της Ε. Ζαχαροπούλου και του Σ. Ιωαννίδη, από το Άρδην τ. 57, Δεκέμβριος 2005 – Ιανουάριος 2006

Στη Λατινική Αμερική, το ιθαγενικό ζήτημα έχει βγει πλέον οριστικά από το πεδίο του παραδοσιακού ιθαγενισμού όπου είχε περιοριστεί από την εποχή του αγώνα για την ανεξαρτησία. Παίρνει μια νέα διάσταση και προβολή, πολιτικοποιείται και α­ποκτά ισχυρά στηρίγματα σε νέους χώρους _ιδιαίτερα στο διεθνές επίπεδο, όπου συνδυάζεται με άλλα παγκόσμια ζητήματα, τα οποία εκτείνονται από τα ανθρώπινα δικαιώματα ως την οικολογία.
Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι η αλλαγή αυτή, που τείνει προς τη δημιουργία νέων εθνικών συνόρων στους κόλπους των διαφόρων χωρών της περιοχής, έρχεται να επικυρωθεί από έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό κρατών τα οποία προσαρμόζουν τους νόμους τους –και τα συντάγματά τους– ώστε να «αυτο-προσδιοριστούν» στο εξής ως πολυ-εθνικά και πολυ-πολιτισμικά!

Για τους Λατινοαμερικάνους, εννοείται, που κοινωνικοποιήθηκαν στη βάση μιας νοο-τροπίας διαφορετικής, ουδείς αμφιβάλλει πως θα δυσκολευτούν ν’ αποδεχτούν αυτή την επίσημη αναγνώριση της πολιτισμικής διαφορετικότητας, καθώς και την ύπαρξη ιδιαίτερων δικαιωμάτων –των ιθαγενών και των Αφροαμερικανών– που δεν θα είναι κοινά για όλους στους κόλπους της εθνικής κοινότητας. Και αυτή η αμφισβήτηση της ύπαρξης διαφορετικών εθνικών ταυτοτήτων ενισχύεται στο βαθμό που η συγκεκριμένη αναγνώριση συνοδεύεται σήμερα και από άλλους μετασχηματισμούς, οφειλόμενους στην κατάρρευση του κράτους «χορηγού και ευεργέτη» και την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος των πρόσφατων μετασχηματισμών, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η Λατινική Αμερική αποτελείται από χώρες που μπήκαν πολύ νωρίς στη διαδικασία της σύστασης των σύγχρονων εθνών. Στην περιοχή αυτή, εμφανίστηκαν κράτη οργανωμένα ως έθνη πριν από τη δημιουργία της Ιταλίας και της Γερμανίας. Τα ανεξάρτητα αμερικανικά έθνη είχαν ήδη ορίσει τα σύνορά τους, όταν οι μεγάλες αποικιακές δυνάμεις δεν είχαν ακόμα μοιράσει την αφρικανική ήπειρο και σχεδόν ενάμισι αιώνα προτού η διαδικασία αποαποικιοποίησης ανασχεδιάσει τον πολιτικό χάρτη του πλανήτη.

Στην περίφημή του επιστολή από την Τζαμάικα (1815), ο Σιμόν Μπολίβαρ εξηγούσε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε λατινοαμερικανικό δίλημμα: «Δεν είμαστε ούτε Ινδιάνοι ούτε Ισπανοί, είμαστε κάτι το ενδιάμεσο, ανάμεσα στους νόμιμους κυρίους της χώρας [δηλαδή τους Ινδιάνους] και τους Ισπανούς σφετεριστές της». Και, παρ’ όλα αυτά, αυτό το ενδιάμεσο είδος –οι Κρεολοί– οι μη νόμιμοι κύριοι της χώρας ήταν που, στις αρχές του 19ου αιώνα, ένιωθαν φορείς του ιστορικού πλάνου της οικοδόμησης των νέων εθνών!

Το πρόβλημα του Μπολίβαρ και της κάστας του –ή της τάξης του– δεν ήταν εύκολο: πάνω σε ποιες πολιτικές αρχές θα βάσιζαν τη νομιμότητα των σχεδίων τους για την ανεξαρτησία; Ποια θα ήταν τα θεμέλια του έθνους στο Νέο Κόσμο; Δεν έμπαινε καν θέμα μιας κοινότητας αίματος, όπως λίγο αργότερα στην Ευρώπη, διότι, απλούστατα, μια τέτοια κοινότητα δεν υπήρχε. Και ούτε ήταν δυνατόν να συλλάβει κανείς το έθνος στη βάση μιας κοινής κουλτούρας, μιας κουλτούρας που θα μοιραζόταν με έναν καταπιεσμένο και κατακτημένο λαό. Το αποικιοκρατικό σύστημα, που ο Μπολίβαρ ήθελε να καταργήσει, είχε επιμελώς φροντίσει για την οργάνωση και τη διαιώνιση μιας κοινωνίας χωρισμένης σε κάστες, όπου τα σύνορα ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ταυτίζονταν με τα πολιτισμικά σύνορα. Ας μην ξεχνάμε ότι, υπ’ αυτές τις συνθήκες, όπως και σε κάθε κοινωνία του Παλαιού Καθεστώτος, οι κουλτούρες όφειλαν να διατηρηθούν πάση θυσία μέσα στη διαφορετικότητά τους, για να επιτρέψουν την αναπαραγωγή του συστήματος. Επιπλέον, η ελίτ των Κρεολών, που πάλευε για τη χειραφέτησή της, δεν ήταν παρά θυγατέρα της Ισπανίας και του πολιτισμού της, μοιραζόταν με την αποικιακή δύναμη την ίδια γλώσσα και την ίδια θρησκεία.

Το έθνος, λοιπόν, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό υπό μία μορφή πολιτικά συντηρητική ή και αντιδραστική, όπως συνέβη αργότερα αλλού, δηλαδή ως η φυσική προέκταση ενός πολιτικού και κοινωνικού χώρου κληρονομημένου από το Παλαιό Καθεστώς, με τις κοινωνικές τάξεις να παραμένουν ως έχουν και με τα προνόμιά τους ανέπαφα. Αντίθετα, η ελίτ των Κρεολών στήριζε τη νομιμότητά της στην αμφισβήτηση μιας αποικιακής τάξης άδικης, γεμάτης διακρίσεις, ανίκανης να φέρει την πρόοδο. Η ανεξαρτησία σήμαινε γι’ αυτήν τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, οργανωμένης πάνω σε ένα πολιτικό πρόγραμμα ισότητας, άρα μοντέρνο και σύγχρονο. Έτσι, η λύση του διλήμματος δεν ήταν παρά η προσφυγή στον αγγλοσαξωνικό φιλελευθερισμό και τη γαλλική Επανάσταση. Η ανεξαρτησία δικαιολογούνταν επειδή είχε ως στόχο τη δημιουργία ενός «έθνους ατόμων», ατόμων ελεύθερων και ίσων, αδελφωμένων, ενωμένων στη βάση ενός κοινού σχεδίου, ενός κοινού συμβολαίου ή Συντάγματος, μιας κοινής αγοράς. Αδυνατώντας να είναι μια κοινωνία βασισμένη στο μύθο της καταγωγής, θα ήταν λοιπόν μια πολιτική κοινότητα χτισμένη στη βάση μιας ουτοπίας. Ουτοπία, γιατί οι πραγματικότητες της εποχής δεν είχαν καμιά σχέση με το έθνος που ονειρεύονταν. Στην αυγή της ανεξαρτησίας, δεν υπήρχε καμιά οικονομική και κοινωνική ισότητα ανάμεσα στους απογόνους των παλαιών καστών, τώρα πολιτών των μόλις χειραφετημένων χωρών, και επίσης δεν υπήρχε τίποτα απολύτως, στις αρχές του 19ου αιώνα, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κοινή πολιτισμική κληρονομιά. Η Κολομβία, το Περού, η Βολιβία είχαν δημιουργηθεί. Τώρα έμενε να γίνουν και οι Κολομβιανοί, οι Περουβιανοί, οι Βολιβιανοί…

Για να γεφυρωθεί η άβυσσος, για να συμπέσουν η «τυπική» με την «πραγματική» χώρα, η φιλελεύθερη πρόταση είναι: αφομοιώνουμε τους ιθαγενείς (και τους μαύρους), μετατρέπουμε αυτό τον άγριο και επικίνδυνο κόσμο, τον εκφυλισμένο από τη σκλαβιά και την υποτέλεια της αποικιοκρατίας, σε ένα λαό πολιτών!

Και πώς θα γίνει αυτό; Τελειώνοντας με την ιθαγενική εδαφικότητα, καταργώντας την κοινότητα και τη συλλογική της ιδιοκτησία, που έρχεται σε αντίθεση με μια κοινωνία ελεύθερων ατόμων, ιδιοκτητών των εδαφών τους ή της εργατικής τους δύναμης και ενωμένων πάνω στη βάση της αγοράς. Επίσης, απελευθερώνοντας την εκπαίδευση από την επιρροή της Εκκλησίας και δημιουργώντας έναν κοινό πολιτισμό, βασισμένο στη χρήση μιας κοινής γλώσσας και στις αρχές του Διαφωτισμού, ευνοώντας τέλος τη βιολογική και πολιτισμική μείξη.

Είναι σαφές πως σε αυτό το φιλόδοξο εθνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε θέση ούτε μέλλον για τον ιθαγενικό πληθυσμό ως τέτοιον. Στερημένος από κάθε ιστορικότητα, υπήρχε ως κοινωνική κατηγορία υπό κηδεμονία, κληρονομιά ενός παρελθόντος που έπρεπε να καταργηθεί, να σβηστεί από το χάρτη.
Ωστόσο, έναν σχεδόν αιώνα από την ανεξαρτησία, αυτό το πρόγραμμα αφομοίωσης απείχε πολύ από το να γίνει πραγματικότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στις Άνδεις, η τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού δεν καταλάβαινε ισπανικά, ή τα μιλούσε στοιχειωδώς, παρέμενε αναλφάβητη και ελάχιστα συνδεδεμένη με την αγορά. Επίσης, ο ινδιάνικος πληθυσμός, που διατήρησε τα εδάφη του και την κοινοτική του οργάνωση ή ζούσε, ως εργάτης γης, προσκολλημένος στα μεγάλα αγροκτήματα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί, από τη φιλελεύθερη σκοπιά, πολίτης της δημοκρατίας. Στερημένος του δικαιώματος ψήφου και εκλογής λόγω αναλφαβητισμού, έλλειψης ατομικής ιδιοκτησίας και «ελευθερίας», παρέμενε υποταγμένος, έξω από το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Αν και το κράτος υπάρχει, το έθνος δεν έχει ακόμα αποκτήσει υπόσταση.

Κάνοντας ένα χρονικό άλμα προς μια περίοδο πλησιέστερή μας, αυτήν του εθνικο-λαϊκισμού –δεκαετίες του ’30 με ’70– βλέπουμε ότι δεν τίθεται πλέον θέμα πολιτικής αναγνώρισης των ντόπιων πληθυσμών. Οι Ινδιάνοι, παρά την αριθμητική τους σπουδαιότητα, εξακολουθούν να παραμένουν μακριά από τον «πολιτισμό». Όμως τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το πρόγραμμα της δημιουργίας αληθινών εθνών, σύγχρονων και ανεξάρτητων, μπορεί επιτέλους να τεθεί σε λειτουργία, επιτρέποντας τη «μεξικανοποίηση», ή τη «βολιβιανοποίηση», δηλαδή την εθνικοποίηση και «αποϊνδιανοποίηση». Διότι δεν είναι πλέον η παλιά κυρίαρχη ελίτ, η ολιγαρχία, φιλελεύθερη ή συντηρητική, αυτή που διαχειρίζεται το εθνικό πρόγραμμα, αλλά το κράτος, ένα κράτος ισχυρό, εκσυγχρονιστικό, συντεχνιακό, επιχειρηματικό και αυταρχικό, ικανό για εκπαιδευτικές και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη της οικονομίας και οργάνωση του κόσμου της εργασίας με νέες, καινοφανείς μορφές συσπείρωσης.

Η ιθαγενική πολιτική, με πρωτοπόρο τον Κάρδενας στο Μεξικό, αυτό θα έχει ως βασικό στόχο, απ’ άκρη σ’ άκρη στη Λατινική Αμερική, τα επόμενα χρόνια: την οριστική αφομοίωση, τη μετατροπή του φτωχού Ινδιάνου σε πλήρες μέλος μιας μεικτής εθνικής κοινότητας. Διαθέτοντας μόρφωση, γη, ή επάγγελμα στην πόλη, πλαισιωμένος από μια συντεχνιακή οργάνωση, ο Ινδιάνος θα έπρεπε λοιπόν να εγκαταλείψει την πολιτισμική του καθυστέρηση για να μετατραπεί σε αγρότη, εργάτη ή υπάλληλο, συμμετέχοντας έτσι στην εθνική ανοικοδόμηση και στο συλλογικό πλάνο. Δεν είναι τυχαίο το ότι στη Βολιβία, το 1952, μετά την επανάσταση και την αγροτική μεταρρύθμιση, δηλωνόταν επίσημα πως στο εξής δεν υπήρχαν πλέον Ινδιάνοι στη χώρα, ενώ στο Περού, λίγο αργότερα, ο στρατηγός Βελάσκο, απαλλοτριώνοντας τα μεγάλα αγροκτήματα και ιδρύοντας τις αγροτικές κοινότητες, κήρυττε, εκατόν πενήντα χρόνια μετά τον Σαν Μαρτίν, τη λήξη του ινδιάνικου ζητήματος!

Στη διάρκεια των δεκαετιών αυτών, είναι γεγονός ότι ουκ ολίγα μέλη των ινδιάνικων κοινοτήτων πήραν το δρόμο που υποδείκνυε η εξουσία. Πολυάριθμοι ήταν αυτοί που κινητοποιήθηκαν γύρω από το σχέδιο μιας κοινωνικής αλλαγής, που για τους ίδιους σήμαινε το τέλος των διακρίσεων και τη μοναδική δυνατότητα να συμμετάσχουν στην κοινωνία. Εκατομμύρια άντρες και γυναίκες διάλεξαν για γλώσσα την ισπανική που διδάσκεται στο σχολείο και, στην ύπαιθρο, εντάχτηκαν στις αγροτικές οργανώσεις που δεν διεκδικούσαν μια ινδιάνικη ταυτότητα, ή έφυγαν για τις πόλεις με την ελπίδα μιας ζωής διαφορετικής, στους κόλπους μιας νέας, μεικτής κοινότητας. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, στη δεκαετία του ’60, η λατινοαμερικάνικη αριστερά θα υποστηρίξει θερμά αυτό το εθνικό πλάνο: με την έλευση του σοσιαλισμού, το τέλος της εξάρτησης και του εσωτερικού αποικισμού, οι ιθαγενείς θα απαλλάσσονταν από τα δομικά και πολιτισμικά δεσμά τους, που διαιώνιζαν την εκμετάλλευση. Σε μια καινούργια κοινωνία, ο «απο-ινδιανομένος» προλετάριος θα συμμετείχε ισότιμα στο μεγάλο πλάνο της κοινωνικής απελευθέρωσης…

Όμως, στο τέλος του 20ού αιώνα, οι απογραφές σε διάφορες χώρες της περιοχής μάς δείχνουν ότι ο ινδιάνικος πληθυσμός ποτέ δεν ήταν τόσο πολυάριθμος. Συνεπώς δεν θέλησαν όλοι, ή δεν μπόρεσαν, να αφομοιωθούν. Και παρατηρείται έκτοτε μια διαφορετική διαδικασία: όλο και περισσότεροι άντρες και γυναίκες (ή τα παιδιά τους), χωρίς να χάνουν τη νεοαποκτημένη τους υπηκοότητα, διεκδικούν, επίσης, στην πόλη και στην ύπαιθρο, την αναγνώρισή τους ως μελών μιας ιθαγενούς κοινότητας. Και άλλοι, ακόμα πιο πολλοί, που είχαν μείνει «κλεισμένοι» στην κοινότητά τους, ή απομονωμένοι σε απρόσιτες περιοχές, επιδιώκουν να ενταχθούν και να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα, διατηρώντας ωστόσο την ιδιαίτερή τους ταυτότητα.

Το εθνικο-λαϊκιστικό πρόγραμμα εθνικής ένταξης, μέσω της πολιτισμικής μείξης και της αφομοίωσης, είναι λοιπόν προφανές ότι εγκαταλείπεται. Έχοντας αμφισβητηθεί από μεγάλη μερίδα διανοουμένων, δημόσια απορριφθεί από τις ιθαγενικές οργανώσεις, αποκηρύχθηκε, επιπλέον, έμμεσα από την εξουσία σχεδόν όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής, διά μέσου μιας σειράς συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, που κάνουν σαφή αναφορά στον πολυ-εθνικό και πολυ-πολιτισμικό χαρακτήρα του έθνους.

Βoλιβία: το αβέβαιο έθνος
Σύμφωνα με την πρώτη διαθέσιμη στατιστική, αναφορικά με τη βολιβιανή γεωγραφία, το 1848, η χώρα καταλάμβανε ως προς την έκταση (2.373.769 τετρ.χιλ.) την πέμπτη θέση στη Λατινική Αμερική και την τέταρτη (2.128.896) από άποψη πληθυσμού. Έναν αιώνα και κάτι αργότερα, είχε χάσει το 53,5% της αρχικής της επικράτειας και είχε αποκοπεί από τις άμεσες προσβάσεις της στον Ειρηνικό Ωκεανό και στη λεκάνη του Ρίο ντε λα Πλάτα. Όσο για τον πληθυσμό της, λιγότερος από 7.500.000 το 1995, δηλαδή 6,7 κάτοικοι ανά τετρ.χιλ., την μετατρέπει στην πιο αραιοκατοικημένη χώρα του νότιου ημισφαιρίου. Πώς έφτασε όμως σ’ αυτή την κατάσταση;

Το πρόβλημα για τη Βολιβία ξεκινά ήδη με την κήρυξη της ανεξαρτησίας της και τη χάραξη των εθνικών συνόρων. Ο πληθυσμός του νέου κράτους είναι κατά 80% συγκεντρωμένος στο Υψίπεδο και στις κοιλάδες των τροπικών. Στα ανατολικά επικρατεί ερημιά, το ίδιο και στην άγρια, αφιλόξενη ακτή του Ειρηνικού, καθώς η ανεξαρτησία έκοψε τον παραδοσιακό δρόμο, που οδηγούσε από τα ορυχεία του Ποτοσί, μέσω Ορούρο, στο λιμάνι της Αρίκας, τώρα περουβιανό. Στα μάτια των αυτοχθόνων, αλλά και των «ξένων», το νέο κράτος φαντάζει άστατο και με μέλλον αβέβαιο. Η δύσκολη ισορροπία στο μοίρασμα υπουργείων και εξουσίας μεταξύ των κατοίκων της Λα Πας και της Σούκρε (σήμερα Σάντα Κρους), και το γεγονός ότι στις δύο αυτές πρωτεύουσες ήταν απαγορευμένη η εναποθήκευση όπλων ως τις αρχές του 20ού αιώνα, δείχνουν το φόβο που τα αυτονομιστικά κινήματα προκαλούσαν για το μέλλον της δημοκρατίας.

Οι εσωτερικές διαμάχες δεν θα είναι χωρίς αντίκτυπο στο πρόβλημα των διεθνών συνόρων, που θα σημαδέψει βαθύτατα τη ζωή του πρώτου αιώνα ανεξαρτησίας. Αιματηροί, μακροχρόνιοι πόλεμοι διαμελίζουν σταδιακά το ήδη εξαρχής κουτσουρεμένο κράτος. Ο πρώτος, ο Πόλεμος του Ειρηνικού, μεταξύ Περού, Χιλής και Βολιβίας, για το μοίρασμα της ακτής, ειδικά μετά την ανακάλυψη του πλούτου της (ζωϊκό λίπασμα, νιτρικό άλας, ασήμι, χαλκός, νιτρικό κάλιο), ξεσπά το 1879. Η Χιλή, βοηθούμενη από τα εγγλέζικα κεφάλαια, προελαύνει ασυγκράτητη, η Βολιβία, αντίθετα, όχι μόνο αντιδρά παθητικά, αλλά έχει και μια πολιτική εκχωρήσεων των μεταλλείων ακατανόητη και σε πλήρη αντίθεση με τα εθνικά συμφέροντα. Η συνθήκη ειρήνης, το 1904, θα της στερήσει τελείως την έξοδο προς τη θάλασσα, γεγονός που, μέχρι και σήμερα, αποτελεί για όλους τους Βολιβιανούς τη βασική αιτία της κακοδαιμονίας τους, με τους Χιλιανούς να παραμένουν οι προαιώνιοι εχθροί τους.

Το μπουμ του καουτσούκ, ήδη από το 1875, ξαναβάζει το θέμα των αμαζονικών συνόρων και σημειώνονται ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Περού, Βολιβίας και Βραζιλίας. Το 1899, το Άκρε, με πληθυσμό κατά πλειοψηφία βραζιλιάνικο, κηρύσσει την ανεξαρτησία του. Παρά την υποτιθέμενη αποκατάσταση της τάξης, οι Βραζιλιάνοι εξεγείρονται ξανά το 1903 και η Βολιβία, ανίκανη να αντιδράσει, παραχωρεί στη Βραζιλία την περιοχή, χάνοντας γύρω στα 200.000 τετρ. χιλιόμετρα.

Τέλος, ο Πόλεμος του Τσάκο (1932-35) κατά της Παραγουάης, όπου η Βολιβία θα κινητοποιήσει 200.000 άντρες, θα καταλήξει σε πανωλεθρία της, με 60.000 νεκρούς και απώλεια μιας έκτασης 234.000 τετρ. χιλιομέτρων.
Εάν ο Πόλεμος του Ειρηνικού επέτρεψε στη Βολιβία να δει τον εαυτό της σαν ένα έδαφος άδικα και ζωτικά ακρωτηριασμένο, ο πόλεμος του Τσάκο έφερε, στο πεδίο της μάχης, για πρώτη φορά τους Βολιβιανούς σε επαφή μεταξύ τους. Ινδιάνοι, λευκοί και μιγάδες, ή μάλλον Κόλλας (προερχόμενοι από τα υψίπεδα και τις κοιλάδες) και Κάμπας (από τις ανατολικές και νότιες πεδιάδες), απέκτησαν συνείδηση της απεραντοσύνης και της διαφορετικότητας του εδάφους τους, καθώς και της άγνοιας μέσα στην οποία ζούσαν. Κατά κάποιον τρόπο, ο πόλεμος αυτός λειτούργησε σαν ένα κοινωνικό εργαστήριο, που τους επέτρεψε να γνωρίσουν γεωγραφικά και κοινωνικά τη χώρα τους και, κυρίως, λόγω της αναγκαστικής ενότητας απέναντι στον κοινό εχθρό, να γκρεμίσουν κάποιους φραγμούς και προκαταλήψεις, να θέσουν ερωτήματα αναφορικά με την πορεία τους. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι που μπήκαν τα θεμέλια της εθνικιστικής έκφρασης, καθώς και οι διάφορες καλλιτεχνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις της, αν και αυτά τα ρεύματα είχαν ξεκινήσει πριν τον πόλεμο, σε αντίδραση απέναντι στον φιλελευθερισμό, τον θετικισμό και τον μοντερνισμό που επικρατούσαν σε όλους τους τομείς.

Όμως στη δεκαετία του ’40 είναι που μορφοποιείται ο πολιτικός και πολιτιστικός εθνικισμός, υποστηριζόμενος από τη γενιά του Τσάκο, που βίωσε τον πόλεμο σαν μια απάνθρωπη θυσία της από μια διεφθαρμένη πολιτική τάξη, ξεπουλημένη στους ξένους. Η «αυθεντική βολιβιανικότητα» γίνεται στο εξής αυτή των λαϊκών τάξεων, και κυρίως αυτή του Ινδιάνου, του οποίου η κοινωνική κατάσταση είναι σκανδαλώδης.

Έτσι, ισχυροποιείται το δόγμα σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να προωθηθεί μια εθνική πολιτική ανάπτυξης με τη βοήθεια της λαϊκής κινητοποίησης, και συνεπώς εναντίον των γαιοκτημόνων και της εθνικής ολιγαρχίας –βασικά των βαρόνων του κασσίτερου– συνδεδεμένης με τα ξένα συμφέροντα. Και είναι το κράτος η βάση του αγώνα εναντίον του «αντι-έθνους», οπότε εμφανίζονται οι πρώτες λαϊκο-εθνικιστικές κυβερνήσεις, αρχικά στρατιωτικές, στη συνέχεια και πολιτικές, που προωθούν την ενδυνάμωση του κέντρου μέσω των εθνικοποιήσεων και της φορολόγησης των μεταλλουργικών εξαγωγών, ενώ ταυτόχρονα ευνοούν τη γέννηση λαϊκών αντιπροσωπευτικών οργανώσεων και παίρνουν μια σειρά από κοινωνικά μέτρα: υποχρεωτικός συνδικαλισμός (1937), Εργατικός Κώδικας (1939), κατάργηση της δωρεάν προσωπικής υπηρεσίας των ιθαγενών προς τους αποίκους (1945).

Τα αντιπροσωπευτικά αυτού του ρεύματος κόμματα, η Βολιβιανή Σοσιαλιστική Φάλαγγα (FSB) και το Επαναστατικό Εθνικιστικό Κίνημα (MNR), ιδρύονται το 1937 και το 1942. Το πρώτο, επηρεασμένο από την ισπανική Φάλαγγα, έχει ως σύνθημα το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» και εκθειάζει τη βία ως μέσον για την αναγέννηση του έθνους. (Ωστόσο, μετά την επανάσταση του 1952, θα γίνει το καταφύγιο της γαιοκτητικής αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας των ορυχείων). Το δεύτερο, εμπνεόμενο στο ξεκίνημά του από τον φασισμό και τον ναζισμό, στρέφει το μένος του κατά των «ξενόδουλων», των «αντεθνικών». Και τα δύο προγράμματα βάζουν τον Ινδιάνο στο κέντρο τους, θεωρώντας τον ως τη ρίζα του έθνους και υποσχόμενα την οικονομική του απελευθέρωση μέσω αγροτικής μεταρρύθμισης, και την αποκατάσταση της αξιοπρέπειάς του ως ανθρώπινου όντος μέσω της εξάπλωσης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Τα δύο αυτά εθνικιστικά – σοσιαλιστικά ρεύματα συσπειρώνουν τη γενιά του Τσάκο και, εκφράζοντας τη λαϊκή αντίθεση, καταλήγουν στην επανάσταση του 1952, χάρη στην οποία το MNR εγκαθίσταται στην εξουσία επί 12 χρόνια και προχωρεί πράγματι στην εθνικοποίηση των μεγάλων ορυχείων, κατόπιν σε μια αγροτική μεταρρύθμιση που μετατρέπει τους παλιούς εργάτες γης σε μικροκτηματίες, ενώ καθιερώνει την καθολική ψηφοφορία και εγκαινιάζει το πρόγραμμα εθνικής εκπαίδευσης.

Στα δώδεκα χρόνια της διακυβέρνησής του, το MNR θα διασπαστεί σε πολυάριθμα αντίπαλα στρατόπεδα, όλα όμως θα διατηρήσουν λίγο πολύ το επίθετο «εθνικό» ή «εθνικιστικό», ενώ η εθνικιστική ρητορεία συνεχίζει να χαρακτηρίζει όχι μόνο τους στρατιωτικούς που κυβέρνησαν από το 1964 ως το 1982, αλλά και τους πολιτικούς που ακολούθησαν, αλλάζοντας απλώς τον «εχθρό»: την μια είναι οι Χιλιανοί, την άλλη ο διεθνής ιμπεριαλισμός, άσχετα αν η νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθούν τελευταία τους ωθεί να ιδιωτικοποιούν τις επιχειρήσεις που είχαν οι ίδιοι εθνικοποιήσει!
Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη ενός κοινού εχθρού δεν αρκεί για να συγκολλήσει τη Βολιβία σε ένα ενιαίο σύνολο. Το έθνος παραμένει αβέβαιο, ανασφαλές, διαιρεμένο. Και η «επανάσταση», ανολοκλήρωτη, παρά τα διόλου ευκαταφρόνητα μέτρα που πάρθηκαν σε όλους τους τομείς και τις προσπάθειες ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού του κράτους.

Η Βολιβία σήμερα: οι ιθαγενείς στην εξουσία;

Οι μετριοπαθείς τάσεις του ιθαγενικού κινήματος, με κέντρο και σημείο αναφοράς το Ίδρυμα Γη, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: «Αν οι μορφές άσκησης πολιτικής και η συμπεριφορά των βολιβιανών ελίτ δεν αλλάξουν, ο ινδιάνικος εξτρεμισμός θα τεθεί εκτός ελέγχου. Η αίσθηση περιθωριοποίησης και η δυσπιστία απέναντι στον λευκό έχουν βαθιές ρίζες, ο λαός των Αϊμάρα έχει υποφέρει τα πάνδεινα. Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να καταλάβουν πως, αν δεν παραχωρήσουν μεγαλύτερο πεδίο δράσης στους ιθαγενείς, αυτός τους ο ριζοσπαστισμός θα εμποδίσει επίσης την εμφάνιση μετριοπαθών ηγετών στους κόλπους του κινήματος, με τους οποίους θα μπορούσαν να συνδιαλλαγούν αν ποτέ τους αποφάσιζαν να βάλουν ένα φρένο στις βίαιες αναμετρήσεις».

Η ανησυχία αυτή φαίνεται παραπάνω από δικαιολογημένη. Η ινδιάνικη διαμαρτυρία με επικεφαλής τους Αϊμάρα, τη δεύτερη σε πληθυσμό εθνότητα μετά τους Κέτσουα, αλλά την πιο μαχητική και οργανωμένη, εντάθηκε μετά την εξέγερση των αγροτών της Λα Πας και του Τσαπάρε κατά της καταστροφής των φυτειών της κόκας, το 2000. Τρία χρόνια αργότερα, η δυναμική κινητοποίηση των ιθαγενών στάθηκε ο καταλύτης για την ανατροπή του πρώην προέδρου Γκονσάλο Σάντσες ντε Λοσάδα, εξαιτίας της πολιτικής του της ιδιωτικοποίησης του τομέα των υδρογονανθράκων. Τους προηγούμενους μήνες, η πίεση των Ινδιάνων χωρικών, από κοινού με τους μεταλλωρύχους και τους Αϊμάρα του Ελ Άλτο (πόλη-δορυφόρος της Λα Πας) έδιωξε τον πρόεδρο Κάρλος Μέσα και εκτίναξε τον Εδουάρδο Ροδρίγες (πρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου) στην αρχηγία του κράτους με μοναδικό στόχο την προκήρυξη εκλογών για την ανανέωση όλων των δημόσιων αρχών. Από αυτή την εκλογική διαδικασία πρoέκυψε ήδη ο πρώτος ιθαγενής πρόεδρος στην ιστορία της Βολιβίας, ο Αϊμάρα Έβο Μοράλες. Το κόμμα του, Κίνημα για το Σοσιαλισμό (MAS) αποτελεί τη δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη.

Ο Μοράλες πέρασε στο προσκήνιο μετά από εκείνη τη σύγκρουση με τους καλλιεργητές της κόκας που παρέλυσε τη χώρα επί ένα μήνα. Αλλά δεν ήταν ο μόνος. Από την ίδια εξέγερση βγήκε και ο επίσης Αϊμάρα Φελίπε Κίσπε, επικεφαλής της Ενιαίας Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας Εργατών Γης (CSUTCB) και ιδρυτής, το 2001, του κόμματος Ιθαγενικό Κίνημα Πατσακούτι (MIP), που σήμερα κατέχει έξι από τις 130 έδρες του Κογκρέσου.
Ο Κίσπε αντιπροσωπεύει καλύτερα από τον καθέναν τους φόβους των μετριοπαθών Αϊμάρα. Σύμφωνα με κατά καιρούς δηλώσεις του: «Το έθνος των Αϊμάρα αποστερήθηκε το έδαφος και την εξουσία του, όμως κατέχουμε ακόμα τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τη θρησκεία και τα έθιμά μας. Η Δημοκρατία της Βολιβίας, όπως την αποκαλούν οι καταπιεστές μας, είναι ένα ψέμα που ξεκινά από το ίδιο το Σύνταγμά μας, το οποίο δεν αναγνωρίζει παρά ένα έθνος, όταν υπάρχουν περισσότερα, όπως εμείς, οι Αϊμάρα». Και ακόμη: «Σήμερα στη Βολιβία δεν έχουμε μια πάλη των τάξεων, αλλά έναν αγώνα μεταξύ εθνών. Έχουμε να κάνουμε με ένα έθνος που παλεύει για την αυτοδιάθεσή του. Θέλουμε να ιδρύσουμε τη δημοκρατία του Κογιασούγιο (όνομα της περιοχής της ινκαϊκής αυτοκρατορίας, που σήμερα περιλαμβάνει τη δυτική Βολιβία, ένα μέρος του νότιου Περού, καθώς και του βορρά της Αργεντινής και της Χιλής). Θέλουμε να έχουμε τους δικούς μας κυβερνήτες, τη δική μας αστυνομία και τον δικό μας στρατό». Και προσθέτει: «Το 1999, έλαβα μέρος, στο Μεξικό, στη συνάντηση των ιθαγενών ηγετών των πέντε χωρών με σημαντικούς ή κατά πλειοψηφία αυτόχθονες πληθυσμούς (Μεξικό, Γουατεμάλα, Ισημερινός, Περού και Βολιβία). Εκεί αποφασίσαμε ότι οι λαοί μας οφείλουν να επανακτήσουν την εξουσία τους και έτσι ιδρύθηκαν τα κινήματα Πατσακούτσι του Ισημερινού και της Βολιβίας. Στο Περού είναι διασπασμένοι, ωστόσο το ιθαγενικό κίνημα δυναμώνει μέρα με τη μέρα». Και αλλού: «….μπορεί να υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να κατακτήσεις το στόχο σου αλλά, όπως μας έχει διδάξει η Ιστορία, όσο πιο πολύ φωνάζεις, τόσο πιο πολύ σε ακούνε».

Ο Κίσπε μεταπήδησε στην πολιτική από την ηγεσία του EGTK (Αντάρτικος Στρατός Τούπακ Κατάρι), το κυριότερο αντάρτικο κίνημα μετά τον Τσε Γκεβάρα, το 67-68. (Ο Κατάρι, Ινδιάνος πολέμαρχος, το 1781 πολιόρκησε δύο φορές τη Λα Πας. Η πρώτη διήρκεσε 109 ημέρες και κατέληξε σε λουτρό αίματος). Το 1992, μετά από κάποιες επιχειρήσεις με αρκετούς νεκρούς, ο Κίσπε καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση. Όταν βγήκε, το 1997, από τη φυλακή, είχε μετατραπεί σε ένα είδος λαϊκού ήρωα για την κοινότητα των Αϊμάρα, γεγονός που τον βοήθησε να αναρριχηθεί στην κορυφή της CSUCTB. Η είσοδος του Κίσπε σηματοδότησε ριζικές αλλαγές στη γραμμή της αγροτικής συνομοσπονδίας. Ως τότε βρισκόταν στα χέρια μετριοπαθών ηγετών, πρόθυμων να έρθουν σε συμφωνία με κάποια προοδευτικά κόμματα, όμως στη συνέχεια από τους κόλπους της ξεπήδησε το MIP, και σύντομα μετατράπηκε στην πραγματική λαϊκή δύναμη, πίσω από το ιθαγενικό κόμμα.

Η θέσεις του Κίσπε είναι οι πιο ακραίες ανάμεσα σε όλα τα αμερικάνικα ιθαγενικά κινήματα, ξεπερνώντας ακόμα και εκείνες των Κέτσουα του Ισημερινού και του σκληρού πυρήνα των Ζαπατίστας. Ενδεχομένως, μόνο το εθνικιστικό κίνημα του Περουβιανού πρώην στρατιωτικού Αντάουρο Ουμάλα (στη φυλακή σήμερα, λόγω επίθεσης σε αστυνομικό σταθμό) συμμερίζεται μια τόσο ριζοσπαστική σκοπιά. Ο Κίσπε και οι οπαδοί του δεν βλέπουν άλλο δρόμο για το λαό τους από την πάλη –και ένοπλη– για την ανεξαρτησία τους, και την αντικατάσταση της τρίχρωμης βολιβιάνικης σημαίας από αυτήν του έθνους των Αϊμάρα, την wiphala, και εδώ είναι η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στο MIP και το MAS. Το κόμμα του Μοράλες δεν αρνείται την ένταξη των ιθαγενών σε ένα βολιβιανό κράτος, αρκεί να έχουν μια μεγαλύτερη παρουσία στην οικονομία και στον έλεγχο των φυσικών πόρων. Αντίθετα, ο Κίσπε προτείνει την απόρριψη του λευκού κρατικού μοντέλου και την επιστροφή στο σύστημα της αυτάρκειας και της ανταλλακτικής οικονομίας των προκολομβιανών βασιλείων, αρνούμενος την όποια επιρροή από συστήματα που αναπτύχθηκαν στη Δύση, καπιταλιστικά, κομμουνιστικά ή οτιδήποτε άλλο, γεγονός που τον φέρνει σε αντίθεση με τη βολιβιανή αριστερά, που αντιτείνει ότι τα προκολομβιανά βασίλεια ασκούσαν μορφές ταξικής εκμετάλλευσης πολύ πιο άδικες από αυτές που εισήγαγαν οι Ευρωπαίοι κατακτητές.

Παρά τις διαφορές τους, το MIP και το MAS συνεργάστηκαν τελευταία στο κοινοβούλιο, εμποδίζοντας τον πρόεδρο της γερουσίας Ορμάντο Βάκα Δίες να αναλάβει την προεδρία της χώρας και προωθώντας τον Εδουάρδο Ροδρίγες. Ο Κίσπε δεν παύει να διακηρύσσει ότι θα υποστήριζε τον Μοράλες σε μια εκλογική αναμέτρηση, κατά κύριο λόγο για να εμποδίσει τη νίκη κάθε παραδοσιακού κόμματος λευκών, όμως, σύμφωνα με πηγές του MAS, δεν εμπιστεύονται ιδιαίτερα τις καλές προθέσεις του, αφού οι διαφορές ανάμεσα στα δύο κόμματα όλο και βαθαίνουν.

Είναι γεγονός ότι τα δύο αυτά κόμματα είναι οι πρώτες εκφράσεις, λίγο πολύ δομημένες και θεσμικές, του αγώνα των Αϊμάρα. Ωστόσο δεν είναι ολοκληρωμένα κινήματα. Λείπει ένα δεύτερο βήμα, από το οποίο θα μπορέσει να ξεπηδήσει ένα κίνημα που θα αντιπροσωπεύει του νεώτερους Αϊμάρα, κυρίως εκείνους που κατοικούν στο Ελ Άλτο, άρα δεν έχουν σχέση με τις αγροτικές οργανώσεις, και βρέθηκαν στο περιθώριο αυτών των δύο τάσεων. Ο Κίσπε έχει μεγάλη δύναμη στις ινδιάνικες κοινότητες του οροπεδίου, αλλά όχι και τόση στο Ελ Άλτο. Ο επίσης Αϊμάρα Αμπέλ Μαμάνι, ηγέτης των ινδιάνων της πόλης, δεν ταυτίζεται με τη σκοπιά των καταριστών. Συνδυάζει την παραδοσιακή αριστερά με τον αγώνα των ιθαγενών και τόσο ο ίδιος όσο και η νεολαία του Ελ Άλτο δεν το έχουν ακόμα ξεκάθαρο αν είναι περισσότερο μαρξιστές ή καταριστές. Και τα δύο κινήματα ασκούν εκ πρώτης όψεως μια έλξη στη νεολαία, όμως αυτή τους η συμπάθεια δεν μεταφέρεται κατόπιν στις κάλπες.

Το συνδικάτο
«Το μεγαλύτερό μας πρόβλημα είναι οι διαιρέσεις μας», λέει ο δήμαρχος του Τιουανάκου, της πρωτεύουσας των Αϊμάρα. «Όλη η δύναμη του αγώνα μας πηγάζει από την CSUCTB, όλοι υπακούμε στο ενιαίο συνδικάτο. Είναι μια δομή καλά οργανωμένη, αλλά οι εσωτερικές της διαιρέσεις την αποδυναμώνουν». Στο Τιουανάκου, 70 περίπου χλμ δυτικά της Λα Πας, ο αγώνας για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Αϊμάρα περνάει πιο πολύ μέσω της ένταξης στο σημερινό σύστημα παρά μέσω της αναδημιουργίας του Κογιασούγιο. Στην έδρα του Δήμου, πλάι στη βιπάλα, υπάρχει ακόμα και μια ισπανική σημαία. «Μας την έφερε ένας δήμαρχος από τα Κανάρια», προσθέτει ο δήμαρχος. «Έγραψα σε πολλούς ισπανικούς δήμους, αλλά μόνο από τα Κανάρια μου απάντησαν. Τώρα βρισκόμαστε σε μια διαδικασία αδελφοποίησης, πρόκειται να μας βοηθήσουν ακόμα και με την αγορά ενός τρακτέρ».

Αναφερόμενος στη διχόνοια, ο δήμαρχος γίνεται ιδιαίτερα σαφής, αναλύοντας το σημαντικότερο πρόβλημα των Ινδιάνων. Το συνδικάτο των αγροτών, η CSUCTB, είναι η βάση της δύναμης κινητοποίησης των Αϊμάρα. Ο Κίσπε δεν το ελέγχει πια μόνος του, υπάρχουν τουλάχιστον δύο ανταγωνιστές. Ο κυριότερος αντίπαλός του στην τριανδρία είναι ο Ρομάν Λοαΐσα, ηγέτης των αγροτών Αϊμάρα που, στη διάρκεια της πρόσφατης εξέγερσης, έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις περίφημες διαδηλώσεις της Λα Πας. Οι άνθρωποι εκείνοι, γύρω στα 6.000 άτομα, βάδισαν ως και 200 ολόκληρα χιλιόμετρα για να φτάσουν στην έδρα της κυβέρνησης. Όταν έπεσε ο Μέσα και εκλέχτηκε ο νέος πρόεδρος, ο ηγέτης των αγροτών τού πρόσφερε αμέσως μια ανακωχή και απέσυρε τον κόσμο του από τη Λα Πας. Ο Λοαΐσα είναι οπαδός του MAS, γεγονός που ενοχλεί ιδιαίτερα τον Κίσπε. Η τρίτη, μικρότερης σημασίας, τάση μέσα στη CSUCTB, έχει επικεφαλής τον Αλέχο Βέλις, με επιρροή στη ζώνη της Κοτσαμπάμπα. Εκτός συνδικάτου, αλλά στα πλαίσια της μάχης για την ηγεμονία των Αϊμάρα, ξεχωρίζει ο Αμπέλ Μαμάνι, ο ηγέτης των επιτροπών γειτονιάς του Ελ Άλτο.

«Εδώ όλοι μας υπακούμε στη CSUCTB. Ό,τι μας λέει το κάνουμε», δηλώνει ένας αγρότης, επίσης από το Τιουανάκου. Ανήκει σε μία από τις 23 κοινότητες της περιοχής. Καθεμιά έχει έναν αρχηγό, έναν μάλκου (κόνδορα), που εκλέγεται για δύο χρόνια. Αυτοί οι τοπικοί μάλκου αναφέρονται σε άλλους, περιφερειακούς, και εκείνοι, με τη σειρά τους, στον εθνικό αρχηγό. Αυτός ο υπέρτατος μάλκου αποτελεί ταυτόχρονα τον ανώτατο ηγέτη του ενιαίου αγροτικού συνδικάτου. Σήμερα οι Αϊμάρα των αγροτικών περιοχών δεν έχουν πολύ καθαρό το ποιος διατάζει στη CSUCTB: κάποιοι πιστεύουν πως είναι ακόμα ο Κίσπε. άλλοι, πως είναι ο Λοαΐσα. Όμως, συζητώντας κανείς μαζί τους σχετικά, καταλήγει ότι κατά βάθος δεν τους πολυνοιάζει.
Μια άλλη παρατήρηση είναι πως ελάχιστοι πλέον αγρότες ορκίζονται τυφλή υπακοή στην CSUCTB. Αντίθετα, για την πλειονότητα των κατοίκων του Τιουανάκου και των γύρω περιοχών, η εμπιστοσύνη στο συνδικάτο κλονίζεται κάποιες στιγμές. «Θέλουμε περισσότερη ισότητα, μεγαλύτερη συμμετοχή. Το ότι αποφασίστηκε να κλείσουμε τους δρόμους δεν είναι καλό, δεν μας ωφελεί εμάς», δηλώνουν κάποιοι χωρικοί. Και ανυπομονούν να ανοίξουν οι δρόμοι, για να προετοιμάσουν τις γιορτές της πρωτοχρονιάς Αϊμάρα, που συμπίπτει με το ηλιοστάσιο της 21 Ιουνίου. Οι τελετές τους προσελκύουν πολυάριθμους τουρίστες, και συνεπάγονται σημαντικά έσοδα για την κοινότητα.

Το Τιουανάκου και τα χωριά των Αϊμάρα πάνω στον αυτοκινητόδρομο, που ενώνει τη Λα Πας με τα σύνορα του Περού, επωφελούνται από τη διέλευση του τουρισμού που επισκέπτεται τα αρχαιολογικά ευρήματα και τη λίμνη Τιτικάκα. Αλλά οι πιο απομακρυσμένες κοινότητες, κυρίως όσες βρίσκονται βόρεια του δρόμου, δεν έχουν άλλα έσοδα πέρα από την ετήσια σοδειά, αν δεν καταστραφεί από την ξηρασία, και από την πώληση γάλακτος από καμιά αγελάδα, κατσίκα ή γαϊδούρα που διαθέτουν. Υπολογίζεται ότι το ετήσιο εισόδημα των οικογενειών αυτών των κοινοτήτων κυμαίνεται μεταξύ 70 και 100 δολαρίων. Ο Κίσπε κατάγεται από μια τέτοια οικογένεια, από μια περιοχή σχεδόν απρόσιτη, όπου οι δρόμοι είναι συχνά αδιάβατοι και η επικοινωνία με τους κατοίκους δυσχερέστατη.

Διαίρεση
Η διαρκής κατάσταση διαίρεσης είναι αυτό που, για την ώρα, καθυστερεί ένα ταχύτερο προχώρημα του ινδιάνικου κινήματος στην πολιτική αρένα. Σε μια πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε το Εθνικό Ίδρυμα Στατιστικής (ΙΝΕ) της Βολιβίας, στον πληθυσμό άνω των 15 χρονών, το 67% αυτοπροσδιορίζονται ως μιγάδες ινδιάνικης καταγωγής. Συνολικά πρόκειται για 5,1 εκατ. άτομα ανάμεσα σε 9 εκατομμύρια κατοίκους που έχει η Βολιβία. Από αυτούς, το 1,5 εκατομμύριο αυτοπροσδιορίζονται ως Κέτσουα και 1,3 εκατομμύρια ως Αϊμάρα. Αν όλα αυτά τα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως Ινδιάνοι, καθαροί ή μιγάδες, ψήφιζαν τους υποψηφίους τους, θα ήταν δύσκολο να ξαναβλέπαμε στη Βολιβία ένα λευκό πρόεδρο. «Διαίρει και βασίλευε, αυτή είναι η πολιτική που ασκούν τα παραδοσιακά κόμματα απέναντι στα ινδιάνικα κινήματα», λένε. «Οι λευκοί μπορεί να τσακώνονται, ακόμα να σκοτώνονται μεταξύ τους, όμως όποτε κινδυνεύουν να χάσουν την εξουσία τους, και προκειμένου να φρενάρουν την άνοδο των Ινδιάνων, σπεύδουν να σφιχταγκαλιαστούν».

Μια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, πριν από έναν περίπου χρόνο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το βολιβιανό Κοινοβούλιο έπραξε ελάχιστα ή τίποτα για να ενισχύσει τα δικαιώματα των Ινδιάνων. Στη συνταγματική μεταρρύθμιση του 1994, αποδέχεται «την πολυεθνική σύσταση της χώρας» και «τον ιστορικό χαρακτήρα των ινδιάνικων κοινοτήτων στα εδάφη της καταγωγής τους» αλλά, στο περιθώριο αυτών των διακηρύξεων, ο Συνταγματικός Χάρτης είναι γεμάτος κενά και ασάφειες. Πάντα σύμφωνα με την έκθεση, η όποια πρόοδος σημειώθηκε δεν οφείλεται στην πρόνοια των νομοθετών κατά τη μεταρρύθμιση του Συντάγματος, αλλά στο ότι κάποιες διατάξεις διείσδυσαν στο νομικό σύστημα μέσω κανόνων όπως εκείνου της λαϊκής συμμετοχής και της εκπαιδευτικής ή αγροτικής μεταρρύθμισης.
«Όπως υπάρχουν ριζοσπαστικά ιθαγενικά ρεύματα, έτσι υπάρχουν και πολιτικοί που αρνούνται να εγκαταλείψουν τη φεουδαρχική κυριαρχία που σέρνουμε πίσω μας εδώ και τόσα χρόνια», λέει ο Ούγκο Σαν Μαρτίν, βουλευτής του Εθνικιστικού Επαναστατικού Κινήματος (MNR), του κυριότερου κόμματος του βολιβιανού Κογκρέσου. Ο Σαν Μαρτίν είναι επικεφαλής μιας μετριοπαθούς τάσης μέσα στο MNR. «Πολλοί νομοθέτες πιστεύουν πως η εξέγερση των Ινδιάνων είναι συγκυριακό φαινόμενο και πως μπορούμε να διατηρήσουμε το status quo με μερικά μέτρα εξευμενισμού, ή χωρίς να κάνουμε τίποτα, ή με την καταστολή, αν χρειαστεί», εξηγεί.

Σύμφωνα με τον Σαν Μαρτίν, αρκετοί βουλευτές είναι πλέον πεισμένοι, όμοια με αυτόν, πως πρόκειται για μια καμπή, για μια περίοδο όπου πρέπει να μπει στο τραπέζι, να θεσμοθετηθεί το ζήτημα της λαϊκής συμμετοχής. «Αφήσαμε τη διένεξη να αναπτυχθεί υπερβολικά, βγήκε από τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού και απόψεις ακραίες έχουν δυναμώσει στις δύο παρατάξεις. Υπάρχουν τόσοι Ινδιάνοι που περιφρονούν καθετί το λευκό όσοι και λευκοί που δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα για τους Ινδιάνους. Πρέπει να γίνει επειγόντως μια προσπάθεια ώστε στο άμεσο μέλλον να εμποδίσουμε τη βία να ενσωματωθεί στη μία αλλά και στην άλλη παράταξη», καταλήγει.

Αύγουστος-Δεκέμβριος 2005

ΠΗΓΕΣ:
El Pais, Domingo, 19/07/05.
Herodote, Revue de géographie et de géopolitique, no 99, 2000.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek