του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τεύχος 60, Ιούλιος – Αύγουστος 2006

Και ξαφνικά στα ελληνικά πανεπιστήμια έγινε της… Γαλλίας. Μετά από πάρα πολλά χρόνια, προέκυψε μία μαζικότατη φοιτητική κινητοποίηση. Το 90+% των σχολών στην Ελλάδα βρισκόταν υπό κατάληψη, αντιδρώντας στις επικείμενες αλλαγές.

Η δεκαπενταετία της περιδιάβασης στα… χιονοδρομικά κέντρα της Αράχωβας και τις παραλίες της Μυκόνου, η δεκαπενταετία της κυριαρχίας των μεγάλων παρατάξεων (της ΔΑΠ και της ΠΑΣΠ) που συνεπάγονταν την απουσία της πολιτικής και την παντοδυναμία των πελατειακών σχέσεων, αυτή η δεκαπενταετία που διαμόρφωσε έναν τύπο φοιτητή-καταναλωτή της φοιτητικής dolce vita, έναν φοιτητή ατομικιστή καριερίστα, έναν «εξειδικευμένο αναλφάβητο» που παπαγαλίζει τη γνώση απλά και μόνο για να αποκτήσει το «τυπικό προσόν», έναν μη-πολίτη, αδιάφορο για τα κοινά εντός και εκτός των ακαδημαϊκών τειχών, μοιάζει να κλείνει οριστικά. Η εξέλιξη αυτή είναι αρκετά σημαντική, τόσο για το πανεπιστήμιο όσο και για την κοινωνία.

Η εξαχρείωση της ελληνικής κοινωνίας την τελευταία δεκαπενταετία υπήρξε χωρίς προηγούμενο. Σχεδόν όλες οι συλλογικές ταυτότητες έχουν αποσυντεθεί και τα αντιστασιακά αντανακλαστικά των ανθρώπων έχουν καμφθεί από τον άκρατο καταναλωτισμό. Σ’ αυτό το κλίμα, οποιοδήποτε συλλογικό σκίρτημα, οποιαδήποτε μυρωδιά κινήματος, οποιαδήποτε έννοια συλλογικής διεκδίκησης είναι κατ’ αρχήν θετική, γιατί ακριβώς σπάει το κλίμα της ισοπέδωσης που έχει επικρατήσει στην χώρα μας. Γι’ αυτό, παραφράζοντας και μία παλιά μαοϊκή ρήση, οι φοιτητές έχουν δίκιο να καταλαμβάνουν τις σχολές τους και να κατεβαίνουν στους δρόμους.

Ο χαρακτήρας του κινήματος

Παρ’ όλα όσα έλεγαν τα ΜΜΕ και υποστήριζαν οι περισσότερες εφημερίδες –ανεξάρτητα από το εάν τηρούσαν θετική ή αρνητική στάση έναντι των φοιτητικών κινητοποιήσεων– το ξέσπασμα των φοιτητών δεν αφορούσε κυρίως το ζήτημα του ασύλου και τους «αιώνιους φοιτητές». Η πλειοψηφία των φοιτητών –και όταν λέμε πλειοψηφία εννοούμε ακριβώς αυτούς τους ανένταχτους που εμφανίστηκαν αίφνης στ’ αμφιθέατρα και μαζικοποίησαν τις γενικές συνελεύσεις και τις διαδηλώσεις προσδίδοντας στις κινητοποιήσεις χαρακτήρα κινήματος– ευαισθητοποιήθηκε μπροστά στον κίνδυνο της παράδοσης του πανεπιστημίου στα χέρια της αγοράς. Εκείνο που κινητοποίησε τους φοιτητές είναι η πρόθεση της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αλλάξουν το άρθρο 16 του Συντάγματος περί του Δημόσιου Χαρακτήρα της Εκπαίδευσης, να εισαγάγουν μάνατζερ (λογιστές) στα πανεπιστήμια, να θεσπίσουν αξιολόγηση των τμημάτων βάσει ιδιωτικό-οικονομικών κριτηρίων κ.ο.κ. Το φοιτητικό κίνημα ήταν κύρια ένα κίνημα εναντίον της αγοράς. Επρόκειτο για έναν ξεσηκωμό εναντίον του ξεπουλήματος του πανεπιστημίου.

Το ξεπούλημα του πανεπιστημίου

Ήδη από καιρό, οι ελίτ της παγκοσμιοποίησης έχουν αποφασίσει να εκχωρήσουν τη δημόσια εκπαίδευση στους μηχανισμούς της αγοράς. Μέσα από διάφορες διεθνείς συναντήσεις, φόρα, συνέδρια και υπουργικές συνόδους έχουν μάλιστα συγκροτήσει και το θεσμικό πλαίσιο που θ’ αναλάβει να καθοδηγήσει αυτή τη μετάβαση. Πρόκειται για την περίφημη «Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο στις Υπηρεσίες» (General Agreement on Trade in Services- GATS) που έχει παγκόσμια ισχύ, αλλά και για τις διάσημες συνόδους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Μπολόνια (1999), στην Πράγα (2001), και στο Βερολίνο (2005).

Σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά του μετασχηματισμού που προωθείται είναι τα ακόλουθα:

α) Η τριτοβάθμια εκπαίδευση απελευθερώνεται από το κρατικό μονοπώλιο (όπου υπάρχει) και μαζικοποιείται. Μέσα σ’ ένα πλαίσιο τυπικών δεσμεύσεων, ο καθένας μπορεί ν’ ανοίξει πανεπιστήμιο και ο καθένας θα μπορεί να σπουδάζει σ’ αυτό, αρκεί να έχει να πληρώσει. Τα ιδρύματα βέβαια λειτουργούν σε «πολλαπλές ταχύτητες, οι οποίες εξαρτώνται από την οικονομική κατάσταση του τάργκετ γκρούπ».

β) Το πανεπιστήμιο μεταβάλλεται σε αγορά τυπικών προσόντων.

γ) Η διαχείριση των δημόσιων ιδρυμάτων πραγματοποιείται στα πρότυπα του ιδιωτικού μάνατζμεντ

δ) Η κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης εξαρτάται από θεσμούς αξιολόγησης που ελέγχουν την ανταγωνιστικότητα των τμημάτων στην αγορά.

ε) Η πανεπιστημιακή έρευνα κατευθύνεται αποκλειστικά προς την εταιρική έρευνα και εξέλιξη (R&D για τους απανταχού γιάπις). Οι εταιρείες καθορίζουν το περιεχόμενο της έρευνας.

Ποιο είναι αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών; Ένα πανεπιστήμιο πολλαπλών ταχυτήτων, όπου οι ελίτ θα απολαμβάνουν την πρόσβαση στα κορυφαία πανεπιστήμια και θα αποκτούν πτυχία-διαβατήρια για τις ανώτερες διευθυντικές θέσεις και τα κατώτερα στρώματα θ’ αγοράζουν σε τιμή ευκαιρίας πτυχία μηδαμινής εκπαιδευτικής και κοινωνικής αξίας, δίχως σαφή επαγγελματικά δικαιώματα. Ένα πανεπιστήμιο που χρησιμοποιεί τα κεφάλαια της κρατικής χρηματοδότησης για να παραγάγει εφαρμοσμένη εταιρική έρευνα και όχι έρευνα για τις ανάγκες της κοινωνίας. Μία εκπαίδευση που θα δίνει προτεραιότητα στις τεχνικές, εργαλειοποιημένες γνώσεις, αδιαφορώντας για την ανθρωπιστική αξία της γενικής παιδείας και που κατά συνέπεια θα καλλιεργεί αποβλακωμένους τεχνοκράτες, μη-πολίτες και σχεδόν ανθρώπους στις κοινωνικές τους σχέσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να προχωρήσει σ’ αυτές τις αλλαγές. Εξ άλλου συνιστούν αποφάσεις υπερεθνικών κέντρων στα οποία η χώρα έχει προ πολλού εναποθέσει την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι ιδιαιτερότητες της χώρας, όμως, απαιτούν την αναγκαία προσαρμογή των πολιτικών αυτών στις ελληνικές συνθήκες.

Υποτίθεται ότι για να δουλέψει το σχέδιο αυτό απαιτείται μία ρωμαλέα αγορά, που αποτελείται από επιχειρήσεις έτοιμες να επενδύσουν μακροπρόθεσμα σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Στην χώρα μας, όμως, ο αμιγής ιδιωτικός τομέας, η αγορά, είναι ιδιαιτέρως καχεκτικός. Για να καταστεί βιώσιμος, πρέπει να λειτουργήσει παράλληλα και σε συνδιαλλαγή με το γιγαντωμένο ελληνικό κράτος. Γιατί ο ρόλος του κράτους στην Ελλάδα είναι καθοριστικός: ακόμα και η περιώνυμη «προσαρμογή» στις νέες παγκόσμιες συνθήκες αναλήφθηκε από το ίδιο το ελληνικό κράτος στη χώρα μας, παρόλο που το διεθνές κλίμα συνηγορούσε υπέρ της υποχώρησης του κρατικού παρεμβατισμού. Εδώ, αυτή η τάση πήρε περίεργες εκφάνσεις. Αφ’ ενός η αυτόνομη παρέμβαση του κράτους υποχώρησε. Υποχώρησε όμως όχι υπέρ της αγοράς, αλλά υπέρ του υπερ-κράτους των Βρυξελλών το οποίο απέσπασε μέσω της Ε.Ε. σημαντικές αρμοδιότητες από το ελληνικό κράτος. Το τελευταίο αναδιπλώθηκε σ’ έναν ρόλο διαμεσολαβητή: διαχειριζόταν τα ευρωπαϊκά προγράμματα και υλοποιούσε την πολιτική που αποφάσιζε το ευρω-κράτος.

Αυτή η ιδιαιτερότητα διαφοροποιεί αρκετά την ελληνική εκδοχή του αγοραίου πανεπιστημίου. Εδώ, για τον λόγο που αναφέραμε, το κρατικό και το ιδιωτικό θα αλληλοδιαπλέκεται εντελώς δίχως κανείς να μπορεί να τα διαχωρίσει. Τούτο φαίνεται ακόμα και από την ασαφή διατύπωση την οποία προωθούν τα δύο μεγάλα κόμματα στην αναθεώρηση του συντάγματος (όχι ιδιωτικό αλλά μη-κρατικό).

Κάτι τέτοιο συμβαίνει ήδη και πριν προωθηθούν οι κυβερνητικές αλλαγές μ’ ένα κομμάτι –τουλάχιστον– των ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων. Οι Βρυξέλλες πληρώνουν ένα κομμάτι μόνο της έρευνας που διεξάγεται στα ελληνικά πανεπιστήμια. Το υπόλοιπο το αναλαμβάνει το ελληνικό κράτος. Οι κατευθύνσεις όμως της έρευνας καθορίζονται από τις ανάγκες της ευρωπαϊκής αγοράς. Εμείς, δηλαδή, βάζουμε ένα κομμάτι του κόστους της έρευνας μαζί με τους εξειδικευμένους ερευνητές και η Ευρώπη τα υπόλοιπα για να αποκτήσει πολύτιμη για την αγορά της εφαρμοσμένη γνώση. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μία αποικιακού τύπου σχέση μεταξύ του ελληνικού πανεπιστημίου και των Βρυξελλών. Και τα πράγματα γίνονται χειρότερα αν σκεφτεί κανείς πως η Ελλάδα αναγκάζεται να εισάγει εφαρμοσμένη γνώση για τις ανάγκες της δικής της οικονομίας.

Οι αλλαγές που προτείνει η κυβέρνηση θα προωθήσουν ένα βήμα πάρα πέρα τον κατακερματισμό του δημόσιου πανεπιστημίου και την αλληλοδιαπλοκή του με ιδιωτικούς φορείς. Η αξιολόγηση με τα κριτήρια της αγοράς και η αναθεώρηση του Συντάγματος ενδέχεται να σχετικοποιήσουν ακόμα περισσότερο τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας. Το κράτος, βέβαια, θα είναι παρόν, συντονίζοντας και πληρώνοντας ένα μεγάλο μέρος μίας άκρως γαργαλιστικής εκδοχής του ελληνικού «μπάχαλου», όπου η τοπική αυτοδιοίκηση και οι διάφοροι άλλοι κοινωνικοί φορείς, από κοινού με τις επιχειρήσεις και με την απαραίτητη γαρνιτούρα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, θα συμμετέχουν στην κούρσα της αρπαχτής που θα διεξάγεται στον στίβο του διαλυμένου πανεπιστημίου.

Υπό άλλες συνθήκες –όπως θα δούμε και παρακάτω– η αναθεώρηση του άρθρου 16 θα μπορούσε να αποβεί θετική. Το να αναθεωρήσει κανείς την κρατικιστική εκδοχή του δημόσιου πανεπιστημίου, το να το αποκεντρώσει εισάγοντας στους θεσμούς του τους κοινωνικούς φορείς και την αυτοδιοίκηση, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας και τους κοινωνικούς της προσανατολισμούς, είναι κίνηση που εξασφαλίζει ουσιαστικά τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης: γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο, το πανεπιστήμιο θα γειωθεί στις κοινωνικές ανάγκες ενώ ταυτόχρονα θα παρέχει όσο το δυνατόν ίσες ευκαιρίες σε όποιον θέλει να σπουδάσει.

Το κλίμα όμως, τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς, είναι αρνητικό για μια τέτοια εξέλιξη. Η λογική της αγοράς είναι πανταχού παρούσα και κυριαρχεί απολύτως τόσο στην πραγματικότητα όσο και στα μυαλά των ιθυνόντων. Γι’ αυτό και προς το παρόν διεξάγεται μία μάχη αμυντική, ένας ιδεολογικός και πολιτικός πόλεμος χαρακωμάτων. Απ’ τη μία είναι η επελαύνουσα αγορά και από την άλλη το παραπαίον κράτος. Γι’ αυτό και, μπροστά στις τρομακτικές συνέπειες της επικράτησης της αγοράς, οι κοινωνικές δυνάμεις που ήδη πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση έχουν οχυρωθεί πίσω από το δεινοσαυρικό κράτος: το ίδιο συνέβη στην χώρα μας με το ασφαλιστικό, το ίδιο συμβαίνει σήμερα με το πανεπιστήμιο και το ίδιο θα εξακολουθεί να συμβαίνει κάθε φορά που ο νεοφιλελευθερισμός θα βάζει στο στόχαστρο ένα δημόσιο αγαθό. Είμαστε, συνεπώς, υποχρεωμένοι προς το παρόν να επικεντρώνουμε στον κυριότερο εχθρό, να συσπειρωνόμαστε εναντίον των νεοφιλελεύθερων μέτρων.

Το κρατικο-ιδιωτικό πανεπιστήμιο

Τούτο όμως δεν σημαίνει πως οι αγώνες της διαφύλαξης των δημόσιων αγαθών πρέπει ν’ αποτελούν άλλοθι για την αναπαραγωγή των ελίτ και των συντεχνιών που εκμεταλλεύονται την κρατική μηχανή και νέμονται τον κοινωνικό πλούτο. Γιατί αν ελλοχεύουν σημαντικότατοι κίνδυνοι για το πανεπιστήμιο και την κοινωνία από αυτό που έρχεται, το ίδιο συμβαίνει και μ’ αυτό που ήδη υπάρχει.

Ήδη, σήμερα, το πανεπιστήμιο είναι πλήρως απονομιμοποιημένο στα μάτια της κοινωνίας. Γιατί η λειτουργία του, κι αυτό η κοινωνία το γνωρίζει, είναι ούτως ή άλλως αποσυνθετική: δεν παράγει επιστήμονες, ούτε πολίτες αλλά καριερίστες/ καταναλωτές που ενδιαφέρονται μοναχά για την προσωπική τους βολή.δεν διαθέτει καθηγητές, ερευνητές και διανοούμενους αλλά ανθρώπους των μηχανισμών, κορεσμένους από την διαφθορά, που έχουν στερέψει από οποιαδήποτε δημιουργικότητα και φαντασία και επικαλούνται την «ανώτερη αποστολή του πανεπιστημίου» μόνο ως άλλοθι για να κρύψουν τον λάκκο με τα σκάνδαλα στον οποίο έχουν βυθίσει την εκπαίδευση.

Τα συνθήματα αυτά της κυβέρνησης, όσο παραμένουν στο επίπεδο των αφηρημένων εξαγγελιών, συγκεντρώνουν την υποστήριξη ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτό όχι γιατί υπάρχει εμπιστοσύνη στο πρόγραμμα της κυβέρνησης αλλά γιατί πλέον είναι κοινή συνείδηση ότι οι θεσμοί του κράτους –και ιδιαίτερα οι υπηρεσίες που αφορούν τα δημόσια αγαθά– έχουν περιέλθει σε τέλμα.

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 κι έπειτα, η Ελλάδα ζει την παρακμή του κοινωνικού κράτους. Οι δεινοσαυρικοί, γιγαντωμένοι θεσμοί έχουν δημιουργήσει μία γραφειοκρατία κρατικών λειτουργών η οποία λειτουργεί στο εσωτερικό τους και νέμεται τον κοινωνικό πλούτο που διαχειρίζεται το κράτος.

Η δράση αυτής της γραφειοκρατίας μεταβάλλει τον χαρακτήρα των κρατικών υπηρεσιών από δημόσιες σε κρατικο-ιδιωτικές: κρατικές διότι συνεχίζουν να λειτουργούν με τις δαπάνες της κοινωνίας και ιδιωτικές γιατί μέσα από την λειτουργία τους κερδίζουν τα κοινωνικά στρώματα εκείνα που στελεχώνουν τους μηχανισμούς τους αλλά και γιατί οι πολίτες, μέσα από παράτυπες διαδικασίες που προκύπτουν από τη διαφθορά ή την αδυναμία των θεσμών, πληρώνουν πλέον για να τις εξασφαλίσουν.

Κρατική-ιδιωτική, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, είναι πλέον η δημόσια υγεία διότι, για να λειτουργήσει, απαιτείται το απαραίτητο φακελάκι στον γιατρό ή γιατί η ίδια η τρομακτική υποβάθμισή της αναγκάζει τους πολίτες να στραφούν προς τα ιδιωτικά νοσοκομεία και τα ιατρεία. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, οι δύο αυτοί χώροι σχετίζονται στενά: ο γιατρός του ΕΣΥ εκμεταλλεύεται τη θέση του για να «ψαρέψει» πελάτες από το δημόσιο νοσοκομείο για το απογευματινό, παράνομο, ιδιωτικό του ιατρείο.
Κρατική-ιδιωτική είναι και η παιδεία. Τούτο, κατ’ αρχήν φαίνεται από τα στατιστικά στοιχεία. Η χώρα μας έρχεται τελευταία σε δημόσιες δαπάνες και πρώτη στις ιδιωτικές δαπάνες των νοικοκυριών για την παιδεία στην Ευρώπη.

Η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απαιτεί πολύχρονο πέρασμα από τους μηχανισμούς της παραπαιδείας, ενώ η φοίτηση πραγματοποιείται ήδη –εξ αιτίας της τραγικής έλλειψης των υποδομών– με δαπάνες της ελληνικής οικογένειας. Κι εδώ έχει αναπτυχθεί ένα κατεστημένο το οποίο, εκμεταλλευόμενο την αυτονομία των πανεπιστημίων πλουτίζει σε βάρος των θεσμών. Το κατεστημένο των καθηγητών έχει εγκαταλείψει το εκπαιδευτικό έργο και ασχολείται με την αρπαγή των ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων.

Ταυτόχρονα, προνόμια έχει κατακτήσει και η αφρόκρεμα του φοιτητικού συνδικαλισμού (κυρίως τα μέλη της ΔΑΠ και της ΠΑΣΠ που κυριαρχούν στο πανεπιστήμιο) η οποία δρα από κοινού με το καθηγητικό κατεστημένο μέσα από τα όργανα συνδιοίκησης του πανεπιστημίου. Εξ άλλου, έχουν κι αυτοί από τη μεριά τους προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση του… φοιτητικού τρόπου ζωής αποτελώντας τον κύριο μεσάζοντα ανάμεσα στους φοιτητές και τη… βιομηχανία της διασκέδασης. Γιατί η κύρια δραστηριότητα των μεγάλων παρατάξεων, πλέον, στο πανεπιστήμιο είναι η διοργάνωση μαζικών εξορμήσεων στη «νύχτα» των πόλεων (σκυλάδικα, ρεμπετάδικα και λογιών- λογιών χοροπηδάδικα) και τα ελληνικά νησιά…

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η πραγματική υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου περνάει μέσα από την ταυτόχρονη αντίθεση, τόσο στο αγοραίο, όσο και στο κρατικο-ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Περνάει μέσα από μία εναλλακτική πρόταση, η οποία θα διαφυλάττει μεν τον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου αλλά που θα τον «γειώνει» στις κοινωνικές πραγματικότητες μεταβάλλοντάς το από έναν απομονωμένο θεσμό σ’ έναν θεσμό που λειτουργεί μέσα στην κοινωνία, προς όφελός της.

Το πρώτο βήμα σ’ αυτήν την πρόταση θα μπορούσε να γίνει μέσα από την επεξεργασία μίας άλλης άποψης για την αξιολόγηση. Μία άποψη, που θ’ απορρίπτει εξ ίσου την αξιολόγηση με τα κριτήρια της αγοράς αλλά και την ασυδοσία του καθηγητικού κατεστημένου. Γιατί δεν είναι δυνατόν οι καθηγητές να εξαιρούνται από διαδικασίες αξιολόγησης σε μία κοινωνία όπου η συντριπτική πλειοψηφία – πέρα από τις ελίτ- αξιολογούνται καθημερινά. Κάποιοι θα πρέπει να κατανοήσουν πως δεν βρισκόμαστε ακόμα στον Μεσαίωνα για να υπάρχουν «κλειστές» τάξεις με ειδικά προνόμια. Κι αν αυτό δεν το θέσει ένα κίνημα αμφισβήτησης, τότε ποιος θα το κάνει;

Βέβαια υπάρχουν θεσμοί και θεσμοί αξιολόγησης, οι οποίοι εξαρτώνται από τα κριτήρια πάνω στα οποία δομείται αυτή η διαδικασία. Υπάρχουν κριτήρια της αγοράς, όπως υπάρχουν και κριτήρια που διασφαλίζουν τον δημόσιο, καθολικό χαρακτήρα ενός δημόσιου αγαθού, ότι δηλαδή η λειτουργία του πανεπιστημίου θα συμβάλλει στην κοινωνική ευημερία και την ολοκλήρωση όσων σπουδάζουν σ’ αυτό. Ποιοι, όμως, μπορούν να συμμετάσχουν σ’ αυτούς τους μηχανισμούς;

Ας μιλήσουμε μ’ ένα απτό παράδειγμα. Στη Βενεζουέλα, η μπολιβαριανή επανάσταση αναζητά εναγωνίως εναλλακτικές λύσεις για να αναδιοργανώσει το κοινωνικό μοντέλο δικαιότερα και πιο ισότιμα. Σ’ αυτά τα πλαίσια, έχει ήδη διαμορφώσει μηχανισμούς μέσα στα πανεπιστήμια οι οποίοι ελέγχουν τόσο την ποιότητα της εκπαίδευσης όσο και τους προσανατολισμούς της, το εάν αυτή συμβάλλει στην ευημερία και την ανάπτυξη της κοινωνίας και στο εάν συμβάλλει στους ευρύτερους στόχους της επανάστασης για διεύρυνση της συμμετοχής των πολιτών, στην ανάπτυξη των τοπικών κοινοτήτων, των συνεταιρισμών κ.λ.π.
Η εσωτερική διοίκηση αυτού του πανεπιστημίου, λοιπόν, περιγράφεται κάπως έτσι από την πρύτανή του:

«Υπάρχει [στο πανεπιστήμιο] ένα εκτελεστικό συμβούλιο που ασχολείται με τα καθημερινά ζητήματα της διαχείρισης και περιλαμβάνει τον πρύτανη, τον αντιπρύτανη, έναν διευθυντή σπουδών κι έναν γενικό γραμματέα. Το ανώτερο όργανο είναι το διοικητικό συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν οι καθηγητές, το προσωπικό, οι φοιτητές και εκπρόσωποι της κυβέρνησης. Υπάρχουν επίσης τα ακαδημαϊκά συμβούλια, τα συμβούλια της πανεπιστημιούπολης -για κάθε πανεπιστήμιο ξεχωριστά – αλλά και τα μη-ακαδημαϊκά συμβούλια τα οποία περιλαμβάνουν ανθρώπους από τις κοινότητες».

Αλλού, ο υπουργός παιδείας της Βενεζουέλας μας δίνει μία συνολικότερη εικόνα:

«Στο μπολιβαριανό Σύνταγμα έχουμε θεσπίσει λαϊκά συμβούλια προγραμματισμού σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, τα οποία εκπονούν αναπτυξιακά προγράμματα που λαμβάνουν υπ’ όψη τις πραγματικότητες της κάθε περιοχής. […]. Τι προβλέπουν αυτά; Την ύπαρξη σε κάθε δήμο όχι απλώς ενός πανεπιστημίου, αλλά ενός χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, που περιλαμβάνει εργαστήρια, εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις και συμπλέει με τις ανάγκες της κάθε περιοχής. Τα συμβούλια της περιοχής υποβάλλουν τις ανάγκες τους στα πανεπιστήμια και αυτά τους απαντούν. Τα πανεπιστήμια πηγαίνουν εκεί που είναι ο λαός και όχι το αντίθετο. Το πανεπιστήμιο ικανοποιεί τις ανάγκες του κάθε τόπου».

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα υπαρκτό «σχέδιο», που διευρύνει την έννοια του «δημόσιου» καθιστώντας την μάλιστα περισσότερο αποτελεσματική κοινωνικά.

Αν βέβαια καταθέταμε αυτές τις προτάσεις σήμερα στην χώρα μας, θ’ ακούγαμε τα… εξ αμάξης απ’ όλες τις πλευρές. Οι νεοφιλελεύθεροι θ’ άρχιζαν το σύνηθες τροπάρι περί «ουτοπισμού» και ανέξοδου «αριστερισμού», ενώ το ακαδημαϊκό κατεστημένο θα οχυρωνόταν πίσω από τις κενές ουσίας κραυγές υπέρ της «αυτονομίας του πανεπιστημίου», του «ασύλου» της ασυδοσία τους, δηλαδή, που τους παρέχει ο κρατισμός…

Η εργασιακή ανασφάλεια

Στο πίσω μέρος του μυαλού όλων όσων συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις, υπήρχε η ολοένα και μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια που αντιμετωπίζει σήμερα ο νέος πτυχιούχος στην χώρα μας.

Η Ελλάδα είναι γνωστή για τις επιδόσεις της στην ανεργία και την ετεροαπασχόληση των πτυχιούχων. Κι αυτά τα φαινόμενα αποτελούν μάλλον το βαθύτερο ελατήριο που πυροδότησε την κινητοποίηση. Μόνο ο μπαμπούλας της εργασιακής ανασφάλειας συνιστά ένα σοκ αρκετά ισχυρό ώστε να κλονίσει την φοιτητική dolce vita που κυριαρχούσε μέχρι σήμερα.
Πού οφείλεται, όμως, αυτή η έξαρση της ανεργίας και της ετεροαπασχόλησης των πτυχιούχων; Τα κόμματα εξουσίας έχουν έτοιμη την απάντηση: ευθύνεται η ελλιπής σύνδεση του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας. Η απάντηση αυτή, βέβαια, είναι παραπλανητική.

Γιατί η ανεργία των πτυχιούχων δεν είναι αποτέλεσμα της ελλιπούς σύνδεσης του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας. Είναι ζήτημα των αδιεξόδων στά οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία έπειτα από την ενσωμάτωσή της στο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης. Η ανεργία των πτυχιούχων είναι ζήτημα του παρασιτισμού της ελληνικής οικονομίας και της διάρρηξης του παραγωγικού ιστού που αυτός συνεπιφέρει. Γιατί στην χώρα του τουρισμού, της ευρω-επιδοτούμενης μπουλντόζας και του μπαμπακιού, των διαμετακομιστικών δραστηριοτήτων δεν υπάρχει φυσικά χώρος για τους πτυχιούχους του πανεπιστημίου. Και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για εξειδικευμένη απασχόληση και εφαρμοσμένη έρευνα σε μία Ελλάδα που δεν παράγει σχεδόν τίποτε και εισάγει τα προϊόντα της από τις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με μία ευρύτερη κατάσταση που ξεφεύγει από τη στενή σχέση του πανεπιστημίου, της κρατικής πολιτικής και της ελληνικής οικονομίας και αγγίζει όλη την εθνική οικονομική στρατηγική. Αφορά την κρίση των γενικότερων προσανατολισμών της χώρας.

Η καταστροφή του παραγωγικού ιστού της χώρας προκαλεί την αγωνία του φοιτητή για την επαγγελματική του αποκατάσταση, όπως και προκαλεί την απελπισία του ανέργου, των γονατισμένων από τον διεθνή ανταγωνισμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όλων εν τέλει των θυμάτων αυτής της άνισης και αντιφατικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Και το γεγονός αυτό, πέρα απ’ ότι υποδεικνύει μία δεινή κατάσταση, συνιστούσε για το φοιτητικό κίνημα και μία μεγάλη ευκαιρία να συνδεθεί με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Άπαξ και έθετε τέτοιο ζήτημα, είναι προφανές πως θα συναντούσε πολύ μεγαλύτερη απήχηση και συμπαράσταση από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Γιατί, πραγματικά, η εργασιακή ανασφάλεια είναι το όχημα που συνδέει την αγωνία πολλών ανθρώπων στην κοινωνία μας.

Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω

Κάθε κίνημα επηρεάζεται σημαντικά από την κατάσταση της κοινωνίας μέσα στην οποία αναπτύσσεται. Η ελληνική κοινωνία τελεί στις στρεβλές συνθήκες του παρασιτισμού, της εξαχρείωσης, της έκλειψης των υποκειμένων και των συλλογικών ταυτοτήτων, της απουσίας οποιασδήποτε σοβαρής ιδεολογικής συζήτησης. Το ελληνικό πανεπιστήμιο παραπαίει μέσα στον κυκεώνα της αρπαχτής, της ήσσονος προσπάθειας, της διαφθοράς και τις γραφειοκρατίας. Τι λογικές κινήματος μπορεί ν’ παραγάγει αυτή η κατάσταση; Τι προεργασία έχει γίνει σε επίπεδο ιδεολογικό και πολιτικό μέσα στην κοινωνία έτσι ώστε η συνείδηση των ανθρώπων που συμμετέχουν σ’ έναν αγώνα να είναι έτοιμη ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του;

Δυστυχώς καμία. Γι’ αυτό και το φοιτητικό κίνημα είχε πολλά κενά τόσο σε επίπεδο ανάλυσης όσο και σε επίπεδο αιτημάτων – για να μην αναφερθούμε εδώ στις εσωτερικές του αδυναμίες οι οποίες ταλαιπώρησαν πρώτα απ’ όλα αυτόν τον «ανένταχτο φοιτητή» που για πρώτη φορά αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τις συλλογικές του διαδικασίες.

Έτσι, η πραγματικότητα του παρόντος κρατικο-ιδιωτικού πανεπιστημίου διέφυγε από το φοιτητικό κίνημα, το οποίο συγκέντρωσε τα πυρά του στην «αγορά» και τον «νόμο» αρνούμενο να την δει ή να την αναδείξει παρόλο που επηρεάζει εξ ίσου και πιο άμεσα την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, τα κατεστημένα που δρουν στο εσωτερικό του γλίτωσαν από το στόχαστρο των κινητοποιήσεων. παραμένοντας στην αφάνεια, βρήκαν ένα ωραίο άλλοθι για να διαφύγουν οποιασδήποτε κριτικής.
Επίσης, οι φοιτητές δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν την ευκαιρία που άνοιγε το ζήτημα της εργασιακής ανασφάλειας για τη σύνδεση με πλατύτερα κοινωνικά στρώματα. Ακόμα και οι πολιτικές οργανώσεις που συμμετείχαν σ’ αυτό προτίμησαν να επιδιώξουν τη σύνδεση με την κοινωνία μέσω της απεύθυνσης σε συνδικάτα και σωματεία, στα πλαίσια της παλιάς αριστερίστικης και αριστερίζουσας λογικής για «ενότητα με την εργατική τάξη». Αυτή η ενότητα, όμως, συγκροτείται κατ’ αρχήν στη βάση ενός απλού πολιτικού λόγου που συμπυκνώνει τις κοινές αγωνίες των ανθρώπων και όχι σε επαφές με επίσημους συνδικαλιστικούς φορείς οι οποίοι –ούτως ή άλλως– μόνο σχετικά και περιορισμένα εκφράζουν τους εργαζόμενους σήμερα. Η σύνδεση με την «κοινωνία» θα πραγματοποιούνταν, επομένως, στη βάση κοινών αιτημάτων και όχι μόνο με καλέσματα σε συνδικάτα και φορείς για συμμετοχή στις διαδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις. Δυστυχώς, το φοιτητικό κίνημα δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την πρόκληση – κι έτσι χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία.

Τέλος, τα «αντιπολιτευόμενα» ΜΜΕ, εκμεταλλευόμενα τις αδυναμίες του κινήματος στον λόγο και την πράξη, προσπάθησαν να αναπαράγουν μία παραποιημένη του εκδοχή εστιάζοντας στα δευτερεύοντα αιτήματά του («αιώνιοι φοιτητές» κλπ). Ο λόγος είναι απλός. Τα σημαντικότερα αιτήματα του κινήματος στρέφονται ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που υποστηρίζονται τόσο από την ΝΔ όσο και από το Πα.Σο.Κ. Η προβολή τους θα έθιγε εξ ίσου και τα δύο κόμματα εξουσίας και γι’ αυτό δεν πραγματοποιήθηκε. Αντίθετα, η προβολή από συγκεκριμένα μέσα (Μέγκα, τα Νέα, Ελευθεροτυπία) των δευτερευόντων ζητημάτων αποπειράθηκε να μεταβάλει το κίνημα αυτό απλά σ’ ένα εργαλείο φθοράς της κυβέρνησης το οποίο –αν αναλογιστούμε την «κριτική» υποστήριξη στον Yiorgos που παρέχουν όλοι αυτοί– θα ωφελούσε κύρια το Πα.Σο.Κ.

Το γεγονός αυτό λειτούργησε, βέβαια, αρνητικά για τις κινητοποιήσεις γιατί απλούστατα η ρητορική κριτική του Πα.Σο.Κ. δεν πείθει κανέναν σήμερα. Και από την στιγμή που η υπουργός Παιδείας δήλωσε πως δεν θα καταθέσει το επίμαχο νομοσχέδιο στο θερινό τμήμα της Βουλής, η ένταση των κινητοποιήσεων άρχισε σταδιακά να πέφτει, αυτή η διάσταση μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο…

Τι μέλλει γενέσθαι;

Ευτυχώς, η επικοινωνιακή εκστρατεία των ΜΜΕ σταμάτησε, όπως σταμάτησαν και οι κινητοποιήσεις εν όψει του καλοκαιριού. Τούτο –βέβαια– δεν σημαίνει πως θα πάψει η αναταραχή στην εκπαίδευση. Το φοιτητικό κίνημα του Μαΐου-Ιουνίου απλώς άνοιξε την αυλαία ευρύτερων κινητοποιήσεων σχετικά με την παιδεία. Γιατί είναι σαφές πως η κατάσταση στο πανεπιστήμιο, όπως και η κατάσταση στο λύκειο, έχει περιέλθει σ’ ένα τέλμα που από μόνο του τροφοδοτεί την αναταραχή. Γι’ αυτό, εξ άλλου, υφίστανται πολλές ενδείξεις πως οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν και του χρόνου – ίσως όχι στην ίδια ένταση. Η κινητικότητα στους χώρους της εκπαίδευσης μάλλον θα έχει διάρκεια από εδώ και πέρα.

Ανεξάρτητα λοιπόν από τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα κενά που σαφώς έκαναν αίσθηση σ’ αυτό τον πρώτο κύκλο, το μόνο, που μπορούμε να πουμε προς το παρόν, είναι πως το κίνημα ανατάραξε τα βαλτωμένα νερά της εκπαίδευσης, αλλά η συνέχεια και η δυναμική αυτής της κινητικότητας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον τα υποκείμενα που συμμετέχουν θα ωριμάσουν. Και ωριμάζω σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, αντιλαμβάνομαι καλύτερα την πραγματικότητα στην οποία μετέχω και με επηρεάζει και την αμφισβητώ ουσιαστικότερα…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek