του Γιάννη Ξένου, από το Άρδην τ. 104, Μάρτιος-Μάιος 2016

Στην Ελλάδα κατά περιόδους έχουν απήχηση βολικοί μύθοι που διακινούνται τόσο από την εθνομηδενιστική αριστερά, αλλά και από πατριωτικές φωνές, σχετικά με διαμάχη κεμαλικών – ισλαμιστών στην Τουρκία. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα την αναπληρώτρια υπουργό Παιδείας, Σία Αναγνωστοπούλου, που με το «ειδικό βάρος» της καθηγήτριας Τουρκικών Σπουδών, πριν λίγα χρόνια, εκθείαζε τον εκδημοκρατιστή Ερντογάν, ή την κυπριακή εφημερίδα Πολίτης, που την επομένη των τελευταίων εκλογών στην Τουρκία κυκλοφόρησε με το εξωφρενικό εξώφυλλο «Σάρωσε το AKP, ελπίζει η Κύπρος, αυτοδύναμη κυβέρνηση χωρίς εθνικιστικά βαρίδια». Άλλοι, το παιχνίδι εξουσίας πολιτικού ισλάμ-κεμαλικών το ανέγνωσαν ως και δική τους εκδίκηση για τις γενοκτονίες των κεμαλικών στον Πόντο και τη Μικρά Ασία, ως μια προσπάθεια αποκαθήλωσης του Κεμάλ.

Στην Τουρκία το κεμαλικό κατεστημένο και το πολιτικό ισλάμ έχουν μια σχέση συνεργασίας, αλλά και ανταγωνισμού, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το σύγχρονο τουρκικό κράτος. Ο Κεμάλ μπορεί το 1924 να κατήργησε το οθωμανικό χαλιφάτο, και έναν χρόνο μετά να διέλυσε τα θρησκευτικά τάγματα (τους επέτρεψε όμως να λειτουργούν με άλλη μορφή), αλλά, από την άλλη, η μόνη εθνική ταυτότητα που αποδεχόταν ήταν αυτή της τουρκικότητας, δηλαδή του κοσμικού μουσουλμάνου, που συμπυκνώνεται στο σύνθημα, «Ένα κράτος, μια γλώσσα, ένα έθνος». Η διακυβέρνηση Μεντερές –που ήταν πρώην βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (δηλαδή του κεμαλικού), τη δεκαετία του ’50– ήταν το πρώτο σκίρτημα του πολιτικού ισλάμ, μιας και ήταν εκφραστής των πιο συντηρητικών και θρησκευόμενων στρωμάτων της Ανατολής, αλλά και της αναπτυσσόμενης αστικής τάξης που δεν επιθυμούσε τον σφιχτό εναγκαλισμό του κράτους. Μια από τις πρώτες συμβολικές ενέργειές του ήταν να επαναφέρει το κάλεσμα για προσευχή. Ο Μεντερές επέτρεψε την επαναδραστηριοποίηση των θρησκευτικών δραστηριοτήτων, ως έκφραση των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και ως ανάχωμα στην κοσμική αριστερά. Ο Μεντερές ανατράπηκε από την πρώτη στρατιωτική χούντα, αλλά, πιστός στο κεμαλικό δόγμα, το 1955 εξεδίωξε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

Το πολιτικό ισλάμ, μετά το άδοξο τέλος του Μεντερές, βρήκε έκφραση σε μια πλειάδα πολιτικών προσώπων όπως του Ερμπακάν (που είναι ο πολιτικός πατέρας του Ερντογάν), αλλά και στους Ντεμιρέλ, Οζάλ κ.ά. Το Κόμμα Ευημερίας (μετονομασία του κόμματος Ερμπακάν μετά το 1983) ήταν ένα ισλαμικό λαϊκό κίνημα με αντιδυτικά χαρακτηριστικά και αντισιωνιστική ρητορεία, που λειτουργούσε σαν κόμμα με στόχο την εγκαθίδρυση μια ισλαμικής κοινωνίας και κράτους. Το πρώτο κόμμα του Ερμπακάν (Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας) συγκυβερνούσε με τον κεμαλιστή Ετσεβίτ το 1974, όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, διαλύθηκε από τη χούντα του 1981 και επανεμφανίστηκε το 1983. Ήταν το κόμμα με την πιο οργανωμένη βάση και πρώτο σε κοινωνική προσφορά και σχεδόν αποκλειστική απήχηση στην κεντρική και ανατολική Ανατολία, μέχρι τα μέσα του ’90, δηλαδή στις πιο συντηρητικές σουνιτικές περιοχές. Τη μεγάλη έκπληξη την έκανε όταν το 1994 κέρδισε στις δημοτικές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη (με τον Ερντογάν υποψήφιο), καθώς και στην Άγκυρα, όπου πλέον είχαν συγκεντρωθεί στις λαϊκές γειτονιές μεγάλοι πληθυσμοί από την Ανατολή.
Η στρατιωτική χούντα του 1980 είχε ήδη ενισχύσει και χρησιμοποιήσει το πολιτικό ισλάμ του Ερμπακάν. Στα πλαίσια της αμερικανικής εμπνεύσεως «Πράσινης Ζώνης», το σουνιτικό ισλάμ ήταν κατάλληλο για να περιορίσει την κάθοδο των Ρώσων στο Αφγανιστάν, αλλά και την άνοδο του σιιτικού ισλάμ στο Ιράν, που μόλις είχε επαναστατήσει και ήταν απρόβλεπτο. Οι Αμερικανοί ευνόησαν μια προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας – Τουρκίας σε ιδεολογικό και οικονομικό τομέα. Οι στρατηγοί προώθησαν εκείνη τη σουνιτική ερμηνεία του ισλάμ που είναι πιο κοντά στον ουαχαμπιτισμό της Σαουδικής Αραβίας και τροποποίησαν το Σύνταγμα προκειμένου να ενθαρρύνουν την είσοδο του σαουδαραβικού κεφαλαίου.
Τότε ξεκίνησε το αφήγημα της τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης, ή αλλιώς της ισλαμοποίησης του κεμαλισμού, ως διέξοδος για τον περιορισμό της επιρροής της αριστεράς, που εκείνη την εποχή ήταν σημαντική. Κατά τη διάρκεια της τριετούς χούντας, οι στρατηγοί έχτισαν χιλιάδες τζαμιά και ο προϋπολογισμός της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων αυξήθηκε πάνω από 50%.

Η τουρκοϊσλαμική σύνθεση ενίσχυσε και τις θέσεις του τουρκικού φασισμού, όπως αυτός εκφράστηκε μέσω των Γκρίζων Λύκων, που δολοφόνησε χιλιάδες αριστερούς. Ο ηγέτης των Γκρίζων Λύκων, Αλπαρσλάν Τουρκές, ήταν ένας πρώην ναζί με ενεργό συμμετοχή στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971, αλλά και στις σφαγές των αλεβιτών στο Μαράς το 1978, όταν ισλαμιστές και εθνικιστές, με τις πλάτες του κεμαλικού στρατού, δολοφόνησαν περισσότερους από εκατό αλεβίτες. Μεγάλο μέρος των Γκρίζων Λύκων χρησιμοποιήθηκε από τον Οζάλ, τον εκλεκτό των στρατηγών για τη μετάβαση στη… δημοκρατία. Η περίοδος 1980-1983 μοιάζει με τη σημερινή κατάσταση στην Τουρκία, όπου, όπως τώρα, βρίσκεται σε εξέλιξη μια συμμαχία κεμαλιστών (στρατιωτικών και φασιστών) -ισλαμιστών, – η διαφορά βρίσκεται στο ότι τα ηνία τότε τα κρατούσαν οι κεμαλιστές στρατηγοί και οι άλλοι ακολουθούσαν, ενώ τώρα βρίσκονται στα χέρια του ισλαμιστή Ερντογάν. Επίσης, ο στόχος έχει αλλάξει, τότε ήταν η αριστερά, ενώ σήμερα οι Κούρδοι.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ήττα του Ιράκ το 1991, ο Οζάλ θεώρησε ότι ήταν η ώρα να διεκδικήσει η Τουρκία περιφερειακό ηγεμονικό ρόλο. Το ιδεολογικό πλαίσιο που προώθησε ήταν αυτό του μετριοπαθούς ισλάμ, που θα συνδύαζε τους καπιταλιστικούς κανόνες με τα ήθη του ισλάμ, μια ιδεολογία που θα έβρισκε κοινό έδαφος σε Τούρκους, Κούρδους, Αζέρους, Ουζμπέκους και Βόσνιους, δηλαδή ένα ιδεολογικό πλαίσιο που τα τελευταία χρόνια ονομάζουμε νεοθωμανισμό. Ο Νεοθωμανισμός, όπως αποκρυσταλλώθηκε μερικά χρόνια μετά, είναι η ολοκλήρωση του ισλαμοκεμαλισμού στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων και της περιφερειακής πολιτικής, το όπλο για διείσδυση στις αραβικές χώρες, στα Βαλκάνια, στη Ρωσία και την Κεντρική Ασία. Η τουρκοϊσλαμική σύνθεση διά χειρός Οζάλ έφτασε στα όριά της το 1993, όταν ο ίδιος θέλησε να βρει λύση στο Κουρδικό και το στρατιωτικό κατεστημένο, όπως σήμερα πιστεύεται, τον δολοφόνησε.

Αν ο Οζάλ, με τον πρώιμο νεοθωμανισμό του και κυρίως την προσήλωσή του στον νεοφιλελευθερισμό είναι το ένα ρεύμα από το οποίο αρδεύεται το πολιτικό ισλάμ του Ερντογάν, το άλλο είναι, διαχρονικά, αυτό του Ερμπακάν. Μετά και την ήττα της εκδοχής του Ερμπακάν το 1996, όπου οι στρατηγοί, με ένα μεταμοντέρνο πραξικόπημα, τον εξανάγκασαν να παραδώσει την εξουσία, οι μαθητές του είχαν πάρει το μάθημά τους. Ήταν ξεκάθαρο πως ο δρόμος προς την εξουσία απαιτούσε ένα μείγμα από τα παραδείγματα Ερμπακάν και Οζάλ, δηλαδή από τη μια το κόμμα και η σύνδεσή του με τα θρησκευόμενα στρώματα και από την άλλη η πρόσδεση στη Δύση και τον νεοφιλελευθερισμό, όπως έπραττε ο Οζάλ. Στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ο Ερντογάν παρουσιαζόταν ως φιλοδυτικός, υπέρ των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ – δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερντογάν έγινε δεκτός από τον Λευκό Οίκο πριν γίνει πρωθυπουργός και ενώ στην Τουρκία διωκόταν πολιτικά.
Στο πρώτο διάστημα το AKP έκανε ανοίγματα στο Κουρδικό, ικανοποίησε την καταπιεσμένη θρησκευτικότητα των οπαδών του και «ξεπάγωσε» την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ. Στη διαμάχη του με τους στρατηγούς ο Ερντογάν είχε τη στήριξη της Δύσης, διότι πια η εικόνα των στρατιωτικών πραξικοπημάτων ήταν αναχρονιστική, ενώ από την άλλη, εξαιτίας των πολέμων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, ήταν απαραίτητο να επιδεικνύεται ότι η Δύση δεν είναι εχθρική απέναντι στο ήπιο πολιτικό ισλάμ. Η διαμάχη με τους στρατηγούς κορυφώθηκε το διάστημα 2006-2010 και κατέληξε με τη νίκη του Ερντογάν, αφού, με αφορμή την υπόθεση Εργκένεκον (που η ελεγχόμενη από το πολιτικό ισλάμ, δικαιοσύνη, της έδωσε μεγάλες διαστάσεις) ο Ερντογάν κατόρθωσε να ξεδοντιάσει τους στρατηγούς, όχι όμως και να τους αφοπλίσει, απλώς τον άφησαν ελεύθερο για ένα διάστημα να ξεδιπλώσει ανενόχλητος πτυχές της νεοθωμανικής πολιτικής του. Στη δεκαπενταετία του Ερντογάν η Τουρκία άλλαξε κατά πολύ, με βασικά όπλα μια ταχεία οικονομική της ανάπτυξη, με ρυθμούς που λίγες χώρες μπορούν να επιδείξουν και την εξωτερική πολιτική της που βασίζεται στον νεοθωμανισμό, όπως διατυπώθηκε από τον Νταβούτογλου.
Γ ια μια δεκαετία η Τουρκία ήταν το υπόδειγμα ισλαμικής χώρας με δυτικό προσανατολισμό. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης το 2011 εκθείαζαν το «τουρκικό μοντέλο» ως ένα μόρφωμα που «συνθέτει αποτελεσματικά το ισλάμ με τη δημοκρατία και τη στιβαρή οικονομία», και αναγόρευαν τον Ερντογάν στην «προσωπικότητα με τη μεγαλύτερη ίσως επιρροή στη Μέση Ανατολή». Ο Ομπάμα το 2009 χαρακτήριζε την Τουρκία «παράδειγμα εταίρου». Έπαινοι όμως επιδαψιλεύονταν και από την πλευρά του πολιτικού Ισλάμ. Ο Ταρίκ Ραμαντάν, με αφορμή την επίσκεψη του Ερντογάν σε Τυνησία και Αίγυπτο το 2011, έγραφε: «Έχει τεράστια απήχηση στον λαό. Άραβες και μουσουλμάνοι παρακολουθούσαν με έκπληξη και θαυμασμό». Και συνέχιζε, «η Τουρκία μπορεί και πρέπει να παίξει σημαντικό ρόλο, βοηθώντας τους μουσουλμάνους να ανακτήσουν την αυτοπεποίθηση, την αυτονομία, τον πλουραλισμό και την επιτυχία». Η πρωτοφανής επιτυχία της Τουρκίας στηριζόταν στην αρχή των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες που πρέσβευε ο μειλίχιος Νταβούτογλου, ο οποίος περηφανευόταν ότι φέρνει μια νέα οθωμανική ειρήνη, που θα επεκτείνει την επιρροή από τον Καύκασο ως τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο. Το καθεστώς Ερντογάν διαφημιζόταν ως η «εναλλακτική πρόταση» ανάμεσα στον αραβικό απολυταρχισμό και τον ακραίο ισλαμισμό του Ιράν, χωρίς να φαντάζονται οι χειροκροτητές του ότι σύντομα η Τουρκία θα μπορούσε να γίνει και τα δύο.

Σε αυτήν τη δεκαετία η Τουρκία βελτίωσε σημαντικά τις σχέσεις με τη Ρωσία. Οι ρωσοτουρκικές εμπορικές συναλλαγές το 2014 πλησίαζαν τα 40 δισ. δολάρια και ετησίως επισκέπτονταν την Τουρκία 4 εκατομμύρια Ρώσοι, ενώ η Ρωσία σχεδίαζε να βοηθήσει την Τουρκία να αποκτήσει πυρηνικό εργοστάσιο. Μετά την ουκρανική κρίση για ένα διάστημα είχαν έρθει ακόμα πιο κοντά, – και βοηθούσαν ως προς αυτό και διάφορες ρωσικές θεωρίες όπως αυτή της Ευρασίας, που αναβάθμιζαν σημαντικά τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή. Αλλά και με το Ιράν είχε βελτιώσει σημαντικά τις σχέσεις της, ειδικά το διάστημα που το Ιράν ήταν αποκλεισμένο από τις αγορές πετρελαίου – η μόνη διέξοδος που διέθετε ήταν το λαθρεμπόριο με την Τουρκία. Για να μη μιλήσουμε για την ενίσχυση της επιρροής της στα Βαλκάνια, που ήταν πολύ πιο εύκολο εγχείρημα με την οικονομική της δύναμη και τις μουσουλμανικές μειονότητες που διαθέτει.

Μια πρώτη ένδειξη ότι το δόγμα «μηδενικά προβλήματα» δεν μπορούσε επ’ άπειρον να λειτουργεί ήταν η υπόθεση Μαβί Μαρμαρά, που τορπίλισε τις σχέσεις με το Ισραήλ και ακόμα και σήμερα, έξι χρόνια μετά και παρά τις υποχωρήσεις της Τουρκίας, οι σχέσεις δεν έχουν αποκατασταθεί. Αλλά ο καταλύτης των αρνητικών εξελίξεων ήταν η Αραβική Άνοιξη. Όταν πρωτοξέσπασε στην Τυνησία, η Τουρκία απέφυγε να πάρει θέση, όταν μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, ο Ερντογάν έσπευσε να παροτρύνει τον Μουμπάρακ να «ικανοποιήσει δίχως δισταγμό τον πόθο του λαού για αλλαγή» – «εσύ πρέπει να κάνεις το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της ειρήνης, της ασφάλειας και της σταθερότητας στην Αίγυπτο», δηλαδή να αποχωρήσει μια ώρα αρχύτερα για να πάρουν την εξουσία οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, όπως και έγινε.

Η αρχή του τέλους για τα «μηδενικά προβλήματα» υπήρξε ο συριακός εμφύλιος. Μέχρι τη συριακή εξέγερση ο Ερντογάν διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Άσαντ. Στην αρχή προσπάθησε να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή, αλλά, όταν επικράτησε στην Ουάσιγκτον η σκληρή γραμμή της Σαουδικής Αραβίας, που ήθελε να σπάσει το τόξο Ιράν-Συρία-Λίβανος, ο Ερντογάν ευθυγραμμίστηκε. Η Τουρκία έγειρε προς την πλευρά του σουνιτικού Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Η επιθυμία της για τη δημιουργία ενός σουνιτικού κράτους, που θα προέκυπτε από τον διαμελισμό της Συρίας και που θα την ένωνε με τον υπόλοιπο σουνιτικό κόσμο με τα πλούσια ενεργειακά αποθέματα, την τύφλωσε. H εκτράχυνση του συριακού εμφυλίου έδωσε τη δυνατότητα να εκφραστούν οι πιο ακραίες πλευρές του ισλάμ, η Τουρκία ταυτίστηκε με τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ και, γενικώς στη διαμάχη σουνιτών-σιιτών, συμπαρατάχθηκε με τους πρώτους και ας βρίσκονται στην επικράτειά της αρκετά εκατομμύρια αλεβίτες, που ανήκουν στο σιιτικό ισλάμ. Έτσι πια δεν διεκδικεί την έκφραση του συνόλου του ισλάμ, αλλά μόνο της σουνιτικής του διάστασης, μόνο που γειτονεύει με χώρες που στην πλειοψηφία τους είναι σιιτικές (Ιράν-Ιράκ) ή έχουν ισχυρές σιιτικές μειοψηφίες. Στην Αίγυπτο, η στρατιωτική χούντα εξεδίωξε τους σουνίτες Αδελφούς Μουσουλμάνους και οι σχέσεις με την Τουρκία είναι κάκιστες. Μετά την επέμβαση της Ρωσίας στην Συρία, διαλύθηκαν οι καλές σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ ακόμα και με τη μακρινή Κίνα, λόγω των Ουιγούρων, οι σχέσεις είναι παγωμένες. Έτσι της απέμειναν μόνο οι Σαουδάραβες, οι Καταριανοί και η Αφρική όπου επιχειρεί άνοιγμα, ενώ και οι Αμερικανοί ολοένα και περισσότερο δυσφορούν για τις υπόγειες σχέσεις Τουρκίας και Ισλαμικού Κράτους.

Η εσωτερική κρίση και ο φόβος του ισλαμοφασισμού

Η εμφάνιση εξωτερικών δυσκολιών είχε ως αποτέλεσμα και την εμφάνιση εσωτερικών τριγμών στο στρατόπεδο του πολιτικού Ισλάμ. Το 2013 η δικαιοσύνη και η αστυνομία που ελέγχονταν από τον Γκιουλέν (που στη δεκαετία του ’80 στήριζε τον Οζάλ, ως τον εκφραστή του δυτικόφιλου πολιτικού ισλάμ) αποκάλυψαν την εκτεταμένη διαφθορά του περιβάλλοντος του Ερντογάν. Η απάντηση του Ερντογάν ήταν άμεση, ξηλώνοντας του οπαδούς του Γκιουλέν από τη δικαιοσύνη και την αστυνομία και βάζοντας στον πάγο πρώην συνοδοιπόρους του όπως ο Γκιούλ κ.ά. που βρίσκονταν υπό την επιρροή του Γκιουλέν. Η απομάκρυνση Νταβούτογλου τον προηγούμενο μήνα ήταν το τελευταίο επεισόδιο εξόντωσης από τον Ερντογάν όσων ισλαμιστών μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή ανταγωνισμού στο προσωποκεντρικό καθεστώς που επιχειρεί να εγκαθιδρύσει. Το «κατηγορητήριο» κατά του Νταβούτογλου, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ήταν περισσότερο δυτικόφιλος από όσο επιθυμούσε ο Ερντογάν και ότι στο Κουρδικό δεν ταυτιζόταν με τη σκληρή γραμμή Ερντογάν.
Από την άλλη, οι σχέσεις του Ερντογάν με τους κεμαλιστές στρατηγούς συνεχώς βελτιώνονται, άλλωστε, οι περισσότεροι που είχαν φυλακιστεί για την υπόθεση Εργκένεκον, έχουν αποφυλακιστεί. Οι στρατηγοί δεν του βάζουν προσώρας εμπόδια για την αλλαγή του Συντάγματος που επιδιώκει, ενώ ως αντάλλαγμα αναβαθμίζονται και πάλι ως κεντρικός πόλος εξουσίας, διεξάγοντας έναν αιματηρότατο πόλεμο στις νοτιοανατολικές επαρχίες εναντίον της εξεγερμένης κουρδικής νεολαίας. Αλλά ο Ερντογάν ενισχύει τις σχέσεις του και με το φασιστικό κομμάτι του κεμαλισμού, δηλαδή το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης του Μπαχτσελί (διάδοχο του Τουρκές). Οι σχέσεις Ερντογάν-Μπαχτσελί είναι τόσο στενές, που πριν λίγες μέρες ο Ερντογάν εμπόδισε με την αστυνομία τη διενέργεια έκτακτου συνεδρίου του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης που πραγματοποιούσε η πλειοψηφία του κόμματος, προκειμένου να απομακρύνει τον Μπαχτσελί από την ηγεσία. Άλλες ενδείξεις της διαπλοκής Ερντογάν-φασιστών είναι ότι ο γιος του Τουρκές, Τουργούλ Τουρκές, αποχώρησε από το κόμμα που είχε ιδρύσει ο πατέρας του και από τον προηγούμενο Αύγουστο είναι αναπληρωτής πρωθυπουργός, αρμόδιος για την Κύπρο, ενώ εντάχθηκε στο AKP. Τέλος, ο Ερντογάν τα τελευταία χρόνια προχώρησε στη δημιουργία της νεολαίας «Οθωμανικές Εστίες», που αναφέρεται στο πρόσωπό του και με δομή στα πρότυπα των Γκρίζων Λύκων.

Το τελευταίο μεγάλο στοίχημα του Ερντογάν είναι η αλλαγή του συστήματος της Τουρκίας από πρωθυπουργικό σε προεδρικό. Το ότι ξεπέρασαν οι Κούρδοι το όριο του 10% το προηγούμενο καλοκαίρι ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη γι’ αυτόν, γιατί του στέρησαν τα 2/3 της Βουλής, που θα του έλυναν τα χέρια για να κατασκευάσει ένα Σύνταγμα σύμφωνο με τα σουλτανικά του οράματα. Ενδεικτική των προθέσεων του Ερντογάν για το πώς σχεδιάζει το νέο Σύνταγμα είναι η δήλωση του προέδρου της τουρκικής Βουλής, Ισμαήλ Καχραμάν: «Η κοσμικότητα δεν θα πρέπει να υπάρχει στο νέο Σύνταγμα… Δεν θα πρέπει να αποφύγουμε το θέμα ενός θρησκευόμενου Συντάγματος». Με τους νέους συμμάχους του παλεύει να εξουδετερώσει τους Κούρδους. Η τουρκική Βουλή, την Παρασκευή 20 Μαΐου, με ευρεία πλειοψηφία 367 βουλευτών (σύμπραξη ισλαμιστών-φασιστών) ήρε την ασυλία των βουλευτών που αντιμετωπίζουν δικαστικές διώξεις, δίνοντας ουσιαστικά το πράσινο φώς για να αρχίσουν οι διώξεις εις βάρος των Κούρδων βουλευτών.
Η σύμπραξη ισλαμιστών-κεμαλιστών (στρατηγών και φασιστών) στο παρελθόν έχει προκαλέσει πολλά δεινά στον Ελληνισμό (Σεπτεμβριανά ’55, εισβολή στην Κύπρο το ’74). Η σκλήρυνση της στάσης της Τουρκίας το τελευταίο διάστημα σε Κυπριακό, Αιγαίο (που η Τουρκία θέλει να μεταβάλει σε Γκρίζα Ζώνη το μισό Αιγαίο) και Θράκη (πρόσφατα το τουρκικό ΥΠΕΞ κατηγόρησε την Ελλάδα ότι δεν σέβεται τα δικαιώματα της μειονότητας!) μας προδιαθέτει ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μπαίνουν σε νέα φάση. Για να μην έχουμε «παρανοήσεις», όπως αυτές του πρόσφατου παρελθόντος, σχετικά με τη φύση του τουρκικού καθεστώτος, το ενδεχόμενο του ισλαμοφασισμού, που είναι ανοιχτό πλέον για την Τουρκία, ανάμεσα στους πρώτους που θα πλήξει θα είναι η Ελλάδα και η Κύπρος.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek