αθήνα» – Προεκλογικές κορώνες με γεωπολιτική ‘ουρά’

 

Των Γιώργου Καραμπελιά και Γιώργου Ρακκά* από το slpress.gr 

Όταν καταγγέλλαμε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως προδοτική, επισημαίναμε συχνά μια από τις αθέατες από πρώτη όψη συνέπειές της: το γεγονός δηλαδή πως αυτή η Συμφωνία κινδυνεύει να βαθύνει το ήδη υπαρκτό ρήγμα της βόρειας με τη νότια Ελλάδα που έχει δημιουργήσει ο Αθηνοκεντρισμός και να το μεταβάλει σε επικίνδυνο χάσμα, με απρόβλεπτες πολιτικές και εθνικές συνέπειες. Και αυτός εξάλλου ήταν ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο τονίζαμε την ανάγκη να μην περιοριστούν στη Μακεδονία οι κινητοποιήσειςενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά να προσλάβουν πανελλαδικό χαρακτήρα.

Κατά τη διάρκεια αυτής της προεκλογικής εκστρατείας, βλέπουμε, όπως ήταν αναμενόμενο, το ρήγμα να βαθαίνει και το φαινόμενο να εξελίσσεται, έστω και αν αυτό γίνεται συχνά λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητα. Επί παραδείγματι, ένας από τους διεκδικητές της δημαρχίας της Θεσσαλονίκης, ο Ορφανός, σε άρθρο του που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα euro2day, υπόσχεται μια Θεσσαλονίκη «80 εκατομμυρίων πολιτών του κόσμου».

Η πόλη-πρότυπο που εισηγείται, όπως το επαναλαμβάνει διαρκώς σε συνεντεύξεις και ντιμπέιτ, «πρέπει να γυρίσει την πλάτη της στην Αθήνα»: Να ανοιχτεί προς τον Βορρά, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα. Γιατί άραγε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη μιας χώρας, προκειμένου να αποκαταστήσει στους ορίζοντές της τον κατ’ εξοχήν ιστορικό χώρο αναφοράς της –επί του προκειμένου τη Μακεδονία, τη Θράκη και τα Βαλκάνια– να χρειάζεται να γυρίσει την πλάτη στην πρωτεύουσα;

Και βεβαίως η απάντηση δεν εξαρτάται δυστυχώς από τις προθέσεις του Ορφανού, αλλά από τις γεωπολιτικές εξελίξεις που τρέχουν στην περιοχή. Τω όντι, στο πλαίσιο του διεθνούς πολυπολικού συστήματος, και της σύγκρουσης μεταξύ του ευρωατλαντισμού (ΗΠΑ, ΕΕ, Βρετανία) και των ευρασιατικών δυνάμεων (Ρωσία, Κίνα, Τουρκία), αναπτύσσονται δυο στρατηγικές αναδιοργάνωσης των Βαλκανίων.

Ο ευρωατλαντισμός παίζει το χαρτί που ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1990 και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας: Σχετικοποίηση των εθνικών συνόρων και αναδιοργάνωση του χάρτη, μέσω της πολυδιάσπασης των μεγάλων βαλκανικών χωρών, δια της υποστήριξης προτεκτοράτων (Κόσοβο, Σκόπια, Βοσνία-Ερζεγοβίνη). Το μοντέλο που λειτούργησε στο παρελθόν είναι εκείνο της υψηλής αμερικανογερμανικής επίβλεψης. Αυτή συνδυάζεται από ισχυρή παρουσία του τουρκικού παράγοντα (πολιτικά, επιχειρηματικά) ο οποίος, μέχρι πρότινος, πλασαριζόταν ως εγγυητής της σταθερότητας και της ενοποίησης της περιοχής.

Σύγκρουση Ανατολής-Δύσης

Ο ευρασιατισμός στηρίζεται στη στρατηγική συμμαχία Ρωσίας-Κίνας, που παίζει το παλαιό χαρτί του ‘πανσλαβισμού’ και προσπαθεί σε αυτό να προσθέσει –ως επιπλέον έρεισμα στην περιοχή– την Τουρκία, αποσπώντας την έτσι από το δυτικό στρατόπεδο. Η Ρωσία επιθυμεί να ελέγξει την περιοχή με βάση τους φυσικούς της πόρους και την οικονομική της ισχύ, προκειμένου να εγκαθιδρύσει μια ‘σφήνα επιρροής’ στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης. Μια σφήνα που θα έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα στην προσπάθεια του ευρωατλαντισμού να την περικυκλώσει, μέσω Ουκρανίας, Πολωνίας κ.λπ.

Η Κίνα φιλοδοξεί να ελέγξει έναν σημαντικό διάδρομο για τη μεταφορά των προϊόντων της στην Ευρώπη. Η δε Τουρκία γνωρίζει ότι η αναβάθμιση του στάτους της από περιφερειακή σε παγκόσμια δύναμη περνάει μέσα από τον έλεγχο των Βαλκανίων, που αποτελεί κεντρικό γεωπολιτικό σταυροδρόμι μεταξύ Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο ευρωατλαντικός και ο ευρασιατικός άξονας συγκρούστηκαν. Η κύρωση της Συμφωνίας σήμαινε ότι ανοίγει τον δρόμο για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και άρα στη θωράκιση της κεντρικής Βαλκανικής έναντι οποιασδήποτε ευρασιατικής διείσδυσης. Ούτε και είναι τυχαίο ότι οι Ρώσοι αποπειράθηκαν να την υπονομεύσουν, στηρίζοντας το μπλοκ του ΟΧΙ και στις δυο χώρες.
Το πρόβλημα, σε ό,τι αφορά στη Βόρειο Ελλάδα, έγκειται στο γεγονός ότι και τα δύο σενάρια προβλέπουν μορφές ‘συγκυριαρχίας’ και μοιράσματος των οικονομικών πόρων, των φυσικών πόρων, αλλά και του γεωπολιτικού ‘οικοπέδου’ της.

Η ‘μητρόπολη των Βαλκανίων’

Αυτό θα επιτευχθεί, στη μία ή την άλλη περίπτωση, με το άνοιγμα της Μακεδονίας και ειδικότερα της Θεσσαλονίκης προς τον βορρά, αυτό ακριβώς για το οποίο μιλάει διαρκώς ο Γιώργος Ορφανός. Δεν είναι ο μόνος. Τη ρητορική της ‘μητρόπολης των Βαλκανίων’ –δίχως καμία αναφορά στην Ελλάδα– την προωθεί και ο Αλέξης Τσίπρας, με τις ευλογίες του Αμερικάνου πρόξενου, ο οποίος αναφέρεται συχνά σε αυτήν την προοπτική. Την ίδια ρητορική χρησιμοποιεί και η υποψήφια του ΣΥΡΙΖΑ για τον Δήμο Θεσσαλονίκης, Κατερίνα Νοτοπούλου.

Υπάρχει συναίνεση δηλαδή ως προς αυτό το πολύ κρίσιμο για το μέλλον της πόλης και κατ’ επέκταση όλης της Βορείου Ελλάδος ζήτημα, από τους βασικούς διεκδικητές της δημαρχίας: Τόσο εκείνους που υποστηρίζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών όσο και από εκείνους που αντιτάσσονται σε αυτήν. Και ιδίως για όσους αντιτίθενται στη Συμφωνία η άποψη αυτή έρχεται να αξιοποιήσει και ένα αρνητικότατο κλίμα που υπάρχει στις τοπικές κοινωνίες έναντι του ‘κράτους των Αθηνών’.

Αυτό υπάρχει αφ’ ενός λόγω υδροκεφαλισμού και Αθηνοκεντρισμού, αφ’ ετέρου επειδή ‘το κράτος των Αθηνών’ κύρωσε τη Συμφωνία των Πρεσπών με ένα πρωτοφανές κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, κουρελιάζοντας το Σύνταγμα και εγκαταλείποντας τους Μακεδόνες και τη Μακεδονία στις τύχες τους. Αυτό ακριβώς το κλίμα έρχεται να εκμεταλλευτεί το σύνθημα «να γυρίσουμε την πλάτη στην Αθήνα».

Η Τουρκία εποφθαλμιά τη Βόρειο Ελλάδα

Αν όμως λάβουμε υπόψη μας το γεγονός πως η μακροπρόθεσμη στόχευση της Τουρκίας αφορά, εκτός από το Αιγαίο, κατ’ εξοχήν τη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, ως μέρος των νεο-οθωμανικών Βαλκανίων που ονειρεύεται, τότε καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά και πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Μέσα σε μια προεκλογική περίοδο, στη διάρκεια της οποίας η πολιτική διεξάγεται εν μέσω ευχολογίων, συνθηματολογίας, και πολλαπλών κοκορομαχιών, θέσεις και απόψεις που περνούν στα ψιλά της δημόσιας συζήτησης είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο σημαντικές απ’ ό,τι φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

Έτσι, υποψηφιότητες όπως του Ορφανού εμφανίζονται να κερδίζουν έδαφος στον προεκλογικό στίβο, γιατί μέσα από αυτές ο κόσμος αναζητάει τη ‘μέση οδό’: Θέλει και να τιμωρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ για τη Συμφωνία των Πρεσπών και για τα άλλα κρίματά του, αλλά και θέλει να γυρίσει την πλάτη στην οικογενειοκρατία και τον κοτζαμπασισμό της μητσοτακικής ηγεσίας.

Μέχρι εδώ όλα καλά. Αλλά δυστυχώς το παιχνίδι παίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βάθος: Καθώς βρίσκεται σε καταβύθιση, ο Ελληνισμός απειλείται από τις εξελίξεις να επιστρέψει μέσα στον 21ο αιώνα σε στάτους ‘Ελλάδας της Μελούνας’. Υπάρχει κίνδυνος να χάσει ό,τι κέρδισε με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13. Αυτό δεν θα γίνει διά μιας, αλλά έμμεσα, μέσα από οικονομικές, πολιτικές και διπλωματικές εξελίξεις που ήδη χαλαρώνουν de facto την εθνική κυριαρχία. Όταν οι Έλληνες θα ψηφίζουν την Κυριακή, ας έχουν το νου τους και σε όλα αυτά. Γιατί, δυστυχώς, σήμερα, οι πολιτικές μας τύχες δεν εξαρτώνται μόνο από τις καλές προθέσεις με τις οποίες πηγαίνουμε στην κάλπη.

*Υποψήφιοι δήμαρχοι σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*