Ο αείμνηστος Θέμος Στοφορόπουλος στην παρακάτω ανάλυση με διεξοδικό τρόπο έδειξε γιατί η συμφωνία του Ελσίνκι ήταν επιζήμια για τα εθνικά μας συμφέροντα. Είκοσι χρόνια μετά οπαδοί της χρεοκοπημένης “ελληνοτουρκικής φιλίας” μας καλούν για μια νέα διευθέτηση με την Τουρκία τύπου “Ελσίνκι”. Σε αυτή την συγκυρία η ανάλυση του Θέμου Στοφορόπουλου έχει ιδιαίτερη αξία.

Του Θέμου Χ. Στοφορόπουλου από το Άρδην τ. 23, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2000

Tο κείμενο αυτό αποτελείται από πέντε μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στους στόχους που η πολιτική µας ηγεσία φαίνεται να έχει θέσει για την Κύπρο και το Αιγαίο, ώστε να δούμε, στο δεύτερο μέρος, αν προώθησαν τους σκοπούς αυτούς οι πρόσφατες αποφάσεις στη φινλανδική πρωτεύουσα. Επιχειρούμε, στη συνέχεια, μια κριτική των ελληνικών «επιδιώξεων», ενώ, στο τέταρτο μέρος, προσπαθούμε να εικάσουμε τις εκτιμήσεις, για το παρόν και το μέλλον του διεθνούς περιβάλλοντος, στις οποίες στηρίζεται η πολιτική µας στη Μεγαλόνησο (συνεπώς δε και γενικότερα). Για να καταλήξουμε, στο πέμπτο μέρος, διατυπώνοντας ορισμένες σκέψεις ως προς αυτά που πρέπει (ή έπρεπε) να κάνουμε.

Το

1ο ΜΕΡΟΣ

Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που είχαν, για τον ελληνισμό, τα Συμπεράσματα του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Ελσίνκι, 10 και 11 Δεκεμβρίου 1999) εξαρτάται από το τι θέλουμε να πετύχουμε εν σχέσει µε την Κύπρο, το Αιγαίο, (και ολόκληρη την Ελλάδα).

Αν είμαστε διατεθειμένοι να κρατήσουμε μόνον ό,τι µας αφήσουν «τελικά» (δεν θα υπάρξει, βέβαια, «τελικά») οι αντίπαλοί µας Τούρκοι και/ή Δυτικοί, που θέλουν να ενισχυθούν εις βάρος µας[1], τότε, στην πραγματικότητα, δεν επιδιώκουμε τίποτα. Αν, όμως, έχουμε στο μυαλό µας minima τότε αυτά πρέπει τουλάχιστον να σκιαγραφηθούν.

Παρατηρούμε, πρώτον, ότι το κυριότερο ζήτημα στο Αιγαίο είναι το πλάτος των ελληνικών ζωνών, στη θάλασσα και στον αέρα.

Εμείς θεωρούμε ως status quo  τα έξι ναυτικών μιλίων χωρικά µας ύδατα και τον δέκα ν.μ. εναέριο χώρο µας. Υποστηρίζουμε πως η νομιμότητα του καθεστώτος αυτού στηρίζεται σε ειδικό, τοπικό, έθιμο[2].

Όμως οι Τούρκοι αμφισβητούν και δεν σέβονται αυτό το status quo , επιμένοντας ότι ο εναέριος χώρος πρέπει να συμπίπτει µε την αιγιαλίτιδα ζώνη. Επικαλούνται δε τον εθιμικό κανόνα του Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα µε τον οποίο εθνικός εναέριος χώρος είναι η περιοχή εκείνη του αέρα που υπέρκειται του εδάφους και της αιγιαλίτιδας ζώνης μιας χώρας. Ο κανόνας αυτός διατυπώνεται σε όλες τις οικείες διεθνείς συμβάσεις, περιλαμβανομένης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία υπογράφτηκε στο Montego Bay το 1982 και είναι πλέον σε ισχύ. Το άρθρο 2, παράγραφος 2 της Σύμβασης αυτής ορίζει ότι: «η κυριαρχία (του παράκτιου κράτους) εκτείνεται Και στον εναέριο χώρο πάνω από την χωρική θάλασσα».

Δεν στερούνται, λοιπόν, νομικών επιχειρημάτων οι Τούρκοι, όταν µας αρνούνται τα τέσσερα μίλια που δεν υπέρκεινται της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Εμείς αναχαιτίζουμε τα τουρκικά αεροσκάφη στα «εκκρεμή» αυτά 4 μίλια, χωρίς να έχουμε επιτύχει τον τερματισμό των παραβιάσεων.

Η λύση του προβλήματος είναι, βέβαια, απλή: να περιορίσουμε τον εναέριο χώρο µας στα έξι μίλια ή να διευρύνουμε τα χωρικά µας ύδατα τουλάχιστον στα δέκα μίλια, ή και στα δώδεκα, όπως έχουμε δικαίωμα βάσει του αμέσως επομένου (υπ’ αριθ. 3) άρθρου της Σύμβασης του Montego Bay, που κωδικοποιεί αντίστοιχο εθιμικό κανόνα.

Από που απορρέει το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά ...

Την πρώτη λύση, του περιορισμού στα έξι μίλια, µας πιέζουν να εφαρμόσουμε οι Τούρκοι[3] µε τις «παραβιάσεις», µε την επίμονη πρόσκληση να συζητήσουμε το θέμα και, βέβαια, µε την απειλή πολέμου (casus belli) αν διευρύνουμε την αιγιαλίτιδα ζώνη µας. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιμένει ότι πρέπει να συμμορφωθούμε προς τον κανόνα του άρθρου 2 της ανωτέρω Σύμβασης και μας εμποδίζει, µε γκανγκστερικό τρόπο, να εφαρμόσουμε εκείνον του άρθρου 3. Είναι φανερό πως η τουρκική αυτή συμπεριφορά είναι ουσιαστικά παράνομη.

Βλέπουμε, επίσης, πως δεν είναι βέβαιο ότι το status quo στο Αιγαίο, όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε, είναι σύννομο.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι, πολιτικά, είναι λανθασμένη η εμμονή µας στα τέσσερα «ανορθόδοξα» μίλια του εναέριου χώρου μας. Πού, όμως, αυτή αποβλέπει; Σε μελλοντική διεύρυνση των χωρικών µας υδάτων ή σε αυτοπεριορισμό στα έξι μίλια έναντι ανταλλάγματος;

Η πρώτη υπόθεση δεν συμβιβάζεται µε την εντύπωση ότι έχουμε υποσχεθεί στους Αμερικανούς να μην προβούμε σε τέτοια διαπλάτυνση «στο ορατό μέλλον». Αν αυτό αληθεύει, απομένουν οι τυχόν προσδοκίες ανταλλάγματος. Έχει προταθεί αυτό να είναι μια διεθνής (αμερικανονατοϊκή) εγγύηση ανάληψης εκ μέρους της Τουρκίας της υποχρέωσης να σέβεται τα σύνορά µας στο Αιγαίο. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η Τουρκία αμφισβητεί την ελληνικότητα πολλών (183;) νησίδων και βραχονησίδων (από τις οποίες έχουμε δεχθεί ότι τα Ίμια πράγματι έχουν αβέβαιο καθεστώς: αυτό σημαίνει η, βάσει της γνωστής συμφωνίας του 1998, παραίτησή µας από την δυνατότητα να υψώνουμε εκεί την ελληνική σημαία). Θα έπρεπε, δηλαδή, να συμφωνήσουμε πρώτα µε την Τουρκία, κατόπιν διαπραγματεύσεων, ποια είναι τα ελληνικά σύνορα, τα οποία θα δεχόταν αυτή να σεβασθεί.

Δύσκολα, εξάλλου, θα μπορούσαμε να εξαργυρώσουμε τα τέσσερα μίλια, αφού ούτε µη αμφισβητούμενο τίτλο ούτε ακώλυτη νομή διαθέτουμε. (Οι τουρκικές παραβιάσεις έχουν και αυτό τον σκοπό: να αποδυναμώσουν ακόμα περισσότερο το επιχείρημά µας περί τοπικού εθίμου).

Το δικαίωμα στα δώδεκα μίλια πάσχει, επίσης, ως αντάλλαγμα, αν έχουμε υποσχεθεί να μην το ασκήσουμε (αυτό θα εξηγούσε γιατί επί αρκετά χρόνια δεν το προβάλλουμε). Και, οπωσδήποτε, διότι οι Τούρκοι θεωρούν πως έχουν εξουδετερώσει αυτή µας τη δυνατότητα, ακόμα και ως διαπραγματευτικό όπλο, χαρακτηρίζοντας τη διεύρυνση ως αιτία πολέμου.

Ανάλογα ισχύουν και για άλλα ζητήματα που η Τουρκία εγείρει στο Αιγαίο και που αφορούν την Περιοχή Πληροφόρησης Πτήσεων (FIR) και την άμυνα των νησιών.

Υπάρχουν όμως πρόσθετοι λόγοι που µας κάνουν να αποφεύγουμε τις διμερείς συνομιλίες για τα θέματα αυτά, τις οποίες επιδιώκει η Άγκυρα.

Οι δυσµενείς για εμάς συνθήκες ενός τέτοιου διαλόγου (οι οποίες θα μπορούν και να τον μετατρέψουν σε διαπραγμάτευση) θα περιελάμβαναν τις πιέσεις που θα ασκούσε η Άγκυρα λόγω των ισχυρότερων στρατιωτικών της δυνάμεων και της υποστήριξης που της παρέχουν οι Αμερικανοί και οι άλλοι Δυτικοί.

Το συμπέρασμα που συνάγει η ελληνική κυβέρνηση είναι πως η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει τον διάλογο µε την Τουρκία, για θέματα «υψηλής πολιτικής», µε μόνη εξαίρεση την από κοινού σύνταξη συνυποσχετικού για υποβολή του θέματος οροθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Δικαστήριο της Χάγης, στο οποίο «θα πρέπει» η Άγκυρα να παραπέμψει και κάθε αξίωση που θεωρεί ότι έχει.

Επιδιώκουμε, δηλαδή, ή «να παραμείνουν τα πράγματα όπως έχουν» ή το Διεθνές Δικαστήριο να οροθετήσει την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου µε χωρικά ύδατα 6 ν.µ., ενδεχομένως δε και να χαράξει τα ελληνοτουρκικά σύνορα στο Αρχιπέλαγος µε τέτοιου πλάτους αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά και εναέριο χώρο[4].

Για το Κυπριακό, επιδιώκουμε να μην αποτελέσει η «λύση» του προϋπόθεση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε., ώστε:

(α) επειδή επιθυμούμε την ένταξη, να μην αποκτήσει η Άγκυρα ένα επιπλέον μέσο πίεσης,

(β) να μπορεί να γίνει δεκτή στην Ε.Ε. -και πριν από την ένταξη- ολόκληρη, τυπικά, η Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε:

(i) αμέσως να ενταχθεί ουσιαστικά το ελεύθερο τμήμα και να καλυφθεί αυτό από πλευράς ασφαλείας,

(ii) να δημιουργηθεί κίνητρο για τους Τουρκοκύπριους να δεχθούν τη «λύση» (διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία-συνομοσπονδία),

(iii) αν η «λύση» συμφωνηθεί, να υπαχθούν και ουσιαστικά τα κατεχόμενα στην Ε.Ε. και

(iv) να βελτιωθεί βαθμιαία η «λύση» µε την εφαρµογή των ευρωπαϊκών αρχών περί θεμελιωδών ελευθεριών.

Πριν δούμε αν οι επιδιώξεις µας αυτές είναι ορθές, ας εξετάσουμε κατά πόσο καταφέραμε να τις προωθήσουμε στο Ελσίνκι.

Ισμαήλ Τζεμ – Γιώργος Παπανδρέου, 24/9/1999

2ο ΜΕΡΟΣ

Σκοπός των κοινοτικών µας εταίρων (που δεν φαίνεται να αντέταξαν σημαντικές αντιρρήσεις στις σχετικές υποδείξεις των ΗΠΑ) ήταν να ανακηρυχθεί η Τουρκία χώρα υποψήφια προς ένταξη στην Ε.Ε., βάσει κειμένου Συμπερασμάτων, αποδεκτού τόσο από την Τουρκία όσο Και από την Ελλάδα.

Είναι απολύτως βέβαιο –και αποτελείτο σπουδαιότερο εν προκειμένω στοιχείο–πως οι 14 καμιά δεν είχαν πρωτόβουλη ή ανυστερόβουλη[5] διάθεση να διατυπώσουν όρους αναφερόμενους στα ελληνοτουρκικά. Η αντίθεση οπτικής- συμφερόντων- θέσεων μεταξύ των 14 αφενός και της Ελλάδας αφετέρου φάνηκε για µια ακόμα φορά.

Ολοφάνερη αντίθεση και κατά τις διαπραγματεύσεις, µε την προεδρία της Ε.Ε. να τονίζει ότι τα ελληνικά αιτήματα (προθεσμία για την αποδοχή της δικαιοδοσίας της Χάγης από τις υποψήφιες χώρες και αποσύνδεση των δύο πτυχών του Κυπριακού) δεν επρόκειτο να γίνουν δεκτά από «τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες». Το είπε στον Έλληνα πρωθυπουργό ο Φινλανδός ομόλογός του όταν ήρθε στην Αθήνα την 2α Δεκεμβρίου 1999[6]. Τονίσθηκε δε προς την πλευρά µας και στο Ελσίνκι, μέχρι την τελευταία στιγμή, οπότε: «ο πρωθυπουργός [Κ. Σημίτης] εξήλθε από την αίθουσα συνεδρίασης, μαζί µε τον υπουργό Εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου και ανακοίνωσε στα υπόλοιπα µέλη της (ελληνικής) αντιπροσωπείας ότι επήλθε συμφωνία και ότι οι δύο επίμαχες διατυπώσεις είχαν τελικώς υιοθετηθεί …».[7]

Ας τις δούμε:

Οι παράγραφοι που έχουν σχέση µε το Αιγαίο και την Κύπρο έλαβαν την εξής οριστική μορφή: (Όπως δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι)

«4. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαιώνει την περιεκτική φύση της διαδικασίας προσχώρησης, η οποία τώρα περιλαμβάνει 13 υποψήφια κράτη εντός ενιαίου πλαισίου. Τα υποψήφια κράτη συμμετέχουν στη διαδικασία προσχώρησης επί ίσοις όροις. Πρέπει να συμμερίζονται τις αξίες και τους στόχους της Ε.Ε. όπως ορίζονται στις Συνθήκες.

Εν προκειμένω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύμφωνα µε τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και παροτρύνει τα υποψήφια Κράτη να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς Και άλλων συναφών θεμάτων. Άλλως, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το αργότερο στα τέλη του 2004.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την Κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειμένου να προαγάγει την επίλυση τους µέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι η τήρηση των πολιτικών κριτηρίων που όρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη διαπραγματεύσεων προσχώρησης και ότι η τήρηση όλων των κριτηρίων της Κοπεγχάγης αποτελεί τη βάση για την προσχώρηση στην Ένωση.»

«9.(α) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χαιρετίζει την έναρξη, στις 3 Δεκεμβρίου στη Νέα Υόρκη, των συνομιλιών για τη συνολική ρύθμιση του Κυπριακού και εκφράζει την κατηγορηματική του υποστήριξη για τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να φέρει τη διαδικασία σε αίσιο πέρας, (β) Το Ευρωπαϊκό. Συμβούλιο τονίζει ότι η πολιτική επίλυση του προβλήματος θα διευκόλυνε την προσχώρηση της Κύπρου στην Ε.Ε. Εάν µέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης δεν έχει επιτευχθεί λύση, η απόφαση του. Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο θα λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία.»

«12. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πρόσφατες θετικές εξελίξεις στην Τουρκία, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στην έκθεση προόδου της, Καθώς Και για την πρόθεση της Τουρκίας να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις της προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η Τουρκία είναι υποψήφιο κράτος που προορίζεται να προσχωρήσει στην Ένωση µε βάση τα ίδια κριτήρια τα οποία ισχύουν για τα λοιπά υποψήφια κράτη. Με βάση την υφισταμένη ευρωπαϊκή στρατηγική, για την Τουρκία, όπως και για τα άλλα υποψήφια κράτη, θα ισχύσει μια προενταξιακή στρατηγική για την ενθάρρυνση και στήριξη των μεταρρυθμίσεών της. Η στρατηγική αυτή θα περιλαμβάνει ενισχυμένο πολιτικά διάλογο, µε έμφαση στην πρόοδο για την εκπλήρωση των πολιτικών κριτηρίων προσχώρησης, ιδίως όσον αφορά το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και στα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στην παράγραφο 9 σημείο (α). Η Τουρκία θα έχει επίσης την ευκαιρία να συμμετέχει σε κοινοτικά προγράμματα και οργανισμούς, και σε συνεδριάσεις μεταξύ υποψηφίων κρατών και της Ένωσης στα πλαίσια της διαδικασίας προσχώρησης. Σε συνδυασμό µε ένα εθνικό πρόγραμμα για την αποδοχή του κεκτημένου θα εκπονηθεί µια εταιρική σχέση προσχώρησης, βάσει των συμπερασμάτων προηγούμενων Ευρωπαϊκών Συμβουλίων, αλλά µε προτεραιότητες στις οποίες πρέπει να επικεντρωθούν οἱ προπαρασκευαστικές εργασίες για την προσχώρηση. Λαμβανομένων υπόψη των πολιτικών και οικονομικών κριτηρίων και των υποχρεώσεων ενός κράτους – μέλους, θα δημιουργηθούν ενδεδειγμένοι μηχανισμοί παρακολούθησης. Για να ενισχυθεί η εναρμόνιση της τουρκικής νομοθεσίας και πρακτικής µε το κεκτημένο καλείται η Επιτροπή να εκπονήσει μια διαδικασία αναλυτικής εξέτασης του κεκτημένου. Το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο καλεί την Επιτροπή να υποβάλει ένα ενιαίο πλαίσιο για το συντονισμό όλων των πηγών κοινοτικής προενταξιακής χρηματοδοτικής ενίσχυσης της Ε.Ε».

Καθ’ όσον αφορά το Αιγαίο, παρατηρούμε, πρώτον, πως το γράμμα της παραγράφου 4 («την αρχή…Διεθνούς Δικαστηρίου”) είναι απολύτως σύμφωνο µε τη θέση της Άγκυρας υπέρ διαπραγματεύσεων για ελληνοτουρκικές «συνοριακές διαφορές ή άλλα συναφή θέματα»[8] και η παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο μόνον όσων δεν λυθούν κατά τις διαπραγματεύσεις. Διότι:

(α) «η αρχή της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών σύμφωνα µε τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών» παραπέμπει στο άρθρο 99 αυτού, που αναφέρει τις διαπραγματεύσεις πρώτες στον κατάλογο των μέσων τα οποία απαριθμεί,

(β) η παρότρυνση των υποψηφίων χωρών να λύσουν τις εκκρεμούσες συνοριακές διαφορές τους (και συναφή θέµατα), και αν αποτύχουν να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο, δεν συμβιβάζεται µε τη δική µας θέση υπέρ συνομιλιών µε μοναδικό αντίκτυπο τη σύνταξη συνυποσχετικού, που δεν μπορεί να ονοµαστεί προσπάθεια διευθέτησης διαφοράς, αν και συντελεί σε αυτή.

Παραχώρηση προς την ελληνική άποψη συνιστούν οι λέξεις «εντός εύλογου χρονικού διαστήματος» που όμως είναι αόριστες.

Εκλογές στις 7 Μαρτίου περιλαμβάνει το χρονοδιάγραμμα Σημίτη ...

Αποτελεί δε τη μόνη χρονική ένδειξη για τη ρύθμιση των διαφορών µέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Διότι, αν η ένδειξη «το αργότερο μέχρι τέλους του 2004» είχε τέτοιο νόημα, δεν θα χρειαζόντουσαν οι λέξεις «εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος». Διότι, επίσης, έχουν τεθεί κόμματα μετά τις λέξεις disputes και justice, ώστε να διευκρινισθεί πως ο χρονικός προσδιορισμός «το αργότερο μέχρι τέλους του 2004» αναφέρεται στο ρήμα «θα επανεξετάσει» (will review). Αυτό τονίζεται στη επιστολή που απηύθυνε, στις 10 Δεκεμβρίου, o πρωθυπουργός της Φινλανδίας Πάαβο Λίπονεν στον Ετζεβίτ[9]:

«Στην παράγραφο 4, η χρονολογία 2004 δε αποτελεί τη διορία για ρύθμιση των διαφορών µέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου, αλλά την ημερομηνία κατά την οποία το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την Κατάσταση σχετικά µε οποιαδήποτε σημαντική διαφορά».

Από την άλλη μεριά, η ελληνική κυβέρνηση έχει δίκιο όταν ισχυρίζεται πως τίποτα στα Συμπεράσματα του Ελσίνκι δεν την αναγκάζει να αναγνωρίσει την ύπαρξη οποιασδήποτε «συνοριακής διαφοράς». Όμως τις φόρμουλες που παραθέσαµε και αναλύσαμε μπορεί να επικαλείται υπέρ των απόψεών της η Άγκυρα -και ήδη το πράττει.

Ας έρθουμε τώρα στην παράγραφο 9 (β) για την Κύπρο.

Είναι σαφές πως ο πολιτικός διακανονισµός («λύση») του Κυπριακού δεν θα αποτελέσει «προϋπόθεση» (precondition)[10] για να ληφθεί απόφαση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σχετικά µε την ένταξη της Κύπρου. Προσοχή: για την λήψη της απόφασης, θετικής ή αρνητικής, περί της ένταξης (decision on accession). Όχι για την ίδια την ένταξη.

Θα είναι, όµως, η «λύση» ή η µη λύση ένας από «όλους τους σχετικούς παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη» από το Συμβούλιο; Μήπως, µάλιστα, θa είναι o αποφασιστικότερος από τους παράγοντες αυτούς; Τέτοια εντύπωση µπορεί να δώσει η επιστολή Λίπονεν: «Όσον αφορά την Κύπρο, η επίτευξη µιας πολιτικής συμφωνίας παραμένει o στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά την ένταξη της Κύπρου, όλοι οι σχετικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη όταν το Συμβούλιο λάβει την απόφαση».

Ας δούμε τώρα ποιούς ακριβώς όρους έθεσε το Συμβούλιο για την εισδοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το νόημα των παραγράφων 4 και 12 των Συµπερασµάτων ερμηνεύεται αυθεντικά στην επιστολή Λίπονεν προς Ετζεβίτ, που περιέχει το εξής απόσπασµα: «Όταν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζητήσαµε το Προσχέδιο Συµπερασμάτων, το οποίο είναι συνηµµένο σε αυτή την επιστολή, δήλωσα, χωρίς να µε αμφισβητεί κανείς [σσ: δηλαδή ούτε ο κ. Σηµίτης] ότι στην παράγραφο 12 των Συμπερασμάτων δεν περιλαμβάνονταν νέα κριτήρια που να προστίθενται σε αυτά της Κοπεγχάγης, και ότι η αναφορά στις παραγράφους 4 και 9α δεν σχετίζεται µε τα κριτήρια ένταξης αλλά µόνο µε τον πολιτικό διάλογο».

Στην ίδια ερμηνεία οδηγεί και μόνη η ανάγνωση των Συμπερασµάτων. Στην παράγραφο 4 µόνον η συμμόρφωση προς τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης ορίζεται ως προκαταρκτικός όρος έναρξης των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Και µόνον η συμμόρφωση προς όλα τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης (πολιτικά και οικονομικά) ορίζεται ως βάση για την (δια την ένταξη.

Ενώ και η παράγραφος 12 διακρίνει μεταξύ των πολιτικών κριτηρίων για την ένταξη αφενός («των πολιτικών κριτηρίων προσχώρησης, ιδίως όσον αφορά το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων») και των ελλαδοτουρκικών και του Κυπριακού αφετέρου («καθώς και στα[11] θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στην παραγράφο 9α»).

Αναμφισβήτητο είναι όμως ότι τα θέµατα της Κύπρου και του Αιγαίου θα αποτελέσουν αντικείµενα του ευρωτουρκικού πολιτικού διαλόγου[12].

Προοπτική που ιδιαίτερα χαροποιεί ορισμένους: «Και όµως κάτι άλλαξε: το πλαίσιο. Τα θέµατά µας μεταφέρθηκαν στην Ε.Ε., παύοντας να είναι διµερής εκρηκτική ύλη στα χέρια ανυποψίαστων. (…) η Ελλάδα Κέρδισε την ειρήνη».[13]

Ας ελπίσουμε πως η πολιτική µας ηγεσία δεν βλέπει έτσι τα πράγματα.[14]

Πρώτον, διότι «μεταφορά των θεμάτων µας στην Ε.Ε.» σημαίνει παράδοση τους σε χώρες οι οποίες, όπως έχει αποδειχθεί, βλέπουν τα συμφέροντά τους ως συγκρουόμενα µε τα δικά µας, ειδικότερα καθόσον αφορά την Τουρκία. (Διαμετρική αντίθεση οπτικής, ασύγκριτα σημαντικότερη, ποιοτικά άλλη, από τις αποκλίσεις μεταξύ των υπολοίπων δεκατεσσάρων).[15]

Δεύτερον, διότι την συνακόλουθη πολιτική των χωρών της Ε.Ε. υπέρ της Τουρκίας δεν μπορούμε να επηρεάσουμε, όπως έπρεπε να µας έχει διδάξει η πείρα δεκαεννέα ετών (από το 1981, που η Ελλάδα έγινε πλήρες µέλος της ΕΟΚ και όπως επιβεβαιώθηκε στο Ελσίνκι.

Τρίτον, διότι η ειρήνη που ονειρεύονται οι «εκσυγχρονιστές-ευρωπαϊστές» µας είναι µία pax turco-americano-occidentalis, μια τάξη πραγμάτων στην οποία η φραγκοκρατία και η τουρκοκρατία θα συνδυάζονται και θα αλληλοενισχύονται.[16]

Νταβός 1987: To παρελθόν φωτίζει το μέλλον | Το New Europe Greece ...
Τ. Οζάλ – Α. Παπανδρέου

Τέταρτον, διότι ούτε η ειρήνη αυτή θα είναι εξασφαλισμένη. Το αντίθετο μάλιστα. Η τόσο μεγάλη ελληνική υποχωρητικότητα μπορεί να αποθρασύνει εντελώς την Άγκυρα και να μας σύρει αυτή σε έναν πόλεμο που θα χάσουμε, αφού δεν θα διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ. Την δε τουρκική επιθετικότητα δεν θα σταματήσουν οι εταίροι μας, όπως δεν το έπραξαν κατά τις κρίσεις του 1987 ή του 1996, οι οποίες τερματίσθηκαν µε υποχώρησή µας στα τελεσίγραφα των γειτόνων µας και όχι µε κάποια προστατευτική για εμάς παρέμβαση των Δυτικών.[17]

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι ακόμα και αν η Τουρκία συμμορφωθεί, όπως την καλούν τα συμπεράσματα, µε τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης (δημοκρατία, κράτος δικαίου, ανθρώπινα δικαιώματα, προστασία μειονοτήτων) ακόμα και σε μια τέτοια, όχι πολύ πιθανή περίπτωση, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα βελτιωθεί η διεθνής συμπεριφορά της Τουρκίας. Αστικές δημοκρατίες δεν είναι τόσες νατοϊκές χώρες που παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο, όπως µε την επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας;

Εξάλλου το Διεθνές Δίκαιο και, Ιδίως, ο τρόπος µε τον οποίο εφαρμόζεται από τα όργανα του ΟΗΕ (Συμβούλιο Ασφαλείας, Διεθνές Δικαστήριο Χάγης) δεν επηρεάζεται από τους Δυτικούς, που ευνοούν την Τουρκία;

Ο παράγων αυτός -η υπέρ της Τουρκίας ροπή των εταίρων µας– είναι και ο αποφασιστικός, στη διεθνή ζωή, κανένα κείμενο ή κανένας νομικός κανόνας (ουσιαστικός ή διαδικαστικός) δεν επικρατεί του συσχετισμού δυνάμεων και της πολιτικής βούλησης.

Αποσπάσαμε τις φόρμουλες του Ελσίνκι µε την απειλή βέτο. Συνεπώς, ακόμα και αν ήσαν σαφέστατα διατυπωμένες υπέρ των απόψεών µας, πάλι οι εταίροι µας θα έβρισκαν τρόπους να τις κάμψουν.[18]

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα προωθήσαμε[19], ούτε μπορούσαμε να προωθήσουμε, στο Ελσίνκι, τους στόχους που έχει θέσει η πολιτική µας ηγεσία για την Κύπρο και το Αιγαίο[20]


[1] Τούρκοι και Δυτικοί επιδιώκουν να μειώσουν, όσο μπορέσουν περισσότερο, τα δικαιώματα και την πραγματική παρουσία και ισχύ του ελληνισμού στο Αιγαίο και την Κύπρο, για να επεκταθούν αυτοί. Δημιουργείται έτσι και ανταγωνισμός μεταξύ Τούρκων και Δυτικών, που μελλοντικά ενδέχεται να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.

[2] Η Ελλάδα θέσπισε τα όρια του εθνικού εναέριου χώρου της (στα 10 ν.μ.) µε το Π.Δ. της 6719/1815 Σεπτεμβρίου 1931 «περί καθορισμού πλάτους χωρικών υδάτων όσον αφορά τα ζητήματα της Αεροπορίας και της Αστυνομίας αυτής». Σε παλαιότερη μελέτη του, ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης έγραφε: «Εκεί που η Ελλάδα φαίνεται να είναι εξαιρετικά ισχυρή είναι στο επιχείρημα της διάρκειας εφαρμογής του καθεστώτος· στο επιχείρημα, δηλαδή, ότι το καθεστώς των 10 ν. μιλίων εφαρμόστηκε ακώλυτα για πενήντα περίπου χρόνια [σσ. sic: η Τουρκία άρχισε να το αμφισβητεί το 1974] µε την αναγνώριση και, συνακόλουθα, τη συναίνεση των ενδιαφερομένων κρατών. Η εσωτερική πράξη -το διάταγμα- που εξέδωσε η Ελλάδα ήταν απόλυτα νόμιμο, αφού το διεθνές δίκαιο προβλέπει

μονομερείς πράξεις «οροθέτησης» για τις θαλάσσιες και εναέριες ζώνες κυριαρχίας, µε την προϋπόθεση τήρησης των γενικών κανόνων στο θέμα αυτό (…), έχουμε συμμόρφωση όλων των κρατών που κάνουν τακτική χρήση του εναέριου χώρου του Αιγαίου (…) το αυτοτελές καθεστώς που αναδύθηκε από την πράξη του 1931 εξακολουθεί να ισχύει…» (Χ. Ροζάκη, «Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου» στο Α. Αλεξανδρή κ.α. Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 1909-1987, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 369-370).

[3] Με την υποστήριξη της Δύσης (αφού συμφέρει, στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ, στενή αιγιαλίτιδα ζώνη, που να τους δίνει μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων στο Αιγαίο). Και η Σοβιετική Ένωση είχε αντιδράσει έντονα, Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, στο ενδεχόμενο επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας. Λέγεται ότι, μετά το 1989, η στάση της Μόσχας έγινε ηπιότερη, παρά το γεγογός ότι δεν άλλαξαν οι σχέσεις της χώρας µας µε τις ΗΠΑ, ούτε η συμμετοχή µας στο ΝΑΤΟ και παρά τη συνεχιζόμενη καχυποψία-εχθρότητα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας.

[4] Είναι αμφίβολο αν το Διεθνές Δικαστήριο θα δεχόταν το επιχείρημα µας περί τοπικού-ειδικού εθίμου. Άραγε, θα µας αναγνώριζε το δικαίωμα διεύρυνσης στα 12 ν.μ. (διότι υπάρχει και το άρθρο 300 της Σύμβασης του Montego Bay περί κατάχρησης δικαιώματος); Πάντως η Τουρκία δεν αρνείται ότι έχουμε το δικαίωμα διεύρυνσης: απαιτεί να μην το ασκήσουμε. Άραγε, επίσης, θα επιβεβαίωνε το Δικαστήριο την κυριαρχία µας επί όλων των νησίδων και βραχονησίδων; Θέτουμε αυτά τα ερωτήματα διότι οι δικαστές της Χάγης δεν μένουν πάντοτε ανεπηρέαστοι από το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

[5] Κοινοτικές χώρες, ιδίως η Γερμανία, χρησιμοποιούν τις ελλαδοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό ως επιχειρήματα εναντίον της προσέγγισης Τουρκίας-Ε.Ε. πέραν ορισμένου βαθμού, την οποία απεύχονται για λόγους δικούς τους και όχι δικούς µας. Αυτό η Άγκυρα το γνωρίζει πολύ καλά και καθόλου δεν αισθάνεται ότι πιέζεται, από την τακτική αυτή των εταίρων µας, να βελτιώσει την συμπεριφορά της έναντι του Ελληνισμού.

[6] «[στην Αθήνα, ο Φινλανδός πρωθυπουργός] παρουσιάζει προς τον κ. Σημίτη (…) μια εικόνα για την πορεία της διαπραγμάτευσης, µε βάση και τις απόψεις των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, από γκρίζα ως ζοφερή». («Το Βήμα», 12-12-99, σελ. Α8).

[7] Ενθ. ανωτ.

[8] Με δηλώσεις της, η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίσθηκε πως το απόσπασμα αυτό των Συμπερασμάτων του Ελσίνκι, περί «συνοριακών διαφορών Και συναφών θεμάτων» (στον πληθυντικό) αναφέρεται σε τέτοιες διαφορές και τέτοια θέματα που έχουν άλλες υποψήφιες χώρες και όχι η Τουρκία. Όμως τον ισχυρισμό αυτό διαψεύδει η παράγραφος 12 των Συμπερασμάτων, που αφορά μόνον την Τουρκία και που παραπέμπει στην παράγραφο 4. Επίσης, στην επιστολή Λίπονεν προς Ετζεβίτ επιβεβαιώνεται πως η παράγραφος 4 αφορά (και) την Τουρκία.

[9] 0 Έλληνας πρωθυπουργός έχει δηλώσει πως η επιστολή του κ. Λίπονεν προς τον Ετζεβίτ «δεν έχει Καμία αξία, καθώς εστάλη µε την ιδιότητα του πρωθυπουργού της Φινλανδίας και όχι του προεδρεύοντος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου» («Το Βήμα», 15-12-99, σελ. Α6). 0 ισχυρισμός είναι αβάσιµος.

Πρώτον, διότι η επιστολή απετέλεσε το κρίσιμο στοιχείο που έκανε τον πρωθυπουργό της Τουρκίας να θεωρήσει πειστικά όσα του εξήγησε, σχετικά µε τα κείμενα του Ελσίνκι, η ειδική αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πήγε εσπευσμένα στην Άγκυρα (χρησιμοποιήσασα, μάλιστα, το αεροσκάφος της προεδρίας της Γαλλικής Δημοκρατίας). Απετελείτο δε η αντιπροσώπευα από τον κ. Σολάνα, υπεύθυνο για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας της Ε.Ε., τον Επίτροπο για θέματα διεύρυνσης κ. Verhengen και τον εκπρόσωπο της προεδρίας κ. Blomberg. Δεύτερον, διότι το κείμενο της επιστολής δεν αναφέρεται στις… τουρκοφινλανδικές σχέσεις, είναι δε σαφές ότι σε αυτή ο κ. Λίπονεν ομιλεί εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου («να σας πληροφορήσω επισήμως για την ομόφωνη απόφασή µας να προσδώσουμε στην Τουρκία το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας», «στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζητήσαμε», «δήλωσα [προφανώς ως προεδρεύων]…», «Κατόπιν αυτών σας προσκαλώ [προφανώς ως προεδρεύων] μαζί µε τα άλλα υποψήφια κράτη στο γεύμα εργασίας µας στο Ελσίνκι αύριο»). Σημασία έχει και η απαντητική επιστολή Ετζεβίτ, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πάγιες τουρκικές θέσεις (βλ. τα κείμενα στο «Βήμα», 12-12-99, σελ. Α7).

[10] Στην διπλωματική πρακτική, ο όρος “prencodition” (προϋπόθεση) χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια προϋπόθεση που πρέπει να πληρωθεί πριν αρχίσουν συνομιλίες ή διαπραγματεύσεις.

[11] Στηριζόµενος στο ότι η συμμόρφωση προς τα πολίτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης (δημοκρατία, κράτος δικαίου, ανθρώπινα δικαιώµατα, προστασία µειονοτήτων) ορίζεται στα Συμπεράσματα του Ελσίνκι ως προκαταρκτικός όρος έναρξης των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., ο κ. Λ.-Α. Σισιλιάνος, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών, έχει υποστηρίξει ότι θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουµε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην περίπτωση της Τιτίνας Λοϊζίδου, όπου, κατά την άποψη αυτή, έχει γίνει δεκτό πως η Άγκυρα είναι υποχρεωμένη να σέβεται το περιεχόμενο των πολιτικών κριτηρίων της Κοπεγχάγης και στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Προτείνει, λοιπόν, ο κ. Σισιλιάνος να απαιτήσουμε τον σεβασμό αυτό για την έναρξη των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Ευρηματική ιδέα, που όμως δεν εξηγεί γιατί τέτοια προσπάθεια δεν θα προσέκρουε στην πολιτική βούληση των εταίρων µας, όπως συνέβη και στο Ελσίνκι. Ας προστεθεί ότι την ίδια, ευνοϊκή για τους τούρκους φασίστες βούληση, έχουν δείξει οι κοινοτικοί µας εταίροι συμμετέχοντες στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία «σέρνει τα πόδια της» ως προς την εφαρμογή της απόφασης για την Τιτίνα Λοϊζίδου.

[12] Όπως είδαμε (παράγραφος 12 των Συμπερασμάτων) ο διάλογος αυτός θα έχει ως αντικείμενα; (α) τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης Και (β) τα θέματα των παραγράφων 4 και 9(α), δηλαδή τα ελλαδοτουρκικά και το Κυπριακό. Στην παράγραφο 4 αναφέρεται ότι «οι εκκρεμούσες διαφορές» μπορεί να έχουν επιπτώσεις επί της διαδικασίας προσχώρησης. Όπως όμως διευκρινίζεται στο τέλος της παραγράφου αυτής, αλλά και στην παράγραφο 12 και στην επιστολή Λίπονεν, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να καθυστερήσουν, εκ του λόγου αυτού, η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ή η µη ένταξη.

[13] Π. Καζάκος, σε άρθρο του υπό τον τίτλο «Ο δύσβατος δρόμος της συνεννόησης», Καθημερινή, 26-12-99.

[14] Σε άρθρο του µε τίτλο «Η υπαρκτή συναίνεση», (Καθημερινή, 9-1-2000) ο Κ. Ιορδανίδης γράφει ότι «υπάρχει µία σαφής τάση (όλων των ελληνικών Κομμάτων, πλην του ΚΚΕ) μεταθέσεως ή εντάξεως των ζωτικών εθνικών θεμάτων σε ένα πολυεθνές πλαίσιο».

[15] Γι’ αυτό και δεν ισχύουν, τουλάχιστον στην περίπτωση της σχέσης μεταξύ ελληνοτουρκικών Και συμμετοχής µας στην Ε.Ε. οι ακόλουθες παρατηρήσεις, που περιέχονται στο ίδιο άρθρο του Π. Καζάκου: «τα κράτη “ανακτούν” κυριαρχία συμμετέχοντας σε διεθνή και περιφερειακά όργανα, τα οποία παρακολουθούν, εποπτεύουν και ρυθμίζουν διεθνείς σχέσεις. Παραδόξως, λοιπόν, οργανώσεις όπως η Ε.Ε., ενώ φέρνουν περιορισμούς για κάθε κράτος, δημιουργούν ταυτόχρονα ευκαιρίες και νέες μορφές συμμετοχής και παρέμβασης».

[16] Σε αυτή την τάξη πραγμάτων θα υπάρχουν και οι ευχαριστημένοι συµπατριώτες µας. Ας θυμηθούμε τη Γυναίκα της Ζάκυνθος: «Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; (…) Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες µου τις ελπίδες».

[17] Η κρίση του 1987 τερματίσθηκε με την εκ μέρους µας αποδοχή της φόρμουλας Οζάλ («αν δεν βγούνε οι Έλληνες, δεν θα βγούμε κι εμείς»), µε την επαναβεβαίωση, δηλαδή, της δέσμευσής µας να απέχουμε από την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Αντίστοιχη η δέσμευση των Τούρκων, µε την διαφορά ότι το μέγιστο τμήμα της υφαλοκρηπίδας πρέπει να µας ανήκει. Η κρίση του 1996 τερματίσθηκε µε την εκ μέρους µας ικανοποίηση της τουρκικής αξίωσης να αναγνωρίσουμε ότι τα Ίμια δεν είναι Ελληνικά αλλά αμφισβητούμενα. Το επράξαμε παραιτούμενοι από την δυνατότητα να υψώνουμε εκεί την ελληνική σημαία. Αντίστοιχη η «παραίτηση» των Τούρκων, µε την διαφορά ότι τα Ίμια ήσαν ελληνικά.

[18] Ο Carl Schmitt γράφει: «Είναι, μάλιστα, ένα από τα μείζονα γεγονότα της νομικής και πνευματικής ιστορίας της ανθρωπότητας: αυτός που έχει την πραγματική ισχύ καθορίζει επίσης τις λέξεις και τις έννοιες. Caesar Dominus, et sypra grammaticam». (Carl Schmitt, Du politique μετάφραση του J.-L. Pesteil, Puiseaux, Pardes, 1990, σελ. 99. Το απόσπασμα παραθέτει ο Emmanuel Terray στο βιβλίο του Clausewitz, Librairie Artheme Fayard, 1999, σελ. 108). «Το ερώτημα είναι αν έχετε το δικαίωμα να κάνετε τις λέξεις να σημαίνουν αυτό που θέλετε» λέει η Αλίκη στο Ντάμπτι και εκείνος της απαντάει: «Το ερώτημα είναι ποιός έχει την εξουσία, αυτό είναι όλο» (Λιούις Κάρολ, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Μας το θύμισε ο Κλεάνθης Γρίβας στο άρθρο του «Τα Βαλκάνια στις φλόγες», περιοδικό Τετράδια, τεύχος 44, φθινόπωρο-χειμώνας. 1999).

[19] Σωστά, συνεπώς, σε έκθεση-ανάλυση του Ινστιτούτου για την Πολιτική στην Εγγύς Ανατολή της Ουάσιγκτον, τονίζεται ότι «Η Τουρκία δεν απώλεσε τίποτε ουσιαστικό από τα συμπεράσματα της συνόδου» και σωστά απορρίπτονται «οι αντιδράσεις μερικών στην Τουρκία, όπως και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, που δυσανασχετούν και υποστηρίζουν ότι η Τουρκία εξαναγκάστηκε να αποδεχθεί συμβιβασμούς σε ό,τι αφορά το Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις». Υπογραμμίζεται στην έκθεση ότι «αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει μια πολύ περιορισμένη ερμηνεία του κειμένου των συμπερασμάτων του Ελσίνκι και είναι κενή πολιτικής ανάλυσης». (“Καθημερινή”, 28-12-99, σελ. 6).

[20] Ο Βάσος Λυσσαρίδης (µε προφορική παρέμβασή του κατά την διάρκεια ημερίδας στην Αθήνα, µε θέμα «Κυπριακό και Δικαιώματα του Ανθρώπου» στις 14-12-99) και ο Στάμος Ζούλας, µε σημείωμα του στην “Καθημερινή”, διετύπωσαν την άποψη πως είναι εθνικά επιβλαβείς ερμηνείες των Συμπερασμάτων του Ελσίνκι που δεν ενισχύουν τις ελληνικές θέσεις, Νομίζουμε πως γι’ αυτό το ζήτημα πρέπει να γίνουν δύο διακρίσεις. Πρώτον, μεταξύ διατυπώσεων σαφών (τις οποίες είναι μάταιο να προσπαθούμε να συγκαλύψουμε) και διφορούμενων. Ως προς τις δεύτερες, η παρατήρηση των Κ.κ. Λυσσαρίδη και Ζούλα δεν μπορεί παρά να αφορά ερμηνείες που γίνονται από επίσημους φορείς, π.χ. από πολιτικά κόμματα.

Ετικέττες:

2 Σχόλια

  1. απορώ με την “ιστορική” φωτο του Έλληνα πρωθυπουργού και του ποιητή-εισβολέα της Κύπρου…..

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek