από το Άρδην τ. 51, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004

Ένας α­πο τους κλαδους του δι­καί­ου, στους ο­ποί­ους εί­ναι ευ­διά­κρι­τα τα ί­χνη της δια­βά­σε­ως των σταυ­ρο­φό­ρων α­πό την Ελ­λά­δα, εί­ναι η Δι­κο­νο­μί­α. Η δυ­τι­κή ε­πί­δρα­ση γί­νε­ται αι­σθη­τή στην ε­φαρ­μο­γή κά­ποιων α­πο­δει­κτι­κών μέ­σων που –υ­πό τη μορ­φή του­λά­χι­στον που εμ­φα­νί­στη­καν– δεν ή­ταν προ­η­γου­μέ­νως σε χρή­ση. Να τι προ­κύ­πτει α­πό τις ι­στο­ρι­κές πη­γές.

Το 1253 έ­γι­νε στη Νί­καια μί­α πο­λύ­κρο­τη δί­κη. Κα­τη­γο­ρού­με­νος ή­ταν ο γό­νος γνω­στών οι­κο­γε­νειών του Βυ­ζα­ντί­ου, ο Μι­χα­ήλ Κο­μνη­νός Πα­λαιο­λό­γος, που α­νέ­βη­κε αρ­γό­τε­ρα στον θρό­νο του Βυ­ζα­ντί­ου ως Μι­χα­ήλ Η’. Η κα­τη­γο­ρί­α ή­ταν πο­λύ βα­ριά: του α­πο­δό­θη­κε συ­νω­μο­σί­α κα­τά του αυ­το­κρά­το­ρα Ιω­άν­νου Γ’ Δού­κα Βα­τά­τζη. Τα γε­γο­νό­τα πε­ρι­γρά­φο­νται α­πό δύ­ο ι­στο­ρι­κούς της ε­πο­χής ε­κεί­νης, τον Γε­ώρ­γιο Α­κρο­πο­λί­τη και τον Γε­ώρ­γιο Πα­χυ­μέ­ρη. Μο­λο­νό­τι οι δύ­ο πε­ρι­γρα­φές δεν συ­μπί­πτουν α­πό­λυ­τα, τα α­πο­δει­κτι­κά μέ­σα που μας εν­δια­φέ­ρουν εμ­φα­νί­ζο­νται και στις δυο.

Ο Α­κρο­πο­λί­της υ­πήρ­ξε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας, για­τί ο αυ­το­κρά­το­ρας τον εί­χε ο­ρί­σει μέ­λος του δι­κα­στη­ρί­ου που θα δί­κα­ζε τον Πα­λαιο­λό­γο. Στη δι­ή­γη­σή του δια­κρί­νει δύ­ο φά­σεις της ό­λης δια­δι­κα­σί­ας. Κα­τά την πρώ­τη ε­ξε­τά­ζο­νται δυο κά­τοι­κοι του Με­λέ­νικ­συ σε σχέ­ση με μί­α διά­δο­ση, ό­τι ο Μι­χα­ήλ ε­πρό­κει­το να συ­νά­ψει συμ­φω­νί­α με τους Βουλ­γά­ρους, α­φού λά­βει ως σύ­ζυ­γο την α­δελ­φή του η­γε­μό­να τους. Κα­τά την ε­ξέ­τα­ση ο έ­νας, που εμ­φα­νι­ζό­ταν ως κα­τή­γο­ρος, ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ό­τι ό­λα αυ­τά ή­ταν γνω­στά στον Μι­χα­ήλ, ε­νώ ο άλ­λος α­ντέ­τει­νε, ό­τι ο Μι­χα­ήλ δεν εί­χε την πα­ρα­μι­κρή ι­δέ­α για τις φή­μες αυ­τές. Α­φού ε­ξα­ντλή­θη­καν ό­λα τα προ­βλε­πό­με­να α­να­κρι­τι­κά μέ­σα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και βα­σά­νων, ε­πει­δή δεν υ­πήρ­χαν άλ­λοι μάρ­τυ­ρες ε­κτός α­πό τους δύ­ο, τους ε­πι­βλή­θη­κε το α­πο­δει­κτι­κό μέ­σο της “δι­κα­στι­κής μο­νο­μα­χί­ας”. Τα πε­ρι­στα­τι­κά πε­ρι­γρά­φο­νται α­πό τον Α­κρο­πο­λί­τη ως ε­ξής: “Ο μεν έ­νας α­νέ­λα­βε τον ρό­λο του κα­τη­γό­ρου και ο άλ­λος προ­σπα­θού­σε να α­πο­λο­γη­θεί (…). Α­να­κρί­θη­κε λοι­πόν με χρή­ση βα­σά­νων, αλ­λά παρ’ ό­λα αυ­τά ι­σχυ­ρι­ζό­ταν χω­ρίς να υ­πο­χω­ρεί, ό­τι ο Κο­μνη­νός Μι­χα­ήλ δεν μπο­ρού­σε να έ­χει την πα­ρα­μι­κρή ι­δέ­α για ό­σα του α­πο­δί­δο­νταν. Ο κα­τή­γο­ρος α­ντι­θέ­τως ε­πέ­με­νε, ό­τι ο Μι­χα­ήλ Κο­μνη­νός γνώ­ρι­ζε, τα πά­ντα. Α­φού δεν υ­πήρ­χαν μάρ­τυ­ρες, τους προ­τά­θη­κε τό­τε έ­να στρα­τιω­τι­κό μέ­σο α­πο­δεί­ξε­ως, η α­πό­δει­ξη με μο­νο­μα­χί­α. Ο­πλί­στη­καν λοι­πόν και οι δύ­ο και μπή­καν στο στά­διο, ήλ­θαν σε σύ­γκρου­ση και ητ­τή­θη­κε ο κα­τη­γο­ρού­με­νος πέ­φτο­ντας α­πό το ά­λο­γο· νι­κη­τής ή­ταν ο κα­τή­γο­ρος”. (A. Heisenberg / P. Wirth, Georgii Acropolitae Opera, τ. 1, Stuttgart 1978, σ. 94, 18-95, 9).

Με­τά την έκ­βα­ση αυ­τή της μο­νο­μα­χί­ας στρά­φη­κε η α­νά­κρι­ση α­πευ­θεί­ας κα­τά του Μι­χα­ήλ, α­πό τον ο­ποί­ο ζη­τού­σαν οι δι­κα­στές να α­πο­κρού­σει τις ε­να­ντί­ον του φη­μο­λο­γί­ες με την τέ­λε­ση κά­ποιου “θαύ­μα­τος”. Πριν προ­χω­ρή­σου­με στην α­φή­γη­ση των ι­στο­ρι­κών πρέ­πει να ε­ξη­γή­σου­με, σε τι συ­νί­στα­το αυ­τό το “θαύ­μα”. Πρό­κει­ται για την α­πό­δει­ξη του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου, που πε­ρι­γρά­φει πο­λύ πα­ρα­στα­τι­κά ο άλ­λος ι­στο­ρι­κός, ο Πα­χυ­μέ­ρης, ε­ξι­στο­ρώ­ντας ό­σα συ­νέ­βαι­ναν στα τε­λευ­ταί­α χρό­νια της βα­σι­λεί­ας του Ιω­άν­νη Γ’ Δού­κα Βα­τά­τζη (1222-1254), ο­πό­τε υ­πό την ε­πή­ρεια ψυ­χι­κής νό­σου ο αυ­το­κρά­το­ρας έ­βλε­πε πα­ντού συ­νω­μό­τες που προ­σπα­θού­σαν να τον δο­λο­φο­νή­σουν με μα­γι­κά μέ­σα. “Το μό­νο που μπο­ρού­σε να σώ­σει ό­σους τε­λού­σαν υ­πό μια τέ­τοια κα­τη­γο­ρί­α”, γρά­φει ο Πα­χυ­μέ­ρης, “ή­ταν αν α­πο­τολ­μού­σαν να σκύ­ψουν και να ση­κώ­σουν με το χέ­ρι τους έ­να κομ­μά­τι πυ­ρα­κτω­μέ­νο α­πό τη φω­τιά σί­δε­ρο, που το α­πο­κα­λού­σαν ά­γιο, και κρα­τώ­ντας το να κά­νουν τρεις γύ­ρους, α­φού προ­η­γου­μέ­νως εί­χαν υ­πο­βλη­θεί σε ε­ξα­γνι­σμό ε­πί τρεις μέ­ρες με νη­στεί­α και προ­σευ­χή. Στη διάρ­κεια αυ­τών των η­με­ρών έ­πρε­πε να μεί­νει το χέ­ρι τους πε­ρι­τυ­λιγ­μέ­νο με ε­πί­δε­σμο, που θα εί­χε α­σφα­λι­στεί με σφρα­γί­δες, ώ­στε να α­πο­κλει­στεί το εν­δε­χό­με­νο να πε­ριο­ρι­στεί το έ­γκαυ­μα με ε­πά­λει­ψη κά­ποιων ου­σιών”. (A. Failler, Georges Pachymιrθs: Relations historiques I. Livres I-III, Paris 1984, σ. 55, 4-9). Αν με­τά τη δο­κι­μα­σί­α αυ­τή το χέ­ρι του υ­πό­χρε­ου σε α­πό­δει­ξη εί­χε πα­ρα­μεί­νει α­νέ­πα­φο, τό­τε το α­πο­δει­κτέ­ο θέ­μα εί­χε α­πο­δει­χθεί.

Ε­πα­νερ­χό­μα­στε στη συ­νέ­χεια της δί­κης. Η α­ντί­δρα­ση του Μι­χα­ήλ στους λό­γους των δι­κα­στών υ­πήρ­ξε ά­με­ση: “Αν μεν πα­ρί­στα­το κα­τή­γο­ρος”, εί­πε, “θα μο­νο­μα­χού­σα μα­ζί του και θα α­πο­δεί­κνυα τη συ­κο­φα­ντί­α. Α­φού ό­μως δεν υ­πάρ­χει, με ποια κα­τη­γο­ρί­α δι­κά­ζο­μαι;” (Α­κρο­πο­λί­της, ό.π., σ. 96, 10-13). Συγ­χρό­νως δια­τύ­πω­σε τις έ­ντο­νες α­ντιρ­ρή­σεις του γι’ αυ­τό το εί­δος α­πο­δει­κτι­κής δια­δι­κα­σί­ας. Ο πα­ρών ε­κεί μη­τρο­πο­λί­της Φι­λα­δέλ­φειας Φω­κάς, άν­θρω­πος του αυ­το­κρα­το­ρι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, προ­σπα­θού­σε να τον πεί­σει να υ­πο­στεί τη δο­κι­μα­σί­α “για να σώ­σει την τι­μή τη δι­κή του και της οι­κο­γέ­νειάς του”. Ο Μι­χα­ήλ α­πέ­φυ­γε την πρό­κλη­ση με ε­πι­δέ­ξιο τρό­πο, λέ­γο­ντας ό­τι, πα­ρά τις ε­πι­φυ­λά­ξεις του, θα δε­χό­ταν να υ­πο­βλη­θεί σ’ αυ­τό το μέ­σο α­πο­δεί­ξε­ως υ­πό έ­ναν ό­ρο: να του δώ­σει με τα χέ­ρια του ο μη­τρο­πο­λί­της, φο­ρώ­ντας τα άμ­φιά του, το πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο, μια και το α­πο­κα­λού­σαν “ά­γιο”. Μπρο­στά σ’ αυ­τή την α­ξί­ω­ση του Μι­χα­ήλ έ­κα­νε πί­σω ο Φω­κάς και α­να­γκά­στη­κε να πα­ρα­δε­χθεί το α­συμ­βί­βα­στο του α­πο­δει­κτι­κού αυ­τού μέ­σου με την κρα­τού­σα τό­τε έν­νο­μη τά­ξη λέ­γο­ντας: “Κα­λό μου παι­δί, αυ­τό δεν α­νή­κει στη δι­κή μας, τη ρω­μα­ϊ­κή, τά­ξη, αλ­λ’ ού­τε εί­ναι εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση, δεν έ­χει πα­ρα­λη­φθεί βε­βαί­ως α­πό τους πο­λι­τεια­κούς νό­μους, ού­τε πιο πριν α­πό τους ιε­ρούς κα­νό­νες. Αυ­τή η μέ­θο­δος προ­έρ­χε­ται α­πό τους βαρ­βά­ρους και σε μας εί­ναι ά­γνω­στη, ε­κτε­λεί­ται δε μό­νο ύ­στε­ρα α­πό δια­τα­γή βα­σι­λι­κή”. (Α­κρο­πο­λί­της, ό.π., σ. 98, 5-9). Τε­λι­κώς έ­κλει­σε η υ­πό­θε­ση με όρ­κο πί­στης προς τον αυ­το­κρά­το­ρα, τον ο­ποί­ο έ­δω­σε ο Μι­χα­ήλ ε­νώ­πιον του πα­τριάρ­χη Μα­νου­ήλ.

Τα πε­ρι­στα­τι­κά πα­ραλ­λάσ­σουν στη δι­ή­γη­ση του Πα­χυ­μέ­ρη ως προς τα ε­ξής ση­μεί­α. Τη συ­νω­μο­σί­α κα­τήγ­γει­λε δού­λος, που εμ­φα­νί­στη­κε ως κα­τή­γο­ρος. Ύ­στε­ρα απ’ αυ­τό ο Μι­χα­ήλ, που στο με­τα­ξύ εί­χε συλ­λη­φθεί και φυ­λα­κι­στεί, ή­θε­λε να α­πο­δεί­ξει την α­θω­ό­τη­τά του με το μέ­σο της μο­νο­μα­χί­ας, ε­φό­σον υ­πήρ­χε α­δυ­να­μί­α μαρ­τυ­ρι­κής α­πο­δεί­ξε­ως: “Ε­πει­δή δε δεν ή­ταν δυ­να­τό να α­πο­δει­χθεί η κα­τη­γο­ρί­α, και πα­ρά­με­νε α­βέ­βαιο το αν έ­λε­γε την α­λή­θεια ο κα­τή­γο­ρος, ό­πως ε­κεί­νος ι­σχυ­ρι­ζό­ταν, ή ή­ταν ό­λα συ­κο­φα­ντί­ες, ο Πα­λαιο­λό­γος, α­πο­κρού­ο­ντας την κα­τη­γο­ρί­α, ή­ταν έ­τοι­μος να μο­νο­μα­χή­σει για να λάμ­ψει η α­λή­θεια, σύμ­φω­να με έ­να πα­λαιό έ­θι­μο που ε­φαρ­μο­ζό­ταν α­πό τους βα­σι­λείς στις πε­ρι­πτώ­σεις των αμ­φί­βο­λων κα­ταγ­γε­λιών. Τε­λι­κά ό­μως δεν μπό­ρε­σε να δια­λύ­σει τε­λεί­ως τις υ­πο­ψί­ες και να α­πο­σεί­σει την κα­τη­γο­ρί­α για α­πι­στί­α, και έ­μει­νε κλει­σμέ­νος ε­πί πο­λύ στη φυ­λα­κή υ­πό το βά­ρος της κα­τη­γο­ρί­ας” (Πα­χυ­μέ­ρης, ό.π., σ. 37,19 επ.). Την α­παλ­λα­γή, τέ­λος, του Μι­χα­ήλ με την πα­ρο­χή όρ­κου πί­στης μνη­μο­νεύ­ει και ο Γε­ώρ­γιος Πα­χυ­μέ­ρης.
Οι δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις των δύ­ο πε­ρι­γρα­φών ως προς τα δύ­ο α­πο­δει­κτι­κά μέ­σα, που, ό­πως γί­νε­ται α­μέ­σως α­ντι­λη­πτό, α­πο­τε­λούν μορ­φές θε­ο­κρι­σί­ας, δεν εί­ναι ου­σιώ­δεις. Τη δι­κα­στι­κή μο­νο­μα­χί­α ο μεν Α­κρο­πο­λί­της χα­ρα­κτη­ρί­ζει ως “στρα­τιω­τι­κή α­πό­δει­ξη” ε­νώ ο Πα­χυ­μέ­ρης γρά­φει γι’ αυ­τήν, ό­τι εί­ναι πα­λαιά συ­νή­θεια που έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει για την α­πό­δει­ξη της α­λή­θειας, ό­ταν κρί­νο­νται α­πό τους βα­σι­λείς άλ­λως α­να­πό­δει­κτες κα­τη­γο­ρί­ες, Τη στι­χο­μυ­θί­α με τον μη­τρο­πο­λί­τη Φω­κά σε σχέ­ση με τη δο­κι­μα­σί­α του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου δεν α­να­φέ­ρει ο Πα­χυ­μέ­ρης, δο­θέ­ντος ό­τι δεν ή­ταν πα­ρών, ό­πως ο Α­κρο­πο­λί­της, κα­τά τη δί­κη του Μι­χα­ήλ. Τη συ­γκε­κρι­μέ­νη α­πο­δει­κτι­κή δια­δι­κα­σί­α γνω­ρί­ζει ό­μως κα­λά, ό­πως προ­κύ­πτει α­πό την πε­ρι­γρα­φή της που πα­ρα­τέ­θη­κε πιο πά­νω. Ση­μειώ­νει δε ε­κεί, ό­τι σε νε­α­ρή η­λι­κί­α εί­χε τύ­χει να πα­ρα­κο­λου­θή­σει συ­χνά τη διε­ξα­γω­γή αυ­τής της δο­κι­μα­σί­ας και θυ­μό­ταν ό­τι, κα­τά θαυ­μα­στό τρό­πο, αρ­κε­τές φο­ρές πα­ρέ­μει­ναν ά­θι­κτοι ό­σοι την εί­χαν υ­πο­στεί. Σε άλ­λο ση­μεί­ο δε του έρ­γου του ε­παι­νεί τον Μι­χα­ήλ Η’ για την κα­τάρ­γη­ση ό­λων των μορ­φών θε­ο­κρι­σί­ας, τό­σο της μο­νο­μα­χί­ας ό­σο και του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου, που ή­ταν σε η­με­ρή­σια διά­τα­ξη στα χρό­νια του Ιω­άν­νη Βα­τά­τζη. Πα­ρα­τη­ρεί δε ό­τι έ­τσι πε­ριο­ρί­στη­καν και οι συ­κο­φα­ντι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: “(…) δεν γι­νό­ταν πλέ­ον λό­γος για ά­δι­κους φό­ρους, ού­τε α­φη­νό­ταν πε­ρι­θώ­ριο σε δια­βο­λές, τέ­λος οι μο­νο­μα­χί­ες που ε­πά­γο­νταν ε­ξαι­τί­ας τους, τέ­λος και το [πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο], ώ­στε αν κά­ποιος α­πό τους α­ξιω­μα­τού­χους που α­σκού­σε ε­ξου­σί­α τολ­μού­σε να ε­πι­βά­λει την α­πό­δει­ξη του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου, τον α­πει­λού­σε σο­βα­ρός κίν­δυ­νος [να υ­πο­στεί βα­ριά ποι­νή]”. (Πα­χυ­μέ­ρης, ό.π., σ. 131,21-24).

Η ε­πα­φή με πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο ως α­πο­δει­κτι­κό μέ­σο εμ­φα­νί­ζε­ται την ί­δια πε­ρί­που ε­πο­χή και σε άλ­λη πε­ριο­χή. Λί­γες δη­λα­δή δε­κα­ε­τί­ες πριν α­πό τη δί­κη του Μι­χα­ήλ Πα­λαιο­λό­γου τη συ­να­ντά­με σε τρί­α εκ­κλη­σια­στι­κά έγ­γρα­φα του κρά­τους της Η­πεί­ρου, έ­να του μη­τρο­πο­λί­τη Ναυ­πά­κτου, Ιω­άν­νου Α­πο­καύ­κου και δύ­ο του αρ­χιε­πι­σκό­που Α­χρί­δας, Δη­μη­τρί­ου Χω­μα­τη­νού. Ι­δού τι προ­κύ­πτει α­πό τα τρί­α έγ­γρα­φα.

Στη διάρ­κεια μιας πε­ριο­δεί­ας του στην Άρ­τα πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ο Α­πό­καυ­κος, ό­τι έ­νας α­πό τους γαιο­κτή­μο­νες της πε­ριο­χής εί­χε διώ­ξει τη γυ­ναί­κα του α­πό το σπί­τι, ε­πει­δή την εί­χαν κα­τη­γο­ρή­σει ό­τι δια­τη­ρού­σε σχέ­σεις με έ­ναν υ­πο­τα­κτι­κό του. Στο έγ­γρα­φο πε­ρι­γρά­φε­ται η προ­σπά­θεια του μη­τρο­πο­λί­τη να συμ­φι­λιώ­σει το ζευ­γά­ρι, πεί­θο­ντας τον σύ­ζυ­γο, ό­τι δεν δι­καιού­ται να δώ­σει πί­στη σε συ­κο­φα­ντί­ες χω­ρίς α­πτές α­πο­δεί­ξεις. Ο τε­λευ­ταί­ος ό­μως δή­λω­σε, ό­τι τό­τε μό­νο θα δε­χό­ταν να συμ­βιώ­σει πά­λι με τη γυ­ναί­κα του, αν α­πο­δει­κνυό­ταν η α­θω­ό­τη­τά της με τη δο­κι­μα­σί­α του σι­δή­ρου. Ο Α­πό­καυ­κος α­πέ­κρου­σε α­μέ­σως την πρό­τα­ση, λέ­γο­ντας ό­τι αυ­τός ο «νό­μος» εί­ναι ξε­νό­φερ­τος (βαρ­βα­ρι­κός) και εί­ναι ά­γνω­στος στο εκ­κλη­σια­στι­κό δί­καιο, ε­πο­μέ­νως ο ί­διος –ο Α­πό­καυ­κος– δεν μπο­ρεί ως ε­πί­σκο­πος να ε­φαρ­μό­σει τέ­τοιο έ­θι­μο. Ο σύ­ζυ­γος ω­στό­σο με τη στρα­τιω­τι­κή του νο­ο­τρο­πί­α δεν συμ­με­ρι­ζό­ταν τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα του μη­τρο­πο­λί­τη και ή­ταν α­με­τά­πει­στος. Ε­νό­ψει λοι­πόν του α­διε­ξό­δου, ε­πει­δή δε και η γυ­ναί­κα δε­χό­ταν να υ­πο­βλη­θεί σ’ αυ­τή τη δο­κι­μα­σί­α για να α­πο­δεί­ξει ό­τι είναι α­θώ­α, υ­πο­χώ­ρη­σε ο Α­πό­καυ­κος και ε­ξέ­δω­σε προ­δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση, με την ο­ποί­α α­νέ­θε­σε σε έ­ναν η­γού­με­νο της πε­ριο­χής ε­κεί­νης τη διε­ξα­γω­γή της συ­γκε­κρι­μέ­νης α­πο­δεί­ξε­ως. Εν­δια­φέ­ρου­σα στην υ­πό­θε­ση αυ­τή εί­ναι η αι­τιο­λο­γί­α της κρί­σης: “Ό­ταν ε­πι­βάλ­λε­ται ε­πι­λο­γή α­νά­με­σα σε δύ­ο κα­κά”, γρά­φει ο Α­πό­καυ­κος, “έ­να με­γά­λο και έ­να μι­κρό­τε­ρο, ό­πως ε­δώ α­νά­με­σα στη διά­λυ­ση του γά­μου και στην ι­κα­νο­ποί­η­ση της πα­ρά­νο­μης α­ξιώ­σε­ως του συ­ζύ­γου, τό­τε πρέ­πει να δέ­χε­ται κα­νείς το μι­κρό­τε­ρο κα­κό για να α­πο­φύ­γει το με­γα­λύ­τε­ρο” (M. Th. Fögen, “Ein heisses Eisen”, στο Rechtshist Journal 2 [1983] 85-96).

Το πρώ­το α­πό τα δύ­ο έγ­γρα­φα του Χω­μα­τη­νού, που α­πευ­θύ­νε­ται προς τον ε­πί­σκο­πο Ιω­αν­νί­νων, προ­κλή­θη­κε α­πό τα ε­ξής πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά. Έ­νας διά­κο­νος και τα­βουλ­λά­ριος της ε­πι­σκο­πής Ιω­αν­νί­νων εί­χε πε­ριου­σια­κές δια­φο­ρές με κά­ποιον λα­ϊ­κό. Ο τε­λευ­ταί­ος α­πέ­κρου­σε σχε­τι­κή α­γω­γή του δια­κό­νου, α­πο­δει­κνύ­ο­ντας το α­βά­σι­μο της α­ξιώ­σε­ως με το μέ­σο του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου, το ο­ποί­ο εί­χε ε­πι­τρέ­ψει το αρ­μό­διο κο­σμι­κό δι­κα­στή­ριο. Με­τά την α­πόρ­ρι­ψη της α­γω­γής, α­πευ­θύν­θη­κε ο ε­πί­σκο­πος Ιω­αν­νί­νων στον ιε­ραρ­χι­κώς προ­ϊ­στά­με­νο αρ­χιε­πί­σκο­πο, με το ε­ρώ­τη­μα, αν ό­φει­λε να κα­θαι­ρέ­σει τον ε­νά­γο­ντα διά­κο­νο και να του α­φαι­ρέ­σει το α­ξί­ω­μά του, ε­φό­σον α­πο­δεί­χθη­κε συ­κο­φά­ντης. Α­πό το πιο πά­νω ι­στο­ρι­κό προ­κύ­πτει ό­τι το α­πο­δει­κτι­κό αυ­τό μέ­σο ε­φαρ­μο­ζό­ταν –ά­γνω­στο σε ποια έ­κτα­ση– α­πό τις πο­λι­τεια­κές δι­κα­στι­κές αρ­χές. Ο Χω­μα­τη­νός ω­στό­σο αρ­νή­θη­κε να α­να­γνω­ρί­σει α­πο­δει­κτι­κή α­ξί­α στη δο­κι­μα­σί­α του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου που εί­χε δια­τά­ξει έ­να κο­σμι­κό δι­κα­στή­ριο της Η­πεί­ρου και εί­χε ε­πι­τυ­χώς υ­πο­στεί ο ε­να­γό­με­νος και α­πά­ντη­σε στον ε­πί­σκο­πο Ιω­αν­νί­νων, ό­τι ναι μεν με­ρι­κοί δέ­χο­νται τη δο­κι­μα­σί­α ως υ­πο­κα­τά­στα­το του όρ­κου, προ­κει­μέ­νου να βε­βαιω­θούν δι­κα­στι­κώς αμ­φι­σβη­τού­με­να πε­ρι­στα­τι­κά, ό­μως δεν α­να­γνω­ρί­ζε­ται ού­τε α­πό το εκ­κλη­σια­στι­κό, ού­τε α­πό το πο­λι­τεια­κό δί­καιο, πρώ­τον για­τί εί­ναι βαρ­βα­ρι­κής προ­ε­λεύ­σε­ως, και δεύ­τε­ρον για­τί εί­ναι πο­λύ αμ­φί­βο­λη η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του. Κα­τά τον αρ­χιε­πί­σκο­πο Α­χρί­δας πολ­λοί έ­νο­χοι α­πέ­φυ­γαν την τι­μω­ρί­α, ε­πει­δή κα­τά­φε­ραν με διά­φο­ρα τε­χνά­σμα­τα να πα­ρα­μεί­νουν ά­θι­κτοι α­πό το πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο. Ε­πο­μέ­νως, γρά­φει, δεν εί­ναι ε­πι­τρε­πτή η δί­ω­ξη του δια­κό­νου για συ­κο­φα­ντί­α πριν εκ­δι­κα­στεί (και α­πορ­ρι­φθεί) η α­γω­γή του με βά­ση τους ρω­μα­ϊ­κούς νό­μους. Α­πό την α­πά­ντη­ση αυ­τή συ­νά­γε­ται ό­τι η Εκ­κλη­σί­α, ό­χι μό­νον α­πο­δο­κί­μα­ζε το εν λό­γω α­πο­δει­κτι­κό μέ­σο ως α­ντί­θε­το στους νό­μους της Πο­λι­τεί­ας και τους ιε­ρούς κα­νό­νες, αλ­λά –ε­πί πλέ­ον– αμ­φι­σβη­τού­σε και το α­διά­βλη­το της διε­ξα­γω­γής του (G. Prinzing, Demetrii Chomateni Ponemata Diaphora, Βε­ρο­λί­νο κ.λπ. 2002, σ. 302 επ.).

Το δεύ­τε­ρο έγ­γρα­φο α­φο­ρά υ­πό­θε­ση δια­ζυ­γί­ου λό­γω μοι­χεί­ας που συ­ζη­τή­θη­κε ε­νώ­πιον του αρ­χιε­πι­σκο­πι­κού δι­κα­στη­ρί­ου, με­τά α­πό κα­τη­γο­ρί­α που δια­τύ­πω­σε έ­νας κά­τοι­κος της Βέ­ροιας, ο Μι­χα­ήλ Γου­να­ρό­που­λος, κα­τά του διοι­κη­τή της πό­λης αυ­τής, ό­τι έ­χει σχέ­σεις με τη γυ­ναί­κα του, πράγ­μα που ο κα­τη­γο­ρού­με­νος αρ­νεί­το. Στο δι­κα­στή­ριο με­τεί­χε και ο μη­τρο­πο­λί­της Βέ­ροιας που πα­ρου­σί­α­σε έ­να έγ­γρα­φο α­πό το ο­ποί­ο προ­έ­κυ­πτε, ό­τι με την εκ­δί­κα­ση της υ­πο­θέ­σε­ως αυ­τής εί­χε προ­η­γου­μέ­νως α­σχο­λη­θεί ο α­δελ­φός του η­γε­μό­να της Η­πεί­ρου, Μα­νου­ήλ ο Δού­κας ύ­στε­ρα α­πό ε­ντο­λή του α­δελ­φού του. Κα­τά τη συ­ζή­τη­ση ε­κεί­νη οι μάρ­τυ­ρες κα­τη­γο­ρί­ας κα­τέ­θε­σαν ό­τι μό­νον α­πό φή­μες έ­χουν α­κου­στά για τη μοι­χεί­α. Μη έ­χο­ντας λοι­πόν άλ­λους μάρ­τυ­ρες ζή­τη­σε ο μη­νυ­τής να του ε­πι­τρα­πεί να α­πο­δεί­ξει την κα­τη­γο­ρί­α με τη δο­κι­μα­σί­α του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου –αί­τη­μα που το δι­κα­στή­ριο δεν α­πέρ­ρι­ψε μεν, αλ­λά ε­ξάρ­τη­σε τη διε­ξα­γω­γή της α­πο­δεί­ξε­ως α­πό την έ­γκρι­ση του αρ­χιε­πι­σκό­που. Ε­πο­μέ­νως το κο­σμι­κό δι­κα­στή­ριο πα­ρέ­πεμ­ψε ου­σια­στι­κώς την υ­πό­θε­ση στο εκ­κλη­σι­α­στι­κό. Ε­κεί προ­σπάθη­σε ο Γου­να­ρό­που­λος να α­πο­δεί­ξει τους ι­σχυ­ρι­σμούς του προσ­κο­μί­ζο­ντας διά­φο­ρα έγ­γρα­φα, και πά­λι ό­μως χω­ρίς ε­πι­τυ­χί­α. Ο­πό­τε ο Χω­μα­τη­νός, ε­νό­ψει της ελ­λεί­ψε­ως α­πο­δει­κτι­κών μέ­σων, τη μεν θε­ο­κρι­σί­α α­πέ­κλει­σε για τους ί­διους λό­γους που α­να­φέ­ρο­νται στο πρώ­το έγ­γρα­φο, δη­λα­δή ως α­πο­δει­κτι­κό μέ­σο πα­ρά­νο­μο και α­ντι­κα­νο­νι­κό, και συ­νέ­στη­σε στον μη­νυ­τή να συ­νε­χί­σει τη συμ­βί­ω­ση με τη γυ­ναί­κα του, ε­κτός αν ε­κεί­νη πλέ­ον ζη­τή­σει τη λύ­ση του γά­μου, δο­θέ­ντος ό­τι η συ­κο­φα­ντι­κή κα­τη­γο­ρί­α της πα­ρέ­χει λό­γο δια­ζυ­γί­ου (Prinzing, ό.π., σ. 398 επ.).

Α­πό τις πη­γές που μνη­μο­νεύ­θη­καν πιο πά­νω, νο­μι­κές και, φι­λο­λο­γι­κές, συ­νά­γε­ται ό­τι οι δύ­ο συ­γκε­κρι­μέ­νες μέ­θο­δοι διε­ξα­γω­γής της θε­ο­κρι­σί­ας, δη­λα­δή η δι­κα­στι­κή μο­νο­μα­χί­α και η δο­κι­μα­σί­α με το πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο, ή­ταν μάλ­λον συ­χνές στη δι­κα­στη­ρια­κή πρα­κτι­κή των κρα­τών που προ­έ­κυ­ψαν με­τά την κα­τά­κτη­ση της Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως α­πό τους σταυ­ρο­φό­ρους το 1204, τό­σο στη Νί­καια ό­σο και στην Ή­πει­ρο. Η δια­πί­στω­ση αυ­τή α­φο­ρά τα κο­σμι­κά δι­κα­στή­ρια, δο­θέ­ντος ό­τι οι εκ­κλη­σια­στι­κοί δι­κα­στές δια­κή­ρυσ­σαν, ι­δί­ως ως προς τη δο­κι­μα­σί­α με το πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο, ό­τι η δια­δι­κα­σί­α αυ­τή λό­γω της βαρ­βα­ρι­κής της προ­ε­λεύ­σε­ως εί­ναι τε­λεί­ως ξέ­νη και ά­γνω­στη στους ρω­μα­ϊ­κούς νό­μους, στους ιε­ρούς κα­νό­νες και γε­νι­κώς στην πα­ρά­δο­ση της Εκ­κλη­σί­ας.

Τα δύ­ο αυ­τά α­πο­δει­κτι­κά μέ­σα εμ­φα­νί­ζο­νται και στις “Ασ­σί­ζες του Βα­σι­λεί­ου της Ιε­ρου­σα­λήμ” υ­πό τους ό­ρους bataille, το πρώ­το, και joise, jouise ή juyse, το δεύ­τε­ρο. Στην ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση των Ασ­σι­ζών που ί­σχυε στο Βα­σί­λειο της Κύ­πρου οι ί­διοι ό­ροι α­πο­δό­θη­καν ως “πα­τά­λια” ή “πό­λε­μος” και “τζου­ί­ζα/τζου­ί­ζε” (Κ. Ν. Σά­θα, Με­σαιω­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη, τ. ΣΤ’, Α­σί­ζαι του Βα­σι­λεί­ου των Ιε­ρο­σο­λύ­μων και της Κύ­πρου, Βε­νε­τί­α-Πα­ρί­σι 1877, σ. 204 επ.).
Δεν υ­πάρ­χει η πα­ρα­μι­κρή αμ­φι­βο­λί­α ως προς το ό­τι οι συ­ντά­κτες των Ασ­σι­ζών χρη­σι­μο­ποί­η­σαν δυ­τι­κές πη­γές. Αυ­τό ό­μως δεν ση­μαί­νει ό­τι ο δρό­μος της ει­σα­γω­γής της θε­ο­κρι­σί­ας υ­πό τη μορ­φή της μο­νο­μα­χί­ας και του πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δή­ρου στη βυ­ζα­ντι­νή δι­κα­στη­ρια­κή πρα­κτι­κή περ­νού­σε μέ­σα α­πό τα Ιε­ρο­σό­λυ­μα και την Κύ­προ, πρώ­τον, για­τί η γρα­πτή κα­θιέ­ρω­ση της και στους δύ­ο τό­πους φαί­νε­ται να συ­ντε­λέ­σθη­κε με­τά την Δ’ σταυ­ρο­φο­ρί­α, και δεύ­τε­ρον, ε­πει­δή δεν μαρ­τυ­ρού­νται πο­λι­τι­σμι­κές σχέ­σεις α­νά­με­σα σε Νί­καια και Κύ­προ τό­σο στε­νές, ώ­στε να δι­καιο­λο­γεί­ται η με­τα­φο­ρά δι­κα­ϊ­κών θε­σμών. Ο δρό­μος που α­κο­λού­θη­σαν τα δύ­ο α­πο­δει­κτι­κά μέ­σα για να εισ­δύ­σουν στον νο­μι­κό βί­ο της αυ­το­κρα­το­ρί­ας της Νι­καί­ας εί­ναι πι­θα­νό­τα­τα η κατ’ αρ­χήν ε­ξοι­κεί­ω­ση του πλη­θυ­σμού με δυ­τι­κούς θε­σμούς λό­γω της δια­βιώ­σε­ως στην πρω­τεύ­ου­σα, πο­λύ πριν α­πό το 1204, με­γά­λου α­ριθ­μού αλ­λο­δα­πών, η ο­ποί­α, α­φού ε­πε­κτά­θη­κε, έ­λα­βε συ­γκε­κρι­μέ­νη μορ­φή με­τά την κα­τά­λη­ψη της Πό­λης α­πό τους σταυ­ρο­φό­ρους. Ει­δι­κά ως προς την Ή­πει­ρο, τα κο­σμι­κά δι­κα­στή­ρια της ο­ποί­ας συ­χνά, ό­πως εί­δα­με, κα­τέ­φευ­γαν στην α­πό­δει­ξη με το πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο, και μά­λι­στα τό­σο σε α­στι­κές ό­σο και σε ποι­νι­κές υ­πο­θέ­σεις, έ­χω τη γνώ­μη ό­τι η ει­σα­γω­γή δυ­τι­κών πο­λι­τι­σμι­κών στοι­χεί­ων πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ε­κεί πριν α­πό τις α­να­το­λι­κές πε­ριο­χές του βυ­ζα­ντι­νού κρά­τους, ε­πει­δή στη Δυ­τι­κή Ελ­λά­δα, λό­γω της γειτ­νιά­σε­ώς της με τη Ι­τα­λί­α, ή­ταν η ε­πα­φή με τη Δύ­ση πο­λύ πιο ά­με­ση. Η με­τα­κί­νη­ση στρα­τευ­μά­των έ­παι­ξε εν προ­κει­μέ­νω α­σφα­λώς ση­μα­ντι­κό ρό­λο, γι’ αυ­τό και τα δύ­ο α­πο­δει­κτι­κά μέ­σα, για τα ο­ποί­α γί­νε­ται ε­δώ λό­γος, ε­πι­κρά­τη­σαν στα όρ­γα­να

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek