Η πρόσοψη του τάφου του Αγίου Αθανασίου, δ΄ τέταρτο 4ου αι. π.Χ.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Κατερίνας Μπουλάκου, Σπουδή στην ελληνική προσωπογραφία (Εναλλακτικές Εκδόσεις).
Η ελληνική ζωγραφική κατά τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο εμφανίζεται αρχικά στην Κόρινθο ή τη Σικυώνα. Ο καλύτερα διατηρημένος και πιο γνωστός ξύλινος πίνακας που σώζεται από την αρχαιότητα, βρέθηκε στο χωριό Πιτσά δυτικά της Σικυώνας (μέσα 6ου π.Χ. αι.). Εάν είχαν σωθεί τα έργα του Πολυγνώτου από τη Θάσο, που γνωρίζουμε μόνο από φιλολογικές πηγές, θα ήταν ευκολότερη η κατανόηση της εξέλιξης της ζωγραφικής κατά τη μεταπερσική περίοδο στον ελληνικό χώρο. Η σημασία του, πέρα από την παράδοση και την απήχησή του στην αγγειογραφία, θα γινόταν περισσότερο αισθητή και ίσως δικαιολογούσε τη γνώμη του Θεόφραστου, ότι ο Πολύγνωτος υπήρξε ο «εὐρέτης» της ζωγραφικής. Φυσικά, είχαν προηγηθεί κάποιες ζωγραφικές κατακτήσεις, όπως η διάκριση των ανδρικών από τις γυναικείες μορφές (Εύμαρος), η προοπτική αναπαράσταση των μορφών (Κίμων από τις Κλεωνές) και άλλες ενδιαφέρουσες τεχνικές ανακαλύψεις, που έθεσαν τις προϋποθέσεις για μια νέα πραγμάτευση της ανθρώπινης μορφής και οι οποίες, κατ’ επέκταση, θα στρέψουν την προσοχή των καλλιτεχνών στην αναπαράσταση των ατομικών χαρακτηριστικών.
Ο Πολύγνωτος, του οποίου η ακμή ορίζεται γύρω στα 475 με 447 π.Χ. περίπου, έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα, στους Δελφούς, στις Πλαταιές και Θεσπιές και, ενώ δεν έχει σωθεί κανένα έργο του, κρίνοντας από τις πληροφορίες πολλών αρχαίων συγγραφέων, όπως οι Πλίνιος, Παυσανίας, Φιλόστρατος, Λουκιανός, Αιλιανός, συμπεραίνουμε ότι πρέπει να ήταν ο σημαντικότερος ζωγράφος της εποχής του. Ο Πολύγνωτος ξεπερνά την παρατακτικότητα των μορφών στην εικονιστική επιφάνεια, αναπτύσσοντάς τες σε διαφορετικά επίπεδα και υπερβαίνοντας τις αρχαϊκές συμβάσεις, ενώ δείχνει ιδιαίτερη πρωτοτυπία στην απόδοση του χώρου και του βάθους, με την εγκατάλειψη της ενιαίας γραμμής του εδάφους. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι η εκφραστικότητα του βλέμματος (που επιτυγχάνεται με τη φυσική απόδοση της κόρης του οφθαλμού), οπότε και τα ιδιαίτερα, προσωπικά χαρακτηριστικά των μορφών του και η εξωτερίκευση του συναισθηματικού τους φορτίου, με το μισάνοιχτο στόμα σε κάποιες από αυτές. Στοιχεία εκφραστικότητας, όπως το μισάνοιχτο στόμα, μπορεί να συναντάμε και σε αγγεία της αρχαϊκής περιόδου, ωστόσο, το νέο στοιχείο που έφερε ο Πολύγνωτος είναι ότι πήγε πιο πέρα από την απεικόνιση ενός απλού μορφασμού και αποτύπωσε τα αισθήματα και τον χαρακτήρα των ηρώων που ιστορούσε.
Ο Πλίνιος αναφέρεται σε αυτή την εκφραστικότητα, όπως και ο Αιλιανός σε απόσπασμα που υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Πολύγνωτος ὁ Θάσιος καὶ Διονύσιος ὁ Κολοφώνιος γραφέε ἤστην. Καὶ ὁ μέν Πολύγνωτος ἔγραφε τὰ μεγάλα, καὶ ἐν τοῖς τελείοις εἰργάζετο τὰ ἆθλα˙ τὰ δὲ τοῦ Διονυσίου, πλὴν τοῦ μεγέθους, τὴν τοῦ Πολυγνῶτου τέχνην ἐμιμεῖτο εἰς τὴν ἀκρίβειαν, πάθος καὶ ἦθος καὶ σχημάτων χρῆσιν, ἱματίων λεπτότητας, καὶ τὰ λοιπά». Κι ακριβώς αυτή η αποτύπωση του «πάθους» και του «ήθους» οδηγούν τον Αριστοτέλη να τον ονομάσει «ἀγαθό ἠθογράφο», στην Ποιητική του. Μάλιστα, γίνεται λόγος για το «ἦθος» των μορφών του, που δεν μπορούσε να αντιγράψει κανείς. Ούτε καν ο Ζεύξις. Αυτή η φήμη του «υψηλού ήθους» της πολυγνώτειας ζωγραφικής διατρέχει ολόκληρη την αρχαιότητα και με βάση πάντα την αρχαία παράδοση, αλλά και από τις αντανακλάσεις της τέχνης του στη σύγχρονή του αγγειογραφία, συνειδητοποιούμε την προσφορά του στη ζωγραφική των πρώιμων κλασικών χρόνων: μορφές με προσωπικά χαρακτηριστικά, εξωτερίκευση συναισθημάτων σε ορισμένη χρονική στιγμή, αποτύπωση της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα. Κάθε μορφή έχει διαφορετική στάση, μετωπική, πλάγια ή ¾ και λεπτομέρειες όπως τα χέρια, οι ασπίδες, κ.ά., σχεδιάζονται προοπτικά.
Πάντως, η σύγχρονη του Πολυγνώτου αγγειογραφία μάς δίνει τον τύπο σύνθεσης των μορφών που εικάζουμε ότι θα κυριαρχούσε και στη μεγάλη ζωγραφική. Άλλωστε, πολλά από τα θέματα που ζωγράφισαν οι ζωγράφοι στα δημόσια οικοδομήματα και τα ιερά επανέρχονται στην αγγειογραφία. Για παράδειγμα η Αμαζονομαχία, που ζωγράφισε ο Μίκων στο Θησείο, απηχεί σε δέκα γνωστά αγγεία της περιόδου. Ειδικότερα ο Μίκων συνεργάστηκε με τον Πάναινο και τον Πολύγνωτο στη διακόσμηση της Ποικίλης Στοάς. Μαζί με τον Πάναινο, φιλοτέχνησαν μια μεγάλη ζωγραφική σύνθεση με θέμα τη μάχη του Μαραθώνα. Μάλιστα, ο Πλίνιος (XXXV, 5) αναφέρει ότι ο Πάναινος συμπεριέλαβε σ’ αυτήν τη σύνθεση και προσωπογραφίες των πρωτεργατών της μάχης (Μιλτιάδη, Καλλίμαχο, Κυναίγειρο, Δάτη και Αρταφέρνη).
Όμως, συνειδητά η προσωπογραφία θα εμφανιστεί στην ελληνική τέχνη αργότερα, στις αρχές της ελληνιστικής περιόδου (μέσα του 4ου αι. π.Χ.), οπότε η απεικόνιση πρέπει να ήταν απλώς ενδεικτική και μέσω του αναγραφόμενου ονόματος να γινόταν η ταύτιση. Εξάλλου η αναγραφή των ονομάτων μυθολογικών ηρώων ή προσώπων πάνω στην εικόνα είναι κοινή πρακτική στην αγγειογραφία και τη ζωγραφική και προφανώς έτσι νοείται η «απεικόνιση» των αρχηγών στην οποία αναφέρεται ο Πλίνιος. Σημαντικό βήμα όμως στην εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής στάθηκε το γεγονός ότι ο Πολύγνωτος πρώτος (primus) αφήνει να διαγραφούν οι γραμμές του σώματος κάτω από τις πτυχώσεις και κυρίως δίνει κίνηση όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο πρόσωπο. Όταν αυτή η τεχνική του σχεδίου και του απλού χρώματος εξαντλήσει τις δυνατότητές της, θα έρθει ο Απολλόδωρος (ο Πλίνιος τον τοποθετεί στην 93η Ολυμπιάδα, 408-405 π.Χ.), που «ἐξευρὼν φθορὰν καὶ ἀπόχρωσιν σκιᾶς» καταφέρνει πρώτος να αποδώσει σωστά την εξωτερική πραγματικότητα και ανοίγει ουσιαστικά τις πύλες της τέχνης για τους μεγάλους δασκάλους της ελληνικής ζωγραφικής, τον Ζεύξη, τον Παρράσιο και τους συγχρόνους τους. Η μεγάλη σημασία των ζωγραφικών κατακτήσεων του Απολλόδωρου του επονομαζόμενου και «σκιαγράφου» –που προφανώς θα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και στη μετέπειτα εξέλιξη της απόδοσης του προσώπου και όχι μόνο της μορφής– έγκειται στο ότι, ανακαλύπτοντας την «φθορὰν» και την «ἀπόχρωσιν σκιᾶς», επιτυγχάνει τη βαθμιαία μετάβαση από το ένα χρώμα στο άλλο, άρα και τις διαβαθμίσεις των χρωματικών τόνων.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση στη ζωγραφική του Πολυγνώτου προκύπτει από σχόλιο του Λουκιανού, όπου αναφέρει ότι ο Πολύγνωτος, μαζί με τον Ευφράνορα, τον Αετίωνα και τον Απελλή «ἄριστοι ἐγένοντο κεράσασθαι τὰ χρώματα», δηλαδή διακρίνονταν για την τέχνη τους να αναμειγνύουν τα χρώματα. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Απελλής και ο Αετίων αναφέρονται από τον Πλίνιο ότι ακολουθούν τον κανόνα των τεσσάρων χρωμάτων: «Σινωπίς (γαιώδες κόκκινο βαθύ), ὤχρα, λευκὸ (γη της Μήλου, μηλιάς) καὶ μέλαν». Και ο Πλούταρχος, μιλώντας για την «Ἱλίου Πέρσιν» του Πολυγνώτου, παρατηρεί πως η απόδοση του θέματος δεν θα ήταν δυνατή «ἄνευ φαρμάκων συντριβέντων καὶ συμφθαρέντων ἀλλήλοις» (χωρίς το ανακάτεμα και τη σύνθεση των χρωμάτων) και μάλιστα αναφέρεται και στα ίδια τα χρώματα: «… ὤχρᾳ μιχθεῖσα σινωπὶς… καὶ μέλανι μηλιᾶς…», δηλαδή ώχρα, γαιώδες κόκκινο, μαύρο και άσπρο. Πιθανότατα λοιπόν ο Πολύγνωτος χρησιμοποιούσε τα τέσσερα χρώματα –γνωστά και ως τετραχρωμία– και μάλιστα διακρινόταν και για την ικανότητά του να εμβαθύνει στην ανάμειξή τους («φθορὰ» χρωμάτων). Για τον κανόνα της τετραχρωμίας –η χρήση της οποίας αναδεικνύεται στη συνέχεια σε ζωγραφική πρακτική κομβικής σημασίας για την εξέλιξη της ελληνικής ζωγραφικής και κατ’ επέκταση και της προσωπογραφίας– γίνεται λεπτομερής αναφορά σε ξεχωριστό κεφάλαιο της παρούσας μελέτης, όπου αναδεικνύεται και ο σημαίνων ρόλος της συγκεκριμένης χρωματικής παλέτας.
Γνωστός για την απόδοση των εκφράσεων στο πρόσωπο ήταν και ο ζωγράφος Παρράσιος από την Έφεσο, γιος και μαθητής του ζωγράφου Ευήνορα, την καταγωγή και τη σημασία της οποίας τονίζει και ο Στράβων. Σύμφωνα με τον Πλίνιο ήταν σύγχρονος του Ζεύξη (464-397 π.Χ.) και αντίπαλός του. Για την τεχνική του ζωγράφου ο Πλίνιος αναφέρει ότι πρώτος ο Παρράσιος ακολούθησε ένα σύστημα αναλογιών και απέδωσε τις λεπτομέρειες στην έκφραση του προσώπου, την κομψότητα των μαλλιών και τη χάρη του στόματος. Επίσης αναφέρει, βασισμένος σε συγγράμματα του Αντιγόνου και του Ξενοκράτη, ότι ήταν άφθαστος στα περιγράμματα και αυτή του την ικανότητα την αναγνώριζαν ομόφωνα και οι υπόλοιποι δημιουργοί. Αντίθετα υστερούσε στην απόδοση του εσωτερικού των μορφών (in mediis corporibus). Η φήμη του Παρράσιου οφείλεται στο ότι με τα περιγράμματα προσπαθούσε να αποδώσει τη στρογγυλότητα και τον όγκο των σωμάτων, τις μεταξύ τους σχέσεις και τον περιβάλλοντα χώρο. Σε αντίθεση με τον σύγχρονό του Ζεύξη και τον παλαιότερο Απολλόδωρο, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να αποδώσουν το τρισδιάστατο των μορφών πειραματίζονταν με τα χρώματα στην αντίθεση φωτός-σκιάς, ο Παρράσιος έμεινε πιστός στο ιδεώδες της καθαρότητας της γραμμής.
Από τα έργα του Παρράσιου σώζονται μόνον οι τίτλοι. Ένα από αυτά, ο «Φιλοκτήτης στη Λήμνο», αναφέρεται σε επίγραμμα του Γλαύκου, ο οποίος εκτός από την περιγραφή του πόνου και της δυστυχίας του ήρωα, δεν μας δίνει καμία πληροφορία για το στήσιμο της μορφής. Ο Παρράσιος ζωγράφισε επίσης τον Δήμο των Αθηναίων. Αρχικά διατυπώθηκε η άποψη ότι πρόκειται για περισσότερους από έναν πίνακες, το πιθανότερο όμως είναι ότι επρόκειτο μόνο για έναν. Το ενδιαφέρον με το συγκεκριμένο έργο είναι ότι από πολύ νωρίς ο συγκεκριμένος πίνακας σχετίστηκε με τον διάλογο του Σωκράτη με τον Παρράσιο, όπως αναφέρεται στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, όπου γίνεται λόγος για τη δυνατότητα απεικόνισης του «τῆς ψυχῆς ἤθους». Ο διάλογος αυτός, όπως τον παραδίδει ο Ξενοφώντας, ίσως βασίζεται σε κάποια σχέση του ζωγράφου με τη σωκρατική φιλοσοφία, πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο Πλάτωνας. Είναι γνωστή η αποστροφή του Πλάτωνα προς τη νέα τεχνοτροπία εκείνης της εποχής, τη σκιαγραφία. Διατυπώθηκε λοιπόν η άποψη ότι πιθανόν οι σχεδιαστικές ικανότητες του Παρράσιου, ο οποίος έστεκε στον αντίποδα της καινούριας αυτής τεχνικής, να απηχούσαν εν μέρει τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα. Ωστόσο, αν και ως πρόταση είναι γοητευτική, παραμένει απλή υπόθεση.
Η συνομιλία του Σωκράτη με τον Παρράσιο, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, γιατί θίγει απόψεις για τη ρεαλιστική απόδοση των μορφών με το χρώμα, αλλά και για τη δυνατότητα απόδοσης του ήθους. Η επισήμανση του Σωκράτη στον ζωγράφο, ότι το ήθος είναι δυνατό να υποδηλωθεί με το βλέμμα και την έκφραση του προσώπου, είναι σημαντική, καθώς το «ήθος» με την έννοια του χαρακτήρα μπορεί να είναι μια θετική ή αρνητική έννοια, που όμως μπορεί να παρασταθεί: «… καὶ τὸ μεγαλοπρεπές τε καὶ ἐλευθέριον καὶ τὸ ταπεινὸν καὶ ἀνελεύθερον καὶ τὸ σωφρονικόν τε καὶ φρόνιμον καὶ τὸ ὑβριστικόν τε καὶ ἀπειρόκαλον». Πολύ σημαντική στον διάλογο αυτόν είναι η ερώτηση του Σωκράτη, αν η ζωγραφική είναι η απεικόνιση των πραγμάτων που βλέπουμε. Από την παραδοχή του Παρράσιου («ἀληθῶς λέγεις») προκύπτει προφανώς η φυσιοκρατική αντίληψη για την τέχνη και αν συνδυαστεί με τον όρο «μίμησις», που κυριαρχεί στην αισθητική φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, καταλήγουμε ότι η μίμηση της φύσης είναι η απαρχή. Βέβαια, μέχρις αυτό το σημείο μιλάμε μάλλον για έναν φυσιοκρατικό ιδεαλισμό που διέπει την ελληνική αισθητική και ουσιαστικά βασίζεται στον εκλεκτικισμό. Η απόδοση του ήθους στην υψηλή του έννοια και στην ταύτισή του με τον χαρακτήρα του απεικονιζόμενου προσώπου είναι ζητήματα που απασχολούν τους καλλιτέχνες, οι οποίοι αποδίδουν στις μορφές τους ψυχικές εκφράσεις, όπως λύπη, θυμό αλαζονεία, φόβο, κ.λπ. Μάλιστα ο Παρράσιος, αν και στο διάλογο με τον Σωκράτη επιφυλάσσεται για τον αν μπορεί να απεικονιστεί εύκολα ό,τι δεν είναι άμεσα ορατό, είναι σε θέση να εκφράζει το ήθος στην υψηλή του μορφή. Κατά τον Πλίνιο, ακολουθώντας προφανώς τη συμβουλή του Σωκράτη, ζωγραφίζοντας την προσωποποίηση του Δήμου των Αθηναίων, ο Παρράσιος τον παρουσιάζει «ευμετάβολο, θυμωμένο, άδικο, άστατο και συγχρόνως πράο, ήπιο, μεγαλόψυχο, καυχησιάρη, αλαζονικό και ταπεινό, άγριο και φοβισμένο». Κατά τον Παυσανία, και ο ζωγράφος Ευφράνωρ ζωγράφισε ανάλογη παράσταση, όπου ο Δήμος παριστανόταν με τον Θησέα και τη Δημοκρατία. Για την απόδοση θυμικών καταστάσεων στα εικονιζόμενα πρόσωπα ενδιαφερόταν και ο ζωγράφος Τιμάνθης, όπως στην περίπτωση ενός έργου με θέμα τη θυσία της Ιφιγένειας, που απηχείται σ’ ένα ανάγλυφο σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλωρεντίας. Ο Τιμάνθης διαγωνίσθηκε, σύμφωνα με τον Πλίνιο, με τον Παρράσιο στη Σάμο και τον νίκησε. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας, καλλιεργούσε και αυτός την τετραχρωμία.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
