του Λαοκράτη Βάσση, από το Άρδην τ. 69, Απρίλιος-Μάιος 2008

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα δεν είναι ιστορία, ανεξάρτητα απ’ το αν πατάει (λιγότερο ή περισσότερο) στην ιστορική πραγματικότητα, που δίνει το υλικό της αφήγησής του.
Και καθώς η επιστήμη «εξηγεί», η φιλοσοφία «ερμηνεύει» κι η τέχνη «εκφράζει αισθητικά», η επιστήμη της ιστορίας μελετά με αντικειμενικότητα τα δεδομένα και αναδεικνύει μεθοδικά και τεκμηριωμένα τις αλήθειες της, ενώ η μυθιστορία απλώς χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της το ιστορικό υλικό, χωρίς επιστημονικές δεσμεύσεις και χωρίς περιορισμούς στις μυθοπλαστικές προσαρμογές του, αφού το δικό της ζητούμενο ανάγεται στην αισθητική σφαίρα.

Που σημαίνει πως το ιστορικό μυθιστόρημα κρίνεται με αισθητικά και όχι με ιστορικά κριτήρια, ως τέχνη δηλαδή (λογοτεχνία) και όχι ως επιστήμη (ιστορία).
Αυτό ισχύει και για τη Διώρυγα του Γρηγόρη Ρουμπάνη, που έχει όλα τα τυπικά στοιχεία του ιστορικού μυθιστορήματος, καθώς υφαίνεται με πλούσιο ιστορικό υλικό, που όμως αξιοποιείται μυθοπλαστικά και προπαντός αναπλάθεται αισθητικά, με κρίσιμες όμως, όπως θα ιδούμε, αναγωγές σε ό,τι θα αποκαλούσαμε ελληνική πολιτική αγωνία.
• ΄Εχει, πιο συγκεκριμένα, πλούσιο ιστορικό σκηνικό και υλικό για τον ελληνικό κόσμο και τη μεσογειακής κλίμακας παγκοσμιότητα (παγκοσμιοποίηση) εκείνης της οριακής εποχής (146 π.X.), όπου ανατέλλει η μονοκρατορία της Ρώμης, και δύει, με τη συντριπτική ήττα του Δίαιου (Αχαϊκή Συμπολιτεία), η ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων/κρατών και των ελληνιστικών βασιλείων (oνόματα πόλεων, μικρών και μεγάλων, ονόματα ανθρώπων, μύθοι, μνημεία, ιερά, λατρείες, τοπογραφίες, όπως της Κορίνθου, στρατοί, όπλα, τακτικές, πολιτική, φιλοσοφία, τρόποι ζωής, δουλεία κ.λπ.). Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα περιδιάβαση, που βάζει τον αναγνώστη στο ιστορικό πλαίσιο της ελληνιστικής παρακμής, έτσι ώστε να μπορεί να μπει και στο διεθνο/πολιτικό πνεύμα της εποχής, που είναι και το μείζον.
• ΄Εχει μυθοπλαστική ύφανση και πλοκή, το νήμα της οποίας ευρηματικά ξετυλίγει ως το τέλος του ο αφηγητής (Φιλοκράτης), που μαζί με τους άλλους συμπρωταγωνιστές (Δίαι­ος, Δαμάγητος, Καλλιθόη, Ηλιόδωρος…) αξιοποιούνται απ’ τον συγγραφέα για τη συγκινησιακή ανάπλαση του ιστορικού υλικού και την ανύψωση, μέσα απ’ τις προσωπικές τους περιπέτειες, ιδίως αυτές της Καλλιθόης, στην αισθητική σφαίρα και την καθαρτήρια λειτουργία της. Γιατί είναι αυτές ακριβώς οι περιπέτειες, με τις πολύ λεπτές ανθρώπινες στιγμές τους, που απαλύνουν αισθητικά τον αφηγηματικό λόγο, καθώς περνάει απ’ την αντικειμενική (ιστορική) στην υποκειμενική (μυθιστορική) και τραγική πλευρά της ζωής, με κορύφωση το τέλος της Καλλιθόης, του Δίαιου και της γυναίκας του.
Πριν περάσουμε στην τρίτη και σημαντικότερη, την κυρίαρχη διάσταση της Διώρυγας, που είναι η πολιτική, θα πρέπει να επισημάνουμε και τις ευρύτερες αναφορές του συγγραφέα στην αρχαία Ελλάδα, τους μύθους, τον πολιτισμό και το πνεύμα της, που αναδεικνύουν την αντίθεση με τη Ρώμη και τον δικό της πολιτισμό. Είναι ως προς αυτό, κι εντελώς ενδεικτικά, αξιοπρόσεκτες οι σελίδες για τα Ελευσίνια Μυστήρια και πιο πολύ αυτές που καλύπτουν τη μακρά φιλοσοφική συζήτηση Φιλοκράτη – Ηλιοδώρου, με έμφαση στον Πυθαγόρα και στην Αθηναϊκή Δημοκρατία.
• Υπέρτερη όμως και της ιστορικής και της μυθιστορικής διάστασης της Διώρυγας είναι, όπως ήδη σημειώσαμε, η πολιτική, τόσο που, ανεξάρτητα απ’ τις προθέσεις του συγγραφέα, έχεις την αίσθηση αγωνιώδους πολιτικού δοκιμίου (σε μυθιστορηματική βάση) για τον ελληνισμό, λίγο πριν βυθιστεί στη Ρωμαιοκρατία, αλλά και με διαχρονικές προεκτάσεις, καθώς δεν ξέρεις πότε στην αφήγηση το μακρινό «χθες» της ελληνιστικής παρακμής ρίχνει φως στο «σήμερα» και πότε το «σήμερα» ρίχνει φως στο «χθες».
Γιατί, πέραν του ότι κάποια στοιχεία πολιτικής αγωνίας για τον ελληνισμό μοιάζουν διαχρονικά, η παράξενη σε αρκετά τους γνωρίσματα «ομοιότητα» των εποχών, εκείνης δηλαδή της πρώιμης «παγκοσμιοποίησης» και της σημερινής, δεν σου επιτρέπουν να διακρίνεις με σιγουριά πότε «εισβάλλει» η μία στην άλλη, πότε είναι το «σήμερα» που μιλάει διά του «χθες» και πότε το «χθες» διά του «σήμερα» ως πρώιμη μικρογραφία του. Κι αυτά με πλήρη προφανώς συνείδηση του άλλου ιστορικού χρόνου, για να μην παρεξηγηθούμε, και τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών.
Η ελληνική πολιτική (και υπαρξιακή) αγωνία, παρ’ ότι υπό τον μανδύα της συνυφασμένης ιστορίας και μυθιστορίας, γίνεται απ’ τις πρώτες σελίδες του βιβλίου κυρίαρχη. Και παραμένει, συνέχοντας πρωτίστως τον αφηγητή (Φιλοκράτη), κυρίαρχη ως το τέλος του. Κι όχι μόνο τον αφηγητή αλλά και τους συμπρωταγωνιστές του, καθώς είναι αυτοί που, πιάνοντας τα τραγικά μηνύματα των καιρών, προσπαθούν να οργανώσουν την άμυνα του ελληνισμού διά της Αχαϊκής Συμπολιτείας, κι αυτής όχι ομόθυμης και σύσσωμης, που είναι η τελευταία ελληνική ελπίδα.
Ο Γρηγόρης Ρουμπάνης συνδέει στη μυθιστορία του διαλεκτικά τη δράση των πρωταγωνιστών του με τη σύνθετη πραγματικότητα που τους περιβάλλει, με τις τάσεις, τις καταστάσεις και τις ροπές της εποχής τους, έτσι που να φωτίζεται εις βάθος ο κοινωνικός, ο οικονομικός και ο πολιτιστικός περίγυρος, η κοινωνική δηλαδή, η οικονομική και η πολιτιστική διάσταση του τότε ιστορικού κόσμου με όλες τις διεθνοπολιτικές παραμέτρους του, αυτές που καθιστούν ευανάγνωστη τη μονοκρατορική επιβολή των Ρωμαίων στο προσκήνιο της ιστορίας και τη μοιραία υποταγή των Ελλήνων. Που σημαίνει πως, μέσα απ’ τη μοίρα των προσώπων, φωτίζεται η ιστορική μοίρα, η ιστορική αναγκαιότητα, κατά το μαρξιστικό μας αλφαβητάρι, όπως σύνθετα (και εν πολλοίς σκοτεινά) αυτή προκύπτει και «ορίζει» ή εξηγεί τα ανθρώπινα (άτομο και σύνολο, προσωπικότητα και ιστορία). Πρωτίστως όμως φωτίζεται η τραγική μοίρα και το ηθικό μεγαλείο εκείνων των οριακών και συνάμα διαχρονικών Ελλήνων που πολέμησαν ηρωικά κι έπεσαν «ευκλεώς» (Καβάφης) υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας, με το πολιτικό όραμα μιας Ελληνικής Συμπολιτείας, ενός Κοινού των Ελλήνων στην καρδιά τους.
Με την εποχή εκείνη, το έχουμε ήδη επισημάνει, να «μοιάζει» με τη δική μας, με τους Αμερικανούς μονοκράτορες τώρα, όπως τότε οι Ρωμαίοι, να προβαίνουν σε κυνικούς στρατηγικούς αναδασμούς στην ευρύτερη γειτονιά μας, η ελληνική ιστορικο/πολιτική αγωνία της Διώρυγας, κι ας μη θεωρηθεί αυτό υπερβολή, είναι βασανιστικά επίκαιρη, ιδίως μάλιστα αν σκεφτούμε πόσο λείπουν απ’ την πολιτική μας σκηνή οι φωτισμένοι «Αγέλαοι» και πόσο περισσεύουν οι άθλιοι «Ανδρωνίδες», με τη «ρεαλιστική» πολιτική τους υποτέλεια και ευτέλεια.
Λαοκράτης Βάσσης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek