Τα διλήμματα της Μόσχας στην κρίση της Λευκορωσίας

Του Κώστα Ράπτη από το capital.gr

Παρότι φαινομενικώς αδιάφορη, η Λευκορωσία των μόλις 10 εκατομμυρίων κατοίκων αποτελεί μία χώρα κρίσιμη για τη διαμόρφωση των διεθνών ισορροπιών.

H γεωγραφική της θέση την καθιστά αναντικατάστατη για την υλοποίηση του χερσαίου σκέλους των κινεζικών “νέων δρόμων του μεταξιού”: ενδεχόμενος έλεγχος της Λευκορωσίας από τους ανταγωνιστές των ευρώ-ασιατικών δυνάμεων ακυρώνει τη δυνατότητα επικοινωνίας τους με την ευρωπαϊκή αγορά.

Επιπλέον, η Λευκορωσία λειτουργεί μέχρι σήμερα ως buffer zone ανάμεσα στη Ρωσία και το προς ανατολάς διευρυμένο ΝΑΤΟ. Τυχόν ανατροπή αυτή της κατάστασης συνιστά για τη Μόσχα πραγματικό εφιάλτη από την άποψη της ασφάλειας.

Παράλληλα, η Λευκορωσία είναι μία χώρα επιφανειακώς μόνο αποσοβιετοποιημένη: τα δύο τρίτα της οικονομίας της τελούν υπό κρατικό έλεγχο και η πιθανότητα ιδιωτικοποιήσεων θα συνιστούσε μία σπάνια στο τωρινό δυσμενές διεθνές τοπίο επενδυτική ευκαιρία για πολλούς παίκτες.

Η Λευκορωσία, στην οποία ακόμη και οι μυστικές υπηρεσίες διατηρούν την ονομασία ΚαΓκεΜπε, αποτελεί τρόπον τινά τον αντίποδα της Ουκρανίας, όπου το σύνολο της οικονομίας, αλλά και η πολιτική ισχύς, πέρασε στον έλεγχο λιγοστών φυσικών προσώπων. (Το τρίτο μοντέλο μετασοβιετικής διαχείρισης συνιστά η ίδια η Ρωσία όπου την χαοτική δεκαετία του ‘90 διαδέχθηκε με πρωτοβουλία των μηχανισμών του βαθέος κράτους η υπαγωγή των ολιγαρχών στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής εξουσίας).

Η χώρα του Αλεξάντρ Λουκασένκο βρέθηκε ανεξάρτητη μάλλον κατά τύχη και παρά την θέλησή της, καθώς η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης συντελέστηκε με πρωτοβουλία της Ρωσίας του Μπορίς Γιέλτσιν. Η αυτοσυνειδησία των Λευκορώσων τους φέρει πολύ εγγύτερα προς τους Ρώσους απ, ό,τι λ.χ. συμβαίνει με τους Ουκρανούς.

Εξ ού και ήδη από το 1999 η χώρα συνυπέγραψε με τη Ρωσία συνθήκη μελλοντικής δημιουργίας ενωσιακού κράτους. Έκτοτε ο Λουκασένκο, πού βρίσκεται στα πράγματα διαρκώς από το 1994, αφοσιώθηκε σε ένα παιχνίδι ελιγμών για την αναβάθμιση της δικής του θέσης έναντι της Μόσχας.

Το παιχνίδι αυτό οδηγήθηκε στην κορύφωση του τα τελευταία χρόνια όταν ο ισχυρός άνδρας του Μινσκ βρέθηκε ακόμη και να αγοράζει αμερικάνικο πετρέλαιο να καταγγείλει τη Ρωσία, όπως συνέβη κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, ότι απεργάζεται την ανατροπή του. Κάπως έτσι, η φήμη του στη Δύση ως “του τελευταίου εναπομείναντος δικτάτορα στην Ανατολική Ευρώπη” έμοιαζε να βελτιώνεται.

Ωστόσο το κύμα διαδηλώσεων που ακολούθησε την επανεκλογή του στις καταγγελλόμενες ως νόθες εκλογές της 9ης Αυγούστου ανατρέπει το σκηνικό. Πόσω μάλλον που αυτές συνοδεύθηκαν από κύμα απεργιών σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες.

Ο Λουκασένκο δεν μοιάζει πια να έχει απέναντί του μόνο μία προνομιούχο νεολαία των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά και μία εργατική αναταραχή την οποία, σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να συμβαίνει σε δρόμους και πλατείες, οι δυνάμεις καταστολής του δεν έχουν τρόπο να καταπνίξουν.

Είναι ένα ερώτημα ποια τμήματα του κρατικού μηχανισμού παραμένουν υπό τον έλεγχο του Λουκασένκο. Ο ίδιος εμφανίζεται αποφασισμένος να καταστείλει το κίνημα αμφισβήτησής του, έχοντας ως στήριγμα τις ειδικές δυνάμεις, ενώ ταυτοχρόνως δημιουργεί ένα κλίμα έξωθεν απειλής, αποστέλλοντας τις καλύτερες στρατιωτικές του μονάδες στα δυτικά σύνορα.

Είναι βεβαίως αδιανόητο το να υπάρξει στρατιωτική παρέμβαση του ΝΑΤΟ που θα είχε τον κίνδυνο εμπλοκής και με τις ρωσικές δυνάμεις που σταθμεύουν στην Λευκορωσία.

Πολιτικά πάντως, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσχώρησε με τις αποφάσεις του τελευταίου έκτακτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην λογική της απονομιμοποίησης του Λουκασένκο, μη αναγνωρίζοντας το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών.

Χώρες όπως η Πολωνία και η Λιθουανία, των οποίων η Λευκορωσία αποτελούσε κάποτε επαρχία, είναι πολύ περισσότερο δραστήριες από τις χώρες του ευρωπαϊκού “κέντρου” στην ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών, ενώ και στους χώρους της πολύμορφης λευκορωσικής αντιπολίτευσης δείχνουν να παίρνουν την ηγεμονία οι δυνάμεις που ζητούν αποχώρηση από τη συνθήκη του ενωσιακού κράτους και το Σύμφωνο της Σαγκάης και αναπροσανατολισμό της χώρας στην ευρωατλαντική προοπτική.

Αντιθέτως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, στον οποίο καταφεύγει τώρα ο Λουκασένκο με αλλεπάλληλες τηλεφωνικές κλήσεις, μνημόνευσε ρητά τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις δύο αυτές συνθήκες και θα επέτρεπαν μία επέμβαση τύπου Κριμαίας.

Ο ένοικος του Κρεμλίνου έχει στη φαρέτρα του και την στρατιωτική επιλογή που δεν έχουν οι ευρωατλαντικές δυνάμεις – ωστόσο η ενεργοποίησή της θα είχε τεράστιο πολιτικό κόστος, ίσως δε και επιχειρησιακά ρίσκα που δεν μπορούν να προβλεφθούν.

Από αυτή την άποψη, η θέση της ρωσικής ηγεσίας είναι δυσχερής. Μολονότι δεν ενδιαφέρεται να επωμιστεί το οικονομικό βάρος της Λευκορωσίας, δεν μπορεί να αγνοήσει την πρόκληση ασφαλείας που συνιστά η λευκορωσική κρίση, ενώ παράλληλα θα πρέπει να επιβεβαιώσει τους δεσμούς της με τον μικρότερο γείτονα, χωρίς να ταυτιστεί με το “βαρίδι” που είναι ο Λουκασένκο.

Σε κάθε περίπτωση, ένας νέος και μεγαλύτερος γύρος ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης προκύπτει, προτού καν οι αμερικανικές εκλογές καταδείξουν τον γενικότερη τροπή που θα λάβουν οι σχέσεις Ρωσίας-Δύσης.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek