του Μ. Μεγαλοκονόμου, από το Άρδην τ. 55, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2005

Ο Τζόου Ναν και τα ενδιαφέροντά του
Μια λέξη φτάνει για να ξεκινήσει κάτι, μικρό ή μεγάλο. Μια αρχική λέξη. Την είπε στην περίπτωση αυτή ένας παλιός καλός φίλος και συνάδελφος που γνώριζα από τα Ηνωμένα Έθνη, ο Τζόου Ναν. Από την εποχή της Νέας Υόρκης όπου γνωριστήκαμε μέχρι που διορίστηκα στην πατρίδα του, την Κίνα, εκείνος είχε ανεβεί στην ιεραρχία και είχε γίνει Υφυπουργός Εξωτερικών. Κάποια στιγμή ήλθε καλεσμένος από την Κυβέρνησή μας, σε μια προσπάθεια ανάπτυξης των σχέσεων των δύο χωρών, και λίγο πριν την αναχώρησή του από την Ελλάδα μου είπε την λέξη ή μάλλον την φράση που μου άναψε το φυτίλι της περιέργειας. Είπε ότι, αν είχε καιρό, θα ήθελε να πήγαινε μέχρι την Κρήτη για να πάρει στοιχεία για μια μελέτη που σκεπτόταν από νέος ακόμη να κάνει, όταν με το καλό θα έπαιρνε τη σύνταξή του. Στην ερώτησή μου για τη φύση της μελέτης αυτής, μου είπε το απροσδόκητο: “Υπάρχουν μελετητές που θεωρούν ότι η κινεζική γραφή έχει κοινά στοιχεία με την μινωική γραφή”. Μιας και δεν είχα μέχρι τότε ακούσει κάτι τέτοιο και ούτως ή άλλως θα το θεωρούσα ότι ανήκε στον χώρο των παραμυθιών, απόρησα με την φράση του συναδέλφου μου και, αν δεν ήξερα πόσο μελετημένος και προσεκτικός ήταν, θα έκανα από μέσα μου σχόλια όχι κολακευτικά γι’ αυτόν.
Αργότερα διάβασα σε ξένα συγγράμματα για κάποιες ομοιότητες στους χαρακτήρες του δίσκου της Φαιστού με κινεζικούς αντίστοιχους καθώς και άλλες ομοιότητες στην απεικόνιση του μυκηναϊκού ημερολογιακού άβακα με τις ρυθμίσεις του κινεζικού ημερολογίου και σκέφτηκα ότι εκεί οφειλόταν ίσως η περιέργεια του καλού φίλου από την Κίνα. Είχε όμως αυτός πετύχει να μου προκαλέσει με την παραπάνω φράση του ένα τεράστιο ερώτημα: Πότε ήλθαν για πρώτη φορά σε κάποια πολιτιστική ή εμπορική επαφή οι δύο λαοί μας και αν από αυτήν έμεινε κάποιο ίχνος μέχρι τις μέρες μας…
Η θεωρία που επικρατεί λέει ότι η πρώτη γνωριμία της Κίνας με την αρχαία ελληνική διανόηση έγινε με την μεσολάβηση ενός Ιησουΐτη ιεραπόστολου, του Matteo Ricci τον 16ο αιώνα. Είχε φτάσει στην Κίνα το 1583 και πέθανε στο Πεκίνο το 1610. Σαν απαραίτητο όχημα για την προσπάθεια εκχριστιανισμού των Kινέζων χρησιμοποίησε ο ίδιος, αλλά στη συνέχεια και άλλοι ιεραπόστολοι, την φιλοσοφία του Αριστοτέλη και την επιστήμη των λοιπών Ελλήνων κλασικών. Με την βοήθεια των Ιησουιτών, οι Kινέζοι διανοούμενοι μετέφρασαν στη συνέχεια, εκτός από έργα του Αριστοτέλη, και τα “Στοιχεία γεωμετρίας” του Ευκλείδη καθώς και κάποια έργα του Πορφυρίου του εκ Τύρου.
Υπάρχουν ωστόσο ενδείξεις ότι σποραδικές ή τυχαίες συναντήσεις των δύο πολιτισμών δεν έλειψαν κατά την διάρκεια των αιώνων, τόσο πριν όσο και μετά την εποχή του Matteo Ricci. Μια από τις ενδείξεις αυτές είναι η παρουσία στην Κίνα της ανατολικής εκκλησίας των Νεστοριανών που έφτασαν στη χώρα αυτή τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, όπως μαρτυρεί η γνωστή στήλη της Πόλης του Σιαν, που ήταν τότε πρωτεύουσα της Κίνας με το όνομα Τσανγκ Αν. Η παράδοση λέει ότι η ίδρυση της ανατολικής Εκκλησίας στην Κίνα οφείλεται στον Απόστολο Θωμά που έφτασε εκεί το 52 μ.Χ. Άσχετα όμως από την ακρίβεια ή όχι της παράδοσης, είναι βέβαιο ότι, μετά πολλές περιπέτειες και αυξομειώσεις, η Νεστοριανή Εκκλησία αριθμούσε, σύμφωνα με τον Kινέζο ιστορικό Γιουάν Σι, μεταξύ 1289-1320 εβδομήντα δύο χριστιανικές εκκλησίες και μοναστήρια σε όλη την Κίνα. Και ναι μεν οι Νεστοριανοί ήταν κατά βάση Ασσύριοι αλλά η αίρεσίς των προήρχετο από την ανατολική Εκκλησία και οι καταβολές της από το Βυζάντιο δεν έπαψαν, έστω και επεισοδιακά, να επηρεάζουν το νέο τους περιβάλλον. Αυτό μαρτυρεί τουλάχιστον η θρυλούμενη περιπέτεια της λαθραίας μεταφοράς στο Βυζάντιο αυγών μεταξοσκώληκα μέσα στο μπαστούνι ενός νεστοριανού μοναχού. Στο μέτρο που αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια, το περιστατικό ήταν από τα σημαντικότερα δείγματα “βιομηχανικής κατασκοπείας” της εποχής, καθώς επέτρεψε στο Βυζάντιο να αυτονομήσει την οικονομία του σε ό,τι αφορούσε την παραγωγή του πανάκριβου τότε μεταξιού.

Μια εμπορική αποστολή που μπολιάζεται με λίγη κουλτούρα
Άσχετα πάντως από τα ανεκδοτολογικά αυτά περιστατικά, η δυτική σκέψη –με άμεση αναφορά στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία– υπήρξε από νωρίς αρκετά γνωστή στους Κινέζους διανοούμενους. Η διερεύνηση των σχετικών αναφορών και των σχέσεων και διαφορών ανάμεσα στην δυτική –ελληνική– και στην κινεζική σκέψη έγινε για πρώτη φορά συνειδητή ανάγκη στον γράφοντα όταν του ζητήθηκε, λόγω της προϋπηρεσίας στην Κίνα, να συμμετάσχει, πριν δέκα περίπου χρόνια, σε ένα ελληνοκινεζικό συνέδριο εμπορο-οικονομικής φύσεως. Έχοντας όμως τότε κάποια ιδιότητα στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (αυτή την ονομασία είχε στο ξεκίνημά του πριν, για ανεξήγητους λόγους, μετονομασθεί σε Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού) αλλά και έχοντας υπόψη την σημαντική συμβολή του Λούο Νανσένγκ1 στην μεταφύτευση του πνεύματος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο κινεζικό κοινό, δέχθηκα την πρόταση να ηγηθώ της οικονομικής αντιπροσωπείας υπό τον όρο να προστεθούν στο αρχικό πρόγραμμα του συνεδρίου και δύο ομιλίες πολιτιστικού περιεχομένου.

Τα συνέδρια των Αθηνών,του Πεκίνου – Τσου Φου και των Δελφών
Αυτή η αρχή που έγινε με δειλά βήματα έδωσε την αφορμή αργότερα σε μια σειρά ελληνοκινεζικών συνεδρίων. Φορείς που τα διοργάνωσαν, με ευθύνη της καθηγήτριας του Παν/μίου Παρισίων, κας Κυβέλης Vernier-Τσιγάρα, και του υπογράφοντος, ήταν από ελληνικής πλευράς το Ινστιτούτο Ανάπτυξης Ευρωκινεζικών Σχέσεων με χορηγία των Υπουργείων Πολιτισμού, Εξωτερικών και του Υπουργείου Ανάπτυξης και, από κινεζικής, ο Σύνδεσμος του Κινεζικού Λαού για την Φιλία με τις Ξένες Χώρες (Chinese People’s Association for Friendship with Foreign Countries). Έγιναν δε τρία συνέδρια: το πρώτο στην Αθήνα (1997), το δεύτερο στο Πεκίνο και Τσου Φου (πατρίδα του Κομφούκιου) το 2000 και το τρίτο στους Δελφούς (2002). Έλαβαν μέρος καθηγητές και λόγιοι από την Ελλάδα και καθηγητές από διάφορα Πανεπιστήμια της Κίνας αλλά και από τρίτες χώρες, όπως ο François Jullien από τη Γαλλία.


Οι συναντήσεις αυτές έδειξαν ότι, πέρα από την γνωστή εκτίμηση που τρέφουν γενικά οι Κινέζοι για όλους τους λαούς που έχουν πίσω τους βαριά κληρονομιά και μακρά ιστορία, είχαν και εξαιρετικό ενδιαφέρον για την αναζήτηση των ομοιοτήτων και διαφορών που χαρακτήρισαν κατά καιρούς την ευρωπαϊκή και την ασιατική σκέψη και πνευματική παράδοση. Σαν κύριοι εκπρόσωποι των δύο αυτών ιστορικών τάσεων θεωρήθηκαν πολύ φυσικά ο Σωκράτης και ο Κομφούκιος και έτσι άρχισε μια σειρά συνεδρίων με περιεχόμενο και στόχο να ερευνηθούν αυτές ακριβώς οι ομοιότητες και διαφορές. Αποκαλύφθηκε κατά τις σχετικές συζητήσεις ότι –όπως είπε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πεκίνου Ξιπίνγκ Γιν– τα τελευταία χρόνια, ακόμη και μέσα στους κόλπους του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος, είχε γίνει σχεδόν συνήθεια για τους διανοούμενους να αναφέρουν σκέψεις και ιδέες από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Ήταν γενική η πεποίθηση, όπως είπε ο καθηγητής, ότι τα “ισχυρότερα στοιχεία της δυτικής κουλτούρας φτάνουν σε μας (στην Κίνα) από την αρχαία Ελλάδα”.


Άλλοι ομιλητές τόνισαν την “αμοιβαία γοητεία” που ασκείται ανάμεσα στους δύο λαούς με όχημα, αλλά και αιτία, τους αντίστοιχους πολιτισμούς τους. Χωρίς βέβαια να παραλείψουν να τονίσουν και τις μεγάλες διαφορές που παρουσίασε η αρχαία ελληνική από την αρχαία κινεζική σκέψη. Η επίδραση της αρχαίας ελληνικής σκέψης, όπως είπαν και άλλοι ομιλητές, δεν περιορίστηκε μόνο στον τομέα της φιλοσοφίας αλλά εκδηλώθηκε και στους τομείς των μαθηματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής, της γεωγραφίας και της κοσμολογίας. Ο ίδιος ως άνω καθηγητής Ξιπίνγκ Γιν έφτασε να προτείνει να γίνει στο μέλλον μια έρευνα των Kινέζων φιλοσόφων σχετικά την ελληνική επίδραση στις βασικές έννοιες και στην λογική και δομή της θεωρητικής σκέψης στην μοντέρνα κινεζική γλώσσα.


Όλοι οι ομιλητές συμφώνησαν ότι και οι δύο φιλοσοφίες, κινεζική και ελληνική, αποσκοπούν στο να έχουν τον άνθρωπο όσο γίνεται πιο ευτυχή. Και να του δώσουν την ευκαιρία να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που θα τον κάνουν να πλησιάσει κατά το δυνατόν το ιδανικό μέλος της κοινωνίας: Δίκαιο, τίμιο, αξιοπρεπή, με χαρακτηριστικά την πίστη, την αφοσίωση και το μέτρο.


Δεν είναι βέβαια του παρόντος να αναφερθούμε στα πάρα πολλά θέματα που ανέπτυξαν οι ομιλητές. Άλλωστε διατηρείται ακόμη η ελπίδα ότι κάποτε θα δημοσιευθούν τα πρακτικά των συνεδρίων αυτών και ότι θα προσελκύσουν σημαντικό ενδιαφέρον των ειδικών μελετητών. Είναι όμως εδώ χρήσιμο να σημειωθούν, νομίζω, επιτροχάδην ορισμένα κρίσιμα και χρήσιμα για την εποχή μας θέματα που ανέκυψαν από τις σχετικές ομιλίες και συζητήσεις.


Ένα εξ αυτών ήταν κατά τη γνώμη του γράφοντος το θέμα της ηθικής στην άσκηση της διακυβέρνησης. Εκτός της απαραίτητης γνώσης και σωφροσύνης, ο “κυβερνήτης”, τόσο στη σκέψη του Κομφούκιου όσο και του Σωκράτη, ειπώθηκε ότι οφείλει να εκτελεί έργο ηθικό. Στόχος του είναι και για τους δύο φιλοσόφους να βελτιώνει τους πολίτες, να τους διδάσκει και να τους κυβερνά με αρετή. Κατά συνέπεια τόσο ο Σωκράτης όσο και ο Κομφούκιος θεωρούσαν την ηθική ως τη βάση της πολιτικής και πίστευαν ότι οι πολιτικές κρίσεις μιας Πολιτείας προκαλούνται από την έλλειψη ηθικής.


Ομιλητές όπως ο Λι Κιουλίνγκ τόνισαν επίσης ότι η ανάπτυξη της φιλοσοφίας τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης έγινε κυρίως σε δύσκολους καιρούς. Στην Ελλάδα μετά τον χρυσό αιώνα και τον Πελοποννησιακό πόλεμο και στην Κίνα αφού οι βασιλείς της δυναστείας Τσου έχασαν τον έλεγχο πάνω στους φεουδάρχες. Τόσο ο Κομφούκιος όσο και ο Σωκράτης έζησαν σε χρόνια δύσκολα, αμέσως μετά τη λήξη κάποιας χρυσής περιόδου των χωρών των αντιστοίχως. Και προσπαθώντας και οι δύο κορυφαίοι φιλόσοφοι να βγάλουν την κοινωνία από το χάος που επικρατούσε τότε, αποπειράθηκαν να βρουν την συνταγή της θεραπείας. Κατά συνέπεια, συμπέραναν οι ομιλητές, και η δική μας παρούσα εποχή, που τόσες δυσκολίες προσαρμογής, και μάλιστα πολιτιστικής, παρουσιάζει, έχει ανάγκη έγκυρης πληροφόρησης. Τόνισαν επανειλημμένα ότι “Η γνώση είναι δύναμη. Και κάθε πλάνη οφείλεται στην έλλειψη γνώσης (διότι “ουδείς εκών αμαρτάνει”). Γνώση δε δεν υπάρχει χωρίς ιδέες και η πηγή των ιδεών είναι η φιλοσοφία, αρχαία και νέα”.


Πέρα όμως από τις βασικές ομοιότητες, τονίσθηκαν στα συνέδρια αυτά και οι διαφορές. Όπως είπε ο σινολόγος Σωτήρης Χαλικιάς, “οι Κινέζοι στοχαστές όλων των ρευμάτων ποτέ δεν επεδίωξαν ν’ αναζητήσουν ό,τι μένει αμετάβλητο στα πράγματα, την ουσία τους. Αντίθετα, ως μόνη σταθερότητα του κόσμου θεώρησαν τις μεταβολές του”. Από την προσέγγιση αυτή προήλθε και η θεμελιώδης κομφουκιανική έννοια ότι ο άνθρωπος υπάρχει μόνο απ’ τη στιγμή που υπεισέρχεται στη σχέση με τον άλλον. Φυσικά υπήρξε απάντηση σ’ αυτό αφού και από την ελληνική διανόηση δεν έλειψε το γνωστό “τα πάντα ρει”.


Αναφέρθηκε επίσης ότι το ελληνικό αγωνιστικό και ανταγωνιστικό πνεύμα έρχεται σε αντίθεση με το κινεζικό αίσθημα συνδιαλλαγής, αποφυγής αντιπαράθεσης. Οι Έλληνες είχαν συνεχή συζήτηση για το ποιο είναι το ιδανικό ή απλώς αποδεκτό πολιτικό σύστημα. Ενώ οι Κινέζοι αναζητούσαν μόνο μία καλοπροαίρετη (benevolent) και σοφή μοναρχία.


Υπογραμμίσθηκε από την Κυβέλη Vernier-Τσιγάρα και από άλλους ομιλητές η ιδιαίτερα επιτυχής διατύπωση του Vandermeersch σχετικά με τη γενικότερη διαφορά προσέγγισης των προβλημάτων της ζωής από την ελληνική και από την κινεζική διανόηση. Ότι “αν η ελληνική σκέψη είχε τα χαρακτηριστικά του κεραμέως, που επεξερ­γάζεται τον πηλό, πρώτα για να τον κάνει απόλυτα εύ­­πλαστο και κατόπιν για να του δώσει τη μορφή που ταιριάζει στην πνευματική του σύλληψη, η κινεζική σκέψη χαρακτηριζόταν από το πνεύμα του αδαμαντοκόπτη. Αυτού δηλαδή που δοκιμάζει πρώτα την αντίσταση του νεφρίτη, και ασκεί όλη του την τέχνη για να αφαιρέσει μέρη της πρώτης ύλης, προκειμένου να ελευθερώσει απ’ αυτή τη μορφή που υπήρχε παλιότερα και την οποία κανείς δεν συνειδητοποιούσε πριν την αποκαλύψει”.


Όταν ζητάει ο φιλόσοφος να μη κάνει κανείς στον συνάνθρωπό του κάτι που δεν θα ήθελε να κάνει εκείνος σ’ αυτόν, όταν επικρατεί η ειλικρινής καλή προαίρεση, είναι φυσικό η καλή αυτή προαίρεση να αποκτά κάποια ηθική, και μάλιστα οικολογική ηθική. Από δω ξεκινάει ένα από τα πολλά σημεία που θα μπορούσαν, μέσα από την διαφορετικότητά τους, να αποτελέσουν ενοποιητικούς κρίκους των πολιτισμών. Και αναφέρθηκε από πολλούς ομιλητές, ως κλασικό παράδειγμα των ωφελημάτων που θα μπορούσε να έχει μια συνεννόηση των δύο πολιτιστικών παραδόσεων, ο τομέας της οικολογίας, αφού οι κομφουκιανοί θεωρούν την ίδια τη φύση ως ένα βιολογικό σώμα. Ότι όλα τα πράγματα στη φύση εξαρτώνται το ένα από το άλλο και αποτελούν ένα οργανικό σύνολο. Ότι το ανθρώπινο ον είναι μέρος της φύσης. Και τονίζουν ότι ο άνθρωπος και η φύση είναι στενά δεμένοι μεταξύ τους και σε απόλυτη αρμονία.


Η αλληλοκατανόηση δεν είναι ο μόνος ο λόγος για την ανάγκη ενημέρωσης αλλά υπάρχει και κάποιος άλλος: η υπενθύμιση και η προαγωγή –και η παραγωγή– όχι μόνο της προσωπικής του καθενός αλλά και της κοινής σοφίας (Μιάο Ρουν Τιαν) με σκοπό τη βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη και την ηθική αξιότητα των σημερινών ηγετών. Εφόσον και οι δύο φιλοσοφίες αποβλέπουν να κατασκευάσουν το “φάρμακο” που θα βγάλει την κοινωνία από το χάος, ζητήθηκε από ομιλητές και κυρίως από την Μυρτώ Δραγώνα Μονάχου να δοθεί προτεραιότητα στη μελέτη μιας, όπως αποκλήθηκε, οικουμενικής ηθικής.


Με την ένταση της πολιτικής και οικονομικής ενσωμάτωσης και ενοποίησης, η διαφορετικότητα γίνεται ήδη πιο εμφανής. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και ότι υπάρχει διαπολιτισμική κατανόηση. Οι διάλογοι, και μάλιστα δομημένοι και σοβαροί διάλογοι μεταξύ των αρχαίων πολιτισμών και της σύγχρονης συνέχειάς των, είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίοι από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ιστορίας. Μέχρι σημείου μάλιστα, συχνά, να αναβαθμίζονται σε αναγκαίο στοιχείο μιας, κατά τα άλλα, ανταγωνιστικής συμβίωσης των λαών. Ίσως μάλιστα θα βοηθούσε σ’ αυτή την προσπάθεια, εκτός από την ανάγκη της επιβίωσης και η νεο-κομφουκιανική φράση ότι “Ο Ουρανός είναι ένας μεγάλος άνθρωπος και ο άνθρωπος είναι ένας μικρός ουρανός”, αν ολοκληρωθεί με το δυτικόστροφο συμπλήρωμα “και ο άνθρωπος έκανε τον κόσμο μικρότερο”.


Από τον Γάλλο καθηγητή François Jullien τονίσθηκε όμως και ένας πιθανός κίνδυνος που μπορεί να προκύψει από μια κακώς εννοούμενη διαδικασία διαλόγου των πολιτισμών. Είπε ότι στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από “παγκόσμια” σκέψη, υπάρχει κίνδυνος να γίνει σύγχυση μεταξύ των δύο εννοιών “παγκόσμιο” και “ομοιόμορφο”. Και ότι, ενώ το “παγκόσμιο” είναι έννοια της λογικής και θεμελιώνει μια αναγκαιότητα, το “ομοιόμορφο” είναι έννοια της παραγωγής και μόνη της αιτιολόγηση είναι οι κοινές προδιαγραφές και το στερεότυπο. Και η κατάσταση αυτή κατά τον Γάλλο καθηγητή “οδηγεί (ένα μέρος) της κινεζικής διανόησης σε απώλειες και –βασιζόμενη σε δυτικές έννοιες– αδυνατεί ήδη από τώρα να διαβάσει την ίδια της τη σκέψη”. Και τούτο, προσθέτουμε εμείς, χωρίς να λογαριάσει κανείς και τις λοιπές δυσάρεστες συνέπειες που μπορούν να προκύψουν στις σχέσεις των πολιτισμών όταν επιδιώκεται από μία πλευρά η επιβολή της “ομοιομορφίας”. Στον κίνδυνο αυτό που μπορεί να συνεπιφέρει ο ηγεμονισμός ενός πολιτισμού πάνω στον άλλον, αναφέρθηκαν και πολλοί άλλοι ομιλητές.


Χαρακτηριστικοί του γενικότερου κλίματος των συνεδρίων αυτών, θεωρούμενοι σχηματικά μεν αλλά και συμβολικά, ήταν οι παρακάτω στίχοι που έγραψε όταν πρωτοήλθε στην Ελλάδα, στο πρώτο από τα προαναφερθέντα συνέδρια, ο επί κεφαλής της κινεζικής αντιπροσωπείας. Πράγματι, ο Τσεν Χάο Σου, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλίας του Κινεζικού Λαού με τις Χώρες του Εξωτερικού (του επίσημου δηλαδή κινεζικού οργάνου για τις επαφές με τους ξένους μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς), είχε επηρεασθεί τόσο από αυτή την εμπειρία που συνέγραψε μια συλλογή στιχουργημάτων. Στο πρώτο απ’ αυτά που τιτλοφορεί “Ερχομός στην Αθήνα” έγραφε ότι:


“Τώρα που ο άνθρωπος έφτασε στην ωριμότητα
Ταξίδι μακρυνό – δέκα χιλιάδες λι – ας αρχίσουμε.
Τα ίχνη των θεών και των ηρώων ας ζητήσουμε…”


  • Ο Μάνος Μεγαλοκονόμος είναι Πρέσβης της Ελλάδος επί τιμή και μέλος του ΔΣ του Ινστιτούτου για την Διάλογο του Ελληνικού με τους Ασιατικούς Πολιτισμούς (ΙΔΕΑΠ).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Luo Niansheng: Κινέζος διανοούμενος και μελετητής που από τα μέσα του 20ού αιώνα μέχρι την δεκαετία του 1990 μετέφρασε στα κινεζικά πάνω από τριάντα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και τιμήθηκε για το έργο αυτό από την Ακαδημία Αθηνών.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek