Συνέντευξη στο περιοδικό Marianne/ Από το Άρδην τ. 95, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014

Απέναντι στο ναυάγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Εμμανουέλ Τοντ και Φρεντερίκ Λορντόν, δύο μεγάλοι αντίπαλοι του ευρώ, συζητούν για μια πιθανή έξοδο από την κρίση και επικαλούνται τη λαϊκή κυριαρχία απέναντι στην εξουσία των τραπεζών.

Marianne: Τι σας ώθησε να μιλήσετε οι δύο μαζί;

Εμμανουέλ Τοντ: Στη Γαλλία, γεννιέται σήμερα μια αμφισβητησιακή οικονομική σκέψη πολύ δημιουργική, όπως παρατήρησε και ο Πέρυ Άντερσον, πριν από δύο εβδομάδες, από τις σελίδες της Marianne. Όμως, οι ερευνητές που αντιστάθηκαν στον κομφορμισμό της μηδενικής σκέψης είναι ξεροκέφαλοι, πραγματικοί ατομικιστές. Εκατό πρωτότυποι στοχαστές διασπασμένοι δεν θα αποκτήσουν ποτέ την πολιτική δύναμη κρούσης που διαθέτουν 100 επιθεωρητές του υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι παπαγαλίζουν ασταμάτητα, εδώ και τριάντα χρόνια, συνταγές που έχουν αποστηθίσει χωρίς να τις κατανούν.

Η επείγουσα ανάγκη για την αμφισβήτηση είναι, επομένως, μια μίνιμουμ ενοποίηση, ένας διάλογος μεταξύ των αντιφρονούντων, που να οδηγήσει σε ένα κοινό πρόγραμμα εξόδου από το αδιέξοδο. Και ακόμα, οι πολίτες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι Ζακ Σαπίρ, Ζαν-Λυκ Γκρεώ, Πωλ Ζοριόν, Πιερ-Νοέλ Ζιρώ, Γκαέλ Ζιρώ, Κριστόφ Ραμώ και Φρεντερίκ Λορντόν, για να αναφέρω μόνο μερικούς, δεν είναι απλώς αντάρτες αλλά άνθρωποι ικανοί και λογικοί, ενώ, αντίθετα, οι Μοσκοβισί, Σαπέν και τόσοι άλλοι απόφοιτοι της ΕΝΑ (Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, σ.τ.μ.) είναι παράλογοι και ανεπαρκείς. Με τον Λορντόν δεν είμαστε ιδιαίτερα συγγενείς ιδεολογικά, αλλά θέλουμε να δώσουμε το παράδειγμα.

Φρεντερίκ Λορντόν: Το λάθος της παγκοσμιοποίησης και της φιλελεύθερης Ευρώπης είναι πλέον καταστρεπτικό. Ας ξεκινήσουμε με το ευρώ. Μπορούμε να σώσουμε αυτό το νόμισμα; Το ευρώ δεν είναι μια νομισματική απάντηση σε ένα οικονομικό ζήτημα, αλλά μια απάντηση σε ένα πολιτικό πρόβλημα: το τείχος του Βερολίνου μόλις έχει πέσει και επιβάλλεται η Γερμανία να επανενταχθεί στέρεα στην Ευρώπη, ώστε να αποφευχθεί η εκτροπή της προς την Ανατολή. Για να σημειωθεί πρόοδος προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης, η λογική συνέπεια, μετά τη μεγάλη αγορά, είναι το ενιαίο νόμισμα.

Η σημασία της Γερμανίας είναι αποφασιστική από όλες τις απόψεις, σε αυτή την υπόθεση: αποτελεί την αιτία όλης αυτής της συνολικής ρύθμισης… και επιβάλλει το ποια μορφή θα πάρει! Γιατί θα πρέπει να πειστεί να εγκαταλείψει το αγαπημένο της γερμανικό μάρκο. Το αντιστάθμισμα γι’ αυτή τη θυσία είναι ένα απίστευτο πραξικόπημα: η Γερμανία θα επιβάλει σε ολόκληρη την ευρωζώνη το δικό της μοντέλο οικονομικής πολιτικής, αναλλοίωτο. Εξ ου και η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, η δημοσιονομική ορθοδοξία, η εμμονή με τον πληθωρισμό, και γενικότερα ένα πρωτοφανές μοντέλο υποταγής των εθνικών οικονομικών πολιτικών σε συνταγματικούς κανόνες…, ενισχυμένους με τη συνεχή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών!

Το ιδιαίτερα εκπληκτικό φαινόμενο για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι αυτή η έλξη προς το χειρότερο: διότι το ευρωπαϊκό μοντέλο οικονομικής πολιτικής, που μπαίνει στον «αυτόματο πιλότο» των κανόνων, συνδυάζει την απώλεια κάθε δυνατότητας επιλεκτικής αντίδρασης σε έκτακτα γεγονότα (όπως η οικονομική κρίση) με την απώλεια κάθε πολιτικής κυριαρχίας.

Σε αντίθεση με τους τραγελαφικούς ισχυρισμούς που υποστηρίζουν ότι «το ευρώ είναι ασπίδα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση», νομίζω ότι θα πρέπει να πούμε πως το ευρώ είναι η περιφερειακή εφαρμογή της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Το ευρώ δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί για έναν λόγο που παίρνει σχεδόν τη μορφή ενός αξιώματος: το σημερινό ευρώ εδραιώνει την αυτοκρατορία των χρηματοπιστωτικών αγορών πάνω στην οικονομική πολιτική και την υπεροχή τους έναντι της πολιτικής κυριαρχίας. συνεπώς, μια προσπάθεια σημαντικής αλλαγής του ευρώ δεν έχει άλλο νόημα από το να εξουδετερωθεί αυτός ο έλεγχος και οι αγορές να ξαναμπούν στη θέση τους. πως μπορούμε, λοιπόν, να φανταστούμε, έστω και για μια στιγμή, ότι αυτές οι τελευταίες θα επιτρέψουν να γίνει κάτι τέτοιο;

Την ίδια στιγμή που ένα τέτοιο σχέδιο θα έπαιρνε πολιτική υπόσταση, θα εξαπολυόταν μια κερδοσκοπική καταιγίδα.
Αλλά μια θεσμική αρχιτεκτονική του ευρώ δεν αλλάζει μέσα σε ένα σαββατοκύριακο, όταν είναι κλειστές οι αγορές. Θα ακολουθήσει επομένως, κατ’ ανάγκην, επιστροφή στα εθνικά νομίσματα. Τι μπορεί να γίνει από εκεί και μετά; Μπορούμε κάλλιστα να παραμείνουμε στα εθνικά νομίσματα, τα οποία όχι μόνο είναι απολύτως βιώσιμες οικονομικές μορφές αλλά σέβονται και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Μπορούμε, επίσης, και αυτή είναι η δική μου θέση, να μην παραιτηθούμε από την ιδέα να οικοδομήσουμε κάτι διαφορετικό. Ένα κοινό νόμισμα, για παράδειγμα – πράγμα πολύ διαφορετικό από το ενιαίο νόμισμα. Με μια μικρή ομάδα χωρών, στην οποία δεν θα ανήκει η Γερμανία, τουλάχιστον όχι στην αρχή, γιατί δεν είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τη νομισματική μοναδικότητα της.

E.T.: Εγώ διαισθάνομαι, στο ευρώ, ένα ιστορικό ατύχημα, ένα αυτοκτονικό συμπλήρωμα, που βρίσκεται στην αφετηρία της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής τρέλας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολύ ιδιαίτερη ιστορική στιγμή. Σε πρώτο χρόνο, το ελεύθερο εμπόριο επιτρέπει υψηλά ποσοστά κέρδους, αλλά δημιουργεί μια πίεση στους μισθούς, η οποία συμπιέζει τη ζήτηση και οδηγεί τον κόσμο σε μια μακρόχρονη εναλλαγή στασιμότητας και ύφεσης.
Προκειμένου να ανακόψουν την ύφεση, οι κυβερνήσεις δεν αρνήθηκαν επισήμως το δόγμα της υπεροχής της αγοράς, αλλά, στην πράξη, χωρίς να το λένε, παραιτήθηκαν από τον φιλελευθερισμό. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ζήτηση, με τη δημιουργία νομίσματος, μοιράζοντας φρέσκο χρήμα στις τράπεζες, φαινόμενο που εκφράζει, στην πραγματικότητα, την παντοδυναμία του κράτους – ένα κράτος που κυριαρχείται από τους πλούσιους, από τη Δεξιά, από αυτό το ίδιο, δεν έχει σημασία, αλλά σίγουρα όχι από φιλελεύθερα ιδεώδη, έστω και αν οι τράπεζες μιμούνται τη δραστηριότητα της αγοράς, παίζοντας με τα χρήματα που μοιράζονται από τα κράτη.

Αυτή η μετάλλαξη του καπιταλισμού σε ένα σύστημα διανομής φρέσκου χρήματος από το κράτος κατέλαβε την Ευρώπη εξ απήνης. Το ευρώ είχε επινοηθεί ως ένα νόμισμα παλαιού τύπου, με τον συνηθισμένο στόχο –ανεπαρκή, άλλωστε– της νομισματικής σταθερότητας. Αλλά το ευρώ, εκ των πραγμάτων, αφαίρεσε από τα ευρωπαϊκά κράτη τη δυνατότητα δημιουργίας χρήματος –που, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αγγλία και την Ιαπωνία, μεταβλήθηκε στο απόλυτο εργαλείο για την καταπολέμηση της ύφεσης– ή, μάλλον, την υπέταξε στον έλεγχο του ισχυρότερου ανάμεσά τους, της Γερμανίας. Επί του παρόντος, η Γερμανία αποδέχεται εν μέρει το παιχνίδι δημιουργίας χρήματος από τον Μάριο Ντράγκι, αλλά το μεταβάλλει σε εργαλείο μόνιμου εκβιασμού πάνω στους ασθενέστερους εταίρους της, απαιτώντας λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, και επιβάλλοντας στην πράξη ένα σαδομαζοχιστικό τελετουργικό στα αδύναμα κράτη, αν θέλουν να συνεχίσουν να δανείζονται από τις τράπεζες – που οι ίδιες έχουν πάρει χρήματα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα!

Η κεντρική τράπεζα είναι κρατικό όργανο, ελεγχόμενο από τη Γερμανία. άλλωστε, είναι εγκατεστημένη στο έδαφός της. Εδώ, δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά στην χρηματοπιστωτική απορρύθμιση, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αυταρχική και νεο-αποικιακή πολιτική χρήση της χρηματοπιστωτικής απορρύθμισης: ένα βίαιο σύστημα, που καταστρέφει τη δημοκρατία, αλλά παράλογο και προϊόν της τύχης, και όχι ένα συνεκτικό σύστημα, όπως υπονοεί ο Λορντόν. Η πραγματική τραγωδία, για μένα, είναι ότι αυτό το ιστορικό ατύχημα πυροδοτεί και πάλι την αυταρχική εκτροπή της Γερμανίας, και το μίσος προς τη Γερμανία, που μοιραία θα προκύψει. Στη νότια Ευρώπη, αυτό είναι ήδη γεγονός.

M: Το μόνο που μας μένει, λοιπόν, είναι η έξοδος από το ευρώ;

Φ.Λ.: Σε αντίθεση με το σημερινό ευρώ, ένα κοινό νόμισμα θα επέτρεπε να υπάρχουν εθνικά νομίσματα, αλλά η μετατρεψιμότητα ανάμεσά τους ή με το εξωτερικό θα μπορούσε να πραγματοποιείται μόνο μέσα από μια (νέα!) ΕΚΤ. Επομένως, δεν θα υπάρχουν πλέον ενδο-ευρωπαϊκές αγορές συναλλάγματος, ούτε κερδοσκοπικές κρίσεις του τύπου του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος της δεκαετίας του 80. άμβλυνση των εξωτερικών συναλλαγματικών διακυμάνσεων λόγω του κοινού νομίσματος. δυνατότητα αναθεώρησης των ενδοευρωπαϊκών συναλλαγματικών ισοτιμιών με ηρεμία, δηλαδή μέσα από διαδικασίες πολιτικής διαπραγμάτευσης: το κοινό νόμισμα θα συνδύαζε, ούτως ειπείν, τα καλύτερα στοιχεία των δύο κόσμων.

E.T.: Σχετικά με την αναγκαία έξοδο από το ευρώ, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον Φρεντερίκ. Και, από τεχνική άποψη, προφανώς έχει δίκιο, το κοινό νόμισμα θα ήταν μια καλή ιδέα. Αλλά νομίζω ότι, πολιτικά, είναι ήδη πολύ αργά. Η Ευρώπη δίνει μια εικόνα καταστροφής, μοιάζει με έναν μηχανισμό που δεν μπορεί να κυβερνηθεί. Αυτό, λοιπόν, που χρειάζονται η Γαλλία και οι άλλες χώρες είναι να επικεντρωθούν και πάλι –όπως το έκανε η Γερμανία μετά την επανένωσή της– στην ιδέα του έθνους, για κάποιο χρονικό διάστημα. Εμείς, οι Γάλλοι, έχουμε ανάγκη να ξαναβρεθούμε μεταξύ μας, με τους παλιούς καλούς ταξικούς αγώνες μας, με τη φανταστική πολιτιστική πολυμορφία μας, με το κράτος μας και το νόμισμά μας. Οφείλουμε να αντλήσουμε από τις παραδόσεις και την ιστορία μας αυτό που μας χρειάζεται για να τα καταφέρουμε.

Φ.Λ..: Φοβάμαι ότι έχετε δίκιο: χωρίς αμφιβολία, από τη στιγμή που θα επιστρέψουμε στα εθνικά νομίσματα, δεν θα υπάρχει η πολιτική δυναμική για επανεκκίνηση προς την κατεύθυνση μιας νέας κοινής νομισματικής οικοδόμησης. Αλλά, προσωπικά, δεν θέλω να εγκαταλείψω την ιδέα να στοχάζομαι κάτι που να ξεπερνά την περίμετρο των υπαρχόντων εθνών, έστω και μακροπρόθεσμα. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά και καλά επιχειρήματα που δικαιολογούν να μην εγκαταλείψουμε αυτή την ιδέα. Το πρώτο είναι γεωπολιτικό, φυσικά, αλλά υπάρχουν και άλλα που αφορούν στο πολιτιστικό όφελος της ανάμειξης των πληθυσμών, ιδίως όταν έχουν ήδη τόσα πολλά κοινά.

Σε κάθε περίπτωση, ένα πράγμα είναι σίγουρο: πρόκειται για ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζεται μόνο αν στηριχτούμε στον ακρογωνιαίο λίθο της λαϊκής κυριαρχίας, μοναδικό μέσο που επιτρέπει, σε μια πολιτική κοινότητα αντάξια του ονόματός της, να οικοδομηθεί πέρα από τα σημερινά εθνικά σύνορα. Πράγμα που, παρεμπιπτόντως, σημαίνει πολύ περισσότερα από τον τυπικό θεσμό της ψήφου. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι υπάρχουν εξαιρετικοί όροι για τη δυνατότητα μιας υπερεθνικής δημοκρατίας: ιδιαίτερα, η ύπαρξη μιας ευρωπαϊκής affectio societatis (συγκλίνουσα βούληση συνεργασίας, σ.τ.μ.), που υπερέχει του αισθήματος εθνικής ταυτότητας και που καθιστά αποδεκτή για όλους μια ευρωπαϊκή «αρχή της πλειοψηφίας». Εάν, για παράδειγμα, μια ευρωπαϊκή πλειοψηφία αποφάσιζε να αναλάβει τον έλεγχο της ΕΚΤ και ελάμβανε την εξουσιοδότηση να μετατρέψει σε ομόλογα το δημόσιο χρέος, οι Γερμανοί θα υπάκουαν σε αυτό; Προς το παρόν, η διατύπωση του ερωτήματος συνιστά και την απάντηση…

Ομοίως, μπορούσαμε να φανταστούμε ότι οι Γάλλοι δεν θα δέχονταν έναν ευρωπαϊκό νόμο πλήρους ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης, έστω και αν αυτός στηριζόταν σε μια τυπική πλειοψηφία. Στον βαθμό που δεν πληρούνται αυτοί οι συναισθηματικοί όροι για μια πιθανή ευρωπαϊκή «αρχή της πλειοψηφίας», είναι προφανές ότι οι φιλοδοξίες μας θα πρέπει να μετριαστούν.

Ε.Τ.: Θα μιλήσω σαν ανθρωπολόγος. Τα ευρωπαϊκά έθνη είναι πολύ διαφορετικά, και μάλιστα, τώρα, αποκλίνουν ακόμα περισσότερο. Η λατινική Ευρώπη, εξάλλου, δεν υφίσταται περισσότερο από ό,τι η Ευρώπη ως σύνολο. Η ιταλική οικογένεια, ή η ισπανική, γεννούν εξίσου λίγα παιδιά όπως και η γερμανική οικογένεια, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στη Γαλλία, όπου η γεννητικότητα βρίσκεται σε λογικά επίπεδα.

M: Ποιος θα μπορούσε να κινητοποιήσει και πάλι τον κόσμο γύρω από ένα τέτοιο συλλογικό πρόγραμμα;

Φ.Λ.: Προφανώς, όχι η Δεξιά, της οποίας τα υπολείμματα στοχασμού πάνω στην κυριαρχία έχουν συνθλιβεί από την επιθυμία της να υπηρετήσει τους ισχυρούς του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Προφανώς όχι και εκείνο το πράγμα που καταχρηστικώς ονομάζεται «Αριστερά», και εννοώ το «Σοσιαλιστικό» Κόμμα…, του οποίου ο νεοφιλελευθερισμός είναι ακόμα πιο φρενήρης. Θα πρέπει, κάποια στιγμή, να αποφασίσουμε ότι το Σ.Κ. δεν μπορεί πλέον, από καμία άποψη, να ταυτίζεται με την Αριστερά. Η θαυμαστή συνέχεια της οικονομικής πολιτικής μετά τον Σαρκοζί το αποδεικνύει επαρκώς: Ευρώπη, TSCG (Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση), άρνηση μεταρρύθμισης του τραπεζικού τομέα, έκθεση Γκαλουά (Έκθεση για την ανταγωνιστικότητα της Γαλλίας, σ.τ.μ.): στην καλύτερη περίπτωση, είναι το ίδιο, και, συχνότερα, χειρότερο.

Προτείνω να αλλάξουμε την οπτική μας και να διορθώσουμε τις λέξεις έτσι ώστε να εμποδίσουμε, επιτέλους, το Σ.Κ. να εξαπατά ισχυριζόμενο ότι ανήκει στην Αριστερά, και να το δούμε σαν αυτό που είναι: η μετριοπαθής πτέρυγα της Δεξιάς. Ακριβέστερα, θα έλεγα ότι το Σ.Κ. είναι η συμπλεγματική Δεξιά. Με τις ψευδο-εναλλαγές ανάμεσα σε απενοχοποιημένη Δεξιά και συμπλεγματική Δεξιά, ο μόνος που επωφελείται, αναμφίβολα, είναι το Εθνικό Μέτωπο. Εκτός αν μια πραγματική Αριστερά κατάφερνε να ακουστεί.

Ε.Τ.: Συμμερίζομαι αυτές τις απόψεις. Προσθέτοντας, ωστόσο, ότι δεν αντιλαμβάνομαι το Κόμμα της Αριστεράς σαν κάτι πιο αριστερό από το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ο Μελανσόν δεν έχει οικονομικό πρόγραμμα, διασκεδάζει τους δημοσιογράφους και δεν πείθει τους ψηφοφόρους. Η προτεραιότητα για τη γαλλική Αριστερά είναι να οικοδομήσει έναν πειστικό λόγο για το έθνος, να ανακαλύψει εκ νέου ένα αριστερό όραμα για το έθνος, που θα σαρώσει τη στρεβλή εκδοχή του Εθνικού Μετώπου.

Πρέπει να καταλάβουμε τι έχει καταντήσει η Ευρώπη για τους πολιτικούς και γιατί δεν τολμούν να εγκαταλείψουν το ευρώ. Η Ευρώπη τους επιτρέπει να αποφεύγουν τις ευθύνες τους, να μην κυβερνούν. Ένα παράδειγμα: οι Γάλλοι πολιτικοί δεν έχουν καμία διάθεση να διαχειριστούν τις συναλλαγματικές κρίσεις που συνοδεύουν τη νομισματική ελευθερία. Οι υποτιμήσεις που γίνονταν κατά καιρούς, αλλά προς το συμφέρον του έθνους, βιώνονταν κάθε φορά σαν ήττα. Πανουργία της ιστορίας: η συναλλαγματική κρίση αντικαταστάθηκε από τις κρίσεις του ευρώ, οδηγώντας σε γελοιότητες, όπως ο έλεγχος των συναλλαγών και η λεηλασία των αποταμιεύσεων στην Κύπρο. Η Ευρώπη έχει μεταβληθεί σε μηχανισμό ανευθυνοποίησης των πολιτικών. Η ελευθερία του έθνους θα τους υποχρέωνε να κυβερνήσουν, να εργαστούν: να κατανοήσουν το νόμισμα, να καθορίσουν μια βιομηχανική πολιτική, δασμολογική προστασία…

Είναι ευθύνη των διανοουμένων να οικοδομήσουν ένα πολιτικό σχέδιο, ανεξάρτητα από τους πολιτικούς, θα έλεγα, μάλιστα, ενάντια στους πολιτικούς. Δεν πρέπει πλέον να τους συμβουλεύουμε, πρέπει να τους ασκούμε κριτική. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να προτείνουμε στο έθνος, συντονιζόμενοι μεταξύ μας, ένα νέο ιστορικό και οικονομικό παράδειγμα. Οι διανοούμενοι θα πρέπει να μιλήσουν άμεσα στον λαό.

Φ.Λ.: Πέρα από τα ζητήματα ουσίας, αυτό είναι ίσως ένα σημείο όπου διαφωνώ με τον Εμμανουέλ Τοντ. Διατηρούσα πάντα μεγάλες επιφυλάξεις ως προς τη δύναμη των διανοουμένων. Κατ’ αρχάς, πιστεύω ότι έχουν πολύ λιγότερη απ’ όση φαντάζονται. Ίδιον των διανοουμένων είναι η αυταπάτη να φαντάζονται ότι οι ιδέες, ή μάλλον οι δικές τους ιδέες, μπορούν να αλλάξουν την όψη του κόσμου. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει πως οι ιδέες δεν παίζουν κανένα ρόλο στην ιστορία! Αλλά, όπως έλεγε ο Μαρξ, η θεωρία γίνεται όπλο μόνο όταν εισχωρήσει στις μάζες.

Διατύπωση που θα τροποποιούσα, άλλωστε, λέγοντας «…όταν οι μάζες την πάρουν στα χέρια τους». Για να την κάνουν ό, τι θέλουν! Δεν πιστεύω πως οι διανοούμενοι μπορούν να διεκδικήσουν την πολιτική ηγεμονία, και δυσπιστώ απέναντι σε επαναστάσεις υπό την ηγεσία διανοουμένων – στην πράξη, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει, και ευτυχώς. Ο λαός ή, όπως λέει ο Σπινόζα, το πλήθος, είναι το υποκείμενο της ιστορίας, το οποίο δεν έχει καμία διάθεση να λαμβάνει οδηγίες από τους διανοούμενους. Ωστόσο, το να παίρνουν τον λόγο οι διανοούμενοι και να συμβάλλουν, από τη δική τους θέση, στο σπουδαίο έργο που επιτελεί για τον εαυτό της η πολιτική κοινότητα, θεωρώ ότι είναι το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν.

M: Δεν φοβάστε μήπως με αυτά τα σχέδια για έξοδο από το ευρώ χρεωθείτε την κατηγορία της «εθνικής εσωστρέφειας»;

Φ.Λ.: Έχετε διαβάσει το έργο του Φίχτε, Το κλειστό εμπορικό κράτος; Στις αρχές του 18ου αιώνα, αυτός ο φιλόσοφος προέτρεπε τους Γερμανούς να είναι οικονομικά αυτάρκεις: να κλείσουν τα πάντα. Προφανώς, σήμερα, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό. Αλλά ενδιαφέρει να το διαβάσουμε για να δούμε ότι η θέση της αυστηρής αυτάρκειας στην οικονομία δεν παύει να συνοδεύεται από την επιθυμία για το μεγαλύτερο δυνατό άνοιγμα στον κόσμο, από όλες τις άλλες απόψεις: ελεύθερη διακίνηση των διανοουμένων, των καλλιτεχνών, των σπουδαστών, των κάθε είδους ταξιδιωτών.

Για όλα αυτά, ναι, στη μέγιστη δυνατή ελεύθερη διακίνηση! Πρόκειται για μια ανάγνωση που, εξ αποκλεισμού, μας λέει πολλά για την σημερινή κατάσταση όπου το μυαλό μας έχει αποικιστεί από τον οικονομισμό. Όσο οι διεθνιστές και οι ευρωπαϊστές δεν μπορούν να αντιληφθούν τις «ανταλλαγές» παρά μόνο σαν κυκλοφορία των εμπορευματοκιβωτίων και των κεφαλαίων, τόσο θα είναι ανίκανοι να διανοηθούν ένα καθεστώς διεθνών ανταλλαγών που να αναπτύσσεται σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Αν, δηλαδή, σταματήσουμε στα σύνορα ένα κοντέινερ ή αν επιβάλουμε έλεγχο στη διακίνηση των κεφαλαίων, τότε μιλάμε μετά βδελυγμίας για πολιορκία. Αυτό είναι το μοναδικό κριτήριό τους για τον διεθνισμό.

E.T.: Σήμερα, ο πραγματικός διεθνισμός θα ήταν να αποδεχτούμε την ύπαρξη όλων των εθνών και να εξασφαλίσουμε την ισότητα μεταξύ τους, μέσα σε ένα ισορροπημένο, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο σύστημα. Αλλά η φύση της Ευρώπης έχει αλλάξει. Ήταν ένα όμορφο σχέδιο: ελεύθερα και ισότιμα έθνη, που αποδέχονται τη γαλλο-γερμανική ηγεσία. Ο γενικευμένος ανταγωνισμός του ελεύθερου εμπορίου την μετέβαλε σε πεδίο μιας σιωπηρής αλλά λυσσαλέας σύγκρουσης μεταξύ των εθνών. Το ευρώ μετάλλαξε την ήπειρο σε ένα σύστημα ιεραρχικής κυριαρχίας, με τους Έλληνες, τους Πορτογάλους, τους Ισπανούς ή τους Ιταλούς στην κατώτερη βαθμίδα, και με έναν Γερμανό ηγεμόνα.
Μπροστά σε αυτή τη μετάλλαξη, η Γαλλία, χωρίς να το συνειδητοποιεί, ατιμάζεται. Οι ευρωπαϊστές, που βρίσκονται στην εξουσία, εγκαλούν για γερμανοφοβία όσους περιγράφουν την πραγματικότητα. Αυτοσυστήνονται σαν οι καλοί οικουμενιστές, υπερασπιζόμενοι το φανταστικό γαλλο-γερμανικό ζεύγος. Η αλήθεια είναι ότι, χωρίς τη συναίνεση της Γαλλίας, στον ρόλο της φανταχτερής δευτεράντζας, που προσπαθεί να αποφύγει τις σταγόνες της βροχής, η Γερμανία δεν θα μπορούσε ποτέ να επιβάλει στις αδύναμες χώρες του Νότου τις πολιτικές καταστροφής του κράτους πρόνοιας και της δημοκρατίας. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που κυβερνά, θα έπρεπε να ντρέπεται.

Marianne, Σάββατο, 6 Ιουλίου, 2013
ΠΗΓΗ: ιστοσελίδα, http://www.marianne.net/Lordon-Todd-Les-intellectuels-vont-devoir-parler-au-peuple_a229828.html

Μετάφραση:
Χριστίνα Σταματοπούλου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek