του Β. Φτωχόπουλου, από το Άρδην τ. 42, Ιούνιος 2003

Mί­α θε­α­μα­τι­κή κί­νη­ση του Ρα­ούφ Ντεν­κτάς και ή­ταν ι­κα­νή να φα­νε­ρώ­σει ό­λη την γύ­μνια μας. Κυ­βέρ­νη­ση, κόμ­μα­τα, λα­ός και Εκ­κλη­σί­α, κου­ρε­λια­σμέ­νοι α­πό τις low-fat νη­στεί­ες και έ­πει­τα α­πό τα με­γά­λα φα­γο­πό­τια, έ­βγα­λαν τα εν­δύ­μα­τά τους και μας έ­δει­ξαν τα γυ­μνά τους κορ­μιά. Μπρο­στά στις κά­με­ρες των ΜΜΕ, έ­νας ο­λό­κλη­ρος ι­στο­ρι­κός λα­ός ξε­γυ­μνώ­θη­κε για μια α­νά­σα ε­λεύ­θε­ρης δια­κί­νη­σης. Δεν ι­σο­πε­δώ­νω τους «δια­κι­νη­τές» που πέ­ρα­σαν στα Κα­τε­χό­με­να. Ο­μο­λο­γώ πως εί­δα στη γύ­μνια του λα­ού μας και ελ­πι­δο­φό­ρα μη­νύ­μα­τα. Εί­δα ντρο­πια­σμέ­νους πρό­σφυ­γες, τα­πει­νά και σε­μνά, να ε­πι­διώ­κουν τον ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμό του σώ­μα­τος και της ψυ­χής τους. Το γυ­μνό α­πό μό­νο του δεν εί­ναι χυ­δαί­ο. Με­τα­τρέ­πε­ται σε τέ­τοιο ό­ταν α­να­λαμ­βά­νουν τη δια­χεί­ρι­σή του τα ρε­πορ­τάζ των ΜΜΕ. Η κά­με­ρα και οι δη­μο­σιο­γρά­φοι ξέ­ρουν πολ­λά κόλ­πα. Η γριά ξέ­ρει μό­νο τον πό­νο της και την πί­στη της. Άλ­λω­στε στην ε­πο­χή του πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου συ­ναι­σθή­μα­τος, αυ­τή εί­ναι η δου­λειά τους, να α­να­δεί­ξουν το κά­θε συ­ναί­σθη­μα, τον κά­θε πό­νο και χα­ρά, σε κα­τα­να­λω­τι­κό προ­ϊ­όν για τους τη­λε­φά­γους θε­α­τές.


Σ’ αυ­τό το ση­μεί­ω­μα δεν πρό­κει­ται ν’ α­σχο­λη­θώ με τη λα­ο­γρα­φί­α της δια­κοι­νο­τι­κής δια­κί­νη­σης, ού­τε με τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση των ε­πι­σκέ­ψε­ων, παρ’ ό­τι έ­χουν και αυ­τά τα θέ­μα­τα την α­ξί­α τους. Άλ­λω­στε το κυ­πρια­κό δεν εί­ναι ού­τε πρό­βλη­μα φολ­κλόρ ού­τε πρό­βλη­μα συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, και αυ­τό που δια­κυ­βεύ­ε­ται σή­με­ρα εί­ναι το πο­λι­τι­κό μέλ­λον του νη­σιού και του λα­ού του. Το κυ­πρια­κό πρό­βλη­μα, στη ση­με­ρι­νή του φά­ση, εί­ναι πρό­βλη­μα (συγ­γνώ­μη α­γα­πη­τοί συ­μπα­τριώ­τες που θα γρά­ψω αυ­τές τις αι­ρε­τι­κές λέ­ξεις) ει­σβο­λής – κα­το­χής, του­τέ­στιν ε­λευ­θε­ρί­ας.


Η πο­λυ­πό­θη­τη ε­πι­στρο­φή δεν μπο­ρεί να εί­ναι κα­φε­δά­κι στο λι­μα­νά­κι της Κε­ρύ­νειας, κου­μα­ρά­κι στα α­ποι­κια­κά ξε­νο­δο­χεί­α, ψα­ρά­κι στο Μπο­γά­ζι, εκ­μέκ κα­ντα­ΐ­φι στη Λευ­κω­σί­α με κό­μπους ή ό­χι στο στο­μά­χι. Ού­τε μπο­ρεί να εί­ναι εκ­δρο­μή σε οι­κεί­ους και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νους οι­κι­σμούς, ό­σο κι αν μας πιά­νουν οι λυγ­μοί και βουρ­κώ­νουν τα μά­τια μας. Ού­τε μπο­ρεί να εί­ναι Ε­πι­στρο­φή Πε­ριο­ρι­σμέ­νης Ευ­θύ­νης (Ε­ΠΕ) του­τέ­στιν Business, και ό­ποιον πά­ρει ο Χά­ρος. Η ση­με­ρι­νή συ­γκί­νη­ση στα Κα­τε­χό­με­να εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης ευ­θύ­νης, έ­να άλ­λο­θι για την έλ­λει­ψη συ­γκί­νη­σης που νιώ­θου­με στις «ε­λεύ­θε­ρες» πε­ριο­χές, μιας κι η ζω­ή μας ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο ι­σο­πε­δώ­νε­ται, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο αλ­λο­τριώ­νε­ται.


Ε­πι­στρο­φή ση­μαί­νει α­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Ση­μαί­νει ε­πα­νά­κτη­ση του δι­καιώ­μα­τός μας να ζή­σου­με και να πε­θά­νου­με στους τό­πους των προ­γό­νων μας, ε­πι­στρο­φή στις δι­κές μας α­ξί­ες, στα δι­κά μας μέ­τρα. Ό­χι ως έ­να νέ­ο ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό υ­βρί­διο ό­πως προ­νο­ούν τα σχέ­δια των δια­φό­ρων Α­νάν, αλ­λά ως Έλ­λη­νες και Ορ­θό­δο­ξοι, ο κα­θέ­νας στην δι­κή του μι­κρή πα­τρί­δα. Το ό­ρα­μα της ε­πι­στρο­φής για μας δεν μπο­ρεί να εί­ναι ό­ρα­μα ε­ξοι­κεί­ω­σης με την κα­το­χή και αρ­γό­τε­ρα α­να­γνώ­ρι­σής της για να μπο­ρού­με ό­λοι, Έλ­λη­νες και Τούρ­κοι, ως έ­ντι­μοι κα­τα­να­λω­τές, ν’ α­πο­λαμ­βά­νου­με τα κοι­νά α­γα­θά, Woolworth, Mc Donald’s, Coke, ναρ­κω­τι­κά και έ­να υ­ψη­λό βιο­τι­κό ε­πί­πε­δο, αλ­λά ό­ρα­μα ε­πι­στρο­φής στην Ελ­λη­νι­κή μας ταυ­τό­τη­τα, στο Ελ­λη­νι­κό μας μέ­τρο, στον Ελ­λη­νι­κό μας τρό­πο ζω­ής και θα­νά­του. Ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, ό­που η ε­πι­στρο­φή στην μά­να μας Ελ­λά­δα δεν σή­μαι­νε ό­τι ο λα­ός έ­κα­νε τις τό­σες του θυ­σί­ες για να τον κυ­βερ­νά κά­ποιος «κα­λα­μα­ράς» εξ Α­θη­νών, έ­τσι και τώ­ρα το ό­ρα­μα της ε­πι­στρο­φής δεν μπο­ρεί να εί­ναι έ­να α­το­μι­κό δι­καί­ω­μα αυ­το­ϋ­πο­δού­λω­σης στους Τούρ­κους, Τουρ­κο­κύ­πριους ή ο­ποιουσ­δή­πο­τε άλ­λους ξέ­νους, αλ­λά ό­ρα­μα ε­λευ­θε­ρί­ας και για τους Έλ­λη­νες και για τους Τούρ­κους. Τε­λεί­α και παύ­λα.


Ε­μείς δεν ε­πι­θυ­μού­με να α­ντι­κα­τα­στή­σου­με τους Σρι­λαν­κέ­ζους και τους Πα­κι­στα­νούς με Τουρ­κο­κύ­πριους, ού­τε θέ­λου­με να τους υ­πο­δου­λώ­σου­με οι­κο­νο­μι­κά ό­πως εί­ναι το ό­νει­ρο των δι­κών μας ε­πι­χει­ρη­μα­τιών. Ού­τε ε­πι­θυ­μού­με να τους πα­τρο­νά­ρου­με και να τους ε­ξελ­λη­νί­σου­με. Ε­μείς θέ­λου­με τους Τουρ­κο­κύ­πριους της Κύ­πρου ε­λεύ­θε­ρους και πε­ρή­φα­νους για την ταυ­τό­τη­τα που διά­λε­ξαν. Ι­σό­τι­μους πο­λί­τες μιας δη­μο­κρα­τι­κής Κύ­πρου με ό­λα τους τα δη­μο­κρα­τι­κά και αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα. Στον τό­πο τους ό­μως. Ό­χι στο κρά­τος τους ού­τε στο κα­ντό­νι τους ού­τε στο γκέ­το τους. Το ί­διο θέ­λου­με ό­μως και για μάς, κι ε­δώ βρί­σκε­ται και το με­γά­λο στοί­χη­μα, ι­διαι­τέ­ρως τώ­ρα που η εν­δε­χό­με­νη έ­ντα­ξη της Κύ­πρου στην Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση α­νοί­γει δρό­μους μιας άλ­λης προ­ο­πτι­κής, μα­κριά α­πό τα τε­τε­λε­σμέ­να της κα­το­χής και των δι­κών μας υ­πο­χω­ρή­σε­ων για δύ­ο «συ­νι­στώ­ντα κρά­τη». Δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει Ευ­ρω­πα­ϊ­κό κε­κτη­μέ­νο με δύ­ο κρα­τί­δια ε­κτός ε­άν ε­μείς το α­παι­τή­σου­με, και εί­ναι σ΄ αυ­τό το ση­μεί­ο που εί­ναι ξε­κά­θα­ρη η γύ­μνια της πο­λι­τι­κής μας η­γε­σί­ας, και η αυ­το­κτο­νι­κή διά­θε­ση του λα­ού μας. Ε­νώ για πρώ­τη φο­ρά μας δί­νε­ται η δυ­να­τό­τη­τα ν’ α­πο­δε­σμευ­τού­με α­πό α­πο­φά­σεις πα­λαιό­τε­ρων η­γε­σιών μας, α­πο­φά­σεις που ως έ­να βαθ­μό υ­πέ­βαλ­λαν τα τουρ­κι­κά στρα­τεύ­μα­τα ει­σβο­λής και κα­το­χής, ε­μείς, ως εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νοι ι­διώ­τες, τρέ­χου­με να α­πο­δυ­να­μώ­σου­με τα και­νού­ργια θε­τι­κά δε­δο­μέ­να και να νε­κρα­να­στή­σου­με σχέ­δια τα ο­ποί­α η ί­δια η Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση α­νέ­τρε­ψε για πάρ­τη μας (βλέ­πε σχέ­διο Α­νάν).


Το ζη­τού­με­νο σή­με­ρα εί­ναι να α­παλ­λα­γού­με α­πό την Τουρ­κι­κή κα­το­χή και να πεί­σου­με τους Τουρ­κο­κύ­πριους και τους Ελ­λη­νο­κύ­πριους ό­τι εί­ναι προς το ε­θνι­κό τους συμ­φέ­ρον να ε­πι­στρέ­ψει ο κα­θέ­νας στο χω­ριό του και να ζή­σου­με (μα­ζί με τις δια­φο­ρές μας) σε μια ε­νιαί­α δη­μο­κρα­τι­κή ευ­ρω­πα­ϊ­κή Κύ­προ. Για να γί­νει αυ­τό χρειά­ζε­ται πο­λι­τι­κή. Ό­χι κομ­μα­τι­κά μι­κρο­συμ­φέ­ρο­ντα ού­τε τουρ­κο­κυ­πρια­κο­λα­γνεί­α, ού­τε προ­σφυ­γο­του­ρι­σμός. Η Πρά­σι­νη γραμ­μή μπο­ρεί να κα­ταρ­ρεύ­σει. Αυ­τό α­πό μό­νο του ό­μως δεν ση­μαί­νει ό­τι θα α­πο­τε­λέ­σει θε­τι­κό βή­μα για μας. Μπο­ρεί την θέ­ση της να πά­ρει μια άλ­λη γραμ­μή, μια γραμ­μή που θα μας α­να­γκά­σει να εκ­χω­ρή­σου­με πολ­λά δυ­σβά­στα­κτα δι­καιώ­μα­τα για να την α­πο­κτή­σου­με. Γλι­τώ­σα­με α­πό το σχέ­διο Α­νάν πα­ρά τη θέ­λη­ση της πο­λι­τι­κής μας η­γε­σί­ας και χά­ρη στους Ευ­ρω­παί­ους. Για τους θια­σώ­τες του σχε­δί­ου Α­νάν τί­πο­τα δεν έ­χει τε­λειώ­σει. Α­ντι­θέ­τως συ­νε­χί­ζουν με νέ­ες μορ­φές το πεί­ρα­μά τους για το νέ­ο Ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό έ­κτρω­μα.

Ο πά­ντα ε­πί­και­ρος Πα­ντε­λής Μη­χα­νι­κός μας προ­ει­δο­ποιεί:


Δέ­κα χρό­νια έ­στελ­λε
τις μέ­λισ­σές του ο Ο­νή­σι­λος
να μας κε­ντρί­σουν
να μας ξυ­πνή­σουν
να μας φέ­ρουν έ­να μή­νυ­μα.
Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες
έ­στει­λε ο Ο­νή­σι­λος
κι ό­λες ψο­φή­σα­νε α­πά­νω
στο πα­χύ μας δέρ­μα
χω­ρίς τί­πο­τα να νιώ­σου­με.

Το μή­νυ­μα τε­λι­κά το έ­στει­λαν οι Ευ­ρω­παί­οι. Ε­μείς ε­πι­δει­κτι­κά δεί­χνου­με την πα­χιά μας κοι­λιά. Άλ­λοι χα­σκο­γε­λώ­ντας μπρο­στά στον Δού­ρειο Ίπ­πο κι άλ­λοι α­πό χα­ρά και ψευ­δαί­σθη­ση α­τε­νί­ζο­ντας τα τουρ­κι­κά πλοί­α που α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό τη θά­λασ­σα της Κε­ρύ­νειας. Έ­τσι μας θέ­λουν οι έ­μπο­ροι του σχε­δί­ου Α­νάν. Αρ­νά­κια. Ό­πως τα αρ­νά­κια του Τούρ­κου ποι­η­τή Cem Yucel.


Να’ στε αρ­νά­κια μας λέ­νε
έ­τσι ό­ταν με­γα­λώ­σε­τε
σαν πρό­βα­τα να σας
κα­θο­δη­γού­με.


Έ­φτα­σε η ώ­ρα της πο­λι­τι­κής. Ε­άν υ­πάρ­χει κυ­βέρ­νη­ση και α­ντι­πο­λί­τευ­ση, τώ­ρα πρέ­πει να δρά­σει. Κα­θα­ρά. Ό­χι με τη δι­φο­ρού­με­νη γλώσ­σα των και­ρο­σκό­πων (ΜΜΕ, κόμ­μα­τα, υ­πουρ­γοί) και του κυ­βερ­νη­τι­κού εκ­προ­σώ­που αλ­λά με προ­γραμ­μα­τι­σμό και σύ­νε­ση. Έ­νας χρό­νος μας υ­πο­λεί­πε­ται μέ­χρι το 2004. Ε­ξη­γού­μαι:


Ό­ταν για κά­ποιο θαύ­μα ο Α­ΠΟ­ΕΛ προ­η­γεί­ται με 1-0 της Manchester United και έ­χουν α­πο­μεί­νει μό­νο 3 λε­πτά, του­τέ­στιν το 1/30 του α­γώ­να, οι παί­κτες δεν κά­νουν τα­κου­νά­κια ού­τε βαρούν σαν τους πελ­λούς για να σκο­ρά­ρουν και δεύ­τε­ρο. Κά­θο­νται και οι δέ­κα στην ά­μυ­να και α­πο­μα­κρύ­νουν την μπά­λα ό­πως ό­πως, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ό­λα τα γνω­στά και ά­γνω­στα κόλ­πα για να κερ­δί­σει κα­νείς χρό­νο. Ε­άν δεν με πι­στεύ­ει ο κύ­ριος Πα­πα­δό­που­λος, ας ρω­τή­σει τον κύ­ριο Λε­μο­νή του Α­ΠΟ­ΕΛ. Ε­άν ο κύ­ριος Χρι­στό­φιας δεν τον βρει, ας ρω­τή­σει ο­ποιον­δήποτε προπονητή ακόμα και αυτόν του ΘΟΙ Λακατάμιας ή του Δυναμό Κιτίου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek