του Β. Στοϊλόπουλου, από το Άρδην τ. 64 Απρίλιος – Μάιος 2007

Το ενεργειακό, και ιδιαίτερα η ασφαλής τροφοδοσία της Ευρώπης με ενέργεια, εξελίσσεται σε ένα πολιτικό παιχνίδι για πολύ δυνατούς παίκτες. Σύμφωνα με το ενεργειακό δόγμα Πούτιν, στόχος της Ρωσίας είναι να ελέγχει τουλάχιστον το 51% των ενεργειακών και μεταλλευτικών της πόρων, ενώ το υπόλοιπο 49% μπορούν να το διεκδικούν όλοι οι λοιποί ενδιαφερόμενοι. Γι’ αυτό και η ρωσική Gasprom πήρε υπό τον έλεγχό της το 51% του βορειοευρωπαϊκού αγωγού φυσικού αερίου. Ανάλογο ποσοστό επιδιώκει η Ρωσία και για τις –από την εποχή Γέλτσιν– λεόντειες συμφωνίες συνεκμετάλλευσης ρωσικών ενεργειακών πόρων με δυτικούς ενεργειακούς «θεσμικούς επενδυτές», όπως η Shell και η Exxon/Mobil.
Η ενέργεια, και ιδιαίτερα το πετρέλαιο, υπήρξε κατά τα τελευταία εκατό χρόνια η κινητήρια δύναμη της ανθρωπότητας και, παράλληλα, η βασική αιτία συγκρούσεων και πολέμων. Αυτό αναμένεται πως θα συνεχιστεί τουλάχιστον και την επόμενη εικοσαετία, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να παραμένουν πάντα οι σημαντικότερες μορφές ενέργειας, καθώς το ποσοστό της παραγωγής όλων των ήπιων μορφών ενέργειας, μαζί και της πυρηνικής, δεν πρόκειται να ξεπεράσει στην Ευρώπη το 20%. Οι ειδικοί στα ενεργειακά θέματα επισημαίνουν ότι είναι πολύ πιθανό, στα επόμενα χρόνια, ν’ αρχίσει μια περίοδος αστάθειας σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς η παροχή ενέργειας δεν θα συμβαδίζει με την αυξανόμενη ενεργειακή πείνα, ιδιαίτερα των αναπτυσσόμενων χωρών, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. Πολλοί μιλούν ακόμη και για ένα «γεωπολιτικό δράμα» στη διεθνή πολιτική, σε σχέση με τους διαθέσιμους ενεργειακούς πόρους, κυρίως της Ρωσίας.
Παρά τις όποιες παρατηρούμενες αστάθειες, όμως, η παγκόσμια αγορά ενέργειας, τα τελευταία χρόνια, έχει και σημαντικά σταθερά χαρακτηριστικά:
• Το ενεργειακό τοπίο παγκοσμίως καθορίζεται από τα τεράστια και γρήγορα κέρδη των πετρελαιοπαραγωγών κρατών και των εταιρειών ενέργειας, όπως και από μια πρωτοφανή κινητικότητα για την ασφαλή τροφοδοσία των χωρών κατανάλωσης ενέργειας.
• Το μερίδιο των δυτικών πολυεθνικών εταιρειών στην παγκόσμια αγορά ενέργειας συνεχώς συρρικνώνεται. Η κρατική Saudi Aramco κατέχει, για παράδειγμα, 20 φορές περισσότερα αποθέματα πετρελαίου απ’ ό,τι η Exxon, ενώ η ρωσική Gasprom έχει μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία από τη Shell. Όσο για το φυσικό αέριο, το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων ανήκει σε 3 μόνο κρατικές εταιρείες, της Ρωσίας, του Ιράν και του Κατάρ. Περισσότερο από το 50% των αποθεμάτων πετρελαίου κατέχουν οι 4 μεγαλύτερες κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες της Μέσης Ανατολής.
• Εν μέσω παγκοσμιοποίησης, οι κυβερνητικές προσπάθειες προστατευτισμού των αγορών ενέργειας και η δημιουργία μεγάλων εθνικών εταιρειών ενέργειας («εθνικών πρωταθλητών»), με γιγαντιαίες συγχωνεύσεις, είναι η απτή πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συγχώνευση-μαμούθ της γαλλικής κρατικής εταιρείας Gaz de France με τη γαλλοβελγική Suez (ιδιωτική), προκειμένου η δεύτερη να παραμείνει σε γαλλικά χέρια και να αποκλειστεί η ιταλική Enel.
• Οι ιδιωτικές εταιρείες, παρότι διαθέτουν υψηλή τεχνογνωσία και κεφάλαια, χάνουν σταδιακά σε ισχύ, όπως φαίνεται και στην περίπτωση της πρόσφατης αντιπαράθεσης μεταξύ Gasprom και της κοινοπραξίας Shell-Mitsui-Mitsubishi για τα τεράστια ενεργειακά αποθέματα της Σαχαλίνης στην Άπω Ανατολή.
• Πετρελαιοπαραγωγές χώρες, όπως το Ιράν, εγκαταλείπουν το δολάριο στις διεθνείς εμπορικές τους συναλλαγές και στρέφονται προς το ευρώ.
• Με την αναμενόμενη δυναμική είσοδο κινέζικων εταιρειών ενέργειας, ο ανταγωνισμός θα γίνει ακόμη πιο σκληρός και ο γενικός κανόνας πλέον είναι ότι η ασφάλεια της τροφοδοσίας με ενέργεια και, κατ’ επέκταση, η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων είναι, για τα σοβαρά κράτη, σημαντικότερη και από τις μπίζνες.
• Τι κάνει όμως η Ελλάδα για την εξασφάλιση της τροφοδοσίας της με ενέργεια, που ισοδυναμεί με την προάσπιση εθνικών συμφερόντων; H υπογραφή σύμβασης για την κατασκευή του πολύπαθου αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, που θα προμηθεύει την Ελλάδα και την Ευρώπη με ρωσικό φυσικό αέριο, έπεσε και πάλι στο κενό. Έτσι, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, που αισιοδοξούσε ότι μέχρι τέλους του 2006 θα υπογραφόταν η σχετική σύμβαση, μένει εκτεθειμένος, καθώς η Ελλάδα αποδείχτηκε και πάλι ένας αδύναμος ενεργειακός παίκτης, η δε Βουλγαρία, που επικαλείται συνεχώς «δικαστικά κωλύματα», απέδειξε για άλλη μία φορά ότι, από το 2007, θα υπάρχει ένας ακόμη αγγλοσαξονικός δορυφόρος στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσο για τη Ρωσία, που ποτέ δεν έκρυψε τις επιφυλάξεις ούτε και τους όρους της για το όλο εγχείρημα, δεν έδειξε ν’ απογοητεύεται ιδιαιτέρως που μεσοπρόθεσμα δεν διαφαίνεται απεμπλοκή του όλου θέματος, καθώς, για τη Μόσχα, ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, αν και στρατηγικής σημασίας, είναι σχετικά μικρού επενδυτικού ενδιαφέροντος. Στην Τουρκία πάντως, μετά την κατασκευή σε χρόνο-ρεκόρ του ρωσοτουρκικού αγωγού Blue Stream-1, άρχισαν ήδη οι προετοιμασίες και για τον δεύτερο αγωγό.
Άλλωστε, πόση σημασία μπορεί να έχουν για τη Ρωσία οι συνεχείς παλινωδίες της Βουλγαρίας και η αδυναμία της Ελλάδας, μπροστά στην τελευταία εντυπωσιακή ρωσική επιτυχία επί του πολυεθνικού κολοσσού Shell για τον έλεγχο του γιγαντιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου της νήσου Σαχαλίνης; Οι ασφυκτικές πιέσεις της Ρωσίας απέδωσαν και, έτσι, η κρατική Gasprom θα ελέγχει πλέον το 51% ενός project (Σαχαλίνη-2) επενδυτικού ύψους 22 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Προηγουμένως, ένας άλλος ενεργειακός γίγαντας, η Exxon/Mobil, που συμμετέχει στην εκμετάλλευση του γειτονικού κοιτάσματος Σαχαλίνη–1, αντιλαμβανόμενος τα σημεία των καιρών, παρέδωσε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση τον έλεγχο του κοιτάσματος στη ρωσική Rosneft. Υπολογίζεται ότι, μόνο από τα κοιτάσματα της Σαχαλίνης-2, η Ρωσία θα έχανε ετησίως 300 έως 400 εκατ. δολάρια φορολογικά εισοδήματα, επειδή, επί εποχής «του μέθυσου τσάρου» Γέλτσιν, οι ξένοι «θεσμικοί επενδυτές» και οι Ρωσοεβραίοι ολιγάρχες καταλήστευαν ανενόχλητοι τον φυσικό πλούτο της Ρωσίας.
Είναι σαφές πλέον ότι, από την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία, η επίσημη ενεργειακή πολιτική της Μόσχας στηρίζεται στο μότο: «Ό,τι είναι καλό για την Gasprom, πρέπει να είναι καλό και για τη Ρωσία». Με το τέλος της εποχής του ανεκδιήγητου Γέλτσιν, παίζεται, σε σχέση με το ενεργειακό και την ασφάλεια της τροφοδοσίας κυρίως της Ευρώπης με ενέργεια, ένα πολιτικό παιχνίδι για πολύ δυνατούς παίκτες, πάνω σε τέσσερις βασικούς άξονες:
-1-
Οι ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης, του σημαντικότερου εισαγωγέα ενέργειας παγκοσμίως, συνεχώς θα αυξάνονται. Εκτιμάται ότι, μέχρι το 2020, οι εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου στην Ευρώπη θα αυξηθούν κατά 25- 40% και του φυσικού αερίου κατά 150-200%, ανάλογα με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξής της. Μπορεί η ενεργειακή στρατηγική της Ε.Ε. να στοχεύει στην προμήθεια ενέργειας από όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, όμως η ευρωπαϊκή πετρελαϊκή εξάρτηση από τις ασταθείς πολιτικά χώρες του ΟΠΕΚ, καθώς και οι σχετικά υψηλές τιμές του πετρελαίου, αυξάνουν εκ των πραγμάτων το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για το ρωσικό φυσικό αέριο και καθιστούν τη Ρωσία φυσικό προμηθευτή της Ευρώπης.


-2-
Η δυνατότητα της Ρωσίας να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης δεν είναι απολύτως εξασφαλισμένη. Σήμερα, τα 3/4 της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου καλύπτονται από 4 μόνο χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ρωσία, η οποία ήταν πάντα ένας αξιόπιστος προμηθευτής ενέργειας της Ευρώπης. Εκτιμάται ότι, μέχρι το 2030, οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη θα διπλασιαστούν. Πρέπει να υπογραμμιστεί όμως ότι, σε καθαρά τεχνικό και οικονομικό επίπεδο, υπάρχουν ακόμη σοβαρές ενστάσεις για το εάν η Ρωσία θα καταφέρει να ανταποκριθεί σε βάθος χρόνου στις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις της ως φερέγγυου προμηθευτή ενέργειας –ιδιαίτερα όταν, με την εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων στην Άπω Ανατολή, θα αποκτήσει πρόσβαση και στην τεράστια ενεργειακή αγορά της Κίνας, της Ιαπωνίας και των Η.Π.Α.


-3-
Το αίτημα των Ευρωπαίων για αμοιβαιότητα στις διμερείς επενδύσεις, και η ανεμπόδιστη πρόσβαση των ευρωπαϊκών πετρελαϊκών εταιρειών στην τεράστια ενεργειακή αγορά της Ρωσίας, βρίσκει όλο και σθεναρότερη ρωσική αντίσταση. Και αυτό όχι μόνο για λόγους γραφειοκρατικούς ή «εθνικιστικούς», αλλά και γιατί οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι, που τόση σημασία δίνουν στον ελεύθερο ανταγωνισμό, κρατούν όσο πιο μακριά γίνεται τις ρωσικές επενδύσεις από σημαντικές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις (βλ. π.χ. υπόθεση εξαγοράς της γερμανικής Telekom από τη ρωσική Systema).
Σχολιαστές στα δυτικά ΜΜΕ μιλούν ήδη για ρωσικό «ιμπεριαλισμό των πρώτων υλών» ή ακόμη και για «νεοτσαρικές» και «νεοσταλινικές» πολιτικές Πούτιν. Οι ενστάσεις της Δύσης εστιάζονται ιδιαίτερα στην κρατική επιρροή στη ρωσική ενεργειακή οικονομία και τη διαπλοκή μεταξύ πολιτικής και οικονομίας αναφορικά με τη «μονοπωλιακή» θέση της Gasprom1, που ελέγχει το 85% της παραγωγής και το 55% των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν επίσης οι υπάρχουσες στενές προσωπικές σχέσεις μεταξύ κορυφαίων στελεχών της ρωσικής πολιτικής και της οικονομίας. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, παρά την επεισοδιακή εξαγορά της Jukos του Χοντορκόφσκι από τη κρατική Rosneft και των αγωγών της Sipneft από τη Gasprom, η κρατική επιρροή στη ρωσική αγορά πετρελαίου δεν ξεπερνά το 30% και, δεύτερον, ότι ο κρατικός έλεγχος στον τομέα της παραγωγής ενέργειας στη Ρωσία δεν καθορίζεται με όρους ιδιοκτησίας αλλά κυρίως με τον έλεγχο της μεταφοράς της ενέργειας (Transneft για το πετρέλαιο και Gasprom για το φυσικό αέριο).


-4-
Η πιθανολογούμενη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία. Όσον καιρό η ρωσική ενεργειακή πολιτική αποσκοπούσε αποκλειστικά στην εισροή συναλλάγματος, η Ρωσία ήταν για τη Δύση ένας αξιόπιστος προμηθευτής ενέργειας. Αυτό δεν ισχύει πλέον, καθώς, όπως ισχυρίζονται στην πλειοψηφία τους τα δυτικά ΜΜΕ αλλά και οι ρωσοφοβικές – φιλοατλαντικές δυνάμεις, με τον Πούτιν στην εξουσία, το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε σε πολιτικό όπλο. Ο φόβος από την αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τη ρωσική ενέργεια και τις πολιτικές επιπτώσεις από αυτήν είναι διάχυτος σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Βέβαια, το ίδιο εξαρτημένη θα πρέπει να θεωρηθεί και η Ρωσία, καθώς η Ευρώπη αποτελεί ουσιαστικά τον μοναδικό της πελάτη ενέργειας. Εκ πρώτης όψεως, οι λόγοι περί ενεργειακής εξάρτησης φαίνονται σοβαροί. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι :
• Οι Ευρωπαίοι υπερεκτιμούν το ενεργειακό δυναμικό της Ρωσίας και παράλληλα υποτιμούν τόσο τη ρωσική οικονομική εξάρτηση από την Ευρώπη όσο και το ενεργειακό, δυναμικό των χωρών της Κοινοπολιτείας και τη συνεχώς αυξανόμενη απεξάρτησή τους από τη Ρωσία.
• Η ποσότητα ενεργειακών πόρων προς την Κίνα και τον Ειρηνικό δεν πρόκειται να ξεπεράσει το 20% του συνόλου των ρωσικών εξαγωγών.
Ο ίδιος ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας, Piebalgs, χαρακτηρίζει τη θέση περί εξάρτησης της Ευρώπης αβάσιμη, καθώς η ανάδειξη της Ρωσίας σε ενεργειακή υπερδύναμη δεν της δίνει αυτομάτως και το προσόν της παγκόσμιας υπερδύναμης2. Σαφέστατη είναι και η γραμμή των γερμανικών think tank : Δεν υπάρχει λόγος για έναν νέο ψυχρό πόλεμο που θα εστιάζεται στο ενεργειακό και αυτό που προέχει είναι η παγίωση της οικονομικής αλληλεξάρτησης με τη Ρωσία, που θα καθορίζει και μελλοντικά τα γεωπολιτικά δεδομένα της Κεντρικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και η καγκελάριος Μέρκελ, παρά τις όποιες αποστάσεις από τον Πούτιν, υιοθέτησε αμέσως τη στρατηγική Σρέντερ για τον βορειοευρωπαϊκό αγωγό, που θα ενώνει τη Ρωσία με τη Γερμανία, αδιαφορώντας για τις πολιτικές πιέσεις των Αγγλο-αμερικανών και τα παράπονα των Πολωνών και των Βαλτικών χωρών, που έμειναν εκτός παιχνιδιού.
Είναι σαφές ότι τα πενιχρά αποτελέσματα της πρόσφατης συνδιάσκεψης στη Φινλανδία για το ενεργειακό, σε συνδυασμό με το πολωνικό βέτο, υποχρεώνουν τη Ρωσία να συνεχίσει την πολιτική των διακρατικών ενεργειακών σχέσεων (π.χ. με Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Γαλλία), αναμένοντας με ενδιαφέρον τις προτάσεις της γερμανικής προεδρίας για το νέο ενεργειακό σύμφωνο 2007, που θα επιλαμβάνεται όλων των προκλήσεων και των δεδομένων του 21ου αιώνα και που ενδεχομένως θα είναι η απαρχή, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, μιας νέας Οστπολιτίκ. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξασφάλιση της τροφοδοσίας της σε ενέργεια δεν πρέπει να στηρίζεται σε διαμάχες για τον έλεγχο ενεργειακών πόρων αλλά στη μείωση της εισαγόμενης ενέργειας, στη ρεαλιστική προσέγγιση των ενεργειακών δεδομένων του 21ου αιώνα, και στην όσο το δυνατόν στενή και κατά το δυνατόν ισότιμη συνεργασία με τα όμορα κράτη που έχουν ενεργειακούς πόρους, μεταξύ των οποίων είναι ασφαλώς και η Ρωσία. Οπωσδήποτε, θα πρέπει να δοθεί η αρμόζουσα προσοχή και σε άλλους ενεργειακούς αγωγούς, προερχόμενους από την Κασπία-Κεντρική Ασία, κάτι που ασφαλώς αφορά και τη χώρα μας. Αυτό που χρειάζεται βέβαια, και εφόσον διατηρηθούν τα σημερινά δεδομένα ανάπτυξης, είναι η κατασκευή και άλλων αγωγών και η συμμετοχή στην κατασκευή τους. Ήδη η Ιταλία, η Γαλλία και η Ολλανδία ετοιμάζονται να ακολουθήσουν τα βήματα της Γερμανίας, σχετικά με τον αγωγό της Βαλτικής Θάλασσας.
Με δεδομένα τα υφιστάμενα αναπτυξιακά πρότυπα και τον υπάρχοντα καταμερισμό δυνάμεων, είναι σαφές ότι, στην όλη υπόθεση των γιγαντιαίων αυξήσεων της παραγωγής, της μεταφοράς και της κατανάλωσης ενέργειας, θα υπάρξουν νικητές και νικημένοι. Στους τελευταίους συγκαταλέγεται δυστυχώς και το περιβάλλον, η προστασία του οποίου, παρά τις όποιες προειδοποιήσεις, φαίνεται ότι δεν είναι στις προτεραιότητες του κεφαλαίου και των πάσης φύσεως εξουσιαστών, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σημειώσεις

  1. Ιδιοκτησιακό καθεστώς της Gasprom: Νομικά Πρόσωπα από τη Ρωσία (36,81%), Νομικά Πρόσωπα. από το εξωτερικό (11,5%), Φυσικά Πρόσωπα από τη Ρωσία (13,32%) και Ρωσική Ομοσπονδία (38,37%).
  2. Μπορεί η ετήσια ανάπτυξη της Ρωσίας ν’ αγγίζει το 6,5%, και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ν’ αυξήθηκαν στα 260 δισ. δολάρια, το ΑΕΠ της Ρωσίας όμως εξακολουθεί να ισοδυναμεί με αυτό της Ολλανδίας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek