του Μ. Γιούλτον, από το Άρδην τ. 88, Δεκέμβριος 2011 – Φεβρουάριος 2012

Ο ι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ευρώπη, από το καλοκαίρι και μετά, έχουν αποδείξει ότι οι πολιτικές ελίτ δεν έχουν ούτε την πολιτική βούληση, αλλά και ούτε τις ικανότητες να αντισταθούν στις παλινδρομίες των αγορών και να λύσουν το πρόβλημα του τεράστιου χρέους και κρίσης των μελών–κρατών. Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς προσδιορίζουν το συνολικό κρατικό χρέος των χωρών της Ευρωζώνης στα €7,94 τρισ., ενώ στις 4 Ιανουαρίου οι ευρωπαϊκές τράπεζες δανείστηκαν €20 δισ. από την ΕΚΤ…. παρά τα τεράστια ποσά που είχαν επενδυθεί από την ΕΚΤ στο τέλος του Δεκέμβρη. Μετά τα τραπεζικά coups d’ état στην Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία, όπου υψηλόβαθμα στελέχη της Γκόλντμαν Ζακς σκαρφάλωσαν στην κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας με τελείως αντιδημοκρατικό τρόπο, αυξήθηκαν οι φωνές όσων ισχυρίζονται ότι η σαφής αυτή εικόνα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα πολιτικής ανικανότητας, αλλά και πολιτικής διαπλοκής συμφερόντων.
Οι τεράστιες ανισότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών συνεχίζουν, παράλληλα, να διαμορφώνουν ένα δυσβάστακτο κλίμα. Π.χ. ενώ το γερμανικό ποσοστό ανεργίας, τον Δεκέμβρη, μειώθηκε στα 6,8%, το χαμηλότερο τα τελευταία 20 χρόνια, η ανεργία στην Ισπανία έχει φτάσει στα 23% –η πέμπτη άνοδος από τον Ιούλιο.
Ο πρώην Ιταλός υπουργός Οικονομικών, Τζούλιο Τρεμόντι, σε συνέντευξή του (4 Γενάρη) στην Κοριέρε ντέλα Σέρα, τόνισε, «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη δεν είναι η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, την Ιρλανδία ή την Ιταλία, αλλά το γεγονός ότι ίσως εξαναγκαστούμε να ζητήσουμε βοήθεια από το ΔΝΤ… η πρώτη μεγάλη χώρα σε πρόγραμμα του ΔΝΤ! Και ίσως η τελευταία σε μια σειρά από αποτυχίες και καθιζήσεις του ΔΝΤ». Αυτά ενώ η μεγαλύτερη ιταλική τράπεζα Γιούνι Κρεντίτ βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και το ευρώ έχει τη χαμηλότερη ισοτιμία έναντι του δολαρίου και της στερλίνας των τελευταίων δύο χρόνων. Η έγκυρη ιταλική εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα έγραψε στις 9 Γενάρη ότι οι ιταλικές τράπεζες δανείστηκαν τον Δεκέμβρη €210 δισ. από την ΕΚΤ.

ΙΡΛΑΝΔΙΑ: Εισαγωγή – πρότυπο ή μοντέλο εξάρτησης

Η κατάρρευση της οικονομίας στην Ιρλανδία ξάφνιασε, ακόμα και σόκαρε πολλούς στη χώρα μας, αλλά και στο εξωτερικό – η Κέλτικη Τίγρη αποτελούσε το οικονομικό θαύμα στο τέλος της δεκαετίας του 90 και τις αρχές του 21ου αιώνα. Η περίοδος αυτή είχε δύο φάσεις:
Στην πρώτη (1990 – 2001), η οικονομία αναπτύχθηκε χάρη στην τεράστια εισροή πολυεθνικών κεφαλαίων και εργοστασίων, που λόγω των χαμηλών εταιρικών φόρων (12.5%) εγκαταστάθηκαν στην Ιρλανδία χρησιμοποιώντας την ως βάση των εξαγωγών προς τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Με μόνο 1% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, η Ιρλανδία προσέλκυσε $165 εκ. –25% των συνολικών ετήσιων εξαγωγών κεφαλαίων από τις ΗΠΑ. Στις πολυεθνικές που ιδρύθηκαν σ’ αυτή την περίοδο οφείλεται το 70% των συνολικών εξαγωγών της χώρας…
Η αγορά των ακινήτων και το κρατικό χρέος
Η δεύτερη φάση του οικονομικού αυτού θαύματος, μετά το 2001, στηρίχθηκε σε μία φούσκα οικοδομικής έξαρσης, όπου το ποσοστό των κατασκευών στην οικονομία τριπλασιάστηκε από το 5% το 1995, στο 24% το 2008 – διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου του 12%. Το ποσοστό απασχόλησης στις κατασκευές σκαρφάλωσε στο 20% του συνόλου (με μεγάλα ποσοστά μεταναστών) και οι φόροι των κατασκευαστικών εταιρειών αποτελούσαν σχεδόν το 20% των συνολικών εσόδων του κράτους.
Παράλληλα, τριπλασιάστηκε και το ιδιωτικό χρέος από €57 δισ. το 2003, σε €157 δισ. το 2008, ενώ το σύνολο των στεγαστικών δανείων σκαρφάλωσε από €44 δισ. το 2003, σε €128 δισ. το 2008. Τα δάνεια των τραπεζών σε οικοδομικές εταιρείες και ιδιώτες αυξήθηκαν κατά 466%, από το 2002 ως το 2007, και οι τράπεζες δανείζονταν τεράστια ποσά από την Ευρώπη για να αντεπεξέλθουν σ’ αυτήν τη λαίλαπα.

Οι τράπεζες και η κρίση

Με τη διεθνή οικονομική κρίση του 2008, η πρόσβαση στα δάνεια αυτά σταμάτησε, ενώ παράλληλα άρχισαν να καταρρέουν ραγδαία και οι αξίες των ακινήτων. Οι ιρλανδικές τράπεζες βρέθηκαν σε βαθύτατα επισφαλή θέση… Τον Σεπτέμβρη του 2008, η τότε κυβέρνηση της Φιάνα Φέιλ και των Πράσινων πήρε την καταστροφική απόφαση να εγγυηθεί για όλες τις καταθέσεις … και, όπως εξήγησε ο συγγραφέας Κόνορ ΜακΚέιμπ, «Ξυπνήσαμε το πρωί και ανακαλύψαμε ότι η κυβέρνηση είχε βάλει το κράτος ως εγγύηση των οφειλών των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών». Το συνολικό κόστος της τραγικής αυτής απόφασης υπολογίζεται στα €70 δισ.

Λιτότητα για τους υπόλοιπους

Τα χρήματα για να καλυφθεί το τεράστιο αυτό χρέος θα έλθουν, λογικά, από τις τσέπες των φορολογουμένων – οι τρεις τελευταίοι προϋπολογισμοί έχουν περικοπές ύψους €20 δισ.– ποσό που ο οικονομολόγος Καρλ Γουίλαν υπολογίζει ότι επιβαρύνει κατά €4.600 περίπου κάθε πολίτη… η μεγαλύτερη φορολογική αναδιάρθρωση που έχει γίνει ποτέ σε μια αναπτυγμένη χώρα!!
Τον Δεκέμβρη του 2010, η προηγούμενη κυβέρνηση υπέγραψε μία συμφωνία με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ. Το δάνειο των €58 δισ. (με αρχικό επιτόκιο 5,8% ) ήρθε να καλύψει τη μαύρη τρύπα των εσόδων/εξόδων και να εξασφαλίσει τη συνέχεια των πληρωμών των τραπεζικών δανείων προς την ΕΚΤ. Οι σκληροί όροι του δανείου και η επιβαλλόμενη λιτότητα έφεραν το αποτέλεσμα των εκλογών του Γενάρη 2011 και τον καταποντισμό της κυβέρνησης.

Η «νέα» κυβέρνηση

Το βασικό ζητούμενο του πρώτου προϋπολογισμού του Δεκέμβρη, της παρούσας κυβέρνησης, του κεντροδεξιού κόμματος Φίνε Γκάελ (ανάλογο της ΝΔ) και του σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (που ανήκει στην ομάδα του ΠΑΣΟΚ στην Ευρώπη), είναι η μείωση της μαύρης τρύπας εσόδων/εξόδων ύψους €25 δισ. κατά €2 δισ. Πρώτος στόχος είναι η αύξηση των εσόδων κατά €600 εκ. (+2% ΦΠΑ) και €160 εκ. με ένα νέο φορολογικό χαράτσι των €100 για κάθε ιδιόκτητη κατοικία. Δεύτερος στόχος είναι η μείωση των κρατικών παροχών σε πολύτεκνες και μονογονεϊκές οικογένειες ύψους €112 εκ. Αποτέλεσμα των νέων αυτών μέτρων, πέρα από το κοινωνικό κόστος, θα είναι η σταδιακή μείωση 20.000 θέσεων εργασίας στο δημόσιο και η ανάλογη αύξηση της ανεργίας και μετανάστευσης των νέων. Παράλληλα μειώνεται η καταναλωτική ικανότητα και το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού.
Το 2012 θα είναι ο τρίτος χρόνος που η στρατηγική αυτή λιτότητας επιβάλλεται από την τρόικα…. Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν μια προβλεπόμενη αποτυχία και κανένα οικονομικό ή και πολιτικό στοιχείο δεν προαναγγέλλει μια καλύτερη συνέχεια. Ο δικός μου ορισμός της στρατηγικής αυτής είναι η εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή η προσπάθεια της μείωσης του εσωτερικού οικονομικού κόστους με βάση τη μείωση των μισθών των εργαζομένων, καθώς και των κρατικών παροχών. Ο Πωλ ντε Γκρούβε, ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους της Ευρώπης σήμερα, αναλύει την στρατηγική αυτή σαν μία κατάσταση που χώρες όπως η Ιρλανδία είναι κάτω από ένα καθεστώς εξωτερικής κυριαρχίας… με την οικονομία τους στη βάση ενός ξένου νομίσματος.
Ο θεωρητικός στόχος της υποτίμησης είναι η σταδιακή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας σε σχέση με τους εμπορικούς της εταίρους. Η εσωτερική υποτίμηση μειώνει, θεωρητικά, το εργατικό κόστος, με στόχο τη μείωση της τιμής των προϊόντων προς εξαγωγή.

Στην πράξη όμως, τα τελευταία τρία χρόνια, η αντίδραση του ιρλανδικού βιομηχανικού κεφαλαίου υπήρξε αντιφατική – δηλαδή, αντί να μειωθούν οι ώρες εργασίας και οι μισθοί, το κεφάλαιο και η εργοδοσία προχώρησαν σε μαζικές απολύσεις – με το ποσοστό ανεργίας να φτάνει πάνω από 16%. Ο μόνος χώρος όπου η εσωτερική υποτίμηση λειτούργησε «σωστά» ήταν ο δημόσιος τομέας. Με αποτέλεσμα, η στρατηγική αυτή της εσωτερικής υποτίμησης να λειτουργήσει αντίστροφα – δεν μείωσε το εργατικό κόστος, αλλά αντίθετα αύξησε δραματικά την ανεργία και τον κοινωνικό αναβρασμό.
Το δεύτερο συστατικό στοιχείο της εσωτερικής αυτής υποτίμησης είναι η τεράστια μείωση των κρατικών δαπανών – σε μισθούς, υγεία, παιδεία, επιδόματα ανεργίας και δημόσιες επενδύσεις. Η Ιρλανδία έχει σημειώσει παγκόσμιο ρεκόρ – καμιά άλλη χώρα στην ιστορία του καπιταλισμού δεν έχει επιχειρήσει τέτοιο επίπεδο μείωσης.
Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο να έχουμε τρείς με τέσσερις χιλιάδες νέους να μεταναστεύουν κάθε μήνα, γύρω στα 20.000 νοικοκυριά να μην μπορούν να αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια, το ποσοστό αυτοκτονιών να έχει αυξηθεί 40-50% και την κυβέρνηση και τις τηλεοράσεις να μας λένε ότι όλα πάνε προς το καλύτερο και να μην ανησυχούμε!!

Συνολική Εικόνα

Μετά από τρία χρόνια λιτότητας, το συνολικό εισόδημα της χώρας, από όλους τους τομείς, έχει σημειώσει μείωση κατά 15%. Οι επενδύσεις έχουν υποστεί καθίζηση, με €18 δισ. το 2010 σε σύγκριση με τα €48 δισ. το 2006 και το 2007. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, Κιέραν Άλεν, αποκαλεί τα στοιχεία αυτά ως απεργία του κεφαλαίου. Η δανειοδότηση από τις τράπεζες στις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχει πέσει στα χαμηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης.
Το ποσοστό του κρατικού χρέους, στο τέλος του 2012, θα είναι γύρω στο 144% των συνολικών εσόδων και παρά την συνεχιζόμενη λιτότητα δεν προβλέπεται μείωση έως το 2015. Μία ανάλυση τριών καθηγητών του Πανεπιστημίου του Λίμερικ, στις 31 Μαρτίου, υπολογίζει το συνολικό κρατικό, εταιρικό και προσωπικό χρέος της χώρας στα €371,1 δισ. – το μεγαλύτερο στον κόσμο ανά πολίτη μετά την Ιαπωνία.

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Ο χρόνος που έφυγε μας έφερε συνταρακτικές αλλαγές και στο πολιτικό πεδίο – κάτι που δεν είναι ευρύτερα γνωστό και κατανοητό στη Ευρώπη. Η συζήτηση για το ότι οι Ιρλανδοί δεν έχουν βγει στους δρόμους όπως οι Έλληνες, οι Ισπανοί ή οι Άγγλοι, υποτιμά το γεγονός ότι οι εκλογές του περασμένου Φλεβάρη όχι μόνο επέφεραν τη συντριβή της κυβέρνησης του μεγαλύτερου κεντροδεξιού κόμματος Φιάνα Φέιλ, αλλά και ανέβασαν τα συνολικά ποσοστά της προοδευτικής αριστεράς πάνω από 40% για πρώτη φορά στην ιστορία αυτής της χώρας. Εξήντα τρεις νέοι βουλευτές ανήκουν στις αριστερές, σοσιαλδημοκρατικές και πολιτικά ανεξάρτητες παρατάξεις.
Σημαντικό στοιχείο των εκλογών του Φλεβάρη ήταν το γεγονός ότι το συνολικό εκλογικό ποσοστό των δύο μεγάλων ιστορικών κομμάτων της (κεντρο-)δεξιάς Φιάνα Φέιλ/Φιάνα Γκάελ έπεσε στο 53% – από το 70% των δεκαετιών 1980-90 και 85% της δεκαετίας του ’60. Αποτέλεσμα της συντριβής του Φιάνα Φέιλ ήταν η δημιουργία μιας κυβέρνησης συνεργασίας του Φίνε Γκάελ με το Εργατικό Κόμμα (Irish Labour Party) που ανήκει στον ίδιο ευρωπαϊκό χώρο με το ΠΑΣΟΚ.
Πιο πρόσφατο σημαντικό γεγονός είναι η μείωση των εκλογικών ποσοστών του Εργατικού Κόμματος, από το 20% που πήρε στις εκλογές, στο 18% πέντε μήνες αργότερα, στο 16% το Σεπτέμβρη και στα 11% τα Χριστούγεννα. Παράλληλα, τα εκλογικά ποσοστά της προοδευτικής αντιπολίτευσης έχουν ανέβει στο 21% της Σιν Φέιν (πολιτικό σκέλος του Δημοκρατικού Στρατού) και 15% της ULA (η αριστερή συνεργασία δύο τροτσκιστικών ομάδων).

ΤΙ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΟ 2012

Ένα από τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης και της αυξανόμενης λιτότητας είναι ότι ο πολιτικός αναβρασμός και ο θυμός του κόσμου, ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, έχουν αρχίσει να εξωτερικεύονται με απεργίες και καταλήψεις – δύο αυτή την βδομάδα, μία στο Κορκ με τριάντα πέντε εργάτες και μία στο Δουβλίνο με είκοσι εργάτριες ενός οίκου μόδας.
20 στελέχη του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της ΕΕ έχουν έρθει στο Δουβλίνο αυτή την εβδομάδα και επανεξετάζουν όλα τα οικονομικά στοιχεία του 2011. Ενώ διάφοροι υπουργοί βγαίνουν στα μίντια και βαυκαλίζονται λέγοντας ότι τα πράγματα πάνε από το καλό στο καλύτερο, διέρρευσαν πληροφορίες ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Ιρλανδία να ζητήσει και δεύτερο δάνειο από την τρόικα. Ο Μάριο Ντράγκι της ΕΚΤ έστειλε μήνυμα στο Δουβλίνο, στις 12 Γενάρη, λέγοντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση η Ιρλανδία να επωφεληθεί από ένα παρόμοιο κούρεμα των χρεών της, ανάλογο με αυτό της Ελλάδας.
Ένα νέο στοιχείο, που θα αποτελέσει ένα σοβαρότατο πρόβλημα για την κυβέρνηση, είναι το γεγονός ότι η επερχόμενη νέα συνθήκη που φτιάχνεται για την Ευρωζώνη θα χρειαστεί να συζητηθεί ευρέως και να αποφασιστεί με δημοψήφισμα. Ήδη δώδεκα προοδευτικές και αριστερίζουσες οργανώσεις έχουν δημιουργήσει μία ομάδα εργασίας που ζητάει δημοψήφισμα και θα πάρει αρνητική θέση. Είναι νωπές ακόμα οι θύμησες των δύο δημοψηφισμάτων, το 2008 και 2009, για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.
Συνοπτικά, το 2012 θα είναι ένας πολύ δύσκολος χρόνος για τον απλό κόσμο… η οικονομική κρίση θα επιδεινωθεί. H τρίτη μεγαλύτερη ιρλανδική τράπεζα, Ώλστερ Μπανκ, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα απολύσει χίλιους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου – είναι πραγματικά δύσκολο να προβλέψει κανείς το πόσο χειρότερη θα είναι η κατάσταση σε δώδεκα μήνες. Ακούω στο ραδιόφωνο ότι ένας από τους οίκους αξιολόγησης υποβάθμισε τα ποσοστά της Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Αυστρίας και έξι άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Προς τα πού οδεύουμε, καλοί μου φίλοι;

Για το Αρδην
Δουβλίνο 13.1 2012

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek