Ένας άνθρωπος εναντίον μιας πόλης

του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από την Ρήξη φ. 157

Στις 4 Ιουνίου του 2004 ένα παράξενο όχημα που έμοιαζε με τεθωρακισμένη μπουλντόζα απ’ την κόλαση εμφανίστηκε στους δρόμους της μικρής πόλης του Γκράνμπυ στο Κολοράντο των ΗΠΑ…
Μόλις είχε προξενήσει εκτεταμένες ζημιές σε ένα εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου στις παρυφές της πόλης και κατευθυνόταν προς το κέντρο της σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του. Στο τηλεφωνικό κέντρο του τοπικού σερίφη οι γραμμές είχαν πάρει φωτιά, με έντρομους κατοίκους να ζητούν τη συνδρομή όλων των διαθέσιμων αστυνομικών δυνάμεων, καθώς το «τέρας» κατεδάφιζε το ένα κτήριο μετά το άλλο χωρίς κανείς να μπορεί να το σταματήσει. Το καταστροφικό κρεσέντο θα τελείωνε 2 ώρες και 7 λεπτά αργότερα, όταν ο μοναχικός δράστης και μοναδικός νεκρός της επίθεσης θα αυτοκτονούσε μέσα στο αυτοσχέδιο όχημά του, αφού αυτό σφήνωσε τελικά στο τελευταίο κτήριο που κατεδάφιζε, με σπασμένο ψυγείο και κολλημένο κινητήρα. Πίσω του θα άφηνε 13 ισοπεδωμένα κτήρια, ανάμεσα στα οποία ήταν το δημαρχιακό μέγαρο, το εργοστάσιο τσιμέντου, τα γραφεία της τοπικής εφημερίδας, το σπίτι ενός πρώην δημάρχου και το κατάστημα σιδηρικών ενός δημοτικού συμβούλου, δεκάδες κατεστραμμένα οχήματα και ζημιές που ανέρχονταν σε πάνω από 7 εκατομμύρια δολάρια.
Όταν οι αστυνομικοί αποπειράθηκαν να εισέλθουν στο όχημα διαπίστωσαν πως δεν υπήρχε θυρίδα διαφυγής και αναγκάστηκαν να κόψουν τη μονοκόμματη θωράκιση της μπουλντόζας με οξυγόνο. Στη θέση του οδηγού βρήκαν το νεκρό σώμα του Μάρβιν Χιμάγιερ ή Μαρβ, ενός συμπαθούς όσο και ιδιόρρυθμου ιδιοκτήτη συνεργείου συγκόλλησης εξατμίσεων, με ιστορικό αντιδικίας με την τοπική δημοτική αρχή. Το γεγονός ήταν πρωτοσέλιδο για πολλές μέρες στις κορυφαίες εφημερίδες των ΗΠΑ και τα δύο ερωτήματα που ζητούσαν επιτακτικά απαντήσεις ήταν τι ώθησε τον αγαθό «εξατμισά» να προβεί στο εν λόγω απονενοημένο διάβημα και πού βρήκε το άρμα μάχης-μπουλντόζα με το οποίο επιτέθηκε με τέτοια μανία στην πόλη του Γκράνμπυ.
Η αλήθεια είναι πως τα γεγονότα που οδήγησαν στο ξέσπασμα της 4ης Ιουνίου ήταν σχετικά απλά και ξεκάθαρα. Ο Μάρβιν Χιμάγιερ μετακόμισε στο Γκράνμπυ το 1992 και αγόρασε δύο εκτάρια γης για να στήσει ένα συνεργείο επισκευής εξατμίσεων με την ευφάνταστη επωνυμία «Οι μούφες του Μαρβ». Απ’ ό,τι φαίνεται ο Μαρβ ήταν καλός στη δουλειά του και το συνεργείο του έγινε πολύ δημοφιλές στους κατοίκους του Γκράνμπυ, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Λίγο το ταλέντο του, λίγο ο ανοιχτόκαρδος χαρακτήρας του, λίγο το πάντα γεμάτο δωρεάν παγωμένες μπίρες ψυγείο του, ο Μαρβ κολλούσε τις εξατμίσεις του, έπινε μπίρες με τα φιλαράκια του και έβγαζε αξιοπρεπώς τα προς το ζην.

Αποτέλεσμα εικόνας για Killdozer
Όλα αυτά μέχρι το 2001, που το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε την κατασκευή ενός εργοστασίου τσιμέντου ακριβώς δίπλα στο συνεργείο του Μαρβ. Τα σχέδια προέβλεπαν το χτίσιμο του εργοστασίου επάνω ακριβώς στον δρόμο που συνέδεε το συνεργείο του Μαρβ με την επαρχιακή οδό, κλείνοντας έτσι την πρόσβαση των πελατών, αλλά και του ιδίου του Μαρβ στο συνεργείο του. Ο Μαρβ προσπάθησε να ασκήσει ένσταση στην απόφαση της δημοτικής αρχής, αλλά η ένστασή του απορρίφθηκε παμψηφεί. Μάζεψε επίσης υπογραφές υποστήριξης από φίλους και πελάτες, αλλά φαίνεται πως είχε μπει στο στόχαστρο οικονομικών συμφερόντων που είχαν αποφασίσει να τον καταστρέψουν. Απελπισμένος ο Μαρβ, αιτήθηκε την κατασκευή μιας νέας οδού πρόσβασης στο συνεργείο του και μάλιστα αγόρασε και τα απαραίτητα μηχανήματα για να κάνει τη διάνοιξη ο ίδιος, αλλά η αίτησή του δεν έγινε δεκτή για μια ακόμη φορά. Παρ’ όλα αυτά έκανε υπομονή μέχρι που ένας εκσκαφέας, που έκανε χωματουργικές εργασίες στο εργοστάσιο τσιμέντου, έσπασε τον αγωγό της αποχέτευσης του συνεργείου και, ω, τι έκπληξη, λίγες ώρες μετά η δημοτική αστυνομία του επέβαλε πρόστιμο 2500 δολαρίων διότι δεν ήταν συνδεδεμένος με το κεντρικό αποχετευτικό σύστημα.
Το μάτι του Μαρβ είχε γυαλίσει ανεπανόρθωτα και για τον επόμενο ενάμιση χρόνο έπεσε με τα μούτρα στο σχέδιο Β, δηλ. στην κατασκευή του οχήματος της εκδίκησής του. Βλέπετε, ανάμεσα στα μηχανήματα που είχε αγοράσει για να ανοίξει τον δρόμο για το συνεργείο του, ήταν ένας εκσκαφέας βαρέως τύπου Κομάτσου D355Α, οποίος μετά το πέρας των εκτεταμένων μετατροπών που του έκανε ο Μαρβ θα θύμιζε μετα-αποκαλυπτικό μηχάνημα πολιορκίας από ταινία τύπου Μαντ Μαξ. Το σίγουρο είναι ότι δεν έκανε εκπτώσεις στα υλικά που χρησιμοποίησε. Ολόκληρη η μπουλντόζα καλύφθηκε από ένα κουβούκλιο θωράκισης πάχους 30 εκατοστών με εξωτερικές κι εσωτερικές ατσάλινες πλάκες κι ενδιάμεσα ενισχυμένο στρώμα από τσιμέντο ταχείας πήξεως. Μιας και δεν είχε παράθυρα, το «τέρας» είχε έξι εξωτερικές κάμερες που μετέδιδαν εικόνα σε δύο οθόνες εντός του κλιματιζόμενου κόκπιτ που προστατευόταν από αλεξίσφαιρο πλεξιγκλάς πάχους 3 ιντσών και διέθεταν ακροφύσια πεπιεσμένου αέρα για την απομάκρυνση της σκόνης. Επιπλέον, ο Μαρβ είχε εξοπλίσει την μπουλντόζα με 3 θωρακισμένες πολεμίστρες για 3 ημιαυτόματα όπλα (διαμετρήματος 0.50, 0.308 και 0.22).
Σημειωτέον ότι ο Μαρβ χρησιμοποίησε γερανό για να τοποθετήσει το θωρακισμένο κουβούκλιο στην μπουλντόζα, αφού είχε μπει σ’ αυτήν, προφανώς μη σκοπεύοντας να ξαναβγεί έξω. Ίσως μέσα στο θόλωμα από τον θυμό του και τις αναθυμιάσεις της ασετυλίνης από τις συγκολλήσεις, ο Μαρβ αισθάνθηκε και τη θεία συνδρομή στην αποστολή του, καθώς μέσα στις σημειώσεις του βρέθηκε το εξής απόσπασμα: «Ο Θεός μου ζήτησε να το κάνω αυτό. Είναι ένας σταυρός που πρέπει να κουβαλήσω και θα το κάνω στο όνομά Του».
Όταν τελικά ο Μαρβ θα έκανε την απέλπιδα επίθεση εναντίον όλων όσοι τον είχαν αδικήσει, θα απέφευγε την πρόκληση παράπλευρων απωλειών και θα κατέστρεφε αποκλειστικά τους στόχους που είχε επιλέξει εκ των προτέρων. Η θωράκιση της μπουλντόζας του θα αποδεικνυόταν αδιαπέραστη από φορητό οπλισμό, καθώς δέχτηκε πάνω από 200 σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων και 3 χειροβομβίδες από τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Σε κάποια φάση χρησιμοποιήθηκε κι ένα θηριώδες γκρέιντερ για να του κόψει τον δρόμο, αλλά ο Μαρβ απλώς το έσπρωξε στην άκρη σε μια στιγμή που θύμισε αγώνα μάνστερ τρακς. Όταν το επιτελείο του κυβερνήτη του Κολοράντο συνειδητοποίησε ότι η δύναμη πυρός της πολιτειακής αστυνομίας αδυνατούσε να σταματήσει τον Μαρβ, έγινε η σκέψη να χρησιμοποιηθεί ένα αντιαρματικό ελικόπτερο τύπου Απάτσι για να ανατινάξει την μπουλντόζα με πύραυλο Χέλφαϊρ, αλλά ο κίνδυνος υπέρμετρων καταστροφών στην πόλη σε περίπτωση αστοχίας ήταν μεγάλος και η ιδέα απορρίφθηκε.
Μετά την ακινητοποίηση της μπουλντόζας και την απομάκρυνση της σορού του Μαρβ, ο θωρακισμένος εκσκαφέας κόπηκε σε κομμάτια τα οποία στάλθηκαν σε διαφορετικές μάντρες παλιοσίδερων, διότι τα γεγονότα της 4ης Ιουνίου είχαν προκαλέσει τον θαυμασμό των αντικυβερνητικών «πατριωτικών» οργανώσεων, οι οποίες ήθελαν να πάρουν στα χέρια τους το «άρμα μάχης» και να το μετατρέψουν σε βωμό ανυπακοής προς το ομοσπονδιακό κράτος καταστολής. Όσο για τον Μαρβ, έχει πάρει τη θέση του στο πάνθεον των ηρώων της «ηθικής πλειοψηφίας», παρά το γεγονός ότι πάλεψε τελείως μόνος σε μια απέλπιδα μάχη η έκβαση της οποίας ήταν τραγικά προβλέψιμη. Στην τσέπη της φόρμας που φορούσε την ημέρα του θανάτου του βρέθηκε το εξής ιδιόχειρο σημείωμα: «Ήμουν πάντα πρόθυμος να είμαι λογικός μέχρι που αναγκάστηκα να γίνω παράλογος. Μερικές φορές οι λογικοί άνθρωποι αναγκάζονται να κάνουν παράλογα πράγματα».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek