από το Άρδην τ. 52, Ιανουάριος-Μάρτιος 2005

Πέρυσι, λιγότερο από ένα χρόνο πριν, πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη σύγκρουση των Ελλήνων της Ελλάδας και της Κύπρου με τον ιμπεριαλισμό και τη Νέα Τάξη, κατά την προσπάθεια επιβολής του Σχεδίου Ανάν. Με αφετηρία την ανατροπή της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, και με κατάληξη την Ολυμπιάδα, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις επιταχύνθηκαν: Εκλογές, Σχέδιο Ανάν, Δημοψήφισμα στην Κύπρο, Ευρωεκλογές στην Ελλάδα, Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, Ολυμπιάδα. Οι Έλληνες έμοιαζαν να εισέρχονται σε μια περίοδο εγρήγορσης. Φευ όμως, στις ελίτ της χώρας δεν υπήρχαν οι δυνάμεις για να συντηρήσουν αυτή τη φλόγα. Αμέσως μετά, θα ακολουθήσει και πάλιν ο λήθαργος, εξ ίσου βαθύς –αν όχι βαθύτερος. Όλο το σύστημα των ηγετικών κύκλων της χώρας αναδύει μιαν ανείπωτη σαπίλα: Πολιτικοί και διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες, πανεπιστημιακοί του ΕΣΡ, κρατικοδίαιτοι δημοσιογράφοι, δικαστικοί, ανώτερος κλήρος. Ο ημίκοσμος της εξουσίας, διαβρωμένος από το χρήμα, εξωνημένος στις ξένες υπηρεσίες, διεφθαρμένος έως μυελού οστέων, περιφέρεται σε ορισμένα τετράγωνα του κέντρου της Αθήνας και λυμαίνεται τη χώρα, αναπαράγοντας καθ’ ομοίωσιν τους μηχανισμούς κυριαρχίας, επιδιώκοντας να εξαχρειώσει καθ’ ολοκληρίαν το λαϊκό σώμα.
Ένα τέτοιο σύστημα εξουσίας, των υποτελών των Αμερικανών και της Νέας Τάξης, ανασυγκροτείται ταχύτατα μετά το ράπισμα της απόρριψης του Σχεδίου Ανάν και της κατάρρευσης του εκσυγχρονιστικού σημιτικού παραληρήματος. Απέναντι σε μια, ούτως ή άλλως, «ημι-εκσυγχρονιστική» κυβέρνηση, το σύστημα της εξάρτησης χρησιμοποιεί ανοικτούς εκβιασμούς –όπως την αναγνώριση των Σκοπίων από τις ΗΠΑ– για να επαναφέρει την ελληνική εξωτερική πολιτική στα χνάρια του γνώριμου ενδοτισμού των προηγούμενων χρόνων. Ήδη, μάλιστα, η κυβέρνηση Καραμανλή διέπραξε μια ασύγγνωστη υποχώρηση που θα σφραγίσει την υστεροφημία της. Όχι απλώς συναίνεσε στην έναρξη διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ε.Ε., συνεχίζοντας την πολιτική των προκατόχων της, αλλά αναδείχθηκε και σε πρωτοπαλίκαρο της… ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., παρά τα προφανή συμφέροντα της Ελλάδας και της Κύπρου. Η Οθωμανική επικυριαρχία επιστρέφει ως αμερικανο-τουρκικό condominium.
Και τα ίδια συμβαίνουν στο πεδίο της παραγωγής, της παιδείας, του πολιτισμού. Πράγματα μικρά, λιγοστά και μίζερα.
Καταφυγή πουθενά. Η Εκκλησία, που έμοιαζε για πολλούς Έλληνες ο μοναδικός θεσμός στον οποίο μπορούσαν να στηριχθούν για να αντιμετωπίσουν την πολιτισμική ισοπέδωση, συγκλονίζεται από σκάνδαλα. Σκάνδαλα που χρησιμοποιούνται ώστε να μείνει η ηγεσία της εκκλησίας πειθήνια και υποταγμένη, κατηγορούμενη για διαφθορά και σιμωνία, εξαρτημένη από μυστικές υπηρεσίες και αδιαφανή κυκλώματα, ώστε να καταστεί ανίκανη να αντισταθεί αποτελεσματικά στα κελεύσματα της Νέας Τάξης.
Ο στρατός, έχοντας ουσιαστικά εγκαταλείψει κάθε αντίληψη άμυνας της χώρας, παραπαίει μεταξύ προμηθειών, δημοσιοϋπαλληλίας και σταδιακής εγκατάλειψης της λαϊκής του βάσης, των κληρωτών.
Οι διανοούμενοι και η «πνευματική ηγεσία» υπνώττουν μέσα στην ευρωστία των απολαβών τους και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η Ελλάδα, σε όλους τους τομείς, καταλαμβάνει μια από τις τελευταίες θέσεις στον κόσμο στην εκπαίδευση, την ανάγνωση εντύπων και βιβλίων και πρωτεύει σε παρακολούθηση μιας άθλιας τηλεόρασης.
Τα κόμματα της Αριστεράς παραμένουν χωρίς εναλλακτικό όραμα, με ηγεσίες που δεν τολμούν να επικεντρωθούν στο κεντρικό ζήτημα της χώρας, –παρά τις φιλότιμες αλλά ανεπαρκείς προσπάθειες του Αλαβάνου, του Λαφαζάνη ή εν μέρει και της Παπαρήγα– δηλαδή την εξάρτηση και την επιστροφή του νέο-οθωμανισμού. Τα κόμματα αναλίσκονται σε ανέξοδες και εύκολες καταγγελίες του «ιμπεριαλισμού» και του «καπιταλισμού». Αυτές οι καταγγελίες δεν απασχολούν το σύστημα εξουσίας παρά ελάχιστα. Διότι, όπως γνωρίζουμε τόσο καλά, ο βασικός εχθρός του συστήματος αυτού παραμένει ο «εθνικισμός» (δηλαδή η λαϊκή αντίδραση στην ισοπέδωση της παγκοσμιοποιημένης Νέας Τάξης) και όλα τα υπόλοιπα ψευδο-επαναστατικά αποτελούν απλώς καταγγελίες στο εσωτερικό του συστήματος. Το σύστημα ένα πράγμα φοβάται, τη θραύση των μηχανισμών της Νέας Τάξης, γιατί τα λοιπά συνιστούν αντιπολίτευση «εσωτερικού χώρου». Γι’ αυτό και παγκοσμίως βομβαρδίζει, δολοφονεί και κατακρεουργεί όσους αντιστέκονται σε αυτή του τη στρατηγική και όχι βέβαια τους ατζέντηδες των «ατομικών δικαιωμάτων» και του «πολυ-πολιτισμού».
Και όμως, η ανάταση της χρονιάς που πέρασε υπήρξε πραγματική. Μόνο που ήλθε από τα κάτω, από τη βάση, και προς στιγμή ξεπέρασε ανάξιες ηγεσίες και ανάπηρες ελίτ. Ωστόσο, για να αποκτήσει διάρκεια, απαιτείται μια βαθύτατη αλλαγή ώστε να ενοφθαλμιστεί σε θεσμούς, κόμματα και άτομα. Γιατί και στο ίδιο το λαϊκό σώμα η παρακμή και η απογοήτευση έχουν ήδη βαθιές ρίζες και οι ανατάσεις, για να έχουν διάρκεια, απαιτούν στήριξη από θεσμούς και ηγεσίες. Και μια τέτοια αλλαγή είναι ανίκανοι να την πραγματοποιήσουν οι υπάρχοντες, θεσμοί και άτομα. Πρέπει να σαρωθεί όλο το παλιό σύστημα ανθρώπων, κομμάτων και αξιών που έστησε η μεταπολίτευση και το οποίο έχει γεράσει ανεπανόρθωτα. Πρέπει να σαρωθούν οι Αναστασιάδηδες και οι Μητσοτάκηδες. Μόνον έτσι θα αρχίσει να εκπληρώνεται η υπόσχεση του 2004, ότι δηλαδή η εποχή της παρακμής που συνεχίζεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έχει λάβει τέλος. Είκοσι χρόνια είναι αρκετά. Και όμως οι ίδιοι θεσμοί, οι ίδιοι άνθρωποι, όλο και πιο διεφθαρμένοι και ανίκανοι, κακογερασμένοι, συνεχίζουν στο προσκήνιο και στα δρομάκια του Κολωνακίου. Αν δεν υπάρξουν νέοι άνθρωποι, νέα σχήματα, νέες ιδέες, η ανάταση που διαγράφηκε θα είναι πρόσκαιρη και η διάψευσή της θα μας βυθίσει σε ακόμα μεγαλύτερη παρακμή και ανομία. Και, όπως έλεγε ο κάποτε Σαββόπουλος, μόνον η ψυχή μας μπορεί να σηκωθεί και να μας δώσει ρεύμα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek