του Β. Στοϊλόπουλου, από το Άρδην τ. 70, Ιούνιος-Ιούλιος 2008

Ένας αιώνας αποτυχιών και αναποτελεσματικότητας

Από την εποχή της πολύκροτης υπόθεσης Ντρέιφους, όταν οι πνευματικοί ταγοί καθιερώθηκαν σε σύγχρονο κοινωνικό υποκείμενο με τεράστιες δυνατότητες πολιτιστικής και πολιτικής δράσης, ο όρος διανοούμενος προκαλούσε «δυσκολίες» ακόμη και σύγχυση, τουλάχιστον σε κοινωνιολογικό επίπεδο. Σύγχυση που απορρέει από το γεγονός ότι η δημόσια παρουσία των διανοούμενων είναι δισυπόστατη, όντας «εξουσιαστές σε θέση εξουσιαζόμενου» (Πιερ Μπουρντιέ) με δεσπόζουσα κοινωνική θέση, εξαιτίας του πολύτιμου πολιτιστικού–γνωστικού κεφαλαίου που διαθέτουν.

Αναμφίβολα, οι μεγαλοφυείς ιδέες και η αντιστασιακή δράση των διανοούμενων στο πνεύμα του ανθρωπισμού και της αλήθειας τους καθιέρωσαν εν γένει ως «προοδευτική πρωτοπορία». Δεν είναι όμως πάντα η ανιδιοτελής υπεράσπιση αιώνιων και οικουμενικών αξιών αυτό που χαρακτήριζε τον διακριτό ηθικό και επικοινωνιακό ρόλο των διανοούμενων, αλλά συχνά και η ιδεολογική τους τύφλωση και η προπαγάνδα, η ακατάσχετη επιθετική ηθικολογία και οι παρεκκλίσεις της συμπεριφοράς τους, η ματαιοδοξία και η αλαζονεία. Ήδη στη δεκαετία του ΄20 ο Ζυλιέν Μπεντά θεώρησε ότι η πνευματική εργασία των διανοουμένων, που τίθεται στην υπηρεσία υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων, ισοδυναμεί με «προδοσία»1.

Ιδιαίτερα στη γερμανική παράδοση, η έννοια του διανοούμενου εμπεριέχει περισσότερο αρνητικό, παρά θετικό φορτίο. Σε αρκετές μάλιστα ιστορικές περιόδους, ο όρος διανοούμενος (Intellektueller) προσέλαβε υβριστική, περιφρονητική ή ακόμη και προσβλητική διάσταση2. Ο γερμανικός 20ος αιώνας είναι διάσπαρτος με περιπτώσεις διανοουμένων που όχι μόνο έσφαλαν στις ιδέες τους, αλλά και εξαχρειώθηκαν με τις πράξεις τους, ενώ πολλοί άλλοι προσαρμόστηκαν γρήγορα και αυτοπεριορίστηκαν στον ειδικό ρόλο αχρείαστων ηθικολόγων, που αποδέχτηκαν συνειδητά το «πνεύμα της εποχής» τους. Από την καθιέρωση των «σοσιαλδημοκρατών μποέμ» σε σημαίνοντες παράγοντες στα πολιτικά δρώμενα της προπολεμικής Γερμανίας, μέχρι την ομόθυμη στάση των Γερμανών διανοούμενων υπέρ της νατοϊκής επιδρομής κατά της Σερβίας3, συναντούμε πολλά και τρανταχτά παραδείγματα “αποτυχίας”4 της γερμανικής διανόησης.

Η περίοδος των δύο Παγκόσμιων Πολέμων

Στη σύγχρονή του μορφή, ο Γερμανός διανοούμενος εμφανίζεται, όπως και στη Γαλλία, στα τέλη του 19ου αιώνα. Ήδη στην πρώιμη φάση της Σοσιαλδημοκρατίας παρατηρείται μια δραστική μετάλλαξη των Γερμανών διανοούμενων της Αριστεράς, όταν από «διανοούμενοι της εργατικής τάξης» μετατρέπονται σταδιακά σε «μποέμ σοσιαλδημοκράτες» και σε βασικούς παραγωγούς της ιδεολογίας της «συμβιβαστικότητας» τύπου Κάουτσκι. Ο Λένιν είχε υπόψη του τις μεταμορφώσεις κυρίως της γερμανικής διανόησης, όταν διαπίστωνε ότι «ο καπιταλισμός αποδυναμώνει την ανεξαρτησία του διανοούμενου και τον μετατρέπει σ΄ έναν εξαρτημένο, έμμισθο υπάλληλο»5.

Η πρώτη καθοριστική ηθική δοκιμασία των Γερμανών διανοουμένων παρατηρήθηκε μερικά χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Ήδη πριν ακόμη ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αυτοχειριαστεί στα πεδία των μαχών, «ένα υπόγειο ρεύμα βίας» έγινε αισθητό στα πολιτιστικά δρώμενα της Γερμανίας. Το μιλιταριστικό κύμα ενθουσιασμού που σκέπασε τη χώρα άγγιξε και τους αριστερούς διανοούμενους που, «στην ώρα του κινδύνου δεν θ’ άφηναν την Πατρίδα στη δύσκολη θέση της» (Ούγκο Χάασε), αδιαφορώντας αν οι ίδιοι μετατρέπονταν σε στυλοβάτη της γερμανικής ελίτ. Μιας ηγεμονικής κάστας αποτελούμενης από τη μεγαλοεπιχειρηματική τάξη, που δεν έκρυβε τις ιμπεριαλιστικές της διαθέσεις, και από μιλιταριστές που είχαν τις ρίζες τους στη γαιοκτητική αριστοκρατία. Μαζί με το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), που ενέκρινε τα κονδύλια του πολέμου και προκάλεσε διάσπαση στη Δεύτερη Διεθνή, έχασαν την τιμή τους και οι Γερμανοί διανοούμενοι. Η δημόσια, στο πνεύμα του Εμίλ Ζολά, παρέμβαση του Χάινριχ Μαν, που θεωρούσε ότι όποιος διανοούμενος ταυτίζεται με τους εξουσιαστές «προδίδει το πνεύμα», δεν είχε καμιά τύχη, όπως άλλωστε και ο αγώνας της Ρόζας Λούξεμπουργκ να συνετίσει τη Δεύτερη Διεθνή, που αδυνατούσε να διατηρήσει την ενότητά της, και ν’ αποτρέψει τον επερχόμενο Πόλεμο. Μαζικά οι Γερμανοί διανοούμενοι, μεταξύ αυτών και ο φιλομοναρχικός Τόμας Μαν, στήριζαν τον Αυτοκράτορά τους κι απέδιδαν την πρωτόγνωρη σφαγή στην αντιπαράθεση του γερμανικού πολιτισμού με εκείνον των δυτικών χώρων («σύγκρουση ιδεών»), και όχι στην επέλαση του ιμπεριαλισμού. Στο όνομα της ανώτερης βιολογικής ποιότητας του λαού (Volk) τους, οι Γερμανοί διανοούμενοι6 υπερασπίζονταν μέχρις εσχάτων την ανωτερότητα της κουλτούρας τους. Μερικοί μάλιστα από αυτούς έφτασαν στο σημείο να θεωρούν τον πόλεμο αναγκαίο για την «ανανέωση της πολιτικής ζωής» της Γερμανίας.

Η βαθιά πνευματική και ηθική σύγχυση, που κυριάρχησε με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου και την αποτυχημένη επανάσταση του 1918, ήταν αδύνατον να μην αφήσει ίχνη στη δράση των διανοούμενων σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Όσοι διανοούμενοι δεν αρκούνταν στο ν’ ατενίζουν νοσταλγικά τα τευτονικά βουνά, αποκλεισμένοι σε κάποιες αγροτικές κομμούνες7, αναμείχθηκαν ενεργά στην πολιτική ζωή της νικημένης και ταπεινωμένης από το «diktat» Γερμανίας. Όμως οι περισσότεροι διανοούμενοι, για διαφορετικούς βεβαίως λόγους και από διαφορετική ιδεολογία ορμώμενοι, όχι μόνον δεν ταυτίστηκαν με το αστικό δημοκρατικό πολίτευμα της Βαϊμάρης, αλλά αγωνίστηκαν με όσα «πνευματικά μέσα» διέθεταν για την κατάλυση της αστικής Δημοκρατίας, και ασφαλώς έχουν τεράστιες ευθύνες για την άνοδο του Ναζισμού στην εξουσία.

Η ιδεολογική πόλωση κυριαρχούσε και λίγοι μόνο διανοούμενοι, οι λεγόμενοι «Δημοκράτες του Ορθού Λόγου» (Vernunftrepublikaner), όπως ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Τόμας Μαν8 και ιδιαίτερα ο αδελφός του Χάινριχ, υπήρξαν υπερασπιστές του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Οι αριστεροί διανοούμενοι, στην πλειοψηφία τους μαρξιστές, δεν αποτελούσαν βέβαια έναν ενιαίο ιδεολογικό χώρο, θαμπωμένο από το μπολσεβίκικο μοντέλο. Κοινή τους συνισταμένη όμως ήταν η πεποίθηση ότι έπρεπε να τελειώνουν το συντομότερο με τις «συνταγματικές ατέλειες και τα δομικά προβλήματα» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στοχεύοντας πάντα στην εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής διακυβέρνησης. Η οξύτατη αντιπαράθεση, ιδιαίτερα στο λογοτεχνικό πεδίο, αριστερών διανοουμένων όπως οι Έρνστ Μπλοχ, Κούρτ Τουχόλσκι, Μπέρτολντ Μπρεχτ, Άρνολντ Τσβάιχ, Γκέοργκ Λούκατς, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Άννα Σέγκερς, Καρλ Κορς, κ.ά. με άλλους συγγραφείς της εποχής τους, εξυπηρετούσε πρωταρχικά πολιτικούς σκοπούς και αποτελούσε στοιχείο μιας σοσιαλιστικής στρατηγικής για την επίτευξη της προλεταριακής επανάστασης. Ο σκληρός διανοητικός ανταγωνισμός τους δεν ήταν τίποτα άλλο από πολιτική με άλλα μέσα, ιδιαίτερα μετά το 1929, όταν ο επιθανάτιος ρόγχος της Δημοκρατίας έγινε αντιληπτός σε όλους και αναπτερώθηκαν οι ελπίδες για μια δεύτερη ευκαιρία, μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1918. Όμως η δυσπιστία της αποδιοργανωμένης και διασπασμένης εργατικής τάξης απέναντι στη διανόηση διευρυνόταν συνεχώς, όπως άλλωστε και το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των δύο συνιστωσών της υπαρξιακά αποτυχημένης Αριστεράς, SPD και KPD. Γεγονός που διευκόλυνε τις αντιδραστικές δυνάμεις γύρω από τον «σωτήρα» στρατάρχη Χίντεμπουργκ να καταλάβουν με νόμιμο τρόπο την εξουσία και εντέλει να πραγματοποιηθεί το σύνθημα των προεδρικών εκλογών του 1925 : «Όποιος ψηφίζει Χίντεμπουργκ, ψηφίζει Χίτλερ». Ο μύθος της «πισώπλατης μαχαιριάς» (Dolchstosslegende) που κατάφερε δήθεν η Αριστερά στον «ανίκητο στρατό» που πολεμούσε στο μέτωπο κυριάρχησε στην πολιτική καθημερινότητα και μετατράπηκε σε καθοριστικό προπαγανδιστικό όπλο της αντιδημοκρατικής διανόησης και των εθνικοσοσιαλιστών, δίνοντας τελικά το θανατηφόρο χτύπημα στην Πρώτη Γερμανική Δημοκρατία.

Το δράμα της αριστερής διανόησης του Μεσοπολέμου όμως δεν φαινόταν να είχε τελειώσει με την επικράτηση του ναζισμού και την ήττα της Δημοκρατίας στην Ισπανία. Όσοι αριστεροί διανοούμενοι μπορούσαν ακόμη ν’ αντικρίζουν την ωμή πραγματικότητα και ήρθαν αντιμέτωποι με τις σταλινικές δίκες στη Σοβιετική Ένωση, κατέφυγαν στη λογοτεχνία ή στις εικαστικές τέχνες και, όπως έγραφε ο Χάινριχ Μαν, στις «στροφές της ψυχής» τους, αντί να χρησιμοποιήσουν την ανάλυση και την αυστηρή κριτική για όσα διαδραματίζονταν στη Μόσχα.

Η πορεία από τον επαναστατικό σοσιαλισμό στη σοσιαλδημοκρατία κι από εκεί στον φιλελευθερισμό και τελικά στον ναζισμό ήταν σύνηθες φαινόμενο μετάλλαξης πολλών Γερμανών διανοουμένων τoυ Μεσοπολέμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Φρανς Μπορκενάου. Στους βασικούς εκπροσώπους της «συντηρητικής επανάστασης» (Konservative Revolution) κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, περιλαμβάνονται διανοούμενοι όπως ο Μάρτιν Χάϊντεγκερ, Έρνστ Γιούνγκερ, Γκέρχαρντ Χάουπτμαν, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, Γκόντφριντ Μπεν, Βίλχελμ Στάπελ, Όσβαλντ Σπέγκλερ, Καρλ Σμιτ κ.ά. Με κύριο γνώρισμα το άκαμπτο αντιδημοκρατικό τους πνεύμα, ιδιαίτερα τα χρόνια λίγο πριν από την κατάρρευση της αστικής Δημοκρατίας, οι διανοούμενοι της Δεξιάς δεν έκρυβαν το μίσος τους όχι μόνο απέναντι σε πρόσωπα και κοινωνικές τάξεις, αλλά ακόμη και σε κοινωνικές και πολιτικές ελίτ, ούτε βέβαια και τις προτιμήσεις τους στον εθνικοσοσιαλισμό. Η συντηρητική διανόηση δεν επιδίωκε πλέον την επιστροφή στη Μοναρχία, αλλά την αντεπανάσταση για τον αποκαθαρμό της κοινωνίας «από τα στοιχεία που θέλουν να την κοινωνικοποιήσουν ή να την επαναστατικοποιήσουν». Η ουσία της πολιτικής τους δεν χαρακτηριζόταν από τον δημοκρατικό διάλογο, αλλά από την ξεκάθαρη διαφοροποίηση μεταξύ (πολιτικού) εχθρού και φίλου, όπως την περιέγραψε στα συγγράμματά του ο σημαντικότερος συνταγματολόγος της μεσοπολεμικής περιόδου και πρωτοπόρος του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους Καρλ Σμιτ. Για τους αντισημίτες οπαδούς της «συντηρητικής επανάστασης» οι λέξεις Volk, Nation, Kultur, Rasse, voelkisch και national ήταν οι πλέον προσφιλείς. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου, ο φιλόσοφος Όσβαλντ Σπέγκλερ υμνούσε τον νεοκαισαρισμό του Χίτλερ γιατί στόχευε σε «μια νέα πολιτιστική εξόρμηση», ενώ για τον Γιούλιους Μπίντερ ο Χίτλερ ήταν «η ψυχή του έθνους». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όμως στρατευμένου διανοούμενου του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους θεωρείται ο Χάιντεγκερ, η πολιτική στάση του οποίου σχετίζεται, όπως ο ίδιος ευθαρσώς δήλωνε, άμεσα με τη φιλοσοφική του σκέψη, η οποία, ως γνωστόν, εξακολούθησε να ενθουσιάζει και αργότερα αρκετούς διανοούμενους (Xάννα Άρεντ, Κάρλ Γιάσπερς κ.ά.). Από την αρχή της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, ο Χάιντεγκερ πίστευε ότι «ο Φύρερ, αυτός και μόνος, είναι η σημερινή και η μελλοντική γερμανική πραγματικότητα και ο νόμος της».
Η μεταπολεμική περίοδος

Το γερμανικό «εθνικό όνειδος» (Καρλ Γιάσπερς), ο πόλεμος και η ναζιστική τρομοκρατία, δεν προκάλεσαν μόνο τον όλεθρο, αλλά και την ηθική εξόντωση πολλών Γερμανών διανοούμενων. Μια ηθική πτώση που συνεχίστηκε και στα πρώτα χρόνια μετά την «Ώρα μηδέν» της Γερμανίας, αλλά και κατά την πρώϊμη περίοδο της «Δημοκρατίας της Βόννης». Οι διανοούμενοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αποστασιοποιήθηκαν από τη σκληρή μεταπολεμική πραγματικότητα κι επέλεξαν τη σιωπή απέναντι στην εθνικοσοσιαλιστική τραγωδία. Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στο ερημητήριο της πολιτιστικής ή της επιστημονικής τους δράσης, αναγορεύοντας την συνήθως αφηρημένη ενασχόλησή τους με αυτά «σε άλλοθι» (Μαξ Φριτς), που ισοδυναμούσε με προσπάθεια «ν’ αποκρύψουν την επιστροφή στη βαρβαρότητα» (Αντόρνο). Αυτό το σχεδόν γενικευμένο διανοητικό κενό και η έλλειψη αντίδρασης στη μεγαλύτερη πολιτική, οικονομική και ηθική καταστροφή στη ιστορία της χώρας τους, χαρακτηρίστηκε σαν «διανοητική υπνοθεραπεία», που κράτησε τουλάχιστον μια δεκαετία.

Οι πρώτες μεταπολεμικές προσπάθειες θεωρητικής θεμελίωσης πολιτικών παρεμβάσεων στη Γερμανία έγιναν από διανοούμενους γύρω από τα περιοδικά Die Gegenwart και Frankfurter Hefte, που προέβαλλαν τον «Τρίτο Δρόμο», μεταξύ Δύσης και Ανατολής, σαν εναλλακτική λύση στην απροκάλυπτα δυτικόφιλη πολιτική Αντενάουρ. Οι αντιδράσεις για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας στο πλαίσιο της ένταξης στο ΝΑΤΟ και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις γύρω από το πυρηνικό οπλοστάσιο των δύο υπερδυνάμεων της εποχής αποτέλεσαν τις πρώτες ουσιαστικά δυναμικές πολιτικές παρεμβάσεις των διανοούμενων, ιδιαίτερα της «Ομάδας 47», στην οποία συμμετείχαν ο μετέπειτα νομπελίστας Χάινριχ Μπελ, οι Έριχ Κέστνερ, Χέλμουτ Γκολβίτσερ, Χάιντς Ρίχτερ, Μάρτιν Νιμίλερ κ.ά. Οι αντιδράσεις τους όμως αντιμετωπίστηκαν με πλήρη αδιαφορία από την κυβέρνηση, επισφραγίζοντας έτσι την αδυναμία επιρροής των Γερμανών διανοούμενων στο προκαθορισμένο μεταπολεμικό γίγνεσθαι της χώρας τους. Το πεδίο πολιτικής δράσης των πνευματικών ανθρώπων στη μεταπολεμική Γερμανία διευρύνθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’60 με το πολιτικό «Σκάνδαλο του Spiegel», όταν για πρώτη φορά σημειώθηκε «μια νίκη του πνεύματος εις βάρος της εξουσίας» και εκτονώθηκε η οργή των διανοούμενων κατά του «κράτους του Αντενάουερ».

Η φοιτητική αμφισβήτηση στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 εκφράστηκε διανοητικά μέσα από τη Σχολή της Φρανκφούρτης, και ιδιαίτερα από τον φιλόσοφο Χέρμπερτ Μαρκούζε. H «μαρκουζιανή ουτοπία» εξέπεμπε μια πιο αισιόδοξη νότα σε σχέση με την «αρνητική διαλεκτική» των «απαισιόδοξων» εκπροσώπων της σχολής, Αντόρνο και Χορκχάιμερ, οι οποίοι αποστασιοποιήθηκαν γρήγορα από τους εξεγερμένους φοιτητές, επισημαίνοντας την αδυναμία του κινήματος ν’ αναλύσει το θέμα της βίας9 στην οποία εγκλωβίσθηκε, και εστίασαν την κριτική τους ιδιαίτερα στον προσωρινό χαρακτήρα της αμφισβήτησης. Την ίδια περίοδο πολλοί διανοούμενοι κατήγγειλαν, αλλά χωρίς ουσιαστική επιτυχία, την προσπάθεια του «Μεγάλου Συνασπισμού» SPD-CDU να ψηφίσει νομοθετικό πλαίσιο για την κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, όταν το επιβάλλουν, κατά την κρίση της εκάστοτε κυβέρνησης, οι περιστάσεις. Η μετάβαση από τη φοιτητική διαμαρτυρία στον ένοπλο αγώνα και την τρομοκρατία εξελισσόταν γρήγορα και μαζί με την εμφάνιση της Ομάδας Μπάντερ – Μάινχοφ (RAF) ξεκίνησε και μια πολύ δύσκολη περίοδος για τους αριστερούς διανοούμενους που κατηγορήθηκαν, κυρίως από τον δεξιό Τύπο, ως «εμπνευστές και υποκινητές της τρομοκρατίας» (Χάινριχ Μπελ, Γκίντερ Γκρας, Φόλκερ Σλίντορφ κ.ά.)10. Εντούτοις και παρά τους όποιους κινδύνους, αρκετοί διανοούμενοι βρήκαν το κουράγιο να διαμαρτυρηθούν τόσο για την «αυτοκτονία» μελών της RAF στις φυλακές του Σταμχάιμ, όσο και για την έλευση του «γερμανικού φθινοπώρου», όταν, για πρώτη φορά μετά το 1945, η Γερμανία «ήταν Κράτος με όλη του την έννοια»11 (Ερνστ Νόλτε).

Μετά τη δεκαετία του ’70 επικράτησε μεγάλος σκεπτικισμός για τους διανοούμενους της Αριστεράς, και στη δημόσια συζήτηση τέθηκαν θέματα που αφορούσαν τα πολιτικά της λάθη και τις «σκοτεινές πλευρές» της κριτικής των διανοούμενων στην πολιτική εξουσία, καθώς και την ενοχλητική ηθική τους έπαρση. Η εμφάνιση της «Πράσινης Εκλογικής Λίστας» έδωσε όμως την ευκαιρία σε πολλούς διανοούμενους της ανήσυχης γενιάς του ΄68, που ακόμη δεν πίστευαν και ούτε ήθελαν την απόλυτη παράδοσή τους, ν΄ αποχαιρετήσουν για πάντα τη σοσιαλιστική επανάσταση μ’ ένα οικολογικό «όχι ευχαριστώ» και ν΄ αναζητήσουν άλλους τρόπους πολιτικής παρέμβασης.

Σε καιρούς κοινωνικής ειρήνης και πασιφιστικής ιδεοληψίας («ποτέ πια πόλεμος»), ακόμη και οι πλέον ηχηρές κριτικές φωνές των Γερμανών διανοουμένων άφηναν αδιάφορες τις ελίτ της χώρας τους, εκτός βεβαίως κι αν κρίνονταν χρήσιμες για την επίτευξη των στόχων των ελίτ αυτών. Τότε, ο διανοούμενος αναγνωρίζονταν ως ο αδιαμφισβήτητος κριτής των πάντων, ο δεξιοτέχνης του δημόσιου διαλόγου, ο παραγωγός ρηξικέλευθων ιδεών, και ήταν ο αγαπημένος των ΜΜΕ. Αυτό δεν σήμαινε ότι οι Γερμανοί διανοούμενοι απέκτησαν ποτέ σημαντική πολιτική επιρροή, ούτε βεβαίως ότι δημιούργησαν προϋποθέσεις για την ίδρυση της «Διεθνούς των Διανοουμένων», όπως πίστεψαν κάποιοι Ευρωπαίοι μεγαλοδιανοούμενοι μετά την 11/9. Συχνά οι άνθρωποι του πνεύματος υπήρξαν και προνομιακοί συνομιλητές των ελίτ, ιδιαίτερα κατά την τελευταία σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο σοσιαλδημοκράτης νομπελίστας Γκίντερ Γκρας, παρότι οι αμφισβητήσεις και οι δυσοίωνες προβλέψεις του οποίου, για τον τρόπο και τις επιπτώσεις της γερμανικής επανένωσης το 1989 – 90, του χάρισαν τον τίτλο της «Κασσάνδρας» και του «εθνομαζοχιστή»12.

Οι περίοδοι των κρίσεων και των πολέμων λειτούργησαν πάντοτε ως καταλύτης για μια πιο δυναμική εμφάνιση των διανοουμένων στο πολιτικό προσκήνιο. Έτσι, και στον πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας στοίχειωσαν και πάλι οι κραυγές των πολεμοκάπηλων του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, με στόχο «να γονατίσουν ξανά τη Σερβία». Η συστράτευση των Γερμανών διανοούμενων με την πολιτική–οικονομική ελίτ της χώρας τους υπέρ του πολέμου υπήρξε όντως εντυπωσιακή, γι’ αυτό και προβλήθηκε υπέρμετρα, παρότι γνώριζαν άπαντες ότι η λογοκρισία, η παραπληροφόρηση και η προπαγάνδα αποτελούσαν τα βαρέα όπλα προκειμένου να “αποδειχθεί” το δίκαιο του Δυτικού Κόσμου για τον συνετισμό του «χιτλερίσκου» Μιλόσεβιτς και να συμμορφωθεί ο «παραστρατημένος» σερβικός λαός, που ήδη από την εποχή του Μεγάλου Πολέμου παρουσίαζε «αυτοκαταστροφικές τάσεις». Η αποκλειστικά κοινωνιολογική θεώρηση της νατοϊκής επιδρομής κατά της Σερβίας από πολλούς διανοούμενους τύπου Εντσενσμπέργκερ απέκλεισε αυτόματα όλες τις άλλες παραμέτρους του πολύπλοκου προβλήματος του Κοσσυφοπεδίου και έθεσε νομοτελειακά τους γερμανούς διανοούμενους στην υπηρεσία της αναδυόμενης μεγαλογερμανικής γεωπολιτικής στα Βαλκάνια. Η φιλοπόλεμη στάση στο γιουγκοσλαβικό πρόβλημα βέβαια καθόλου δεν εμπόδισε ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής διανόησης (Χάμπερμας, Βέντσελ, Γιενς, Γκρας κ.ά.) στον πρόσφατο πόλεμο των αγγλοαμερικανών στο Ιράκ να στηρίξει σθεναρά και πάλι τη γερμανική κυβέρνηση, αυτή τα φορά όμως ενάντια στο πόλεμο13.

Ο «κρατικός φιλόσοφος» Γιούργκεν Χάμπερμας

Η περίπτωση Χάμπερμας είναι ξεχωριστή στον γερμανικό χώρο, καθώς από τη δεκαετία του ’70 είναι ο διανοούμενος, που με την αδιάλειπτη δημόσια παρουσία του, διαμόρφωσε όσο κανένας άλλος το πνευματικό κλίμα της Γερμανίας. Είναι ο διανοητής που έδινε πάντοτε, όπως ισχυρίζονται οι οπαδοί του, «μια σύνθετη διάγνωση του αναπόφευκτου και ταυτόχρονα παρουσίαζε τις ευκαιρίες και τα ρίσκα του παγκόσμιου ιστορικού χώρου». Ως συνεχιστής και εκ βάθρων αναμορφωτής της «κριτικής θεωρίας» των φιλοσόφων της Σχολής της Φρανκφούρτης, ήταν ο διανοητής που προσπάθησε όλα αυτά τα χρόνια να συνδέσει τον σοσιαλισμό με τη δημοκρατία, ορμώμενος πάντα από μια άκρως θετική εικόνα για τον άνθρωπο και βεβαίως από μια απύθμενη πίστη στον ορθό λόγο (Vernunft). Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «αντιπαράθεσης των ιστορικών», στη δεκαετία του ΄80, όταν αμφισβητήθηκε εντόνως «η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος», ο Χάμπερμας πήρε θέση κατά «της σχετικοποίησης μιας μαζικής δολοφονίας» από τους αναθεωρητές της ναζιστικής ιστορίας και παράλληλα πρότεινε εναλλακτικά, στη θέση του «ξεπερασμένου εθνικισμού», τον «συνταγματικό πατριωτισμό» (Verfassungspatriotismus), σύμφωνα με το οποίο o πολίτης πρέπει να υπερηφανεύεται μόνο για το σύνταγμα της χώρας του και όχι για το έθνος του. Στο πόλεμο κατά της Σερβίας, ο Γιούργκεν Χάμπερμας αιτιολόγησε την πολεμοχαρή στάση της ερυθροπράσινης κυβέρνησης Σρέντερ – Φίσερ («Ποτέ ξανά Άουσβιτς»), και τη συνεργασία της με τον UCK, σαν μια ανθρωπιστική «αναγκαστική βοήθεια σε μια καταδιωκόμενη εθνική και θρησκευτική μειονότητα» και εξέλαβε τον νατοϊκό βομβαρδισμό ως ένα πελώριο «άλμα στον δρόμο του κλασικού Διεθνούς Δικαίου των κρατών προς το Κοσμοπολίτικο Δίκαιο της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» 14! Την επταετή περίοδο της ερυθροπράσινης διακυβέρνησης ο Χάμπερμας, ως «σχεδόν κρατικός φιλόσοφος» (Γιόσκα Φίσερ), ήταν εκείνος που με τις παρεμβάσεις του έδινε τον πολιτικό παλμό στην κυβέρνηση Σρέντερ. Το αποτέλεσμα ήταν κάποιοι να ισχυριστούν ότι «ο δρόμος από τον Αντόρνο στον Χάμπερμας είναι ο δρόμος των φοιτητικών διαμαρτυριών του ’68 στις κυβερνητικές καρέκλες» των ερυθροπράσινων του «Νέου Κέντρου». Στα 76 του χρόνια ο Χάμπερμας παραμένει σταθερός οπαδός του Διαφωτισμού, και εκτός του ότι προβληματίζεται για τον ορθολογικό ρόλο της θρησκείας, διαλογιζόμενος με τον επίσκοπο Γιόζεφ Ράτσιγκερ και σημερινό Πάπα της Ρώμης, οραματίζεται και μια Ευρώπη (με ισχυρό πυρήνα) ανάχωμα στην αμερικανική αυτοκρατορία. Είναι ο μεγαλοδιανοούμενος που μαζί με πολλούς άλλους διανοούμενους (Γκρας, Μπίρμαν, Σλότερντιτζκ, Χάρπρεχτ κ.ά.) συμβούλεψε, χωρίς όμως επιτυχία, τους λαούς της Ευρώπης να μην απορρίψουν το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα για λόγους «εθνικής ματαιοδοξίας» και αυτός που επεξεργάζεται τα στοιχεία μιας μεταεθνικής «ευρωπαϊκής» ταυτότητας, στην ουσία δυτικής και εντέλει παγκόσμιας.

Το λυκόφως των Γερμανών διανοούμενων;

Η πλειονότητα των Γερμανών αριστερών διανοούμενων έχει αναγορεύσει, τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία, την Ευρώπη σε νέα «πολιτική ελπίδα», χωρίς να εστιάζει την προσοχή της στην απειλούμενη κοινωνική συνοχή των κατοίκων της, ελπίζοντας στους κανόνες της αγοράς. Όμως, μετά τη γερμανική επανένωση, οι κριτικές πολιτικές παρεμβάσεις των διανοουμένων συνεχώς λιγοστεύουν ή περνούν απαρατήρητες. Οι μεγαλοδιανοούμενοι Χάμπερμας, Γκρας, παιδιά του πολέμου και της «Δημοκρατίας της Βόννης», που εκπροσωπούν τη διανόηση που εξακολουθεί να νιώθει «ντροπή για τη μοναδικότητα του Άουσβιτς», αποσύρονται αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό. Στο περιθώριο, νέοι δεξιοί διανοητές, (Φρίντμαν, Χάγιεκ κ.ά.) κάνουν ήδη αισθητή τη διανοητική παρουσία τους, επικεντρώνοντας τον ιδεολογικό τους αγώνα ενάντια σε «αριστερές ουτοπίες» και στους «ολοκληρωτικούς διανοούμενους» (Σαρτρ, Αντόρνο, Χορκχάιμερ), επαναφέροντας στο προσκήνιο και το έργο του Καρλ Σμιτ.
Στη «Δημοκρατία του Βερολίνου» την πρωτοβουλία όμως στα μεγάλα κι επίμαχα ζητήματα του 21ου αιώνα, όπως η επέλαση της παγκοσμιοποίησης και το ιδεολόγημα της ατέρμονης ανάπτυξης ή η γενετική μηχανική και η βιοηθική, αναλαμβάνουν σιγά-σιγά τεχνοκράτες και ειδικοί, οι λεγόμενοι «αταξινόμητοι ταξινομητές» (Πιερ Μπουρντιέ), που ερήμην των παραδοσιακών universal διανοούμενων επεξεργάζονται ακόμη και «οράματα» για τη νέα εποχή. Η δε γερμανική κοινή γνώμη δείχνει πως προσδοκά, αντί της γενικευμένης εγκυκλοπαιδικής γνώσης και του καθολικού ντιλεντατισμού των κλασικών διανοούμενων, εξειδικευμένες αναλύσεις και συγκεκριμένες προτάσεις. Ιδιαίτερα όταν στη Γερμανία, λίγα μόλις χρόνια μετά τον ενθουσιασμό λόγω της επανένωσης, παρατηρείται μια έντονη απογοήτευση και σημάδια κρίσης, που επαναφέρουν στη συλλογική μνήμη τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στην εποχή της τηλεδημοκρατίας, ο παραδοσιακός citoyen διανοούμενος, που αναφερόταν με μεγάλη ευκολία επί παντός επιστητού, φαίνεται να χάνει τη δεσπόζουσα κοινωνική θέση του «κριτή των πάντων» αφού σταδιακά, στην καλύτερη περίπτωση, έχει μετατραπεί σε ατομικό εξάρτημα στο καλοκουρδισμένο σύστημα εμπορευματοποίησης της γνώσης, και στη χειρότερη σε κλακαδόρο και γελωτοποιό των πάσης φύσεως ελίτ.

Πολλοί διανοούμενοι μετεξελίχθηκαν, από αυθεντικοί αντικομφορμιστές διανοούμενοι σε νεοταξικοί «intellectuel terminal» (Ρεζίς Ντεμπρέ) της λεγόμενης «ενιαίας σκέψης». Ποια είναι η άποψη του Γάλλου διανοητή για τους «Μακιαβελικούς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Μαρσέλ Γκοσέ), που συναντούμε σήμερα σε όλη την Ευρώπη; Φερέφωνα της κυρίαρχης πολιτικής, οικονομικής και εκδοτικής ελίτ και έμποροι, οι οποίοι πουλούν πρώτα τον εαυτό τους και μετά ό,τι απαιτεί το σύστημα. Στο πνεύμα αυτό, πολλοί μιλούν σήμερα ξανά για τη διαχρονική «προδοσία των διανοουμένων», όπως ακριβώς αναφέρθηκε ήδη από το 1927 ο Ζυλιέν Μπεντά. Όλα δείχνουν ότι ο διανοούμενος δύσκολα μπορεί πλέον να θεωρηθεί πως αποτελεί «οργανικό τμήμα της κοινωνίας» (Αντόνιο Γκράμσι), ενώ κάποιοι επιμένουν ότι ζούμε ήδη το «λυκόφως» των διανοούμενων. Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, τότε το ζητούμενο είναι αν οι προαναφερθέντες «αταξινόμητοι ταξινομητές» μπορούν πράγματι να υποκαταστήσουν τους διανοούμενους και να δώσουν οράματα και ορθές απαντήσεις στα κοινωνικά, οικολογικά κ.ά. αιτήματα της εποχής μας. Όπως και να είναι όμως, «η πάλη των ιδεών», όσο θα υπάρχουν οι κοινωνικές αντιθέσεις, εθνικά και πλανητικά προβλήματα, δεν μπορεί παρά να συνεχιστεί, και ίσως τελικά να είναι αδιάφορο από ποιους.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek