Αρχική » Μισέλ Ουελμπέκ: Αναρρίχηση

Μισέλ Ουελμπέκ: Αναρρίχηση

από Βαγγέλης Βαϊάννης

Του Βαγγέλη Βαϊάννη από το Άρδην τ. 120 που κυκλοφορεί

Συχνά οι διαιρετικές τομές που δομούν τον πολιτικό ανταγωνισμό, οι ρωγμές που σχηματίζονται στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, δεν είναι τελείως ευδιάκριτες∙ ο ευκρινής, δε, εντοπισμός των κυρίαρχων πεδίων αντιπαράθεσης και των βασικών μεταβλητών που διαμορφώνουν την πραγματικότητα αποτελεί εγχείρημα ιδιαίτερα απαιτητικό στον σύγχρονο πολύπλοκο και κατακερματισμένο κόσμο. Ο εντοπισμός και η ανάδειξη των μεταβλητών αυτών, αν δεν κονιορτοποιούνται υπό το βάρος συνθηκών υπερπολιτικοποίησης, συνήθως έρχονται ετεροχρονισμένα. Σημαντικό είναι, όμως, το εξής: Υπάρχουν χρονικές στιγμές που, σχετικά με τον σκοπό αυτό, η λογοτεχνική παραγωγή προηγείται της ακαδημαϊκής έρευνας – ή που, τέλος πάντων, υπό το λογοτεχνικό πρίσμα παρά υπό το ακαδημαϊκό, γίνονται σαφέστερα τα επίδικα ζητήματα που ζυμώνουν τον κόσμο του αύριο. Η εγγύτητα του Ουελμπέκ με τον Μπαλζάκ –ξέχωρα από τις υφολογικές συγγένειες που πιθανώς να υπάρχουν– συνίσταται κατά τη γνώμη μου ακριβώς σε αυτό: στην κοινή τους ικανότητα να παρατηρούν και να ρυμουλκούν στην επιφάνεια τις κοινωνικές δυναμικές που λανθάνουν στις δυτικές κοινωνίες της εποχής τους. Η ποιοτική ιδιαιτερότητα και η εξέχουσα λογοτεχνική υφή των κειμένων του Ουελμπέκ συμπυκνώνονται εν ολίγοις στο γεγονός πως είναι «προφητικά», αφού η ίδια η πραγματικότητα τον επιβεβαιώνει συνεχώς.
Ουδόλως συνιστά υπερβολή ο τίτλος που έχει απονεμηθεί στον Ουελμπέκ: «το κακό παιδί» των γαλλικών γραμμάτων. Εξάλλου, ελάχιστοι συγγραφείς εμπνέουν σε ίσες ποσότητες τόσο την αηδία όσο και τον θαυμασμό. Η Υποταγή αποτελεί αναντίρρητα ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα –και πολυδιαβασμένα– έργα ενός κατ’ εξοχήν αμφιλεγόμενου συγγραφέα. Η μακάβρια χρονική συγκυρία της έκδοσής της Υποταγής –την ίδια ημέρα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Charlie Hebdo– οδήγησε αμέσως στη δημιουργία πεδίων προβληματισμού και αντιπαράθεσης σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Όσον αφορά την δική μας χώρα, άξια προβληματισμού είναι η δια-ιδεολογική απήχηση του έργου του Μισέλ Ουελμπέκ, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη τις σύγχρονες συνθήκες υπερ-πολιτικοποίησης που παρεισφρύουν ακόμα και στη λογοτεχνία. Οι βασικές ιδέες του συγγραφέα, όμως, φαίνεται να μην «κουμπώνουν» με συγκεκριμένο σύστημα πολιτικών πεποιθήσεων. Από τη μια δίνει φωνή στα αγροτικά τμήματα του πληθυσμού που βυθίζονται στην εξαθλίωση, εξασφαλίζοντας μια εγγύτητα προς την «Αριστερά», από την άλλη οι ίδιοι τον βδελύσσονται για τις μισογυνικές και αντι-ισλαμικές τάσεις του. Απορρίπτει τόσο έναν λεβι-ικής έμπνευσης αθεϊστικό ουμανισμό, όσο και έναν «σαρτρικού τύπου» αθεϊστικό μαρξισμό. Αντιλαμβάνεται όμως τη θρησκεία ως βασικό πυλώνα σταθερότητας κάθε κοινωνίας. Για εκείνον, η υποχώρηση της θρησκευτικής ερμηνείας της ζωής στην ύστερη νεωτερικότητα –μολονότι ο ίδιος αρκετά αγνωστικιστής– γεννά θλιβερά αποτελέσματα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ο Ουελμπέκ έχει πλάσει έναν δικό του κόσμο, γνωρίζει καλά τα υλικά του, αλλά τον επανεφευρίσκει σε κάθε βιβλίο. Αμφισβητεί τα πάντα, γίνεται η φωνή μιας συλλογικής Απομάγευσης και κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο από τα σκάγια του. Στην Υποταγή, όπως σχεδόν σε όλα τα έργα του, η κοινωνική πραγματικότητα είναι για τον ήρωα ένα «σπιρτόκουτο» και λείπει μονάχα μια σπίθα για την ανάφλεξή του.
Ο τίτλος είναι, αν μη τι άλλο, αρκετά προκλητικός και συγχρόνως ικανός να σύρει αρκετούς στην ανάγνωση του μυθιστορήματος. Πέραν τούτου, στη λέξη «υποταγή» φωλιάζουν αρκετές αντιφάσεις και αινίγματα που τόσο ένας κλασικός βιβλιόφιλος όσο και ένας κοινωνικός επιστήμονας λαχταρά να ανακαλύψει. Ποιο είναι το «υποκείμενο» και ποιο το «ποιητικό αίτιο» της υποταγής; Με μια πρώτη (και συγχρόνως επιφανειακή) ανάγνωση του βιβλίου και της θεματικής που πραγματεύεται, εύκολα κάποιος οδηγείται στο συμπέρασμα πως η υποταγή παραπέμπει στη διαδικασία υποταγής του γαλλικού κράτος στο πολιτικό ισλάμ – διαδικασία που οικοδομείται βαθμηδόν, αρχικά με θεσμικούς όρους και την επικράτηση του μουσουλμανικού κόμματος στις εκλογές∙ και έπειτα πιο διευρυμένα και σταθερά, αφού είναι έκδηλη η μέριμνα για διάχυση των ισλαμικών προταγμάτων στη κοινωνία, εξέλιξη που θα πρόσφερε στην «υποταγή» μια πληρέστερη και διαχρονική σημασιοδότηση. Μια τέτοια προσέγγιση του «κακού ισλάμ» που υποτάσσει την «καλή Δύση» νομιμοποιείται από διάφορες αφορμές που έχει δώσει ο συγγραφέας σε άλλα έργα ή συνεντεύξεις. Και πράγματι η πλειοψηφία των βιβλιοκριτικών που έχει τύχει να διαβάσω εστιάζουν στην ανάγνωση της Υποταγής ως ένα βιβλίο που πραγματεύεται μια βίαιη «σύγκρουση» πολιτισμών, ή την εμφανίζουν ως μια λογοτεχνικά κεκαλυμμένη πολιτική αρένα. Αλλά αμφιβάλλω για την επάρκεια μιας τέτοιας προσέγγισης που εγκλωβίζεται στην ίδια της τη μονοσημία.
Ο μοναχικός, οριακά μισάνθρωπος ήρωας, Φρανσουά, βλέπει στον καθρέφτη του το είδωλο του Ουισμάνς. Η πορεία του βίου του αποτελεί μια προσπάθεια κατανόησης των βασικών διαδρομών του συγγραφέα εκείνου στον οποίο επέλεξε να εμβαθύνει ερευνητικά. Πολλές φορές οι διαδρομές των δύο τέμνονται. Ο έρωτας, η σαρκική απόλαυση, αποτελούν τις βέργες από τις οποίες ο Φρανσουά βαστιέται για να μην καταλήξει στον ψυχολογικό εκτροχιασμό. Παράλληλα, στο κλασικό μυθιστόρημα του Ουισμάνς, Αντίστροφα, διαβάζουμε χαρακτηριστικά: « Η περιφρόνησή του προς το ανθρώπινο είδος μεγάλωσε […] Μόνο το πάθος για τις γυναίκες κατάφερε να τον συγκρατήσει μέσα σε τούτη τη καθολική απαξίωση που τον κατέτρωγε». Χωρίς διάθεση να απεραντολογώ σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου, σπεύδω να δώσω έμφαση στην ανάδυση στην επιφάνεια της ρηχότητας της γαλλικής λογοτεχνικής ελίτ· συμπέρασμα που προκύπτει τόσο από μια σατυρική όσο και πεσιμιστική ανάγνωση του μυθιστορήματος. Ο Ουελμπέκ μας την παρουσιάζει ως μια ομάδα ανθρώπων παντελώς –και ανεπίστρεπτα– αποκομμένης από την υπόλοιπη κοινωνία, οριακά εκτός πραγματικότητας, που όχι μόνο στρουθοκαμηλίζει για τις κοινωνικές δυναμικές που λανθάνουν στη σύγχρονη γαλλική πραγματικότητα, όχι μόνο αδυνατεί να τις ερμηνεύσει, αλλά ακόμα και να αντιληφθεί την ίδια την ύπαρξή τους. Ο Ουελμπέκ μας καλωσορίζει στο δικό του αντιληπτικό πλαίσιο με ένα σατυρικό στιγμιότυπο: αναφέρομαι φυσικά στη σκηνή του λογοτεχνικού «Γκαλά». Τότε που έξω από το κτίριο κυριαρχεί κοινωνική αναταραχή, αλλά εντός του ο λογοτεχνικός αφρός αρμενίζει σε πελάγη νηνεμίας. Ο αντι-διανοουμενισμός του Ουελμπέκ είναι εξάλλου ήδη γνωστός· «Εγώ δεν είμαι διανοούμενος. Δεν παίρνω το μέρος κάποιου, δεν υπερασπίζομαι το καθεστώς. Αρνούμαι οποιαδήποτε ευθύνη. Ασπάζομαι την παντελή ανευθυνότητα – εκτός από περιπτώσεις που κάνω λόγο για λογοτεχνία όπου εμπλέκομαι ως κριτικός […]».
Αυτή η –σωκρατικής καταβολής– άρνηση κατοχής της απόλυτης αλήθειας είναι βεβαίως μια ομπρέλα που καλύπτει όλα του τα έργα. Η θυμηδία που του εμπνέουν οι «παντογνώστες» πνευματικές ελίτ φτάνει σε ένα κορυφαίο επίπεδο στην Υποταγή και παρουσιάζεται πιο εύληπτα από οπουδήποτε αλλού.
Πράγματι, στην εκλογική αναμέτρηση που λαμβάνει χώρα στη σφαίρα του φανταστικού του Ουελμπέκ (την οποία προοικονομεί;), το μουσουλμανικό κόμμα επικρατεί έναντι του Εθνικού Μετώπου της Μαρί Λεπέν. Αντιλαμβάνομαι, έχοντας μια εποπτεία στα προηγούμενα έργα του Ουελμπέκ, ορισμένες αρνητικές προδιαθέσεις αναγνωστών σχετικά με την Υποταγή. Επίθετα όπως «ισλαμοφοβικός», «ρατσιστής» και άλλα εφάμιλλης ομορφιάς συνοδεύουν τόσο τον άνθρωπο όσο και τον συγγραφέα Ουελμπέκ ήδη από την αφετηρία της συγγραφικής του καριέρας. Στην Υποταγή όμως, τολμώ να πω, ο συγγραφέας προβοκάρει εσκεμμένα και μας χλευάζει μπροστά στα μάτια μας. Διότι φαίνεται πως όσο ο Φρανσουά προσεγγίζει τις ισλαμικές ιδέες σε ένα ευρύ φάσμα στάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών, τόσο φαίνεται να τις κατανοεί και να αποκηρύττει αποδοκιμαστικές διαθέσεις προς αυτές. Επί παραδείγματι, ο Φρανσουά αμφιβάλλει για τη μονογαμία και εν γένει την ικανότητα ενός άνδρα να αναζητά – και να βρίσκει– τη μία και κατάλληλη γυναίκα. Το ισλάμ προσφέρει μια ανακουφιστική απάντηση στο πρόβλημά του: Η ύπαρξη πολλών συζύγων είναι φαινόμενο όχι απλώς αποδεκτό, αλλά και τελείως αποδεσμευμένο από τύψεις, στερεότυπα και προκατάληψη. Αν πράγματι η Υποταγή ήταν έργο αποδομητικό για το ισλάμ, τότε αμφιβάλλω αν θα έβαζε ο συγγραφέας τον ήρωα του βιβλίου να ασπάζεται το ισλάμ. Πρόκειται, βέβαια, για μια χειρονομία-αιχμή, όμως τίποτα παραπάνω.
Ο Φρανσουά, ως καθηγητής σπουδαίου Πανεπιστημίου, αντιλαμβάνεται το ενδιαφέρον για μια μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από τους μουσουλμάνους. Βλέπει με καχυποψία –πλην όμως θεωρεί εξαιρετικά τιμητική– την προσέγγιση από τη νέα διοίκηση του Πανεπιστημίου. Φαίνεται ότι εκτιμούν το έργο και τη προσφορά του Φρανσουά στη πολιτιστική κληρονομιά της Γαλλίας. Ίσως η καχυποψία πηγάζει ακριβώς από αυτή τη παράδοξη πραγματικότητα: αφενός εντοπίζει μια Γαλλία που υποφέρει από πνευματική αγκύλωση και απομακρύνεται από τις παραδοσιακές της αξίες· αφετέρου το μουσουλμανικό κόμμα ενδιαφέρεται για την προβολή –και όχι την σύγκρουση με αυτές – κάποιων όψεων της γαλλικής παράδοσης. Μια τέτοιας έκτασης παραδοξότητα, από πλευράς των μουσουλμάνων, εύλογα του γεννά προβληματισμό. Τι φαίνεται να δημιούργησε ο συγγραφέας με το μυθιστόρημά του; Θα έλεγα τη σύνθεση μιας ουβερτούρας που προετοιμάζει για ένα απρόβλεπτο μέλλον στο οποίο οι συμπολίτες του συγγραφέα οδηγούνται αμαχητί.
Με ποιους τα βάζει ο Ουελμπέκ; Τελικά ποιος υποτάσσεται σε ποιόν; Σπεύδω να απαντήσω: Η Γαλλία στις ίδιες της τις αδυναμίες. Οι επιμηθείς και ολίγιστοι άνθρωποι που συγκροτούν την πνευματική ελίτ της Γαλλίας αδυνατούν να οσμιστούν την πολιτισμική της σήψη. Και κατ’ επέκταση να επιβραδύνουν την τροχιά προς την παρακμή πάνω στην οποία κινείται ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Η θρησκεία, στη περίπτωσή μας το ισλάμ, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το μέσο της πολιτικής αναρρίχησης, το κατάλληλο όχημα που, κινούμενο σε λεωφόρους ακηδίας και μαρασμού, είναι ικανό να οδηγήσει σε νέες αξίες, νέα παραδείγματα. Το ισλάμ στην Υποταγή αποβάλλει την «παραδοσιακή» του ενδυμασία, γίνεται πιο ποπ και προσβάσιμο στη κοινωνία, η οποία με τη σειρά της τείνει να το αγκαλιάσει. Στο φαντασιακό του συγγραφέα, εξάλλου, η μοναδική ρεαλιστική μορφή του μέλλοντος της Δύσης θα είναι είτε μετα-ανθρώπινη, με τη κυριαρχία απογυμνωμένων από αισθήματα κλώνων (Η δυνατότητα ενός νησιού), είτε ισλαμικού τύπου.
Για τον Ουελμπέκ, η γαλλική κοινωνία είναι χτισμένη πάνω σε σαθρά αξιακά θεμέλια· χρειάζεται μονάχα κάποιος βατήρας πάνω στον οποίο θα σημειωθεί το μεγάλο άλμα της «αλλαγής». Κακή, καλή, το πρόσημο δεν ενδιαφέρει πολύ τον συγγραφέα. Μονάχα ότι θα αφήσει πίσω της οριστικά… τα συντρίμμια ενός ένδοξου παρελθόντος.

ΣΧΕΤΙΚΑ

2 ΣΧΟΛΙΑ

Σωτήρης Καραλής 21 Απριλίου 2021 - 01:37

Η πιο προφανής, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία του τίτλου ΥΠΟΤΑΓΗ είναι η ίδια η σημασία του όρου Ισλαμ στα αραβικά, που σημαίνει ακριβώς υποταγή (στον θεό). Κατ’ επέκταση μπορεί να ιδωθεί και σαν υποταγή της Γαλλικής κοινωνίας στο Ισλάμ. Ένα επίσης σημαντικο στοιχείο του μυθιστορήματος είναι ότι ο συγγραφέας βάζει τους πρωταγωνιστές της προώθησης του Ισλάμ να είναι πρώην ‘ταυτοτικοί’.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Βαγγέλης Βαϊάννης 22 Απριλίου 2021 - 00:52

Βρίσκω σωστά τα σχόλια σας. Εισηγαγα κάπως αινιγματικά την έννοια της αναρρίχησης, αφού είναι η επόμενη ενέργεια της υποταγής. Εκεί που πρέπει να εστιάσουμε, κατά τη γνώμη μου, είναι στα ερωτήματα που αφήνει ανοιχτά με αυτό το μυθιστόρημα ο Ουελμπέκ. Τι θα συμβεί με την σταδιακή αποχριστιανοποιηση της δύσης, τι πρόκειται να έρθει , σε ποιο βαθμό θα επιδιώξει συμβιβασμούς το πολιτικό ισλάμ, που θα βαστιεται ο άνθρωπος με τέτοιας έκτασης αποδυνάμωση της θρησκευτικής πίστης. Η υποταγή είναι ένα σπουδαίο βιβλίο γιατί δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα παρά δίνει απαντήσεις… Ακόμα και στην ερμηνεία του ίδιου της του τίτλου!

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: