του Μ. Βεϊνόγλου, από το Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

Υ­πάρ­χει “Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α”; Αν ναι, πώς προσ­διο­ρί­ζε­ται; Σ’ αυ­τά τα ε­ρω­τή­μα­τα νιώ­θω την α­νά­γκη να συμ­βάλ­ω με λί­γες σκέ­ψεις, κα­θώς βλέ­πω κα­θη­με­ρι­νά να γε­μί­ζουν οι βι­τρί­νες των βι­βλιο­πω­λεί­ων με νέ­ους τί­τλους, έρ­γα με πε­ριε­χό­με­νο που προ­κα­λεί αρ­νη­τι­κή κρι­τι­κή, άλ­λο­τε α­σή­μα­ντα κι άλ­λο­τε α­πα­ρά­δε­κτα. Για­τί με­τα­φέ­ρουν –στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις– πα­ρα­πλα­νη­τι­κό πλη­ρο­φο­ρια­κό υ­λι­κό. Μια με­γά­λη πε­ριο­χή αυ­τού του υ­λι­κού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό ψευ­δο­πλη­ρο­φο­ρί­ες, που πα­ρα­σύ­ρουν τον α­δα­ή να σχη­μα­τί­σει λαν­θα­σμέ­να γνω­στι­κά δε­δο­μέ­να, και μια άλ­λη –η χει­ρό­τε­ρη, για­τί δεί­χνει πως ή­δη έ­χει γί­νει το κα­κό ή ε­τοι­μά­ζε­ται κι άλ­λο– με­τα­φέ­ρει ή τολ­μά να διερ­μη­νεύ­ει πα­ρελ­θό­ντα ι­δε­ο­λο­γι­κό ι­στό, και ά­ρα ι­στο­ρη­μέ­νο, τε­λεί­ως αυ­θαί­ρε­τα, α­κραί­α ε­πι­κίν­δυ­να. Ό­ταν πέ­φτω σε τέ­τοια βι­βλί­α θυ­μώ­νω. Με τους εκ­δό­τες, τους δη­μιουρ­γούς. Με ό,τι εί­μα­στε ό­λοι μας σή­με­ρα, οι άν­θρω­ποι με τη βα­ριά πε­ρι­φρο­νη­μέ­νη κλη­ρο­νο­μιά. Νιώ­θω την ε­πι­θυ­μί­α να φω­νά­ξω, κά­τω ό­λοι τα μο­λύ­βια!


Μην ξα­να­γρά­ψε­τε αν δεν δια­βά­σε­τε πριν… Αν δεν κα­τα­λά­βε­τε, αν δε μι­σή­σε­τε, αν δεν συ­μπα­θή­σε­τε… Κι ό­ταν ό­λο αυ­τό το υ­λι­κό βρει μια φλέ­βα να χτυ­πή­σει θα­ρε­τά, ί­σια στην πη­γή και να α­ντλή­σει α­θά­να­το νε­ρό, τέ­χνη… Τό­τε ναι, θα έ­χου­με στην Ελ­λά­δα έ­να ζω­ντα­νό σώ­μα, μια λο­γο­τε­χνί­α, που ί­σως της δώ­σου­με αυ­τή την ταυ­τό­τη­τα, “Μι­κρα­σια­τι­κή”. Kα­νείς μην έ­χει μι­κρό­τε­ρη φι­λο­δο­ξί­α. Το μό­νο που με πα­ρη­γο­ρεί, το μό­νο, εί­ναι πως ο ό­γκος αυ­τής της πα­ρα­γω­γής μάς στέλ­νει έ­να ε­πί­μο­νο, α­πο­λύ­τως α­λη­θι­νό σή­μα. Που κά­τι δεί­χνει, κά­τι μας φω­νά­ζει… Πως ε­δώ εί­ναι μια υ­πό­θε­ση που δεν τέ­λειω­σε, δεν χω­νεύ­τη­κε και προ­σπα­θεί, ό­πως το α­νί­α­το τραύ­μα, με δι­κούς του τρό­πους να αυ­το­ε­που­λω­θεί… Η λο­γο­τε­χνί­α αυ­τή, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ποιό­τη­τά της, συ­γκε­ντρώ­νει ό­λα τα τυ­πο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της “ε­ξό­ρι­στης”, μιας λο­γο­τε­χνί­ας δη­λα­δή αν­θρώ­πων ε­ξο­ρί­στων, που κα­τοι­κούν σ’ έ­ναν τό­πο μα σκέ­φτο­νται ή προ­βάλ­λουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ε­νός άλ­λου, που δια­κα­τέ­χο­νται α­πό τη νο­σταλ­γί­α, α­πό το πα­ρελ­θόν και τα φα­ντά­σμα­τά του και το μό­νο σή­μα που στέλ­νουν προς το μέλ­λον εί­ναι οι προ­βλη­μα­τι­σμοί για την ί­δια την ταυ­τό­τη­τά τους. Μια τέ­τοια γε­νιά “ε­ξο­ρί­στων” συγ­γρα­φέ­ων δεν εί­ναι κά­τι πρω­τό­γνω­ρο στην πα­γκό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Στην ελ­λη­νι­κή, “η ε­ξο­ρί­α” α­πο­κα­λύ­πτε­ται πρώ­τη φο­ρά με τον πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο υ­πό­τι­τλο του Κο­σμά Πο­λί­τη “Στου Χα­τζη­φρά­γκου”, “κα­τα­φέ­ρα­νε να ’χω στην πα­τρί­δα μου το αί­σθη­μα του ρα­γιά”. Το εκ­πλη­κτι­κό εί­ναι πως οι ση­με­ρι­νοί συγ­γρα­φείς, που διαιω­νί­ζουν στα έρ­γα τους μιαν αί­σθη­ση ι­θα­γέ­νειας, δεν εί­ναι, σαν τον Κο­σμά Πο­λί­τη, πρό­σφυ­γες πρώ­της γε­νιάς αλ­λά κα­τα­νέ­μο­νται α­πό τη δεύ­τε­ρη ως την τέ­ταρ­τη γε­νιά των προ­σφύ­γων. Πρέ­πει να α­να­ρω­τη­θού­με, για­τί αυ­τή η εμ­μο­νή…


Αυ­τό πά­ντως που δεν πρέ­πει να εκ­πλήσ­σει εί­ναι ό­τι, πα­ρά την διο­γκού­με­νη μέ­σα στα τε­λευ­ταί­α 10-20 χρό­νια σχε­τι­κή βι­βλιο­πα­ρα­γω­γή, οι ελ­πί­δες για μια υ­ψη­λή λο­γο­τε­χνί­α εί­ναι α­ντι­στρό­φως α­νά­λο­γες. Εί­ναι γνω­στό ό­τι η μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή δεν συ­γκί­νη­σε αρ­χι­κά τους λο­γο­τέ­χνες μας στο βαθ­μό που θα πε­ρί­με­νε κα­νείς και το φαι­νό­με­νο αυ­τό ε­ντο­πί­στη­κε ε­γκαί­ρως. Ή­δη α­πό το 1940, ο Αι­μί­λιος Χουρ­μού­ζιος πα­ρα­τη­ρού­σε τη μη ύ­παρ­ξη προ­σφυ­γι­κής λο­γο­τε­χνί­ας στην Ελ­λά­δα, ό­τι “δυ­στυ­χώς, το δρά­μα έ­μει­νε α­νεκ­με­τάλ­λευ­το”. Ο Διο­νύ­σιος Ζα­κυ­θη­νός κατ’ ε­πα­νά­λη­ψη πα­ρα­τή­ρη­σε πως ού­τε η Ι­στο­ρί­α, ού­τε Τέ­χνη λό­γου ή άλ­λη Τέ­χνη στά­θη­καν στο ύ­ψος τους, ό­τι δεν υ­πήρ­ξε έ­να κα­θο­λι­κό έρ­γο τέ­χνης, τέ­τοιο που θα ή­ταν μα­ζί και Τέ­χνη και χρο­νι­κό. Στο ί­διο συ­μπέ­ρα­σμα κα­τα­λή­γουν και οι Νί­κος Κα­ζα­ντζά­κης, Παύ­λος Φλώρος, Νί­κος Μη­λιώ­ρης. Ο Ι.Μ. Πα­να­γιω­τό­που­λος διε­ρω­τά­ται πώς εί­ναι δυ­να­τόν να εί­ναι μι­κρό­τε­ρη η λο­γο­τε­χνι­κή συ­νει­σφο­ρά στο πά­θος του Μι­κρα­σια­τι­κού κό­σμου συ­γκρι­τι­κά με των Μα­κε­δο­νι­κών α­γώ­νων ή με των Βα­λκα­νι­κών ή με του Α΄Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου ή με της Κα­το­χής… Κι οι μι­κρα­σιά­τες λο­γο­τέ­χνες έ­νιω­σαν κά­ποια στιγ­μή την α­νά­γκη να… α­πο­λο­γη­θούν. Οι μι­κρα­σιά­τες, λέ­ει ο Η­λί­ας Βε­νέ­ζης, εί­χαν α­νά­γκη πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ α­πό… την α­πό­στα­ση, έ­πρε­πε να α­πο­μα­κρυν­θού­με α­πό τα ί­δια τα γε­γο­νό­τα…


Μπο­ρεί… Ό­λα ό­μως δεί­χνουν πως η λο­γο­τε­χνί­α αυ­τή δεν ω­ρί­μα­σε τε­λι­κά και σ’ αυ­τό συ­ντέ­λε­σαν δύο σπου­δαί­οι λό­γοι. Ο πρώ­τος ο­νο­μά­ζε­ται “ε­θνι­κή συ­σπεί­ρω­ση”, έ­νας τε­ρά­στιος ο­δο­στρω­τή­ρας ρα­γδαί­ας α­φομοί­ω­σης ό­λου ε­κεί­νου του κό­σμου που έ­πρε­πε να α­πο­βάλ­ει την ε­τε­ρό­τη­τά του. Ο δεύ­τε­ρος, πε­ρί­που συ­να­φής, κα­θρε­φτί­ζε­ται σ’ έ­ναν πί­να­κα που κα­τήρ­τι­σε ο Peter Mackridge. Ό­ταν πλά­ι στα ο­νό­μα­τα των Μι­κρα­σια­τών λο­γο­τε­χνών, που α­πο­τέ­λε­σαν την πρω­το­πο­ρί­α στην με­τα­προ­σφυ­γι­κή Ελ­λά­δα, ση­μειω­θούν κι οι τό­ποι τους, φτά­νεις σε συ­μπε­ρά­σμα­τα: Κο­σμάς Πο­λί­της(α­πό Σμύρ­νη), Στρα­τής Δού­κας(Μο­σχο­νή­σια), Φώ­της Κό­ντο­γλου(Α­ϊ­βα­λί), Παύ­λος Φλώ­ρος(Βουρ­λά), Μα­ρί­α Ιορ­δα­νί­δου(Κω­στα­ντι­νού­πο­λη), Πέ­τρος Α­φθο­νιά­της(Προ­κό­νη­σος), Τα­τιά­να Σταύ­ρου(Βό­σπο­ρος), Θρά­σος Κα­στα­νά­κης(Κων­/πο­λη), Η­λί­ας Βε­νέ­ζης(Α­ϊ­βα­λί), Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς(Κων­/πο­λη), Δι­δώ Σω­τη­ρί­ου(Α­ϊ­δί­νι). Ό­λοι έρ­χο­νται α­πό τα μι­κρα­σια­τι­κά πα­ρά­λια και την Πό­λη, α­πό ελ­λη­νό­φω­νες πε­ριο­χές. Α­κό­μα πιο εύ­γλω­τα α­που­σιά­ζει η προ­σφυ­γο­μάν­να Θεσ­σα­λο­νί­κη, η “πρω­τεύ­ου­σα των προ­σφύ­γων”, ό­πως ο Γιώρ­γος Ιω­άν­νου την α­πο­κα­λεί… “Ε­γκα­τε­στη­μέ­νοι σ’ α­γρο­τι­κές πε­ριο­χές κι α­νή­λια­γες πο­λί­χνες, δεν ή­σαν σε θέ­ση οι πρό­σφυ­γες αυ­τοί να γί­νουν α­ξιό­λο­γοι συγ­γρα­φείς…” συ­μπε­ραί­νει ο Mackridge, αλ­λά η πα­ρα­τή­ρη­σή του στα­μα­τά στην ε­πι­φά­νεια… Α­πό α­γρο­τι­κές πε­ριο­χές και α­πό σκο­νι­σμέ­νες πο­λί­χνες της ο­θω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας ξε­σπι­τώ­θη­καν κα­τά πλειο­ψη­φί­α οι πρό­σφυ­γες. Μή­πως αυ­τό ση­μαί­νει πως ήρ­θαν στην Ελ­λά­δα χω­ρίς α­πο­τα­μιευ­μέ­νο Λό­γο;


Έ­να μέ­ρος του νε­ο­ελ­λη­νι­κού πα­ρα­λό­γου, αυ­τού που ε­δρά­ζε­ται σε ι­στο­ρι­κές αυ­θαι­ρε­σί­ες και κοι­νω­νι­κό αυ­ταρ­χι­σμό, έ­δω­σε έ­να κα­θο­ρι­στι­κό χτύ­πη­μα σε ό,τι θα μπο­ρού­σε ί­σως να ή­ταν σή­με­ρα, έ­στω και στα ό­ρια μιας μι­κρού­λας Ελ­λά­δας, ορ­γα­νι­σμός, σώ­μα ζω­ντα­νό. Έ­τσι πια η “Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α” προ­σπα­θεί να δα­νει­στεί σο­βα­ρούς χώ­ρους μο­νά­χα πλά­ι στην Ι­στο­ρί­α και πλά­ι στη Λα­ο­γρα­φί­α, ως ι­στο­ρι­κή ή λα­ο­γρα­φι­κή μυ­θι­στο­ρί­α, ή πλά­ι στις ε­πι­στή­μες προ­κει­μέ­νου να δια­γρά­ψει την αυ­το­γνω­σί­α της, να αυ­το­ϊ­στο­ρη­θεί. Έ­τσι α­πο­δει­κνύ­ει την α­δυ­να­μί­α της: Η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α δε μπο­ρεί πλέ­ον να προ­στρέ­ξει σε α­σπαί­ρου­σα ύ­λη, ξε­χνά και συγ­χέ­ει τις πη­γές της, της λεί­πει ο χώ­ρος τό­σο συ­ντρι­πτι­κά ώ­στε δεν έ­χει τις ει­κό­νες, δεν έ­χει ε­νό­ρα­ση, της λεί­πει η γλώσ­σα προ­κει­μέ­νου να δια­βά­σει πί­σω… Απ’ ό­λα αυ­τά τί­πο­τα δε μπο­ρεί πια να α­να­πλα­στεί.


Ο πα­ρα­λο­γι­σμός εί­χε αρ­χί­σει προ της Α­νταλ­λα­γής. Με τη λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή των Μι­κρα­σια­τών συ­νέ­βη ό,τι και με την ί­δια την α­νταλ­λα­γή πλη­θυ­σμών του 1922-24. Προσ­διο­ρί­στη­κε κά­ποιο ε­θνο­λο­γι­κό, ευ­λο­γο­φα­νές κρι­τή­ριο, αυ­θαί­ρε­τα, για να μοι­ρά­σει κά­τι που κα­νείς δεν νοιά­στη­κε μή­πως η φύ­ση του το ή­θε­λε… ε­νιαί­ο. Έ­τσι, στην α­νταλ­λα­γή κρι­τή­ριο θε­ω­ρή­θη­κε η θρη­σκεί­α και στη λο­γο­τε­χνί­α χρη­σί­μευ­σε η γλώσ­σα. Ε­νώ λοι­πόν η Ελ­λά­δα εν­σω­μά­τω­νε τον χρι­στια­νι­κό μι­κρα­σια­τι­κό κό­σμο ως Ελ­λη­νι­σμό και Έλ­λη­νες, α­πέρ­ρι­ψε κά­θε τους γλωσ­σι­κή έκ­φρα­ση σε άλ­λη γλώσ­σα και διά­λε­κτο. Έ­τσι, με ε­ξαί­ρε­ση τη στε­νή γε­ω­γρα­φι­κή ζώ­νη ε­πί των Μι­κρα­σια­τι­κών πα­ρα­λί­ων που συμ­με­τεί­χε ά­νε­τα στην Ελ­λη­νι­κή Γραμ­μα­τεί­α, οι λοι­ποί, κα­τά το πλεί­στο τουρ­κό­φω­νοι Μι­κρα­σιά­τες, μέ­νουν… απ’ έ­ξω. Πράγ­μα­τι, η σύγ­χρο­νη Ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνί­α με­τά το ’24 ά­νοι­ξε με στόμ­φο και ευ­κο­λί­α τις πόρ­τες της και κα­τά­πιε τη λε­γό­με­νη “Σμυρ­να­ϊ­κή” λο­γο­τε­χνί­α” ως οι­κεί­α, την τυ­πω­μέ­νη συ­χνά και σ’ α­θη­να­ϊ­κά τυ­πο­γρα­φεί­α, τη διά­σπαρ­τη σ’ έ­ναν “ο­μοιο­πα­θη­τι­κό” πε­ριο­δι­κό τύ­πο, ι­δε­ο­λο­γι­κά φε­ρώ­νυ­μο. Τους λο­γο­τέ­χνες ό­μως που ε­ξε­πή­δη­σαν μες απ’ το Ιω­νι­κό έμ­ψυ­χο υ­λι­κό δεν τους δέ­χτη­κε δί­χως ό­ρους. Η ι­στο­ρί­α της Ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνί­ας του με­σο­πό­λε­μου το δεί­χνει πε­ρί­τρα­να. Το Πα­λα­μι­κό και Στε­ρεο­ελ­λα­δί­τι­κο κα­τε­στη­μέ­νο της Α­θή­νας αν­θί­στα­το, μα δε φταί­ει μο­νά­χο. Η ορ­μή της νέ­ας λο­γο­τε­χνι­κής ψυ­χής που άρ­χι­σε να προ­φέ­ρει λό­γο στην Ελ­λά­δα συ­χνά πα­ρω­θεί­το ό­χι μό­νο για τον φα­να­τι­κό της βε­νι­ζε­λι­σμό, αλ­λά και α­πό λο­γο­τε­χνι­κά έ­ντυ­πα και κύ­κλους που ε­νε­θάρ­ρυ­νε η Βρε­τα­νι­κή Πρε­σβεί­α της Α­θή­νας. Πα­ρά ταύ­τα, το Νό­μπελ που έ­λα­βε η Ελ­λά­δα το 1963, μό­νο λό­γω της κα­τα­γω­γής του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη μπο­ρεί να θε­ω­ρεί­ται Νό­μπελ Μι­κρα­σια­τι­κό (και δεν μας εκ­πλήσ­σει που στην τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση προ­κύ­πτουν κι άλ­λοι ε­θνι­κοί… συ­νε­ταί­ροι). Συ­νή­θως ό­μως πα­ρα­μέ­νει σκο­τει­νή κι ε­λά­χι­στα προ­βάλ­λε­ται η μι­κρα­σια­τι­κή ταυ­τό­τη­τα του έρ­γου, απ’ ά­κρη σ’ ά­κρη “προ­σφυ­γι­κή”, κα­τα­κρι­τι­κή, ε­ξό­ρι­στη, ε­πει­δή α­πελ­πι­σμέ­νη ψά­χνει μέ­σα στα μάρ­μα­ρα… πρώ­τα απ’ ό­λα για λί­γη δι­καιο­σύ­νη. Για το έ­γκλη­μα… (Δια­βά­στε πά­λι την Κί­χλη.) Το “έ­γκλη­μα” του Οι­δί­πο­δα εί­ναι έ­γκλη­μα ταυ­τό­τη­τας αλ­λ’ αυ­τή η πλευ­ρά δεν φω­τί­ζε­ται. Ό­λοι, με το δά­χτυ­λο στα χεί­λη δια­τά­ζουν… σιω­πή! Να λοι­πόν τι βλέ­που­με στη σύγ­χρο­νη “μι­κρα­σια­τι­κή” λο­γο­τε­χνί­α μας: Ό­που κι ό­ταν τη φί­μω­σαν, λο­ξο­δρό­μη­σε κι έ­γι­νε κο­σμο­πο­λί­τι­κη, αλ­λιώς ευ­τε­λί­στη­κε και κα­τά­ντη­σε πα­ρα­νο­ϊ­κή. Για­τί εί­ναι βα­θειά πλη­γω­μέ­νος ο λα­ός της, τό­σο που δε μπό­ρε­σε, ού­τε με­τά α­πό έ­ναν ο­λό­κλη­ρο εμ­φύ­λιο, να ε­κτο­νω­θεί…


*
Οι α­να­μνή­σεις βο­ρειο­ελ­λα­δι­τών δα­σκά­λων για τους μα­θη­τές και τους γο­νείς τους θα εί­χαν πολ­λά να μας πουν. Υ­πάρ­χει έ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα, διτ­τό, σχε­τι­κά με τη γλώσ­σα και σχε­τι­κά με τις ρί­ζες στην προ­έ­λευ­ση της σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας μας. Συ­στη­μα­τι­κά κι ε­πι­πό­λαια υ­περ­φα­λαγ­γί­ζε­ται το ζή­τη­μα του τουρ­κό­φω­νου κό­σμου που βρέ­θη­κε στην Ελ­λά­δα. Ποιοι ή­σαν και πώς εκ­φρά­ζο­νταν; ε­κεί­νοι που “πί­σω α­πό ψη­λούς τοί­χους πε­ρί­με­ναν ν’ α­νοί­ξουν πα­ρά­θυ­ρα”, ε­κεί­νοι οι πρώ­τοι που κα­τέ­φευ­γαν στη με­τά­φρα­ση για να πουν το πα­ρα­μι­κρό… Και κατ’ επέ­κτα­ση, σε ποια γλώσ­σα και σε ποιες πη­γές θα έ­πρε­πε να στη­ρί­ζει η ε­ξό­ρι­στη λο­γο­τε­χνί­α των Μι­κρα­σια­τών τις ρί­ζες της, αν οι συν­θή­κες της εί­χαν ε­πι­τρέ­ψει να εί­ναι μια Μι­κρα­σια­τι­κή λο­γο­τε­χνί­α κα­θο­λι­κή;
Τους τουρ­κό­φω­νους αυ­τούς (α­πο­τε­λού­σαν την πλειο­ψη­φί­α στο 1,5 ε­κα­τομ­μύ­ριο προ­σφύ­γων του ’22-24), η Ελ­λά­δα, α­πό πλευ­ράς γλώσ­σας, τους α­ντι­με­τώ­πι­σε κυ­ριο­λε­κτι­κά ως “ποί­μνιο” που α­νέ­πε­μπε μό­νον προ­σευ­χές σε μυ­στή­ριες γλώσ­σες και δια­λέ­κτους… Φυ­σι­κά, α­πό τα μέ­σα του 19ου αιώ­να, έ­να πλή­θος ελ­λη­νό­γλωσ­σων ε­ντύ­πων εί­χαν πλημ­μυ­ρί­σει τον Μι­κρα­σια­τι­κό χώ­ρο που Σύλ­λο­γοι ό­πως η “Α­να­το­λή”, ο “Φι­λο­λο­γι­κός σύλ­λο­γος Κω­νστα­ντι­νου­πό­λε­ως”, με σα­φή ι­δε­ο­λο­γι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό, τύ­πω­ναν α­στα­μά­τη­τα τις τε­λευ­ταί­ες προ της α­νταλ­λα­γής δε­κα­ε­τί­ες πλά­ι σ’ ό­σα το Πα­τριαρ­χεί­ο δεν έ­πα­ψε να εκ­δί­δει στα ο­θω­μα­νι­κά και κα­ρα­μαν­λί­δι­κα. Ει­δι­κά για τους τουρ­κό­φω­νους Μι­κρα­σιά­τες, ορ­γα­νώ­θη­κε μια δια­δι­κα­σί­α αλ­λα­γής λό­γου, σε γλώσ­σα και πο­λι­τι­σμι­κή κλη­ρο­νο­μιά, με την αι­τιο­λο­γί­α, ε­ξί­σου αυ­θαί­ρε­τη κι αυ­τή, ό­τι… ο λό­γος τους εί­χε και στο πα­ρελ­θόν α­φαι­ρε­θεί (α­πό τους Τούρ­κους), σύμ­φω­να με τον α­να­πό­δει­κτο θρύ­λο των χι­λί­ων τσου­βα­λιών κομ­μέ­νων γλωσ­σών. Η τουρ­κο­φω­νί­α στη με­τα­προ­σφυ­γι­κή Ελ­λά­δα υ­πήρ­ξε ντρο­πή και ε­νο­χή. Ε­πο­μέ­νως με ποιο σώ­μα προ­η­γού­με­νης λο­γο­τε­χνί­ας θα μπο­ρού­σε αυ­τή η γε­νιά να συν­δε­θεί ώ­στε να πα­ρά­γει νέ­ο έρ­γο; Βλέ­που­με λοι­πόν πως το γλωσ­σι­κό πρό­βλη­μα ε­κεί­νων των εν δυ­νά­μει λο­γο­τε­χνών, που πο­τέ δεν εκ­κο­λά­φθη­καν, ερ­μη­νεύ­ε­ται ως α­πό­το­μη δια­κο­πή και στον ε­θνι­κό κορ­μό της λο­γο­τε­χνί­ας μας προ­ξε­νεί ι­στο­ρι­κή α­συ­νέ­χεια.


Η γλώσ­σα! Για μια λο­γο­τε­χνί­α, τι εί­ναι η γλώσ­σα της –
ως ποιο ση­μεί­ο την προσ­διο­ρί­ζει; Η λο­γο­τε­χνί­α δια­βά­ζει για χά­ρη μας, πριν α­πό μας. “Ξα­να­δια­βά­ζει” τα πα­λαιό­τε­ρα έρ­γα. Συμ­με­τέ­χει στην ι­στο­ρι­κή ε­ξέ­λι­ξη και μά­λι­στα α­πο­τε­λεί ε­νερ­γό της συ­στα­τι­κό. Α­πο­κο­πή της γλώσ­σας ι­σο­δυ­να­μεί με ε­πέμ­βα­ση λο­βο­το­μής… Ό­ταν μια λο­γο­τε­χνί­α σι­γή­σει α­πό­το­μα ή εμ­φα­νί­ζει έρ­γα φαι­δρά, αλ­λο­πρό­σαλ­λα… Ό­ταν μι­λά­ει “ξύ­λι­να”, θα πρέ­πει να α­να­ζη­τή­σου­με μια μη-α­πο­κα­τα­στά­σι­μη ζη­μιά. Ας το κα­τα­λά­βου­με, υ­πάρ­χει έ­να κε­νό στις πη­γές της λο­γο­τε­χνί­ας μας. Την πα­ρα­σύ­ρουν ό­λο πιο δυ­τι­κά ο Δια­φω­τι­σμός κι ο Μο­ντερ­νι­σμός, μα στις ί­διες τις πη­γές της δύ­σκο­λα “δια­βά­ζει” το πα­ρελ­θόν. Για την μι­κρα­σια­τι­κή λο­γο­τε­χνί­α το κε­νό ξε­κι­νά ε­κεί που… το ελ­λη­νι­κό αλ­φά­βη­το αρ­χί­ζει να δια­βά­ζει Τούρ­κι­κα και η γε­νί­κευ­ση της κοι­νής Ελ­λη­νι­κής θέ­τει στο πε­ρι­θώ­ριο την Πο­ντια­κή λο­γο­τε­χνί­α.
Τα βι­βλί­α που έ­φε­ραν μα­ζί τους πρώ­τα πε­τά­χτη­καν στα σκου­πί­δια, κι ύ­στε­ρα, ό­σα γλί­τω­σαν… άρ­χι­σαν να που­λιού­νται α­κρι­βά. Σε φυλ­λά­δες που διά­βα­ζαν με μα­νί­α (φτη­νά φύλ­λα κι ε­ξώ­φυλ­λο α­πό σι­γα­ρό­χαρ­το χρώ­μα­τος τρια­ντα­φυλ­λί ή φυ­στι­κί), έ­βρι­σκες τον μύ­θο του Σαχ-Ι­σμα­ήλ και της χα­νού­μισ­σας Γκιου­λι­ζάρ, τη Γε­νο­βέ­φα-χι­κια­γε­σί και τον Α­σίκ Ο­μέρ, έ­βρι­σκες σε ποί­η­ση ντι­βάν τον Α­σίκ Γκα­ρίπ και Τούρ­κους συγ­γρα­φείς ό­πως ο Γκιουλ­ζα­ρί, που έ­γρα­ψε τα “Φλο­γε­ρά έ­πη του Σουλ­τάν-Μαχ­μούτ”, του Πορ­θη­τή. Μια εν­δια­φέ­ρου­σα, λο­γο­τε­χνι­κά και ε­θνο­λο­γι­κά, γραμ­μα­τεί­α, διά­σπαρ­τη σε ποι­κί­λα κα­ρα­μαν­λί­δι­κα πε­ριο­δι­κά, α­να­μιγ­μέ­νη με κεί­με­να αρ­μέ­νι­κα, ο­θω­μα­νι­κά, ελ­λη­νι­κά, α­νεκ­με­τάλ­λευ­τη πε­ρι­μέ­νει την έ­ρευ­να… Α­νά­με­σα στα έρ­γα που διά­βα­ζαν οι Τουρ­κό­φω­νοι με ι­διαί­τε­ρη συ­γκί­νη­ση και α­γά­πη συ­γκα­τα­λέ­γε­ται κι ο “Κιό­ρο­γλου”, το α­γα­πη­μέ­νο έ­πος των Καπ­πα­δο­κών! Η… υ­πο­κα­τά­στα­ση προ­κα­λού­σε α­μη­χα­νί­α… Οι Καπ­πα­δό­κες (!) α­γνο­ού­σαν πλή­ρως τα έ­πη του Δι­γε­νή! Που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στη δι­κή τους γε­ω­γρα­φι­κή πε­ριο­χή, που α­να­φέ­ρο­νται σε ι­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα, σε γνω­στά τους το­πω­νύ­μια κι ο­νό­μα­τα, στον λα­ό τους… Αυ­τοί εί­χαν και διά­βα­ζαν τον… “Κιό­ρο­γλου”, τα έ­πη του “γιου του τυ­φλού”. Έ­τσι εύ­κο­λα κά­ποιοι με­τέ­τρε­ψαν την α­πο­ρί­α σε ε­τυ­μη­γο­ρί­α: “Α­νή­κουν οι Καπ­πα­δό­κες στην τουρ­κι­κή ε­θνό­τη­τα λοι­πόν…”
Για να μά­θου­με πώς δια­μορ­φώ­θη­κε ο πο­λι­τι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας του Μι­κρα­σια­τι­κού χώ­ρου, ε­πι­βάλ­λε­ται να με­λε­τη­θούν οι συν­θή­κες και οι συ­ντε­λε­στές που προ­κά­λε­σαν ε­κεί­νες τις πο­λι­τι­σμι­κές αλ­λα­γές που δια­μόρ­φω­σαν την ι­στο­ρί­α της Μι­κράς Α­σί­ας. Ο ε­ξι­σλα­μι­σμός εί­ναι το τε­λευ­ταί­ο στά­διο α­πό μια μα­κρο­χρό­νια δια­δο­χή θρη­σκευ­τι­κών και γλωσ­σι­κών αλ­λα­γών που συ­ντε­λέ­στη­καν στον χώ­ρο αυ­τό μέ­σα στους αιώ­νες. Το φαι­νό­με­νο του ε­ξι­σλα­μι­σμού της Μ.Α. έ­χει γε­νι­κό εν­δια­φέ­ρον, πέ­ρα α­πό την κα­τα­νό­η­ση της βυ­ζα­ντι­νής, της τουρ­κι­κής και της ελ­λη­νι­κής, με­τά το ’22-24, κοι­νω­νί­ας.


Το έ­πος του Κιό­ρο­γλου θα εί­χε θε­ω­ρη­θεί εξ αρ­χής με­τα­φο­ρά του έ­πους του Δι­γε­νή, αλ­λά μπέρ­δευε πά­ντα τους με­λε­τη­τές η μη-α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τος του γνω­στού ή­ρω­α. Ο Ν.Γ. Πο­λί­της, στην αρ­χή του 20 ού αι., δια­πί­στω­νε την ταυ­τό­χρο­νη γέν­νη­ση στα έ­πη και τα έ­θνη. Πράγ­μα­τι, ο Ι­ΣΤ΄ αιώ­νας α­πο­τε­λεί την α­φε­τη­ρί­α του τουρ­κι­κού έ­θνους, ό­πως κι ο ΙΒ΄, ταυ­τι­ζό­με­νος με την κα­τα­γρα­φή του α­κρι­τι­κού έ­πους του Δι­γε­νή, θε­ω­ρεί­ται ο αιώ­νας που α­να­δύ­ε­ται η ι­δε­ο­λο­γί­α που α­πο­φα­σι­στι­κά α­γκα­λιά­ζει την ελ­λη­νι­κό­τη­τα… Αλ­λά πώς θα ή­ταν πο­τέ δυ­να­τόν Έλ­λη­νες και Τούρ­κοι, δυο έ­θνη δια­φο­ρε­τι­κά, να ταυ­τί­ζουν την α­φε­τη­ρί­α τους πά­νω στο ί­διο έ­πος; Βλέ­που­με λοι­πόν πως ό­ποιος ε­πι­χει­ρή­σει να σκια­γρα­φή­σει έ­στω και με δυο μό­νο γραμ­μές μια Ι­στο­ρί­α για τη “Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α” θα σκο­ντά­ψει σε δυ­σκο­λί­ες. Διό­τι η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α α­να­τρέ­χει σε ι­στο­ρι­κές πε­ριο­χές που ε­πά­νω τους ως σή­με­ρα ε­λά­χι­στο φως έ­χει χυ­θεί. Οι αι­ρέ­σεις, οι ε­ξω­μο­σί­ες, έ­χουν προ­σθέ­σει τη δι­κή τους λο­γι­κή στη δια­σπο­ρά των λο­γο­τε­χνι­κών πη­γών. Η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α τις έ­χει κα­τα­πιεί ως α­μά­ση­τη τρο­φή. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα έ­πη του Δι­γε­νή μάς προ­σφέ­ρουν τη συγ­γέ­νεια, έ­να δε­σμό αί­μα­τος α­νά­με­σα σ’ ό,τι εί­ναι ή θα πρέ­πει να ο­νο­μά­ζε­ται “Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α”. Δυ­στυ­χώς, στην ί­δια τη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α ό­μως, α­ντα­να­κλά­ται ο φό­βος πως… ί­σως η συγ­γέ­νεια αυ­τή δεν εί­ναι “γραμ­μι­κή”. Πράγ­μα­τι τον Ι­ΣΤ΄ αι. α­πα­γο­ρεύ­ο­νται πλέ­ον οι ο­μα­δι­κοί ε­ξι­σλα­μι­σμοί, για­τί φυ­σι­κά έ­χει πια ο­λο­κλη­ρω­θεί ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός, έ­χει μορ­φο­ποι­η­θεί το “ε­θνι­κό” σώ­μα των Τούρ­κων. Αυ­τοί που διά­βα­ζαν τον Δι­γε­νή-Κιό­ρο­γλου με την Κα­ρα­μαν­λί­δι­κη γρα­φή ή­σαν οι ντό­πιοι και ε­πύληδες χρι­στια­νοί. Ε­κεί­νοι που διά­βα­ζαν τον Κιό­ρο­γλου στα Ο­θω­μα­νι­κά ή­σαν οι μου­σουλ­μά­νοι, κα­τά το πά­λαι ή το νε­ό­τε­ρον ε­ξι­σλα­μι­σμέ­νοι.


Συ­μπε­ραί­νου­με λοι­πόν πως η ι­διο­τυ­πί­α στο έ­πος αυ­τό δεν συ­νί­στα­ται στη γέ­νε­ση ε­νός έ­θνους α­πό δύ­ο γέ­νη, κα­τά το πρό­τυ­πο του ή­ρω­α Διγε­νή, αλ­λά στη γέ­νε­ση δύ­ο ε­θνών α­πό το ί­διο γέ­νος.


Λί­γο πιο πί­σω α­πό τα Μι­κρα­σια­τι­κά πα­ρά­λια και τις πε­διά­δες τους, ε­κεί που ε­πι­βλη­τι­κό και δυ­σπρό­σι­το μοιά­ζει ξαφ­νι­κά να υ­ψώ­νε­ται α­πό­το­μα το ο­ρο­πέ­διο της Α­να­το­λί­ας, η ε­θνι­κή μας λο­γο­τε­χνί­α έ­χει το­πο­θε­τή­σει, κα­τά το πρό­τυ­πο της Ιε­ρου­σα­λήμ, έ­να τοί­χο… ο­δυρ­μών. Και μια μη α­να­γνώ­σι­μη πλέ­ον γε­ω­γρα­φί­α στο Μι­κρα­σια­τι­κό χάρ­τη (αυ­τή που ως “λο­γο­τε­χνι­κή γε­ω­γρα­φί­α” στα σύγ­χρο­να έρ­γα φέρ­νει γέ­λια ό­ταν ψά­χνει κα­νείς να την ταυ­τί­σει με δε­δο­μέ­να) μας συ­νε­γεί­ρει κα­θώς πα­ρα­σύ­ρει μέ­σα, α­να­το­λι­κά, τα σύ­νο­ρα της ε­θνι­κής μας ε­πι­κής γε­ω­γρα­φί­ας. Α­να­κα­λύ­πτου­με τα α­να­το­λι­κά σύ­νο­ρα της γλώσ­σας μας, πε­ρί­που της ί­διας που α­κό­μα (!!) μι­λά­με και νιώ­θου­με πε­ρή­φα­νοι. Τα έ­πη του Δι­γε­νή α­ναμ­φι­σβή­τη­τα συμ­με­τέ­χουν στη Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α, ό­χι λό­γω της α­δια­φι­λο­νί­κη­της ι­στο­ρι­κό­τη­τας που εν­σω­μα­τώ­νουν μα για­τί ση­μα­το­δο­τούν την α­φε­τη­ρί­α-σταθ­μό του θρή­νου μας. Στον “Δι­γε­νή” η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α πρέ­πει να ψά­χνει για τη “χα­μέ­νη Ιε­ρου­σα­λήμ”. Στα έ­πη αυ­τά, ο Ρό­ντρικ Μπή­τον (“Ε­ρω­τι­κή μυ­θι­στο­ρί­α του ελ­λη­νι­κού Με­σαί­ω­να”) εύ­στο­χα θαρ­ρώ, ι­χνη­λα­τεί τον ί­διο θρή­νο, την ί­δια λο­γο­τε­χνι­κή ψυ­χή που έρ­χε­ται να μας βρει αρ­γό­τε­ρα τον, 20ό αιώ­να, με τα έρ­γα του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη, του Γιώρ­γου Θε­ο­το­κά, του Κο­σμά Πο­λί­τη, του Η­λί­α Βε­νέ­ζη, που γρά­φη­καν με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή. Τό­σο ε­κεί­νο το πρω­το­μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­σο και τα δεύ­τε­ρα ευ­θυ­γραμ­μί­ζο­νται ως λο­γο­τε­χνί­α. Με­τά τα έ­πη του Δι­γε­νή, η “Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α” στην ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεί­α α­πο­τε­λεί μια ει­δι­κή πε­ριο­χή (ί­σως πο­λύ με­γά­λη για να θε­ω­ρη­θεί α­πλά κλά­δος) που γειτ­νιά­ζει με τη μνή­μη, την κα­τα­γρα­φή και την ι­στο­ρί­α, πε­ριο­χή με γε­ω­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες, ά­ρα με ι­στο­ρι­κό μύ­θο, με τη Μι­κρά Α­σί­α και αρ­γό­τε­ρα με τη νε­ώ­τε­ρη Ελ­λά­δα της προ­σφυ­γιάς. Έ­τσι κα­λύ­πτει έ­ναν κό­σμο που δι­ψά να εκ­φρα­στεί μέ­σω της πιο δυ­να­μι­κής του πλέ­ον ι­διό­τη­τας, με το βά­ρος της ι­στο­ρί­ας που εν­στερ­νί­ζε­ται. Ε­κεί­νος ο ά­γνω­στός μας πρω­το­μα­ΐστο­ρας της μυ­θι­στο­ρί­ας διέ­γρα­ψε το προ­φίλ ε­νός ο­λό­κλη­ρου λο­γο­τε­χνι­κού κορ­μού, που ό­μως γε­λιέ­ται ό­ποιος νο­μί­ζει πως έ­μει­νε βου­βός σε μι­κρα­σια­τι­κή πα­ρα­γω­γή α­πό το 1071 ως το 1922.



Ύ­στε­ρα απ’ ό­λα αυ­τά δι­στά­ζω για το πώς θα μπο­ρού­σε να ο­ρί­ζε­ται η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Το δι­σταγ­μό μου δι­καιώ­νουν τα κρι­τή­ρια που υ­ιο­θε­τεί ο Νί­κος Βέ­ης(Bees) ό­ταν το 1939 συ­γκε­ντρώ­νει βι­βλιο­γρα­φί­α της λο­γο­τε­χνί­ας της Σμύρ­νης του ΙΘ΄ αι. Η λο­γο­τε­χνί­α Σμύρ­νης α­μέ­σως το­πο­θε­τεί­ται κά­τω α­πό την α­σφα­λή ο­μπρέλ­λα της “Ελ­λη­νι­κής Μι­κρα­σια­τι­κής Βι­βλιο­γρα­φί­ας” την ο­ποί­α σπεύ­δει να ο­ρο­θε­τή­σει ως “συ­στη­μα­τι­κή α­να­γρα­φή των πε­ρί Μι­κράς Α­σί­ας και πα­ρά των Μι­κρα­σια­τών γρα­φέ­ντων, κα­θώς και α­να­γρα­φέ­ντων πα­ντοί­ων δη­μο­σιευ­μά­των τα ο­ποί­α ε­ξε­δό­θη­σαν υ­πό των Ελ­λη­νι­κών τυ­πο­γρα­φεί­ων της Μι­κράς Α­σί­ας.” (Μι­κρ. Χρο­νι­κά, τόμ.Β΄ και Ε΄). Δεν υ­πο­κύ­πτει στον κίν­δυ­νο να ο­νο­μά­σει ως κρι­τή­ριο τη γλώσ­σα, αλ­λά στη συ­νέ­χεια πα­ρα­θέ­τει ελ­λη­νό­γλωσ­ση γραμ­μα­το­λο­γί­α. Έ­τσι προ­κύ­πτει το συ­μπέ­ρα­σμα πως η Ελ­λη­νι­κή Μι­κρα­σια­τι­κή βι­βλιο­γρα­φί­α εί­ναι μό­νο ελ­λη­νό­φω­νη και σ’ αυ­τήν πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με και κά­ποια τουρ­κό­φω­νη, ει­δι­κή… Βλέ­που­με λοι­πόν εξ αρ­χής τη λαν­θα­σμέ­νη στά­ση. Η Σμυρ­να­ϊ­κή λο­γο­τε­χνί­α θέ­λει να η­γε­μο­νεύ­ει στη Μι­κρα­σια­τι­κή λο­γο­τε­χνί­α, σ’ έ­ναν εξ αγ­χι­στεί­ας συγ­γε­νή, ξε­χνώ­ντας πως η λο­γο­τε­χνί­α α­πό τη φύ­ση της έ­χει ρί­ζες και σαν το δέν­δρο δε νο­εί­ται πα­ρά ε­νιαί­α με τις πη­γές της. Κά­τω απ’ αυ­τή την ά­πο­ψη, η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α δε μπο­ρεί να εί­ναι ού­τε τουρ­κι­κή, ού­τε ελ­λη­νι­κή, μπο­ρεί να δέ­νε­ται μ’ έ­ναν τό­πο, έ­να λα­ό, με το δι­κό μας αί­μα, αλ­λά πο­τέ μ’ έ­να έ­θνος! Προ­σο­χή… Δεν θα εί­μα­στε πο­τέ έ­τοι­μοι να συ­μπε­ρά­νου­με πως η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α α­πο­τε­λεί έ­ναν κορ­μό φι­λο­λο­γί­ας που προ­έρ­χε­ται α­πό τη ζύ­μω­ση δια­φο­ρε­τι­κών λα­ών στον ί­διο χώ­ρο. Η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α, ό­πως και η ο­μώ­νυ­μη Τέ­χνη, εί­ναι πο­λυ­συλ­λε­κτι­κή μό­νον ό­ταν “δα­νεί­ζε­ται” στοι­χεί­α α­πό την Α­σί­α. Μέ­σα στον ί­διο της τον χώ­ρο εί­ναι ε­πι­λε­κτι­κή! Το γε­γο­νός ό­τι έρ­γα ό­πως “το Φλο­γε­ρό έ­πος του Σουλ­τάν Μαχ­μούτ” του Gulzari, εί­χαν με­τα­φρα­στεί και στα αρ­με­νι­κά, και ή­σαν πο­λύ δη­μο­φι­λή, ε­πι­βε­βαιώ­νει για άλ­λη μια φο­ρά την α­νά­γκη για συγ­χρο­νι­κή με­λέ­τη των έρ­γων που α­φο­ρούν ή που έρ­χο­νται α­πό τη ζω­ή και τα τυ­πο­γρα­φεί­α του μι­κρα­σια­τι­κού χώ­ρου.
Η λο­γο­τε­χνί­α εί­ναι υ­πό­θε­ση “ψυ­χής” και ως τέ­χνη λό­γου πρέ­πει να εί­ναι πλα­τειά ώ­στε να νιώ­θει, να συμ-πα­θεί… Η λο­γο­τε­χνί­α δεν εί­ναι κα­λά και σώ­νει α­ντάρ­τι­κο, και με­τά α­πό μια α­πο­δο­χή μπο­ρεί να γί­νουν, ψη­λά στο δέ­ντρο της, οι πιο ώ­ρι­μοι καρ­ποί. Η λο­γο­τε­χνί­α εί­ναι σύμ­βα­ση– αλ­λ’ ο­πωσ­δή­πο­τε ε­κτός α­γο­ράς! Σύμ­βα­ση γλώσ­σας και μέ­σων!!! Μό­νο ό­ποιος νιώ­σει να τον πιέ­ζει αυ­τή η σύμ­βα­ση, ί­σα­με ’κει που φτά­νει η α­νεί­πω­τη έκ­φρα­ση, κά­νει α­ντάρ­τι­κο. Οι α­να­γνώ­στες συ­νή­θως έ­χουν πα­τρί­δα. Αυ­τός ό­μως που γρά­φει εί­ναι κά­ποιος που μό­νι­μα την α­να­ζη­τά. Α­πό την ά­πο­ψη αυ­τή ευ­θαρ­σώς μπο­ρώ να προ­σφέ­ρω μιαν α­πά­ντη­ση σε τού­το το κεί­με­νο, ναι… η Μι­κρα­σια­τι­κή Λο­γο­τε­χνί­α εί­ναι κά­τι που υ­πάρ­χει, ως κα­τα­φύ­γιο κι έκ­φρα­ση κά­θε ε­ξό­ρι­στου νο­σταλ­γού. Κά­θε στιγ­μή στον χώ­ρο της μπο­ρεί να πνεύ­σουν ά­νε­μοι, κά­θε στιγ­μή…


Σημειωσεις

  • (ό­ταν ο ε­κεί­θεν του Αι­γαί­ου ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­κός κό­σμος υ­πο­λο­γί­ζε­το σε 32 ε­κα­τομ. κα­τά το έ­τος 395 μ.Χ., συ­μπτύ­χθη­κε σε μό­λις 1,5 ε­κα­τομ. ψυ­χές που έ­φθα­σαν να α­νταλ­λα­χθούν με τη Συν­θή­κη Λω­ζάνης του1923.Βλ. Γε­ωρ­γιά­δης-Αρ­νά­κης, Οι πρώ­τοι Ο­θω­μα­νοί).
    ** Η Σμυρ­να­ϊ­κή λο­γο­τε­χνί­α ταυ­τί­ζε­ται με τη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α α­πό τον 18ο αι. και δια­χέ­ε­ται α­πό το πνεύ­μα του δια­φω­τι­σμού.
    *** Ό­πως έ­χει δια­πι­στω­θεί, ού­τε οι ελ­λη­νό­φω­νοι μου­σουλ­μά­νοι, που ε­γκα­τέ­λει­ψαν α­ντί­στοι­χα με τη Συν­θή­κη της Λω­ζάν­ης την Ελ­λά­δα, α­νέ­πτυ­ξαν ως τώ­ρα α­ξιό­λο­γη λο­γο­τε­χνί­α.

Ε­πι­λεγ­μενη Βι­βλιο­γρα­φια
Α­λε­ξί­ου Στυ­λια­νός: Βα­σί­λειος Δι­γε­νής Α­κρί­της και τα ά­σμα­τα του Αρ­μού­ρη και του Υ­ιού του Αν­δρο­νί­κου, Ε­στί­α, Α­θή­να 1995.
Κε­χα­γιό­γλου Γιώρ­γος: “Η σπα­σμω­δι­κή συ­γκρι­τι­κή γραμ­μα­το­λο­γί­α του νέ­ου Ελ­λη­νι­σμού….”, Δελ­τί­ο ΚΜΣ, τ.11, Α­θή­να, 1995-96.
Κι­τρο­μη­λί­δη Μ.Πα­σχά­λη, “Ο ε­ξι­σλα­μι­σμός της Μι­κράς Α­σί­ας”, Μι­κρ. Χρο­νι­κά, τα, 16, Α­θή­να 1975.
Μη­λιώ­ρης Ε.Νί­κος “Η Μι­κρ. τρα­γω­δί­α στη λο­γο­τε­χνί­α και την τέ­χνη”, Μι­κρ. Χρο­νι­κά, τ.13, Α­θή­να,1967.
Πα­μπού­κης Ι.Τ. : Δι­γε­νής ο Κιό­ρο­γλου, Ελ­λη­νι­κή Δη­μιουρ­γί­α, τεύ­χος 68.
Νικ. Πο­λί­της “Πε­ρί του ε­θνι­κού έ­πους των νε­ω­τέ­ρων Ελ­λή­νων”, Λα­ο­γρα­φι­κά Σύμ­μι­κτα Α΄ , Α­θή­να 1920.
Ilias Anagnostakis, Evangelia Balta: “La découverte de la Cappadoce au dix-neuvième siècle”. Eren, Istanbul.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek