του Θ. Μπατρακούλη, από το Άρδην τ. 55, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2005

Στο διάστημα από την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου 1922, που ο ελληνικός στρατός εγκατέλειπε τη Μικρά Ασία, γράφηκε ο επίλογος της τραγωδίας που έχει μείνει γνωστή ως «Μικρασιατική καταστροφή». 27 Αυγούστου 1922: οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν τη Σμύρνη και υλοποιούν την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου της. 30 Αυγούστου: εμφανίζεται η πρώτη εστία φωτιάς στην αρμενική συνοικία της Σμύρνης. 31 Αυγούστου: οι ελληνικές δυνάμεις που υποχωρούν συνάπτουν μάχη περί την Πάνορμο. Ο τουρκικός όχλος καίει τις ελληνικές συνοικίες της Σμύρνης, διαπράττοντας μαζικές σφαγές του ελληνικού πληθυσμού, σκυλεύοντας ναούς, λεηλατώντας τις περιουσίες της ανθηρότατης ελληνικής παροικίας. Η καταστροφή ήταν βιβλική. Αλλά οι λεηλασίες, οι σφαγές και τα καταπιεστικά μέτρα που διαπράχθηκαν και από τις δύο πλευρές, κατά τη διάρκεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου, ερήμωσαν τόσο την ύπαιθρο όσο και σημαντικό αριθμό πόλεων της Δυτικής Ανατολίας. Καμιά στρατιωτική ήττα δεν άφησε τόσο βαθιά σημάδια όσο εκείνη του ελληνο-τουρκικού πολέμου του 1919-1922.

Στο βιβλίο του To Δυτικό Ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, o Άρνολντ Τόυνμπη παρουσίασε τα γεγονότα της εν λόγω περιόδου μέσα από την οπτική της επαφής δύο πολιτισμών. Του πολιτισμού της Εγγύς Ανατολής1 –χρησιμοποιούσε αυτόν τον δόκιμο στην εποχή του όρο για να περιγράψει «τον πολιτισμό που ξεπήδησε από τα απομεινάρια του αρχαίου ελληνικού ή ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη (παράλληλα με την ανάπτυξη του δικού μας πολιτισμού στη Δύση)» και κατ’ επέκτασιν και στον ελλαδικό χώρο με την ανατολικορωμαϊκή (βυζαντινή) κληρονομιά του –από το το ένα μέρος– και του πολιτισμού της Μέσης Ανατολής2, θεωρώντας ως κύριο τότε εκπρόσωπό του την ευρισκόμενη σε επιθανάτια αγωνία Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η επαφή αυτή θεωρούσε ότι λάμβανε χώρα υπό τη σκιά ενός τρίτου, παντοδύναμου, πολιτισμού, του δυτικού. Αναλύοντας αυτή τη σκιά του πολιτισμού της Δύσης, ο Τόυνμπη τόνιζε την ιδιαίτερη σημασία της υιοθέτησης από μη δυτικούς πληθυσμούς ενός συγκεκριμένου παραγώγου του, του έθνους-κράτους, της «πολιτικής εθνότητας» – κατά την έκφρασή του. Αυτή την πράξη ή/και διαδικασία την θεωρούσε ως μετάδοση ενός ξένου, επικίνδυνου, μάλλον νοσογόνου ιδεολογήματος. Με κριτήρια βασιζόμενα σ’ αυτή την αντίληψη, επέκρινε τόσο τις δυτικές δυνάμεις, διότι με τη στάση τους ενθάρρυναν την σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων στην Ανατολία, όσο και τους συγκρουόμενους, οι οποίοι, εκτιμούσε ότι λειτουργούσαν ως πιόνια που διεξήγαγαν τον πόλεμο άλλων, έχοντας αποδεχτεί, εκτός από το ιδεολόγημα του κράτους-έθνους, και εκ Δύσεως εισαγόμενες μεθόδους διοίκησης, οργάνωσης και διεξαγωγής του πολέμου.

Η «Μεγάλη Ιδέα» του νέου ελληνισμού καθόρισε για πολύ καιρό την ιδεολογία και πολιτική των Ελλήνων3. Ορισμένοι ερευνητές (π.χ. ο Δημήτρης Κιτσίκης) έχουν προβεί στη διαπίστωση ότι τα ιστορικά γεγονότα επαλήθευσαν τις εκτιμήσεις όσων αντιτάσσονταν τότε εξαρχής στην πραγματοποίηση της εκστρατείας της Μικράς Ασίας (μεταξύ αυτών και ο μετέπειτα δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς4). Ορισμένοι από τους πολιτικούς αντιπάλους και τους επικριτές του Ε. Βενιζέλου τον μέμφθηκαν ότι επέλεξε και επωμίστηκε τον ρόλο του περιφερειακού χωροφύλακα για λογαριασμό των Άγγλων και των Γάλλων. Οπωσδήποτε, η αποστολή την οποία ανέλαβε να φέρει σε πέρας η Ελλάδα, στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης των Σεβρών, αποδείχτηκε ότι υπερέβαινε τις δυνάμεις της και τα μέσα που είχε στη διάθεσή της. Ωστόσο, οι αιτίες της ήττας στη Μικρά Ασία είναι πολλαπλές. Συνίστανται σε ένα πλέγμα παραγόντων που συνδέονται τόσο με τις αναστατώσεις που λάμβαναν χώρα στους κόλπους των δύο αντιπαρατιθέμενων κοινωνικών σχηματισμών, του ελλαδικού και του οθωμανικού, όσο και με τις στρατηγικές επιλογές των Δυνάμεων που έπαιζαν ρόλο στην περιοχή. Η επάνοδος του γνωστού για τη φιλογερμανική στάση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ Γκλύξμπουργκ, μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1920 –στις οποίες οι βενιζελικοί υπέστησαν πανωλεθρία–, επέφερε στροφή της στάσης της Βρετανίας και της Γαλλίας απέναντι στην Ελλάδα. Αυτή η μεταβολή προκάλεσε εν μέρει την αποδυνάμωση των απαραίτητων συνθηκών/προϋποθέσεων για την υλοποίηση των διατάξεων της Συνθήκης των Σεβρών. Οι Δυνάμεις της «Συνεννόησης» επανεξέτασαν τις απόψεις τους σχετικά με την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Η Ιταλία5, η Γαλλία6, η επαναστατική Ρωσία υιοθέτησαν ευνοϊκή στάση απέναντι στο κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ. Καθοριστική επιρροή στην πορεία του ελληνο-τουρκικού πολέμου είχε η συμμαχία μεταξύ της μπολσεβικικής Ρωσίας και του κεμαλικού κινήματος. Με τη Συνθήκη της Μόσχας (16 Μαρτίου 1921), η ΕΣΣΔ αναγνώρισε την κυριαρχία της Τουρκίας στα Στενά υπό τον όρο της ελευθερίας της κυκλοφορίας των εμπορικών πλοίων. Επί πλέον, παραχωρούσε στον Κεμάλ τις αρμενικές επαρχίες του Αρταχάν και του Καρς7.

Η μεταστροφή της στάσης των Δυνάμεων8 καθώς και η κλιμάκωση των εσωτερικών ερίδων στην Ελλάδα (μεταξύ Βενιζελικών και οπαδών του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ Γκλύξμπουργκ), αλλά επίσης –σε σημαντικό μέτρο– τα επί του πεδίου της αναμέτρησης στρατηγικά και τακτικά σφάλματα των Ελλήνων ιθυνόντων, οδήγησαν σ’ αυτό που καθιερώθηκε να ονομάζεται «Μικρασιατική Καταστροφή». Η αποτυχία της επιχείρησης υλοποίησης της εδαφικής εκδοχής της «Μεγάλης Ιδέας» οδήγησε στη μεταβολή ορισμένων θεμελιωδών όρων του «Ανατολικού Ζητήματος». Αυτή επικυρώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923). Εκκρεμότητες-πτυχές του «Ανατολικού Ζητήματος» μπορούν να θεωρηθούν αναταράξεις και διλήμματα των ημερών μας, όπως δείχνουν η διατήρηση του Κυπριακού και του Κουρδικού προβλήματος, του Αρμενικού και του Ποντιακού ζητήματος, αλλά και η περιπλοκότητα και οι αντιφάσεις στο πλέγμα των σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση και την Ε.Ε.

Η ανάδυση του Κυπριακού προβλήματος τη δεκαετία του 1950 εγκαινίασε νέα περίοδο αυξομειούμενων εντάσεων στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955, ξέσπασαν στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη εκδηλώσεις που στρέφονταν κατά του εκεί ελληνικού στοιχείου. Στην Πόλη λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν 4.340 ελληνικά καταστήματα, 2.600 σπίτια, 73 ναοί, 26 σχολεία, 110 εστιατόρια, 21 εργοστάσια, 27 φαρμακεία, 3 ελληνικές εφημερίδες. Βεβηλώθηκαν οι τάφοι των Πατριαρχών και το νεκροταφείο στο Σισλί. Στη Σμύρνη, λεηλατήθηκαν από τον όχλο ο ελληνορθόδοξος ναός καθώς και 15 σπίτια Ελλήνων αξιωματικών που υπηρετούσαν στο ΝΑΤΟ.

Στο πογκρόμ υπήρχε σαφής ανάμιξη παρακρατικών ομάδων, και οι δράστες των εγκληματικών πράξεων προστατεύθηκαν από τις τουρκικές κρατικές μυστικές υπηρεσίες. Από έρευνα της Ντιλέκ Γκιουβέν (δημοσιεύθηκε από το τουρκικό «Ίδρυμα Ιστορίας») αποκαλύπτεται ότι οι διευθύνσεις των κατοικιών αλλά και των εργασιών των μη μουσουλμάνων είχαν δοθεί εκ των προτέρων στα χέρια εκείνων που οργάνωσαν τις λεηλασίες, ενώ το φωτογραφικό αρχείο του Τσιοκέρ έρχεται να επιβεβαιώσει αλλά και να δείξει το μέγεθος της καταστροφής. Από την έρευνα, που βασίζεται σε βρετανικά, γαλλικά και γερμανικά αρχεία, προκύπτει ότι τα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955 ήταν μέρος ενός σχεδίου που στόχευε στον εκφοβισμό των μειονοτήτων προκειμένου να τους εξαναγκάσουν σε φυγή από την Τουρκία. Από τα έγγραφα των κρατικών αρχείων της Γαλλίας προκύπτει ότι, λίγες εβδομάδες πριν από τα Σεπτεμβριανά, είχαν ζητηθεί από τους μουχτάρηδες (τους προέδρους των κατοίκων) της κάθε γειτονιάς κατάλογοι με τις διευθύνσεις των κατοικιών και εργασιών των Ρωμιών. Τέτοιοι κατάλογοι αποκαλύπτεται ότι υπήρχαν από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αυτοί πέρασαν στα χέρια αυτών που μεθόδευσαν τις επιθέσεις9. Στην Εστία της 7ης Σεπτεμβρίου 1955, το πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο κατονόμαζε ως ηθικούς αυτουργούς τους Βρετανούς: «Αι ευθύναι ανήκουν εξ ολοκλήρου εις τους Άγγλους, οι οποίοι και εξαπέλυσαν χθες την κατά της Ελλάδος και του Κυπριακού λαού διπλήν συνδυασμένην επίθεσίν των: Εις το Λονδίνον με την πρότασιν του κ. Μακμίλλαν όπως ο Κυπριακός λαός συνεργασθεί μετά των Άγγλων και Τούρκων δια την διατήρησιν της δουλείας του. Εις την Τουρκίαν με τον τεχνηέντως εκμανέντα όχλον, ο οποίος εκλήθη να εξηγήσει και εμπράκτως την αξίαν του διλήμματος που είχε θέσει ο περιβόητος κ. Ζορλού εις τους Έλληνας: ‘‘Ή την φιλίαν μας ή την Κύπρον!’’»10.

Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις (όχι στην ευρωσυνταγματική συνθήκη στη Γαλλία και στην Ολλανδία, κρίση στην Ε.Ε., υπογραφή της τελωνειακής ένωσης από την Τουρκία με δήλωση περί μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας) η κατάσταση στην ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας γίνεται ιδιαίτερα λεπτή και δύσκολη. Όπως έχουν συγκροτηθεί τα στρατόπεδα στους κόλπους των «Εικοσιπέντε», οι εξελίξεις φαίνονται αμφίβολες. Γίνεται λόγος για ένα «σχέδιο Β», που θα προβλέπει τι θα γίνει αν κριθεί ότι η Τουρκία δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για πλήρη ένταξη στην Ε.Ε. Σύσσωμοι οι ιθύνοντες της Άγκυρας έχουν κάνει γνωστό ότι, στην τελευταία περίπτωση, «η Τουρκία θα αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις». Ωστόσο, απέναντι στη διαπίστωση ότι θα δυσχερανθούν οι προσπάθειές της για πλήρη ένταξη στην Ε.Ε., η Τουρκία ενδέχεται να προβεί σε κάποιον τυχοδιωκτισμό στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις (π. χ. μια αιφνιδιαστική απόβαση ειδικών δυνάμεων σε κάποιες βραχονησίδες στις κατ’ αυτήν «γκρίζες ζώνες» του Αιγαίου).

Το ελάχιστο χρέος της Ελλάδας είναι να βρίσκεται σε αμυντική ετοιμότητα. Και είναι σωστή η διεκδίκηση της διεξαγωγής δημοψηφίσματος στην Ελλάδα και για το ζήτημα των σχέσεων Ε.Ε.-Τουρκίας. Ωστόσο, χρειαζόταν από χρόνια και η θεραπεία ενός χρονίζοντος προβλήματος. Στο πλαίσιο της εκπόνησης νέας, συνολικής στρατηγικής για τον Ελληνισμό του 21ου αιώνα, δεν μπορούσε παρά να αντιμετωπίζεται και ένα κεντρικό πρόβλημα του νεότερου «Ανατολικού Ζητήματος». Αυτό δεν έγινε και την κύρια ευθύνη φέρουν οι πολιτικοί που βρέθηκαν στις υπεύθυνες κυβερνητικές θέσεις τις τελευταίες δεκαετίες. Τον περασμένο Δεκέμβριο στις Βρυξέλλες, Αθήνα και Λευκωσία απέφυγαν να θέσουν ψηλά τον πήχη για το ευρωπαϊκό άλμα της Τουρκίας. Για τον προσδιορισμό ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ της Τουρκίας και της Ε.Ε., παρά τις πιέσεις της Ουάσιγκτον και τους υπολογισμούς των Γερμανών, η Τουρκία όφειλε: Όχι μόνο να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να άρει το «casus belli» (απειλή για τη μη άσκηση από την Ελλάδα του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων της στα 12 ναυτικά μίλια), αλλά και να εκδημοκρατιστεί ουσιαστικά. Και σε επίπεδο κρατικής αρχιτεκτονικής, έχει εκφραστεί η γνώμη ότι οφείλει να ακολουθήσει μια περισσότερο προωθημένη εκδοχή του μοντέλου των αυτονομιών σε γεωγραφικό, πολιτικό, διοικητικό επίπεδο. Εδώ και πολύ καιρό έπρεπε να είχε συζητηθεί δημόσια, και βεβαίως στους θεσμούς της Ε.Ε., ειδικά στο Ευρωκοινοβούλιο, αυτή η πολιτική για την Τουρκία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιλέχθηκε για τη Δυτική Γερμανία το πρότυπο της δομής των Λαντ (Ένωση Ομοσπονδιακών Κρατών) ως μία από τις προϋποθέσεις για τον εκδημοκρατισμό της. Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η λύση αυτή επιβλήθηκε μετά από την τιτάνια σύγκρουση-εκατόμβη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του χιτλεροναζιστικού τέρατος.

7 Σεπτεμβρίου 2005

Σημειώσεις

  1. Arnold Toynbee, [The Western Question in Greece and Turkey; A Study in the Contact of Civilisations, New York: H. Fertig, 1970 (επανέκδοση του έργου που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Λονδίνο το 1922. Ελληνική έκδοση)] Tο Δυτικό Ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, Μία μελέτη επαφής πολιτισμών, Θεσσαλονίκη, University Studio Press A.E., 2003, σελ. 39.
  2. Arnold Toynbee, Tο Δυτικό Ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, Μία μελέτη επαφής πολιτισμών, 2003, όπ. παρ., ιδιαίτερα σελ. 42-43.
  3. Nίκος Σβορώνος, “Σκιαγραφία της κοινωνική και πολιτικής εξέλιξης στην Ελλάδα”, στο Nίκος Σβορώνος, Aνάλεκτα Νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1987, σελ. 286-303.
  4. Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμος Β΄, Αθήνα, Εστία-Κολλάρος, 1952, σελ. 385-388.
  5. Τον Ιούνιο 1921, η Ιταλία εκκένωσε την Aττάλεια, διατηρώντας μόνο το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τον άνθρακα της Ηρακλείας. Οι Ιταλοί διατήρησαν βεβαίως τον έλεγχο της Ρόδου και των άλλων νησιών των Δωδεκανήσων.
  6. Δυνάμει του «συμφώνου Franklin-Bouil­lon», που υπογράφηκε στην Άγκυρα, στις 20 Οκτωβρίου 1921, η Γαλλία εγκατέλειψε την Κιλικία, με εξαίρεση το σαντζάκι της Iσκεντερούν (Aλεξανδρέττα). Το Παρίσι αναγνώρισε ντε φάκτο την κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ και, επί πλέον, προμήθευσε όπλα στον στρατό του. Jean Baptiste Duroselle, Histoire diplomatique de 1919 à nos jours, Paris, Dalloz, 1993, 11η έκδοση, σελ. 34.
  7. J.-B. Duroselle, Histoire diplomatique de 1919 à nos jours, όπ. παρ., σελ. 34.
  8. El. Altiar, La tragi-comédie grecque, 1922, Paris, Perrin, 1922, σελ. 6-7.
  9. Στρατής Μπαλάσκας, ‘‘Έκθεση-φως για το οργανωμένο σχέδιο διωγμού των Ρωμιών’’, Ελευθεροτυπία, 7 Σεπτεμβρίου 2005.
  10. «Οι πραγματικοί ένοχοι», Εστία, 7 Σεπτεμβρίου 1955.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek