Του Αποστόλη Κόντα                                                                                    

Γράφω αυτό τo σημείωμα περιμένοντας κάποιος να με διαψεύσει δείχνοντάς μου κάτι που δεν διακρίνω, ή, εν πάση περιπτώσει, να γίνει  μια συζήτηση επί του πρακτέου. Δηλαδή για συγκεκριμένους τρόπους στην καθημερινή μας πρακτική.

Η θεώρηση περί του αντιστασιακού φρονήματος που χαρακτηρίζει την ελληνική ιδιοπροσωπία όπως αυτή διαμορφώθηκε τους τελευταίους οκτώ αιώνες τουλάχιστον, με βρίσκει σύμφωνο, χωρίς να μου χρειάζεται σε βάθος Ιστορική Γνώση (που δεν την διαθέτω), μόνο και μόνο γιατί το νιώθω αυτό το φρόνημα να σιγοκαίει σαν μια φλόγα μέσα στην ψυχή μου, έτοιμο να εκδηλωθεί  και με το παραμικρότερο ερέθισμα, ακόμα και αδέξια, ακόμα και με λάθος τρόπο!

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στις παρακάτω τρεις περιπτώσεις  που θα εκθέσω!

Μήπως αυτό το φρόνημα έχει βρεθεί σε υπνώττουσα κατάσταση για μεγάλο χρονικό διάστημα και για μεγάλα τμήματα του Ελληνικού Λαού, με κίνδυνο να εξουδετερωθεί οριστικά μετά από μια τόσο μεγάλη περίοδο αχρησίας;

Να διευκρινίσω επίσης για τη θεώρησή μου το εξής: Πιστεύω  ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου χαρακτηριστικού συνεπάγεται την εκδήλωσή του με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις. Από πολύ «ήπιους» έως πολύ «επιθετικούς», ανάλογα με την απειλή!

Πού είναι λοιπόν η εκδήλωσή του, και αν πράγματι δεν υφίσταται, πώς την ενεργοποιούμε;

Πρώτη περίπτωση: Ζω σε ένα χωριό του Νομού Σερρών, που κάποτε μπορούσε να χαρακτηριστεί  κεφαλοχώρι, με αξιόλογη παραγωγική βάση (καπνοχώρι), και την αντίστοιχη κοινωνία του με τη ζωντάνια της, τον πολιτισμό της και τα προβλήματά της φυσικά. Η παρακμή, που πριν κάποια χρόνια ήταν ορατή σε συγκρίσεις από χρονιά σε χρονιά, σήμερα πλέον είναι ορατή και στη σύγκριση μέρας και επόμενης μέρας!

Δεν θα έπρεπε το αντιστασιακό μας φρόνημα να εκδηλωθεί  σ’ αυτή την περίπτωση; Έχουμε μία απειλή που είναι πια απολύτως ορατή την κάθε μέρα!

Δεν θα έπρεπε να έχουμε μία «ήπια» εκδήλωση αυτού του φρονήματος στην κατεύθυνση, για παράδειγμα, μιας βασικής παραγωγικής ανασυγκρότησης;

Δεν θα έπρεπε να το πάρουμε απόφαση ότι το κράτος είναι «εχθρικό» και σ’ αυτήν τουλάχιστον τη φάση  να ανασκουμπωθούμε και να ξεκινήσουμε έναν σχεδιασμό στο τι μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας πια στην κλίμακα του χωριού, αλλά και του δήμου στον οποίο ανήκει;

Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Κάποιες προσπάθειες, συνήθως στην κατεύθυνση πολιτιστικών εκδηλώσεων, παρακάμπτουν το κύριο πρόβλημα,  που είναι ακριβώς η απουσία παραγωγικής βάσης, με κίνδυνο να φτάσουμε κάποτε να κάνουμε πολιτιστικές εκδηλώσεις «νεκροταφείου»!

Η συνήθης απάντηση στις νύξεις για αυτή τη δραματική απουσία παραγωγικής βάσης συνοψίζεται στο αποκαρδιωτικό «δεν γίνεται τίποτα… δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα..», που για μένα αποδεικνύει την υπνώττουσα κατάσταση αυτού του φρονήματος που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει! Πώς λοιπόν μπορούμε να εμφυσήσουμε την ελάχιστη πίστη που είναι προϋπόθεση για το ξύπνημα της αντιστασιακής-αγωνιστικής διάθεσης;

Δεύτερη περίπτωση: Εργάστηκα για δύο συνεχόμενα οκτάμηνα σε πρόγραμμα κοινωφελούς εργασίας του ΟΑΕΔ, όπου βίωσα μια κατάσταση που περιγράφεται ικανοποιητικά σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο φύλλο της «ΡΗΞΗΣ», και συνοψίζεται ως συναίνεση από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε μια προκλητικότατη κατάσταση ΑΡΓΟΜΙΣΘΙΑΣ.

Ένιωσα να γίνομαι γραφικός, και αναρωτήθηκα μήπως είμαι αιθεροβάμονας, όταν  προσπάθησα να υποστηρίξω το αυτονόητο: ότι χρειάζεται μια ελάχιστη ανάληψη ευθύνης και συνείδηση εργατικότητας, ακόμα και όταν η Πολιτεία δείχνει να είναι εντελώς αμέριμνη και ασυνείδητη. Μάταιος κόπος! Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατηγορήθηκα ακόμα και για «λαγός» της κυβέρνησης, επειδή τους χαλούσα την πιάτσα στον «αγώνα» τους για διεκδίκηση της παράτασης της ΑΡΓΟΜΙΣΘΙΑΣ στην οποία αναφέρθηκα!

Πού είναι και σ’ αυτή  την περίπτωση το αντιστασιακό μας φρόνημα; Δεν είναι σαφές ότι διαιωνίζοντας την αργομισθία στο Ελληνικό Δημόσιο, σκάβουμε τον λάκκο μας; Ποιος ήταν ο τρόπος που δεν βρήκα για να είχαμε και σ’ αυτή την περίπτωση μια «ήπια» εκδήλωση της αντιστασιακής μας προδιάθεσης;

Αν οι παραπάνω δύο περιπτώσεις σας φαίνονται τραβηγμένες (όσον αφορά την οπτική μου), αναλογίζομαι τι θα γίνει με την τρίτη..

Τρίτη περίπτωση: Η εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου! Εξήγηση: Είμαι καπνιστής, αντιλαμβάνομαι πολύ καλά την ανάγκη αυστηρής τήρησης του νόμου σε πολλούς δημόσιους χώρους, αλλά το καφεδάκι μου και το τσιπουράκι μου τα θέλω με τσιγάρο!

Είναι όμως, εικόνα αυτή, λαού με αντιστασιακές περγαμηνές, να καπνίζουν το τσιγάρο τους σαν τιμωρημένοι έξω από τα καφενεία, και σαν καημένοι να μην αντιδρούν με κάποιο τρόπο;

Θα κλείσω εδώ, επαναλαμβάνοντας αυτό που δήλωσα στην εισαγωγή μου. Περιμένω να με διαψεύσετε, να μου δείξετε κάτι που δεν βλέπω, και αν όχι, να δούμε πιο προσεκτικά τι γίνεται μ’ αυτό το «υπνώττον» αντιστασιακό φρόνημα και πώς θα το ξυπνήσουμε, γιατί φοβάμαι ότι ο παρατεταμένος ύπνος θα μετατραπεί σε θάνατο!

  

3 Σχόλια

  1. Αν το κάπνισμα είναι αντίσταση τότε τρέχα γύρευε… Έχει σκεφτεί ο αρθρογράφος ότι ο διπλανός του ενοχλείται από τον καπνό; Ή, ως αντιστασιακός (sic), αδιαφορεί;

  2. Θανάσης Δημαρίδης says:

    …αγαπητέ απόστολε, απλά έχουμε αντιληφθεί ότι το δυνατό μας σημείο δεν είναι η σκέψη, είναι η αφασία οπότε αντιστεκόμαστε δια της αφασίας…

  3. Θανάσης Δημαρίδης says:

    …στην εφηβεία δεν καθόμουν ποτέ στα λεωφορεία-ακόμη και σε άδεια- μήπως και γεμίσουν οι θέσεις και αναγκαστώ να σηκωθώ και δείξω ότι ήμουν καλό παιδί… οπότε απόστολε κάπνισε έξω ή κατάργησε το τσίπουρο διότι δύσκολα θα γίνει κατανοητό ότι -ελάχιστοι μάλλον- το κάνουμε από σεβασμό και όχι από επιβολή, και θα βρούμε άλλους τρόπους να δείξουμε την απαραίτητη ανυπακοή… μάλλον δια της αφασίας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek