Στην εφημερίδα Ρήξη και στο Άρδην, έχουμε δημοσιεύσει την τελευταία περίοδο ορισμένα κριτικά κείμενα για τον Συνασπισμό (και εν μέρει τον ΣΥΡΙΖΑ) καθώς και για το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη. Μερικοί φίλοι μας θεώρησαν πως η κριτική μας, ιδιαίτερα έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ιδιαίτερα αυστηρή και μάλλον υπερβολική. Το σκεπτικό τους είναι πως, εντέλει, ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει μια σημαντική συνιστώσα της Αριστεράς και των «νέων κινημάτων», τα οποία «μας ενδιαφέρουν», ενώ, από την άλλη πλευρά, κάποιοι, πιο μακριά μας, υπογραμμίζουν πως το ΛΑΟΣ, παρ’ όλες τις αντιθέσεις μαζί του, είναι ένας πολιτικός φορέας που προτάσσει τα εθνικά θέματα και, επομένως, η παρουσία του στο Κοινοβούλιο και την πολιτική ζωή είναι «αντικειμενικά» θετική. Ακριβώς επειδή θεωρούμε πως το ζήτημα του προσανατολισμού απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις είναι ιδιαίτερης σημασίας για την οικοδόμηση ενός εναλλακτικού πολιτικού υποκειμένου, που να εκφράζει μια αυθεντική γηγενή εκδοχή του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, θα πρέπει να εξηγήσουμε εκτενέστερα τα αίτια και το σκεπτικό της αντίθεσής μας και, ακόμα πιο πέρα, να προσπαθήσουμε να ακτινογραφήσουμε το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και τη διαμόρφωση του νέου πολιτικού σκηνικού. Το κείμενο για τον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελέσει το πρώτο μέρος της ανάλυσής μας για τα πολιτικά κόμματα μετά τις εκλογές. Στο δεύτερο μέρος, θα ασχοληθούμε με το φαινόμενο ΛΑΟΣ, στο τρίτο με το ΚΚΕ και στο τέταρτο με το ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ.

του Γ. Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 66, Αύγουστος-Οκτώβριος 2007

Η σήψη του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος
Ό πως έχουμε ήδη υπογραμμίσει, στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, κάθε τριάντα χρόνια περίπου (μια γενιά), ανατρέπονται οι παλιοί πολιτικοί και παραταξιακοί σχηματισμοί και διαμορφώνονται νέοι (πάντα, βέβαια, με υπόστρωμα τους προηγούμενους). Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, θα διαμορφωθεί το δίπολο βενιζελικοί-βασιλικοί, που θα κυριαρχεί μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέχεια, στο πολιτικό προσκήνιο θα αναδειχθεί η σύγκρουση Αριστεράς και «Εθνικοφρόνων». Τέλος, μετά το 1974, η αντιπαράθεση θα μετατεθεί στη σύγκρουση μεταξύ του «προοδευτικού στρατοπέδου», με αιχμή το ΠΑΣΟΚ, και ιδεολογικές εφεδρείες την παραδοσιακή Αριστερά, και του «συντηρητικού στρατοπέδου», με σχεδόν αποκλειστικό εκφραστή τη Νέα Δημοκρατία. Το τέλος και η αρχή των πολιτικών κύκλων σηματοδοτούνταν συνήθως από κάποιο μεγάλο ιστορικό γεγονός. Στην πρώτη περίπτωση, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη δεύτερη, τη δικτατορία και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Σήμερα, όμως, παρά την υπέρβαση του «χρονικού ορίου», αλλά και την κρίση των ιδεολογικών συνιστωσών της μεταπολίτευσης, το σύστημα εξακολουθεί να πορεύεται με φορείς λίγο πολύ τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις, έστω και βαθύτατα μεταλλαγμένες. Επειδή όμως το πολιτικό σύστημα έχει φθαρεί μέχρι μυελού οστών και αποπνέει πλέον μια βαθύτατη κούραση, η οποία κατεγράφη με τον πιο έντονο τρόπο στις εκλογές (αυξημένη αδιαφορία των πολιτών). επειδή στο προσκήνιο αναδεικνύονται νέες γεωπολιτικές και κοινωνικές πραγματικότητες. επειδή η πολιτική, όπως και η φύση, απεχθάνεται το κενό, το ίδιο το πολιτικό σύστημα είναι υποχρεωμένο να βαδίσει προς μια μερική ή καθολικότερη ανασύνθεση.
Και, ως συνήθως, οι ανασυνθέσεις εγκαινιάζονται στα «άκρα» του πολιτικού συστήματος, που υφίστανται το μικρότερο βάρος της παράδοσης και του μεγέθους, ενώ, αντίθετα, είναι πολύ πιο δύσκολη η μετατόπιση πολιτικών δυνάμεων που διαθέτουν μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό βάρος. Πάντως, απ’ ό,τι φαίνεται από τη μετεκλογική κρίση του ΠΑΣΟΚ, οι διαδικασίες της κρίσης αρχίζουν και εκεί να επιταχύνονται. Οι δύο πρώτες πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν στις εκλογές, επιχειρώντας μια ανανέωση του παγιωμένου πολιτικού συστήματος, ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΛΑΟΣ.

Ένα εγχείρημα συσκότισης στην αριστερά
Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, η ηγεσία του Συνασπισμού επιχείρησε –με σχετική επιτυχία– ένα «ζογκλερίστικο» εγχείρημα ιδεολογικής και πολιτικής συσκότισης:

Η υπεράσπιση της παγκοσμιοποίησης και των αποεθνοτικών διαδικασιών, που αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της ιδεολογίας του, εμφανίζεται ως υπεράσπιση των… θυμάτων της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή των μεταναστών, των νέων, των εργαζόμενων της ελαστικοποιημένης εργασίας.
Το ίδιο συμβαίνει σε όλα τα κομβικά ζητήματα: η αποδοχή ενός μοντέλου “ανοικτών συνόρων” σημαίνει ενίσχυση του εμπορίου, του τουρισμού, του καταναλωτισμού, των μεγάλων μεταφορικών συστημάτων, των αεροδρομίων, δηλαδή της “ανάπτυξης”, την ίδια στιγμή που εμφανίζεται δήθεν ως υπερασπιστής της οικολογίας και των δασών. Στην πραγματικότητα, προωθεί απλώς ένα “πρασίνισμα” του συστήματος, με το αζημίωτο για τους επαγγελματίες περιβαλλοντολόγους, όπως έκαναν οι Πράσινοι στη Γερμανία.

Από την άλλη πλευρά, πώς είναι δυνατόν να προστατευθεί ό,τι έχει απομείνει από το κράτος πρόνοιας και τις εργασιακές κατακτήσεις, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, όταν σε όλη τη Δύση προωθούνται οι στρατηγικές της απορρύθμισης;

Πώς μπορεί να οικοδομηθεί ένα δημόσιο και δωρεάν σύστημα εκπαίδευσης σε μια νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση, που αποδομεί το σύστημα εκπαίδευσης; Και όμως, ο Συνασπισμός υποστηρίζει μια Ευρωπαϊκή Ένωση με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά, που ρυθμίζει όλες τις βασικές οικονομικές και κοινωνικές κατευθύνσεις, δηλαδή καταδικάζει τη χώρα μας να μη μπορεί να διατηρήσει ένα αυτόνομο σύστημα εκπαίδευσης.
Ιδεολογικός μηχανισμός του μεταπολιτευτικού κράτους
Επιχειρείται έτσι, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, μια ανανέωση/αναπαλαίωση έναντι του παλιού Συνασπισμού, που ήταν ένα κόμμα βαθύτατα φθαρμένο από τη νομή της εξουσίας, δίπλα στο ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως ουσιώδεις αλλαγές στις βασικές κατευθύνσεις.

Ο Συνασπισμός, και το ΚΚΕ εσωτ. παλιότερα, λειτούργησαν ως η δεξαμενή σκέψης και ο «οργανικός διανοούμενος» της «αλλαγής», δεδομένου ότι, μετά τη μεταπολίτευση, η αριστερή ιδεολογία κυριαρχεί και η Αριστερά παράγει αφειδώς στελέχη που θα στελεχώσουν τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους και του κόμματος-κράτους, δηλαδή του ΠΑΣΟΚ.
Μέσα σε τριάντα χρόνια, τα στελέχη της Αριστεράς –ή τα πρώην στελέχη της– θα κυριαρχήσουν σε όλους τους νευραλγικούς ιδεολογικούς τομείς, ΜΜΕ, πανεπιστήμια, κέντρα ερευνών του κράτους ή των τραπεζών κ.λπ., ενώ θα τροφοδοτούν με διανοουμένους και στελέχη τα ίδια τα κόμματα εξουσίας και κατ’ εξοχήν το ΠΑΣΟΚ. Τα στελέχη της «Ανανεωτικής Αριστεράς» κατείχαν έναν κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, όχι μόνο διότι εκεί συσσωρεύονταν σε μεγαλύτερο αριθμό οι διανοούμενοι, αλλά και διότι ήταν «οπλισμένοι» με τη θεωρία πως οι ίδιοι οι κρατικοί μηχανισμοί συνιστούν ένα πεδίο αντιπαράθεσης και, επομένως, η διείσδυση σε αυτούς ήταν όχι μόνο επιτρεπτή, αλλά και ευκταία.

Αντίθετα, το ΚΚΕ δεν ήταν το καταλληλότερο εφαλτήριο για την ατομική και σταδιακή «κατάληψη του κράτους», διότι πόνταρε μάλλον στην ολοκληρωτική κατάληψη, με τη βοήθεια, αν χρειαζόταν, των «χορευτικών τανκς» της Σοβιετίας. Αυτό το όραμα δονούσε τους νεαρούς κνίτες της δεκαετίας του 1970 και των αρχών του 1980, σε αντίθεση με τους ρηγάδες, που, σύμφωνα με τον… Γκράμσι και τον Πουλατζά, προέβλεπαν μια «μακρά μάχη χαρακωμάτων», στα πλαίσια του συστήματος, με αποτέλεσμα ο κύριος στόχος τους να είναι η διείσδυση στους κρατικούς μηχανισμούς.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετίας και τις ευκαιρίες που πρόσφερε στην Αριστερά η δημιουργία του ενιαίου Συνασπισμού, οι παλιοί κνίτες θα εγκαταλείψουν μαζικά το ΚΚΕ και θα αποκτήσουν έναν νέο πολικό αστέρα, μετά τη Μόσχα: τις Βρυξέλλες ή, οι πιο «τολμηροί», ακόμα και την Ουάσιγκτον. Ο Ανδρουλάκης, η Δαμανάκη, ο Κοτζιάς, ο Αλαβάνος, ο Δραγασάκης, ο Τσίμας, ο Μπίστης και χιλιάδες άλλοι θα εγκαταλείψουν το ΚΚΕ και θα πυκνώσουν τις τάξεις της Ανανέωσης είτε στον Συνασπισμό, είτε και στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ.

Η νέα αστική τάξη, την οποία είχε οικοδομήσει το ΠΑΣΟΚ και η οποία θα ξεδιπλωθεί ξεδιάντροπα στη δεκαετία του 1990, θα βρει, στην ενοποιημένη πλέον ανανεωτική Αριστερά, τους ιδεολόγους της. Ο παλιός διεθνισμός της υποταγής στη Μόσχα –ποιος θα ξεχάσει τους κνίτες που, στο ματς ΕΣΣΔ–Ελλάδας, στο Ευρωμπάσκετ του 1987, θα υπερασπίζουν την ΕΣΣΔ;– θα γίνει ο νέος κοσμοπολιτισμός της υποταγής στις Βρυξέλλες και της απεμπόλησης κάθε εθνικής ταυτότητας. Και, προφανώς, με το αζημίωτο. Με έναν πακτωλό χρημάτων από ευρωπαϊκά προγράμματα, θέσεις συμβούλων, καθηγητών, ακριβοπληρωμένων αρθρογράφων, θεσμικών συγγραφέων κ.ο.κ. Οι παλιοί αριστεροί διανοούμενοι θα γίνουν οργανικό στοιχείο της νέας διεθνοποιημένης ελίτ που εξέφρασε κατ’ εξοχήν τον εκσυγχρονισμό της σημιτικής περιόδου. Όσο για τη βάση των αριστερών κομμάτων, θα εξεγείρεται σε ορισμένες στιγμές, αλλά εντέλει θα χειραγωγείται και πάλι από τα στελέχη, εγκλωβισμένη μάλιστα και στην παραδοσιακή “διεθνιστική” ιδεολογία της Αριστεράς.

Η κρίση του εκσυγχρονισμού
Ωστόσο, στη νέα χιλιετία, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Είχε ξεκινήσει, ιδιαίτερα μετά το 2001, η κρίση και η στρατιωτικοποίηση της υπερδύναμης που, σιγά- σιγά, συμπαρέσυρε την «ευτυχή παγκοσμιοποίηση» της κλιντονικής περιόδου, με τους Γκίντενς, Φίσερ, Κον Μπεντίτ και άλλους. Τώρα πια, θα περάσουν στο προσκήνιο οι νεοσυντηρητικοί και ο Μπους. Τα «πολύχρωμα» αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα, μπροστά στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και την ανάπτυξη της αντιπαράθεσης με το Ισλάμ, θα υποχωρήσουν σταδιακά στη Δύση, ενώ θα αναπτυχθούν οι αντιπαραθέσεις στη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τον πόλεμο του Ιράκ.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το εκσυγχρονιστικό πείραμα Σημίτη έμοιαζε να μην έχει πλέον ούριο τον διεθνή άνεμο. ήταν πλέον η ώρα μιας Δεξιάς, που η μακρόχρονη απομάκρυνση από την εξουσία την είχε κάνει αρκούντως «λαϊκή», ώστε να μπορεί να εμφανίζεται ως λύση απέναντι σε ένα κόμμα βαρόνων, βουτηγμένο στο χρήμα και τη διαφθορά. Έτσι, το μπλοκ εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και εκσυγχρονιστικού Συνασπισμού έχασε την εξουσία το 2004. Και τα δύο κόμματα θα βρεθούν μπροστά σε οδυνηρές επιλογές προκειμένου να μπορέσουν να ανανεωθούν και να επαναδιεκδικήσουν την εξουσία.

Το ΠΑΣΟΚ κουκούλωσε αυτή την κρίση, μέχρι και τις εκλογές του 2007, με την «παράδοση» της εξουσίας από τον Σημίτη στον Γιωργάκη, έτσι ώστε να μη θιγεί τίποτε από τον μηχανισμό και τις βασικές κατευθύνσεις του κόμματος. Αυτή η ακινησία του ΠΑΣΟΚ –που θα μπει σε κρίση μόλις μετά τις εκλογές του 2007– αποτέλεσε όμως μια μεγάλη ευκαιρία για τον δεύτερο εταίρο του εκσυγχρονιστικού μπλοκ εξουσίας, τον Συνασπισμό, ώστε να ενισχύσει το ειδικό του βάρος στα πλαίσια της συμμαχίας.

Ο Κωνσταντόπουλος, ο Παπαγιαννάκης, και ο… Μπίστης δεν ήταν κατάλληλοι γι’ αυτή τη «νέα εποχή», που απαιτούσε ριζοσπαστισμό, έστω και «εύκολο», και μετακίνηση προς στρώματα νεολαίας, η οποία έμπαινε σε κρίση, ακόμα και στις μεσοστρωματικές της εκδοχές των βορείων προαστίων. Γι’ αυτό χρειαζόταν ένα νέο στελεχικό δυναμικό, που να επιχειρήσει την ανανέωση και, τηρουμένων των αναλογιών, να επαναλάβει το εγχείρημα του Ρήγα στην αμέσως μεταδικτατορική περίοδο, που είχε ενισχύσει το παλαιό ΚΚΕ εσωτ. με ένα σημαντικό ποσοστό νέων.
Επρόκειτο για ένα δύσκολο εγχείρημα: Πώς θα συνδυάζονταν οι εκσυγχρονιστικές, εθνομηδενιστικές και νεο-φιλελεύθερες επί της ουσίας απόψεις των βαρόνων του πανεπιστημίου και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων με τα νεολαιίστικα ρεύματα; Μα, ακριβώς, αναπτύσσοντας μια στρατηγική ιδεολογικής συσκότισης, με άξονα τη «λαϊκή» εκδοχή της στήριξης της παγκοσμιοποίησης: Δηλαδή, δεν υπερασπίζουμε τον Μπους, τον πόλεμο στο Ιράκ, την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, ή την υποταγή στα κελεύσματα των στρατηγών της Άγκυρας, αλλά την «ελεύθερη διακίνηση των μεταναστών», και δη των λαθρομεταναστών, της μαύρης εργασίας, την «ελληνοτουρκική φιλία» μεταξύ θύτη και θύματος –εξ ου και το «κάτω οι αμυντικές δαπάνες»– την άρνηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της επίθεσης στη «σκοταδιστική ορθοδοξία» και τα «εθνικιστικά μυθεύματα στην ιστορία» κ.ο.κ.

Έτσι θα ήταν δυνατό να επιχειρηθεί η μετάβαση σε μια νέα εποχή ανανέωσης για τη γερασμένη ηγεσία του Συνασπισμού, χωρίς εντέλει να απειληθεί και η συνοχή του, διότι, στις βασικές επιλογές, δηλαδή την αποδοχή της παγκοσμιοποίησης και των βασικών συνεπειών της, η εκσυγχρονιστική και η «επαναστατική» πτέρυγά του συμφωνούν απολύτως.

Επιδείνωση και όχι βελτίωση
Όσο στην ηγεσία του Συνασπισμού βρισκόταν ο Κωνσταντόπουλος, με τις γνωστές θέσεις του για το Σχέδιο Ανάν, τα ελληνοτουρκικά, τα ζητήματα της εθνικής ταυτότητας κ.λπ., υπήρχε μια δυνατότητα συνεργασίας με εκείνη την πτέρυγα του Συνασπισμού που επιχειρούσε μια διαφορετική προσέγγιση στα εθνικά ζητήματα και η οποία εκφραζόταν κατ’ εξοχήν από τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, τον Αλέκο Αλαβάνο, και εν μέρει ανθρώπους όπως ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Φώτης Κουβέλης κ.ά. Γι’ αυτό και, σε πάρα πολλά ζητήματα, όχι μόνο συμφωνούσαμε, αλλά συναντιόμασταν και σε κοινές εκδηλώσεις – ιδιαίτερα ο Λαφαζάνης και ο Αλαβάνος είχαν συμμετάσχει σε αρκετές εκδηλώσεις του Άρδην.

Όταν μάλιστα ο Αλαβάνος έγινε πρόεδρος του Συνασπισμού, πάρα πολλοί από τον χώρο μας χαιρέτισαν αυτή την αλλαγή ηγεσίας ως το προανάκρουσμα μιας αλλαγής ή, έστω, μιας «βελτίωσης» της γραμμής του Συνασπισμού στα εθνικά θέματα. Και όμως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η ανάδειξη του Αλέκου Αλαβάνου στην προεδρία του Συνασπισμού επιτάχυνε την πορεία των θέσεων του κόμματος προς τον εθνομηδενισμό.

Τα σημάδια φάνηκαν από την πρώτη μέρα σχεδόν της ανάδειξής του στην προεδρία του κόμματος. Στο παρθενικό ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, δεν επέλεξε, επί παραδείγματι, να συναντήσει τους Ποντίους από τη Ρωσία, που ζουν σε άθλιες συνθήκες, αλλά προτίμησε να ασχοληθεί με τον… γάμο των ομοφυλοφίλων. Έτσι έδινε το στίγμα των προθέσεών του: εμμονή σε ζητήματα δευτερεύοντα, όπου εύκολα μπορούσε να δρέψει δάφνες ανέξοδου ριζοσπαστισμού, αποδεκτού από το σύστημα της εξάρτησης, και υποταγή σε αυτό στα βασικά.

Οπότε, αμέσως μετά, θα ακολουθήσει η ευθυγράμμιση με το καθεστώς σε όλα τα μέτωπα: «Ελληνοτουρκική φιλία», Μακεδονικό, βιβλίο Ιστορίας, Κύπρος. Ακόμα και όταν έγιναν οι υποκλοπές από τους Αμερικανούς, συμμετείχε μαζί με τους υπολοίπους στην προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας. Και βέβαια, δεν θα λείπουν οι καθημερινές επιθέσεις στον «Χριστόδουλο» και την Ορθοδοξία, σε μια επίδειξη «κομμουνιστικής αδιαλλαξίας», ή η συγκάλυψη γεγονότων όπως το συστηματικό κάψιμο της ελληνικής σημαίας κλπ. κλπ.

Στην υπόθεση του βιβλίου της Ιστορίας της 6ης Δημοτικού, ο Αλαβάνος θα είναι ο μόνος που θα στηρίξει ανοικτά τη Γιαννάκου, κάνοντας ακόμα και επερώτηση στη Βουλή εναντίον εκείνων που στρέφονταν κατά του βιβλίου. Έτσι, ευθυγραμμίστηκε πλήρως με το νεο-οθωμανικό λόμπι, τις θέσεις των Αμερικανών και τη συμμορία των “προγραμματάκηδων” που λυμαίνονται το πανεπιστήμιο και κατοικοεδρεύουν στην Κεντρική Επιτροπή του Συνασπισμού και του ΠΑΣΟΚ (εκ μεταγραφής από τον Συνασπισμό).
Και όλα αυτά όταν, τουλάχιστον το 50% των ψηφοφόρων του κόμματος και επομένως και των μελών του –όπως φαίνεται και από τις δημοσκοπήσεις– τοποθετείται εχθρικά απέναντι στις εθνομηδενιστικές αντιλήψεις.

Παράλληλα, ο Συνασπισμός ανέβαζε τους τόνους στα δευτερεύοντα για το σύστημα ζητήματα, όπως το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, των διαδηλώσεων του Κοινωνικού Φόρουμ ή της αστυνομικής καταστολής κατά των μεταναστών, χωρίς ωστόσο, όπως δείξαμε, να αμφισβητεί την ουσία είτε της παγκοσμιοποίησης είτε της εκπαιδευτικής πολιτικής. Επιμένοντας στα επιφαινόμενα, όπως η κρατική καταστολή, απέκρυπτε τη στρατηγική σύγκλιση με τον νεο-φιλελευθερισμό. Διότι η καταστολή ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη φοιτητική νεολαία, αλλά δεν καθορίζει και τις στρατηγικές επιλογές του συστήματος. Με αυτή τη λαϊκιστική στρατηγική, που τόσο απέδωσε και στο περιβόητο “ντιμπέϊτ”, επιχειρούσε όχι απλώς να προσεταιριστεί τη μεσοστρωματική νεολαία και ένα μέρος των εργαζόμενων του δημόσιου και ημιδημόσιου τομέα, κυρίως τους εκπαιδευτικούς, αλλά και να μεταβάλει το κίνημά τους σε μοχλό στήριξης των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης.

Αντί να προσπαθήσει να συνδέσει το φοιτητικό και συνδικαλιστικό κίνημα με τα μεγάλα εθνικά ζητήματα, και να καταγγείλει τη μετατροπή της χώρας σε παρασιτικό προτεκτοράτο και επαρχία των Βρυξελλών, πλειοδοτώντας στον «αντιεθνικισμό», συντασσόταν με το μεγάλο κεφάλαιο στις βασικές νεοφιλελεύθερες και νεο-οθωμανικές επιλογές του: Διότι, όταν βγάζεις κορόνες κατά του τραπεζικού κεφαλαίου, αλλά αποσιωπάς τις στρατηγικές επιλογές της διασύνδεσης με την Τουρκία, όπως εκφράστηκε με την Εθνική Τράπεζα, π.χ., ή όταν διακηρύσσεις στη Μυτιλήνη, όπως έκανε ο Αλαβάνος, πως η σωτηρία της οικονομίας της βρίσκεται στη διασύνδεση με την… απέναντι τουρκική οικονομία, τότε κοροϊδεύεις όχι μόνο τον κόσμο αλλά και τα ίδια σου τα μέλη.

Η χρησιμοποίηση των μεταναστών
Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να καταγγέλλεις την παγκοσμιοποίηση και την «ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων», αλλά να τάσσεσαι δημαγωγικά υπέρ των «ανοικτών συνόρων» και της ελεύθερης διακίνησης εργατικού δυναμικού, που αποτελεί τον βασικό μοχλό για τη διεθνοποίηση του εφεδρικού στρατού εργασίας, για τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και την πτώση των μισθών. Δεν μπορείς να αποκρύπτεις πως η πτώση του πληθωρισμού επί Σημίτη, και η παράλληλη μείωση του πραγματικού εισοδήματος των χαμηλόμισθων εργαζομένων, ήταν συνέπεια της πολιτικής των «ανοικτών συνόρων» του κεφαλαίου, και να επικεντρώνεσαι μόνο στα φαινόμενα ξενοφοβίας ή και ρατσισμού, ιδιαίτερα των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται από την ανεξέλεγκτη μετανάστευση.
Δεν μπορείς, ακόμα, να αποκρύπτεις πως η πολιτική των «ανοικτών συνόρων» είναι πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου, ούτε πως η αθρόα είσοδος μεταναστών από γειτονικές χώρες με αλυτρωτικές διεκδικήσεις εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για τη δημιουργία στρατηγικών μειονοτήτων. Δεν μπορείς, εν τέλει, να σπρώχνεις λαϊκά στρώματα στο ΛΑΟΣ και να ενισχύεις ένα υπόγειο ρεύμα ξενοφοβίας που, αργά ή γρήγορα, θα ξεσπάσει, αντί να προωθείς μία ρύθμιση του μεταναστευτικού ζητήματος, με χτύπημα της λαθρομετανάστευσης, που διευρύνει διαρκώς τη μαύρη εργασία, και με την ισότιμη ένταξη των υπαρχόντων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό πολιτισμό. Οι… μετανάστες και τα δικαιώματά τους χρησιμοποιούνται, στην πράξη, ως ο κύριος ιδεολογικός πολιορκητικός κριός του εθνομηδενισμού, και κινδυνεύουν να πληρώσουν αυτοί για την πολιτική και τα συμφέροντα των αφεντικών τους! Έχουν μεταβληθεί στο κύριο πρόσχημα ώστε ο Συνασπισμός –μαζί με το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, από το οποίο εξάλλου αντλεί αδιάκοπα και μέλη και ιδεολογία– να υπερασπίζονται την Τουρκία, το Σχέδιο Ανάν, την παράδοση στην παγκοσμιοποιητική συμμορία των Βρυξελλών, την κατάργηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας! Διότι είναι, τάχα, υπέρ της κατάργησης των… συνόρων προς όφελος των μεταναστών! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Φιλοθέη, η Βούλα, η Μύκονος, θα διαθέτουν άφθονα και φθηνά εργατικά χέρια για οικοδόμους, κηπουρούς και καθαρίστριες, και οι εκατομμυριούχοι των προγραμμάτων και των μετοχών σε εταιρείες και τράπεζες θα έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους ότι είναι υπέρ της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης». Γι’ αυτό και η εκσυγχρονιστική πτέρυγα του Συνασπισμού «τα βρήκε» τόσο εύκολα με μια δήθεν «επαναστατική» πτέρυγα: διότι της προσφέρει το άλλοθι και τις ψήφους που της χρειάζονται.

Μια στρεβλή «ενότητα»
Ευθύνη σε αυτό το εγχείρημα συσκότισης και συγκάλυψης της μεταλλαγής του έχουν σε ένα βαθμό και δυνάμεις όπως η ΚΟΕ, το ΔΗΚΚΙ, ο Γιάννης Μπανιάς κ.ά., που συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στο φύλλο συκής του εγχειρήματος.

Και αυτό, διότι, ενώ γνωρίζουν το βαρύτατο διακύβευμα, δεν τοποθετούνται ανοικτά: Εάν το νέο αντι-παγκοσμιοποιητικό και νεολαιίστικο κίνημα στη χώρα μας σφραγιστεί από τον εθνομηδενισμό και τον “εναλλακτικό φιλελευθερισμό”, δεν θα κατορθώσει να συνδεθεί με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, διότι, στην Ελλάδα, τα εργασιακά και τα εθνικά προβλήματα διαπλέκονται αξεδιάλυτα και δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση του όποιου μαζικού κινήματος, χωρίς αυτή τη διασύνδεση (όπως διαπιστώθηκε περίτρανα τόσο κατά την Κατοχή, όσο και στην περίοδο του Κυπριακού Αγώνα 1955-59).

Επιπλέον, θα δώσει τροφή και έδαφος για την ανάπτυξη ενός λαϊκιστικού νεοδεξιού χώρου που θα «καπαρώσει» την κοινωνική διαμρτυρία και τα εθνικά θέματα, όπως επιχειρεί να κάνει ο Καρατζαφέρης και το ΛΑΟΣ. Ο εκσυγχρονιστικός Συνασπισμός καθίσταται όρος της ύπαρξης του ΛΑΟΣ και τανάπαλιν.

Προκειμένου να ευοδωθεί, και ταυτόχρονα να συσκοτιστεί, το εγχείρημα της «ανανέωσης της ανανέωσης», ήταν αναγκαία μια σχετική διεύρυνση του Συνασπισμού προς ριζοσπαστικές δυνάμεις, που εντάσσουν στην προβληματική τους τα εθνικά ζητήματα, και επομένως έχουν σχέση με ευρύτερες θεματικές, ώστε να σιγήσουν και αυτές, και να μετατραπούν σε άλλοθι της εθνομηδενιστικής στρατηγικής: Απαραίτητοι μοχλοί για την «επιχείρηση ΣΥΡΙΖΑ» του Συνασπισμού ήταν κατ’ εξοχήν ο Μανόλης Γλέζος, αλλά και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, η ΚΟΕ, ή το ΔΗΚΚΙ.

Θα πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στην περίπτωση του Μανόλη Γλέζου, τακτικού συνεργάτη του Άρδην. Ο Γλέζος, εκτός από ήρωας και σύμβολο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είναι υποστηρικτής, τουλάχιστον όσο και το Άρδην, αν όχι περισσότερο, της ανάγκης διασύνδεσης των ζητημάτων της άμεσης δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικολογίας με το εθνικό ζήτημα. Και όμως, εκμεταλλευόμενοι τη βαθιά του επιθυμία να δει «επιτέλους» την Αριστερά –για την οποία αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή– «ενωμένη», επιχειρούν να τον εντάξουν και αυτόν στο εγχείρημα της ανανέωσης του εθνομηδενισμού και του νεο-φιλευθερισμού, με δόλωμα την ενότητα.

Μια στρεβλή αντίληψη περί «ενότητας της Αριστεράς», άσχετα με το τι είναι και τι λέει αυτή η «Αριστερά», άσχετα με το πραγματικό κοινωνικό και ιδεολογικό της υπόβαθρο, πρυτανεύει στη λογική εκείνων που μεταβλήθηκαν σε δεκανίκι της παγκοσμιοποιητικής στρατηγικής. Συνέβη δε το ακριβώς αντίθετο: εν τέλει, είναι οι ίδιοι που αυτοφιμώθηκαν σε θέματα όπως το βιβλίο της ιστορίας, η «ελληνοτουρκική φιλία», ή τα όνειρα του κεφαλαίου περί «ανοικτών συνόρων», επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση πως δεν είναι δυνατόν να συμμετέχεις σε ένα εγχείρημα που, στα βασικά ζητήματα της χώρας, έχει λανθασμένες αντιλήψεις, χωρίς να βάλεις, αργά ή γρήγορα, και ο ίδιος νερό στο κρασί σου.

Ο μηχανισμός είναι απλός και πασίγνωστος. Για να συμμετέχεις σε ένα κοινό εγχείρημα με κάποιους άλλους, θα πρέπει να υπάρχει μια συναντίληψη στις βασικές κατευθύνσεις. Και το θεμελιώδες ζητούμενο στην ελληνική πραγματικότητα, τουλάχιστον από το 1989 και μετά, είναι η αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση, η αντίσταση στην προσπάθεια συντριβής του ελληνικού έθνους μαζί με τις γενικότερες γεωπολιτικές αναδιατάξεις στην περιοχή, και της επιβολής της παγκοσμιοποιητικής απορρύθμισης.

Όλες οι μεγάλες πανεθνικές αντιστάσεις εκεί επικεντρώθηκαν με τον έναν ή άλλο τρόπο: Διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, παράδοση Οτσαλάν, ζήτημα των ταυτοτήτων, σχέδιο Ανάν, βιβλίο της Ιστορίας, ασφαλιστικό, άρθρο 16. Αν, λοιπόν, σε αυτά τα ζητήματα, όχι μόνο δεν υπάρχει στοιχειώδης συμφωνία, αλλά αποδέχεσαι τελικά ως κυρίαρχη τη λογική της παγκοσμιοποιητικής αποσύνθεσης, τότε είσαι υποχρεωμένος και ο ίδιος να τα υποβαθμίσεις και να προβάλλεις άλλα θέματα ως κυρίαρχα, για να δικαιολογήσεις τη συμπόρευση με αυτούς που έχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις από εσένα. Έτσι, εντέλει, αλλάζεις και ο ίδιος την άποψή σου και –εκών ή άκων– προσχωρείς στην κυρίαρχη άποψη.

Αν μελετήσει κανείς τη στροφή που, μέσα σε δύο χρόνια, από το σχέδιο Ανάν μέχρι σήμερα, έχουν πραγματοποιήσει άτομα και οργανώσεις, θα μείνει έκθαμβος. Οι αντιλήψεις της ομάδας Παπαγιαννάκη, των «εκσυγχρονιστών» του Συνασπισμού, θριάμβευσαν, ενώ φαινόταν πως είχαν ηττηθεί.

Οι προοπτικές του ΣΥΡΙΖΑ
Όταν λοιπόν επικρίνουμε τον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ, το κάνουμε όχι γιατί δεν βλέπουμε ή δεν ξέρουμε πως στο εσωτερικό του βρίσκονται και δυνάμεις, πολιτικές ή κοινωνικές, με τις οποίες θα συμπορευτούμε ή μας ενδιαφέρουν. Ή ότι δεν υπάρχουν θεματικές τις οποίες συμμεριζόμαστε.
Ακριβώς γιατί μας ενδιαφέρουν και τις συμμεριζόμαστε, είμαστε υποχρεωμένοι να καταδείξουμε πως το κυρίαρχο στοιχείο του εγχειρήματος της ηγεσίας είναι η προσπάθεια ανανέωσης επί το «ριζοσπαστικότερο» της στρατηγικής των διανοούμενων ελίτ του παγκοσμιοποιητικού εκσυγχρονισμού, που, μπροστά στα αδιέξοδα της παλιάς χρυσής εποχής του κλιντονοσημιτισμού, επιχειρούν μια αναβάπτιση στους κοινωνικούς αγώνες και τα κινήματα, διαστρέφοντάς τα προς την κατεύθυνση που επιθυμούν. Μια “σύνθεση Κολωνακίου και Εξαρχείων”, όπως έχει εύστοχα διατυπωθεί.
Και είναι βέβαιο πως πολλοί μέσα στο ΠΑΣΟΚ, σήμερα που έχει ανοίξει η περίοδος της κρίσης του, διδάσκονται από αυτή την επιχείρηση μεταμόρφωσης και θα επιχειρήσουν να την ακολουθήσουν.

Όμως, οι κοινωνικές και γεωπολιτικές πραγματικότητες είναι, τελικά, ισχυρότερες από κάθε εγχείρημα συσκότισης. Οι εθνομηδενιστικές και νεο-φιλελεύθερες (έστω και ενδεδυμένες με τον μανδύα του εναλλακτικού) απόψεις στην ελληνική κοινωνία δεν μπορούν παρά να ευδοκιμούν σε περιορισμένα, αριθμητικά, στρώματα των ελίτ και της διανόησης, που στελεχώνουν τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Και αυτό διότι, παρά τον οικονομικό και κοινωνικό παρασιτισμό που υπονομεύει την ίδια την ελληνική κοινωνία, τα εθνικά και κοινωνικά προβλήματα είναι υπαρκτά. Από τη στιγμή και πέρα, λοιπόν, που τα κόμματα των ελίτ επιχειρούν να διευρυνθούν και να μαζικοποιηθούν, κινδυνεύουν να συμπεριλάβουν στο εσωτερικό τους τμήματα των λαϊκών στρωμάτων και πολιτικές δυνάμεις ανταγωνιστικές προς τη στρατηγική τους. Γι’ αυτό και αργά ή γρήγορα τις αποβάλλουν.

Στην Ελλάδα, δεν μπορεί να υπάρξει εθνομηδενιστική, φιλελεύθερη και ταυτόχρονα μαζική Αριστερά. Κάθε προσπάθεια μαζικοποίησης αποβαίνει σισύφεια γι’ αυτόν τον χώρο. Ακόμα και στις τελευταίες εκλογές, το ανύπαρκτο, από άποψη εκλογικής τακτικής και εκστρατείας ΚΚΕ, κατόρθωσε και πάλι να ξεπεράσει σημαντικά τον Συνασπισμό, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα. Το δίδυμο Αλαβάνου–Τσίπρα απέπνεε τόσο εμφανώς «επανάσταση βορείων προαστίων», ώστε δεν μπόρεσε εντέλει να πείσει σε μεγάλη έκταση λαϊκά στρώματα να στραφούν προς αυτό, ενώ αντίθετα κέρδισε στις μεγαλοαστικές και μεσοαστικές γειτονιές.

Το δίλημμα λοιπόν για τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ θα τεθεί: Εάν επιθυμεί την πάρα πέρα μαζικοποίησή του, θα πρέπει να αποβάλει τον νεοφιλελεύθερο εθνομηδενισμό, όπως, mutatis-mutandis, το ΚΚΕ, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, απέβαλε μια αποεθνοτική εκδοχή του διεθνισμού. Αντίθετα, αν θέλει να διατηρήσει το κοινωνικό και ιδεολογικό του στίγμα, θα πρέπει να αυτοπεριοριστεί στους κοινωνικούς και ιδεολογικούς χώρους της αναπαραγωγής του. Και είμαστε βέβαιοι πως θα κάνει το δεύτερο. Για πολλούς λόγους:

Κατ’ αρχάς διότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε κρίση ανάλογη με της Κατοχής, ώστε να ανατραπούν βίαια ιδεολογικές αγκυλώσεις και κοινωνιολογικοί επικαθορισμοί. Η παγκοσμιοποιημένη «αριστερή» ελίτ που κυριαρχεί στον Συνασπισμό δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το κόμμα στην «πλέμπα». Διότι, τότε, θα χάσει την ιδεολογική ηγεμονία, που είναι αναγκαίος όρος για να λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός της παγκοσμιοποίησης. Εξάλλου, δίπλα και συμπληρωματικά με τον Συνασπισμό υπάρχουν δύο άλλα κόμματα, τα οποία κατέχουν διαφορετικούς ρόλους στο πολιτικό σύστημα. Το ΚΚΕ στην παραδοσιακή Αριστερά εκφράζει την αριστερή «πλέμπα», η οποία, αν προσχωρούσε στον Συνασπισμό, θα τον αποσυνέθετε εκ των ένδον, και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο λειτουργεί ως ο μαζικός φορέας του κυβερνητικού εκσυγχρονισμού. Γι’ αυτό και όταν έγινε η απόπειρα του ενιαίου Συνασπισμού, με διττό στόχο, από τη μία να ενοποιήσει την ελίτ και την «πλέμπα» της Αριστεράς σε ένα κοινό κόμμα και από την άλλη να ανατρέψει και να υποκαταστήσει την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ στη συνολική «κεντροαριστερά», το εγχείρημα γνώρισε μια οικτρή αποτυχία: Όχι μόνο οδήγησε και πάλι στη διάσπαση μεταξύ ανανεωτικών και μη, αλλά και επανεπιβεβαίωσε το ΠΑΣΟΚ ως ηγετική δύναμη.

Βέβαια, η ανανέωση κέρδισε νέο αίμα εκ μεταγγίσεως. Τα διανοούμενα αστικά και μεσοστρωματικά κομμάτια του ΚΚΕ μεταγράφηκαν στην Ανανέωση, συμπαρασύροντας και ένα υγιές μέρος, το πιο πολιτικοποιημένο και λιγότερο δογματικό, της βάσης του ΚΚΕ.

Αυτό είναι το σισύφειο «δράμα» του ανανεωτικού χώρου. Όταν επιχειρεί να ξεπεράσει τον ρόλο του ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους και να «μαζικοποιηθεί», μπαίνει σε περιπέτειες. Όμως ο Συνασπισμός, εκτός από ιδεολογικό όργανο των ελίτ, είναι ταυτόχρονα και ένα πολιτικό κόμμα, που έχει ανάγκη να διευρύνεται και να ενισχύεται, για να μπορεί να διατηρεί τον ρόλο του, να μπαίνει στη Βουλή κ.λπ. Κατά συνέπεια, τα κομματικά στελέχη του νιώθουν ασφυκτικά μέσα σε ένα κόμμα που κυμαίνεται μεταξύ του 1,7% και του 5,2%, και σε κάθε εκλογές αγωνιά αν θα ξεπεράσει το όριο του 3% ή όχι. Γι’ αυτό και επιχειρούν διαρκώς ανοίγματα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, για να επιτύχουν την πολυπόθητη αλλά εντέλει ανέφικτη διεύρυνσή τους.

Γι’ αυτό και στο παρελθόν η «δεξιά» ΕΑΡ του Κύρκου θα επιχειρήσει, μέσα στο κλίμα του γκορμπατσοφισμού, την ενοποίηση με το ΚΚΕ του Φλωράκη. Γι’ αυτό και η Δαμανάκη στη συνέχεια θα καταφύγει στο ΠΑΣΟΚ, γι’ αυτό και ο Κωνσταντόπουλος θα μπει σε πορεία αποχώρησης από τον Συνασπισμό, ώστε να μετάσχει σε «ευρύτερες συνθέσεις». Γι’ αυτό και σήμερα, μετά την πτώση του ΠΑΣΟΚ, η ηγεσία του Συνασπισμού θα επιχειρήσει ένα νέο μετέωρο «άνοιγμα», προς τα αριστερά αυτή τη φορά. Ένα άνοιγμα που είναι καταδικασμένο να καταλήξει, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια μελλοντική συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, έναντι του οποίου η ανανεωτική Αριστερά έχει παραπληρωματικό ρόλο, ή, στη χειρότερη, σε νέες εσωτερικές αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις και συρρικνώσεις, ή και στα δύο ταυτόχρονα.

Πάντως ένα είναι βέβαιο, η ηγετική γραφειοκρατία και οι ελίτ του Συνασπισμού δεν πρόκειται να αποδεχθούν κάποια ριζική αλλαγή του μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, στην καλύτερη περίπτωση θα επιτύχουν μια νέα μετάγγιση αίματος, όπως συνέβη και με την κρίση του 89-92.

Γι’ αυτούς τους λόγους, λοιπόν, θεωρούμε ανέφικτη τη στρατηγική της ανασύνθεσης της «Αριστεράς» μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να μετάσχουμε σε ένα τέτοιο εγχείρημα αν δεν μεταβάλει προηγουμένως την κυρίαρχη στρατηγική του, όσο και αν αυτό στενοχωρεί κάποιους φίλους και αναγνώστες μας. Γι’ αυτό, εμείς του Άρδην, άσχετα από την πολιτική μας προέλευση, δεν βλέπουμε την πιθανή συγκρότηση ενός εναλλακτικού πολιτικού υποκειμένου μέσα από την προσκόλληση σε παλιούς διαχωρισμούς και ονοματολογίες: η Αριστερά κυβέρνησε και στην Ανατολή και στη Δύση με τη σοσιαλδημοκρατία και απέτυχε. Είναι καιρός να επανορίσουμε έννοιες και ταυτότητες. Το νέο πολιτικό υποκείμενο πρέπει να απευθύνεται σε όλο τον λαό, γύρω από μια εναλλακτική στρατηγική, εκείνη της εγκατάλειψης του παγκοσμιοποιητικού μοντέλου, που καταστρέφει τις κοινότητες και τον πλανήτη, και να στηρίζεται στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, της ισότητας, του πατριωτισμού και της απο-ανάπτυξης, και όχι στην «Αριστερά» γενικά και αφηρημένα.
Αν σε μια τέτοια κατεύθυνση στρατευθεί και ένα μέρος της παλιάς Αριστεράς και των παλιών κομμάτων, τόσο το καλύτερο, γιατί θα επιταχυνθεί η διαδικασία. Διαφορετικά, το αίτημα και το εγχείρημα θα παραμένει απαραίτητο αλλά ζητούμενο, και εμείς θα επιμένουμε σε αυτό, συμπαρατασσόμενοι μόνο με εκείνες τις δυνάμεις που συμμερίζονται, στις γενικές γραμμές τους, αυτές τις βασικές διαπιστώσεις.

Γνωρίζουμε πως αυτές οι διαπιστώσεις δεν είναι πάντα αρεστές, γιατί όλοι θα επιθυμούσαν, και πριν απ’ όλους ο υποφαινόμενος, την όσο το δυνατό ταχύτερη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου.

Ξέρουμε πως οι απαισιόδοξες διαπιστώσεις για το μέλλον της θεσμικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνουν πως η διαμόρφωση ενός πολιτικού πόλου θα απαιτήσει πολύ περισσότερο κόπο και χρόνο. Όμως, εάν δεν θέλουμε και εμείς να προσχωρήσουμε στο στρατόπεδο της λάϊτ παγκοσμιοποίησης, πρέπει να οικοδομήσουμε έναν αυτόνομο ιδεολογικό, κατ’ αρχάς, και εν συνεχεία πολιτικό, πόλο. Αν πιστεύουμε στη δύναμη και στην αλήθεια των ιδεών μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek