Τα πλεονάσματα της Γερμανίας, τα μεγάλα οικονομικά της προβλήματα, τα σχέδιά της για τη χώρα μας και επίσης ο τρόπος αντιμετώπισής της

του Βασίλη Βιλιάρδου από το Άρδην τ. 94, Αύγουστος-Οκτώβριος 2013

Ε άν θέλει να ερευνήσει κανείς τα σχέδια της πρωσικής κυβέρνησης σε σχέση με την Ευρώπη, με την Ελλάδα ειδικότερα, έτσι ώστε να ασχοληθεί με τον τρόπο αντιμετώπισης της εισβολής της, οφείλει να ξεκινήσει από την περιγραφή των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ίδια η Γερμανία.
Φυσικά, δεν πρόκειται να πετύχει τους στόχους της, αφού ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει μία αποικιακή αυτοκρατορία – κυρίως επειδή αργεί στις επεκτατικές κινήσεις της, τα θέλει όλα δικά της, αποθρασύνεται εύκολα, χάνει τους συμμάχους της και γίνεται υπερβολικά βίαιη.

Ιστορική αναδρομή στην πορεία του γερμανικού πλεονάσματος

Η Γερμανία, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε υψηλά πλεονάσματα, όπως μέχρι πρόσφατα η Κίνα – ενώ την ξεπερνούσε τότε μόνο η Ιαπωνία (πηγή: BIS). Μετά την ένωσή της όμως, την οποία ακολούθησε μία εκρηκτική οικοδομική δραστηριότητα, τα πλεονάσματά της εκμηδενίσθηκαν.
Από το 1991 και μετά, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν ελλειμματικό –έως το 2002, όταν άρχισε να γίνεται πλεονασματικό, με τις εξαγωγές να συμβάλλουν στο 50% του ΑΕΠ. Η επιτυχία της αυτή οφείλεται στη συμφωνία που επετεύχθη με τα εργατικά συνδικάτα στα τέλη του 1990, με βάση την οποία οι αυξήσεις των μισθών ήταν σταθερά χαμηλότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Αμέσως μετά, ακολούθησε η «Ατζέντα 2010» από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, με μεγάλες αλλαγές στις συνθήκες εργασίας. Στην «Ατζέντα 2010» οφείλεται η μείωση έκτοτε των πραγματικών αμοιβών, όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αυξάνονταν –γεγονός που λειτούργησε θετικά στην ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.
Περαιτέρω, το άνοιγμα των αγορών, καθώς επίσης η υιοθέτηση του ευρώ, βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό τη Γερμανία – επειδή οι εξαγωγές της, οι οποίες κατευθύνονταν κατά 70% στην ΕΕ, έπαψαν να αντιμετωπίζουν συναλλαγματικούς κινδύνους στο μεγαλύτερο μέρος τους (Ευρωζώνη). […]
Από το 2002 και μετά αυξανόταν συνεχώς το μερίδιο των κερδών των επιχειρήσεων της χώρας στο ΑΕΠ, εις βάρος των μισθών των εργαζομένων – με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 χρειάζονταν πιστώσεις ύψους 6% του ΑΕΠ, να μεταβληθούν από οφειλέτες σε δανειστές. Αντί να δανείζονται χρήματα, δηλαδή, δάνειζαν, με το κόστος χρηματοδότησής τους να μετατρέπεται σε κέρδος, από τη χρηματοδότηση άλλων.
Αυτό προκάλεσε με τη σειρά του την αύξηση των επενδύσεων στο εξωτερικό (αντί στο εσωτερικό) εκείνων των επιχειρηματικών κερδών τα οποία προέρχονταν από τις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία – καθώς επίσης από τις χαμηλές αμοιβές των εργαζομένων.
Η άλλη όψη του νομίσματος ήταν το ότι, οι χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, λόγω των χαμηλών επιτοκίων, καθώς επίσης των μεγαλύτερων δυνατοτήτων δανεισμού τους, αύξησαν υπερβολικά τόσο τις επενδύσεις, δυστυχώς κυρίως στα ακίνητα, όσο και την κατανάλωσή τους – παράγοντας μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, αντίστοιχα των γερμανικών πλεονασμάτων. […]

Τα προβλήματα της Γερμανίας

Μετά την αναφορά μας στο θέμα των πλεονασμάτων της Γερμανίας θα λέγαμε ότι, όπως όλα τα νομίσματα έχουν δύο όψεις, έτσι συμβαίνει και με τη συγκεκριμένη χώρα – η οποία, αν και θεωρείται ισχυρή από οικονομικής πλευράς, πληρώνει ένα πολύ ακριβό τίμημα. […]

(α)  Ενεργειακή εξάρτηση
Μετά την απόφαση της καγκελαρίου να σταματήσει πρόωρα τη λειτουργία των εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας φοβούμενη, πολύ σωστά, συμβάντα ανάλογα με αυτό της Φουκουσίμας, η ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας από τη Ρωσία είναι σχεδόν απόλυτη. Αρκεί να σημειώσει κανείς ότι, κατά τη διάρκεια της συνάντησης των G20, η Ρωσία (Γκάζπρομ) υπέγραψε συμφωνία με την Κίνα, για παράδοση 38 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου από το 2018, ενώ η Γερμανία καταναλώνει ήδη 93 δισ. κ.μ. ετήσια, για να κατανοήσει το μέγεθος της εξάρτησης της.
Περαιτέρω, ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, ο οποίος ανέλαβε τη θέση του συμβούλου στον κρατικό ρωσικό κολοσσό, στην Γκάζπρομ, συνέβαλε στο να γίνει η Ρωσία ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της γερμανικής βιομηχανίας και των νοικοκυριών – μέσω του αγωγού Nορντ Στρημ.
Εάν λοιπόν η Γερμανία, για οποιονδήποτε λόγο, έρθει σε αντίθεση με τη Ρωσία, οι πιέσεις που θα μπορούσαν να της ασκηθούν είναι τεράστιες – πόσο μάλλον εάν τυχόν ξεσπάσει πόλεμος στη Συρία, εμποδίζοντας ή ακριβαίνοντας δυσανάλογα την τροφοδοσία της με ενέργεια από τις αραβικές χώρες. Απλούστερα, εάν τυχόν κατεβάσει η Ρωσία τον ενεργειακό διακόπτη, η Γερμανία θα χρεοκοπήσει ακαριαία – γεγονός που ίσως συνηγορεί στο ενδεχόμενο ανάληψης ηγετικής θέσης της Ρωσίας στην Ευρώπη, αφού σε μία τέτοια περίπτωση θα ολοκλήρωνε την ήπειρό μας τόσο στρατιωτικά, όσο και ενεργειακά, αποτελώντας ταυτόχρονα το «αντίβαρο» στη Γερμανία.
Όσον αφορά τώρα τις εναλλακτικές δυνατότητες της Γερμανίας, ο αγωγός TAP, ο οποίος θα περάσει από την Ελλάδα και την Τουρκία, φτάνοντας στην Ιταλία, αφενός μεν θα καθυστερήσει αρκετά, αφετέρου θα την υποχρεώσει σε συμβιβασμούς και με τις δύο χώρες – ενώ τα ενεργειακά κοιτάσματα της Ελλάδας και της Κύπρου είναι μεν πολύτιμα, αλλά θα απαιτήσουν πολύ χρόνο. Βέβαια, στα σχέδιά της είναι να αποτελέσει ο παραπάνω αγωγός «ενεργειακό κόμβο», από τον οποίο θα διοχετεύεται η ενέργεια από την Ελλάδα, από την Κύπρο, καθώς επίσης από τον αραβικό κόλπο, στην Ευρώπη – έτσι ώστε να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία.
Επειδή ακριβώς η Γερμανία είναι εξαρτημένη από την ενέργεια, χρειάζεται ένα ισχυρό νόμισμα – πόσο μάλλον όταν το μεγαλύτερο μέρος των αποταμιεύσεων των πολιτών της είναι σε χρήματα, αντίθετα με την Ελλάδα, οι πολίτες της οποίας προτιμούν τα ακίνητα (μέχρι σήμερα τουλάχιστον, αφού επιχειρείται, μεταξύ άλλων, η βίαιη αλλαγή στάσης τους, μέσω της υψηλής φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας).
Στα πλαίσια αυτά, η πληθωριστική αντιμετώπιση της υπερχρέωσης, μέσω της υποτίμησης του νομίσματος (αύξηση της ποσότητας χρήματος από την ΕΚΤ κ.λπ.), τη βρίσκει εντελώς αντίθετη γεγονός που δεν συμβαδίζει με όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.

(β) Έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης
Η Γερμανία, επιλέγοντας την οδυνηρή για τους εργαζόμενους πολίτες της μερκαντιλιστική πολιτική (αύξηση των εξαγωγών, μείωση των εισαγωγών, ανάπτυξη εις βάρος των άλλων, εισαγωγή θέσεων εργασίας, εξαγωγή ανεργίας), έχει μειώσει τις πραγματικές αμοιβές των εργαζομένων της από το έτος 2000 – παρά την αύξηση της παραγωγικότητάς τους.
Παράλληλα, η μερική απασχόληση έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό, αφού υπολογίζεται ότι περί τα 7,5 εκ. Γερμανοί εργάζονται τέσσερις ή και λιγότερες ώρες ημερησίως. Εκτός αυτού, έχει κλιμακωθεί ο αριθμός των «ενοικιαζόμενων εργαζομένων». Σχεδόν κάθε τέταρτος Γερμανός (24,1%) εργάζεται με μισθό πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο – ενώ η χώρα, στο συγκεκριμένο τομέα, κατέχει τη δεύτερη θέση μετά τη Λιθουανία. Το 51,1% των χαμηλόμισθων εργαζομένων έχει συμβάσεις ορισμένου χρόνου (για σύγκριση, μόλις τα 22% στη Μ. Βρετανία), ενώ το ποσοστό που απασχολείται ως «ανειδίκευτο» είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, με 44,5% (για παράδειγμα, στη Ιταλία είναι 15,3%).
Από την άλλη πλευρά, η καγκελάριος περιόρισε σημαντικά το κοινωνικό κράτος (παιδεία, υγεία κ.λπ.) –ενώ σκοπεύει το επόμενο έτος να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της «υπεξαιρώντας» τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων. Την ίδια στιγμή η οικονομική αστυνομία της, ένα πραγματικό κράτος εν κράτει, κυριολεκτικά καταδιώκει τους φορολογουμένους, αντιμετωπίζοντάς τους ως κοινούς εγκληματίες και απομυζώντας τους όσο περισσότερα χρήματα μπορεί – δικαίως και αδίκως.
Στα πλαίσια αυτά πολλοί Γερμανοί πολίτες, μη νιώθοντας ασφαλείς στη χώρα τους, μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό – με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί σημαντικά η εκροή καταθέσεων (αύξηση κατά 173 δισ. € το 2012, στα 1,233 τρισ. €).
Τέλος, όλο και πιο πολλά διαμερίσματα μένουν ανοίκιαστα στη χώρα, λόγω των υψηλών ενοικίων, σε συνάρτηση με τις χαμηλές αμοιβές των περισσοτέρων εργαζομένων – ενώ το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας έχει προ πολλού ιδιωτικοποιηθεί, καθιστώντας τη Γερμανία έρμαιο των πολυεθνικών.
Όλα αυτά, το ότι δηλαδή οι πολίτες δεν συμμετείχαν στις επιτυχίες της οικονομίας τους, λόγω της μερκαντιλιστικής πολιτικής, έχουν δημιουργήσει αρκετές εστίες αντίδρασης εντός της γερμανικής κοινωνίας – η οποία, κάποια στιγμή, δεν είναι καθόλου απίθανο να εξεγερθεί.

(γ)  Επισφαλείς πιστώσεις του δημοσίου τομέα (Κεντρική Τράπεζα)
Η Γερμανία είναι αντιμέτωπη με το αιώνιο πρόβλημα των μερκαντιλιστών, οι οποίοι, αφενός μεν είναι υποχρεωμένοι να δανείζουν τα πλεονάσματά τους, αφετέρου αδυνατούν να τα εισπράξουν στη συνέχεια. Η αιτία είναι το ότι, η συγκεκριμένη πολιτική τους αποδυναμώνει τα άλλα «κράτη-πελάτες» τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους.
Οι ανισορροπίες, λοιπόν, τις οποίες έχει προκαλέσει στην Ευρώπη η Γερμανία, επιμένοντας να εφαρμόζει μια μερκαντιλιστική πολιτική εις βάρος τόσο των εργαζομένων της, όσο και των «εταίρων» της, έχουν δημιουργήσει ήδη τεράστια προβλήματα στην ίδια – τα οποία θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερα, εάν επέλεγε την έξοδο της από την Ευρωζώνη.
Ολοκληρώνοντας, η Γερμανία έχει πλέον κατά πολύ μεγαλύτερα πλεονάσματα σε σχέση με το ΑΕΠ της (7,5%), συγκριτικά με την Κίνα (2%) – ενώ η πολιτική της είναι ολοκάθαρα επεκτατική και εγωιστική.

(δ) Κίνδυνοι μαζικής απώλειας πιστώσεων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα
Διαπιστώνοντας οι Γερμανοί πως αυξάνονται συνεχώς τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών τους, τους δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι είναι ανίκητοι – πως μπορούν δηλαδή να κοιμούνται ήσυχοι, αφού το μέλλον τους είναι εξασφαλισμένο. Πιστεύουν επίσης ότι δεν χρειάζονται καθόλου την Ευρωζώνη, επειδή μπορούν πια να πουλούν τα προϊόντα τους σε ολόκληρο τον πλανήτη – κυρίως βέβαια στις αναπτυσσόμενες  χώρες.
Όμως, τα κράτη αυτά αντιμετωπίζουν σήμερα πολύ μεγάλα προβλήματα λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης και δεν έχουν πια χρήματα για να αγοράζουν εισαγόμενα προϊόντα –γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια το εγγενές πρόβλημα του γερμανικού μοντέλου, το οποίο στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές και πολύ λιγότερο στην εσωτερική κατανάλωση.
Έτσι, μεταξύ των ετών 2006 και 2012, ο ιδιωτικός τομέας της Γερμανίας είχε απώλειες στο εξωτερικό ύψους 600 δισ. € (πηγή: DIW) – γεγονός που σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος τρόπος ανάπτυξης της χώρας αποδείχθηκε εξαιρετικά ακριβός, εάν όχι μοιραίος. Εάν δε συμβεί κάτι ανάλογο και στις χώρες της Ευρώπης, τότε το γερμανικό μοντέλο ανάπτυξης, με τις εξαγωγές να αποτελούν το 50% του ΑΕΠ, θα καταρρεύσει απότομα –με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η χώρα στη χρεοκοπία. […]
Ολοκληρώνοντας, δεν θα έπρεπε να ξεχάσουμε μία ακόμη γερμανική ψευδαίσθηση –τη διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού της χώρας, παράλληλα με τη δημιουργία κερδών από το δανεισμό των εταίρων της με υψηλότερα επιτόκια.
Όσον αφορά το πρώτο, τη στιγμή που θα τιμολογήσουν οι αγορές τον κίνδυνο χρεοκοπίας της Γερμανίας, λόγω απώλειας πιστώσεων, τα χαμηλά επιτόκια θα αποτελέσουν παρελθόν. Σχετικά με το δεύτερο, όταν αντιληφθεί η Γερμανία ότι μπορεί να εισπράττει μεν αυξημένα επιτόκια, αλλά πιθανότατα δεν θα εισπράξει το κεφάλαιο, εάν επιμείνει στη συνέχιση της πολιτική λιτότητας, θα χάσει και την τελευταία της ψευδαίσθηση. […]

(ε) Πιθανότητες χρεοκοπίας
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας, απέναντι στο δημόσιο χρέος της χώρας υπάρχουν πλέον σχεδόν τα ίδια περιουσιακά στοιχεία –όταν, μόλις είκοσι χρόνια πριν, τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου υπερέβαιναν κατά 737 δισ. € το δημόσιο χρέος. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι, εντός των τελευταίων 20 ετών, η Γερμανία έχασε περίπου 700 δισ. € – επομένως, οι ζημίες της σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 35 δισ. €. […] Με κριτήριο τον ισολογισμό της, η Γερμανία είναι ήδη χρεοκοπημένη – αφού έχει πάψει πλέον να επενδύει σε δημόσια έργα υποδομής, ενώ έχει σχεδόν ξεπουλήσει ολόκληρη τη δημόσια περιουσία της. (Ακριβώς το αντίθετο από την Ελλάδα, η δημόσια περιουσία της οποίας διατηρείται σχεδόν στο ακέραιο, ενώ έχει επενδύσει πάρα πολλά σε έργα υποδομής τα τελευταία χρόνια.)
Βέβαια, μία χώρα, σε αντίθεση με μία επιχείρηση, δεν μπορεί θεωρηθεί αφερέγγυα, αφού εξασφαλίζει την απαιτούμενη ρευστότητα για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της, μέσω της αυξημένης φορολόγησης των πολιτών της. Οι φόροι όμως έχουν τα όριά τους – ενώ η άθλια πλέον κατάσταση των γερμανικών δρόμων, τα προβλήματα στα σχολεία, οι κατεστραμμένες παιδικές χαρές και τόσα άλλα αποδεικνύουν ότι τα όρια αυτά πλησιάζουν επικίνδυνα. Επομένως, η Γερμανία δεν είναι τόσο μακριά από τη χρεοκοπία της, όσο ίσως φανταζόμαστε –γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως χρησιμοποιεί δυστυχώς την Ελλάδα σαν προπέτασμα καπνού, για τον αποπροσανατολισμό των δανειστών της.
Ολοκληρώνοντας, δεν πρέπει να υποτιμάει κανείς την απελπιστική οικονομική κατάσταση πολλών δήμων, κρατιδίων και πόλεων της Γερμανίας –με σημαντικότερο ίσως το υπερχρεωμένο και εξαιρετικά ελλειμματικό Βερολίνο. Οι προσπάθειες δε των γερμανικών δήμων να συνεργαστούν με ελληνικούς έχουν ως αποκλειστικό στόχο την ανάληψη κερδοφόρων επενδύσεων, όπως στην ανακύκλωση των σκουπιδιών κ.λπ. – τις οποίες θα επιδιώξουν να χρηματοδοτήσουν με τα δικά μας ευρωπαϊκά πακέτα! (ΕΣΠΑ).

(ζ) Ο ανταγωνισμός της Κίνας
Η Κίνα, ειδικά μετά την τοποθέτησή της στην Ιταλία και στην Ελλάδα (Νάπολη και Πειραιάς), είναι ένας από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της Γερμανίας –είναι αδύνατον δε να αντιμετωπισθεί στον τομέα των καταναλωτικών προϊόντων, αφενός μεν λόγω του φθηνού εργατικού δυναμικού της, αφετέρου επειδή το κοινωνικό της κόστος (ασφάλιση, περίθαλψη κ.λπ.) είναι μηδαμινό, οπότε το κόστος παραγωγής της είναι εξαιρετικά χαμηλό.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα εξελίσσεται και στους υπόλοιπους τομείς (υψηλή τεχνολογία κ.λπ.), απειλώντας μελλοντικά τη Γερμανία και σε αυτούς –γεγονός που ανησυχεί τη χώρα σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Τα σχέδια της Γερμανίας

Αφού αναφερθήκαμε σε ορισμένα από τα βασικότερα προβλήματα της Γερμανίας, μπορούμε να συμπεράνουμε σχετικά εύκολα τι ακριβώς σχεδιάζει για την Ελλάδα, καθώς επίσης για την υπόλοιπη Ευρώπη. Φυσικά, δεν αναφερόμαστε στους Γερμανούς πολίτες, αλλά σε εκείνη τη βιομηχανική ελίτ η οποία κυβερνάει τη χώρα απολυταρχικά, κρυμμένη στο παρασκήνιο. Πρόκειται σε πολλές περιπτώσεις για απογόνους των ναζί, αρκετοί από τους οποίους απέκτησαν τις ιδιοκτησίες τους με τα κλεμμένα χρήματα κατεκτημένων λαών, τα οποία είχαν φυγαδεύσει έγκαιρα εκτός Γερμανίας – μεταφέροντάς τα αργότερα προσεκτικά στη χώρα τους. Τα βασικά σχέδια της Γερμανίας είναι, επιγραμματικά, τα εξής:
(α) Η ανάκτηση της εθνικής της κυριαρχίας, ή, καλύτερα, ανεξαρτητοποίησή της από τις Η.Π.Α., μέσω της κατάκτησης μίας ηγεμονικής θέσης στην Ευρωζώνη, κατ’ επέκταση στην Ευρώπη, με οικονομικά μέσα.
(β) Η εξασφάλιση της εξόφλησης των απαιτήσεων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα της από τις χώρες-οφειλέτες της, μέσω της «κατάληψης» του εκάστοτε υπουργείου Οικονομικών και της επιβολής υψηλών φόρων. Διαφορετικά θα χρεοκοπήσει η Γερμανία, αφού δεν μπορούν να πληρώσουν πολλές χώρες και ζητούν διαγραφή χρεών.
(γ) Η δημιουργία ζωνών φθηνού εργατικού δυναμικού και χαμηλού κόστους στο Νότο, καθώς επίσης στην Ανατολική Ευρώπη, έτσι ώστε να παράγονται προϊόντα ανταγωνιστικά των κινεζικών και λοιπών ασιατικών.
(δ) Οι επενδύσεις των γερμανικών χρηματικών πλεονασμάτων στις περιοχές αυτές (εξαγορά των κερδοφόρων κοινωφελών επιχειρήσεων, οικοπέδων κ.λπ.),  υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι ασφαλείς, γεγονός που σημαίνει ότι θα πρέπει να ελέγχονται ασφυκτικά όλες οι χώρες-αποικίες.
(ε) Ο έλεγχος των Γερμανών πολιτών όσον αφορά τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό, αφενός μεν από φορολογικής πλευράς, αφετέρου για να ενισχύονται οι δικές της ξένες επενδύσεις.
(στ) Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, πλήρης έλεγχος, με στόχο την εξασφάλιση πρόσβασης στα ενεργειακά αποθέματά τους – επίσης, καλύτερη πρόσβαση στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής, έτσι ώστε να αποφευχθεί η πλήρης σχεδόν ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας από τη Ρωσία.

Η άμυνα της Ελλάδας

Οφείλουμε να αντιδράσουμε άμεσα, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που μας δημιουργεί η Γερμανία με όλες τις δυνάμεις μας. Στα πλαίσια αυτά:
(α) Ένας τρόπος θα ήταν ενδεχομένως η αναζήτηση συμμάχων εντός της Ευρωζώνης. Δυστυχώς όμως, οι περισσότερες χώρες της, εάν όχι όλες, έχουν υποταχθεί στη Γερμανία, παρά το ότι γνωρίζουν πως είναι αδύνατον να επιβιώσει ελεύθερη η Ευρωζώνη, όσο η χώρα αυτή είναι μέλος της –όπως έχουν ήδη επισημάνει οι Άγγλοι, οι οποίοι εξετάζουν ακόμη και την έξοδό τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
(β) Ένας δεύτερος τρόπος θα ήταν η εθελούσια αποχώρηση της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ – μία κίνηση στην οποία όμως θέλουν να μας «ωθήσουν» ορισμένοι Γερμανοί, ισχυριζόμενοι ότι θα ήταν καλύτερη η έξοδος της πατρίδας μας από την Ευρωζώνη, τόσο για την ίδια, όσο και για τα άλλα κράτη-μέλη. […] Η αποχώρησή μας όμως από το ευρώ είναι εξαιρετικά δύσκολη, αφού είμαστε εγκλωβισμένοι εντός του – κυρίως λόγω του εξωτερικού χρέους μας, μετά την υπογραφή του PSI. Εάν μπορούσαμε όμως να διαπραγματευθούμε σωστά τις προϋποθέσεις, αποκλείοντας τη χρεοκοπία, θα ήταν ίσως μία λύση – η οποία θα άξιζε τις όποιες επιπλέον θυσίες θα απαιτούνταν, επειδή θα μας ανεξαρτητοποιούσε από την πρωσική Γερμανία.
(γ) Μία τρίτη λύση θα ήταν να αναζητήσουμε συμμαχίες εκτός Ευρωζώνης, ενδεχομένως σε συνάρτηση με τη δεύτερη λύση (διαπραγμάτευση της εξόδου μας από το ευρώ), καθώς επίσης με τη σύνδεση της ισοτιμίας του εθνικού μας νομίσματος με κάποιο άλλο, για εκείνο το χρονικό διάστημα που θα ήταν απαραίτητο.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα έπρεπε να αποκλείσουμε τη Ρωσία, η οποία θα μπορούσε επιπλέον να επενδύσει στη χώρα μας, να μας τροφοδοτήσει με φθηνή ενέργεια, κάνοντας ανταγωνιστική τη βιομηχανία μας, καθώς επίσης να χρηματοδοτήσει κάποιες ανάγκες μας – χωρίς να απαιτεί την κατάλυση της εθνικής μας κυριαρχίας, όπως η Γερμανία. Τα «γεωπολιτικά ανταλλάγματα», τα οποία ενδεχομένως θα απαιτούνταν, υπό τις σωστές φυσικά προϋποθέσεις, δεν θα ήταν αρνητικά για την Ελλάδα – γεγονός που συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας επιλογής. Ας μην ξεχνάμε δε ότι πρόσφατα η Κύπρος βοηθήθηκε από τη Ρωσία, ενώ η Αρμενία διέκοψε τις συζητήσεις ένταξής της στην ΕΕ και προσχώρησε στη ρωσική οικονομική ζώνη.
(δ) Ένας τέταρτος τρόπος θα ήταν το «μποϊκοτάζ» των γερμανικών προϊόντων, μονομερώς ή από κοινού με άλλες χώρες της Ευρώπης – με στόχο την αλλαγή της γερμανικής πολιτικής απέναντί μας. Η απαγόρευση της Γερμανίας να δημιουργεί πλεονάσματα εις βάρος μας, μέσω της υποχρεωτικής εισαγωγής δικών μας προϊόντων, αντίστοιχης αξίας των εξαγωγών της προς εμάς, θα ήταν μία πολύ καλή λύση (προφανώς, το ίδιο πρέπει να επιδιώξουν και οι άλλες ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης).
(ε) Ένας ακόμα τρόπος θα ήταν η εξόφληση των χρεών μας με δικά μας μέσα. Εάν κατανοούσαμε ότι τα δάνεια που λαμβάνει η χώρα μας κοστίζουν πολλαπλάσια, ενώ τα ακίνητα πολλών Ελλήνων κινδυνεύουν να χαθούν εντελώς, μεταβιβαζόμενα σε ιδιοκτήτες στο εξωτερικό (μέσω της «τιτλοποίησης» των ενυπόθηκων δανείων εκ μέρους των τραπεζών, καθώς επίσης της πώλησής τους σε ξένους επενδυτές, η οποία προηγήθηκε), θα είχαμε ήδη δρομολογήσει μία τέτοια λύση. Δυστυχώς, όμως, αδυνατούμε να το καταλάβουμε.
Ολοκληρώνοντας, θα υπάρχουν ασφαλώς πολλές άλλες λύσεις, τις οποίες οφείλουμε να αναζητήσουμε άμεσα –έχοντας την πεποίθηση, τη σιγουριά καλύτερα, ότι η επανάκτηση της εθνικής μας κυριαρχίας, παράλληλα με την απεξάρτησή μας από την πρωσική Γερμανία και την εκδίωξη της τρόικας από την επικράτειά μας, αξίζουν όλες τις απαιτούμενες θυσίες.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στη Γερμανία να μας δυσφημίζει, να μας συκοφαντεί, να μας προσβάλλει και να μας κατηγορεί – κάτι που πρέπει να εξετασθεί νομικά (μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση στο Διεθνές Δικαστήριο), με απόλυτη σοβαρότητα, αφού είμαστε συνταγματικά υποχρεωμένοι να προστατεύουμε την πατρίδα μας από κάθε είδους επιθέσεις.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek