του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 104, Μάρτιος-Μάιος 2016

Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στην Αυστρία σημειώθηκε, ως γνωστόν, μια διπλή «έκπληξη», με το ένα σκέλος της να προκαλεί τις περισσότερες συζητήσεις στα διεθνή ΜΜΕ: Ο επικεφαλής του ακροδεξιού Ελεύθερου Κόμματος της Αυστρίας, Νόρμπερτ Χόφερ, επικράτησε με 35,1%. Στον δεύτερο γύρο, επίσης, πέρασε και ο Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν, ανεξάρτητος υποψήφιος που στηρίχτηκε από τους Πρασίνους, ο οποίος συγκέντρωσε 14 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερες από τον υποψήφιο της ακροδεξιάς (21,3% έναντι 35,1%). Οι εκπρόσωποι των παραδοσιακών κομμάτων του κατεστημένου, Ρούντολφ Χαντστόφερ και Αντρέας Κολ (Σοσιαλδημοκράτες και Λαϊκό Κόμμα, αντίστοιχα) καταποντίστηκαν γύρω στο 11%.

Προφανώς, το ζήτημα που κυριάρχησε στην ατζέντα των πρόσφατων αυστριακών εκλογών ήταν το προσφυγικό και γύρω από αυτό καταγράφηκε μια –άνιση– πόλωση, αναμεταξύ του πλέον αντιμεταναστευτικού FPO και των Πρασίνων, εκείνων δηλαδή που έχουν ταυτιστεί όσο κανείς άλλος στην Ευρώπη με μια πολιτική πολυπολιτισμού και ανοιχτών συνόρων.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε πριν από μερικούς μήνες και στις περιφερειακές εκλογές στη Γερμανία: Στο κρατίδιο της Βάδης – Βυρτεμβέργης, ο υποψήφιος των Πρασίνων, Γουίνφριντ Κρέτσμαν, θα επικρατήσει με 24,1%, αυξάνοντας τα ποσοστά του κατά 6 μονάδες, ενώ θεαματική θα είναι και η άνοδος του αντιμεταναστευτικού κόμματος Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD), το οποίο θα κατέλθει για πρώτη φορά στις τοπικές εκλογές και θα αποσπάσει το 15,1% των ψήφων. Στη δε Σαξονία, ο υποψήφιός του θα καταφέρει να βγει δεύτερος, συγκεντρώνοντας 24,2%, δίνοντας μάχη σώμα με σώμα με τον υποψήφιο του Λίνκε (23,7%), τον βασικό του αντίπαλο κατά την προεκλογική περίοδο. Η άνοδος του AfD καταγράφεται, επίσης, ως η κύρια έκφραση της διάχυτης κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στην πολιτική «ανοιχτών θυρών» που έχει μεταβάλει σε σημαία της η Μέρκελ.

Ως προς το τελευταίο, μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και οι μετεκλογικές εξελίξεις στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης· η άνοδος του AfD κατέστησε αδύνατη τη συνέχεια του «πρασινοκόκκινου» κυβερνητικού συνασπισμού, που διατηρούσε μέχρι τις εκλογές τα ηνία του κρατιδίου. Έτσι, οι Πράσινοι στράφηκαν προς τους Χριστιανοδημοκράτες για τη συγκρότηση ενός… «πρασινόμαυρου» κυβερνητικού συνασπισμού, ο οποίος και επιτεύχθηκε.

Σε μετεκλογική συνέντευξη που έδωσε ο Κρέντσμαν, εκθείασε τον νέο συνασπισμό ως φορέα μιας «δημιουργικής έντασης» που θα παράγει θετικά αποτελέσματα για τη διακυβέρνηση του κρατιδίου, εξύμνησε την προτεραιότητα που δίνει το CDU στην επιχειρηματικότητα, τόνισε την ανάγκη να προχωρήσει η ψηφιακή επανάσταση στην παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας βιομηχανία της Βάδης-Βυρτεμβέργης και, βέβαια… εκθείασε την πολιτική της Μέρκελ για το μεταναστευτικό.

Οι εκλογικοί συσχετισμοί αυτοί αντικατοπτρίζουν μια ευρύτερη διαίρεση εντός της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης σε σχέση με το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα. Η διαίρεση δεν είναι μόνον πολιτική, αλλά διατηρεί μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό βάθος και ανταποκρίνεται επακριβώς στις βασικές παραμέτρους του ευρύτερου αδιεξόδου διαχείρισης του μεταναστευτικού ζητήματος, το οποίο λειτουργεί σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες τα τελευταία χρόνια, παράγοντας αυτό το πολιτικό τοπίο που περιγράψαμε –ένα τοπίο συγκρούσεων, διχασμού κ.ο.κ.
Θα μπορούσαμε να ανακεφαλαιώσουμε το περιεχόμενο αυτής της διαίρεσης με τους όρους μιας τεράστιας σύγκρουσης συμφερόντων που συμβαίνει εντός της Ε.Ε., ανάμεσα στο «κεφάλι» και το «στομάχι» της. Όπου, με το «κεφάλι» εννοούμε το κρατικό/εδαφικό και εν τέλει γεωπολιτικό συμφέρον και με το «στομάχι» εννοούμε τα καπιταλιστικά συμφέροντα, δηλαδή τις αναγκαιότητες που υφίστανται ώστε να διατηρηθεί η ευρωπαϊκή οικονομία στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου ανταγωνισμού – καθώς πιέζεται ιδιαιτέρως από την οικονομική άνοδο της νοτιο-ανατολικής Ασίας. Ιδού οι όροι αυτού του αδιεξόδου:

Σε ό,τι αφορά στη γεωπολιτική-εδαφική λογική της ισχύος, οι ευρωπαϊκές ελίτ τείνουν να αναθεωρήσουν την πρότερη άνευ όρων υποστήριξη σε πολιτικές ανοιχτών συνόρων, πολυπολιτισμού και ελεύθερης αξιοποίησης της νεοεισερχόμενης εργατικής δύναμης. Οι λόγοι είναι κυρίως δύο:
Αφενός, και έπειτα από τα πρόσφατα πολλαπλά κρούσματα τρομοκρατικών επιθέσεων και κοινωνικών/πολιτισμικών συγκρούσεων στην καρδιά της Ευρώπης (Παρίσι, Βρυξέλλες, νύχτα της Πρωτοχρονιάς στην Κολονία), τα οποία πραγματοποιήθηκαν σε ευθεία αναφορά με τη σύγκρουση μεταξύ του ριζοσπαστικού ισλάμ και της Δύσης, που σοβεί εδώ και χρόνια στη Μέση Ανατολή, καθίσταται ολοένα και πιο φανερή η διασύνδεση του μεταναστευτικού με το γεωπολιτικό ζήτημα.

Πολύ απλά, διά των γιγάντιων μετακινήσεων πληθυσμών που συντελέστηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Ευρώπη θα εσωτερικεύσει τη σύγκρουση ριζοσπαστικού ισλάμ και Δύσης – την οποία εν πολλοίς θα προκαλέσει και η ίδια, μαζί με τις ΗΠΑ, υλοποιώντας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική μια πολιτική ανάφλεξης, αλλεπάλληλων επεμβάσεων και διαδοχικής διάλυσης της κρατικής αυτοτέλειας σημαντικών χωρών για τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή (Συρία, Ιράκ, Λιβύη).

Δεύτερον, η απορρόφηση των νεοεισερχόμενων πληθυσμών στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας έχει εμφανίσει προ πολλού δείγματα κόπωσης. Δεν είναι μόνο η πανευρωπαϊκή οικονομική κρίση που έχει προκαλέσει κάμψη των ρυθμών επέκτασης της αγοράς εργασίας. Είναι και το γεγονός ότι το ίδιο το μεταναστευτικό φαινόμενο, σε ό,τι έχει να κάνει με την απασχόληση, έχει αρχίζει και αναπτύσσει αντι-οικονομίες κλίμακας. Ποιες είναι αυτές; Σε μεγάλο βαθμό, το φαινόμενο τείνει να αναπτύξει τάσεις αυτοτροφοδότησης: Συντηρείται περισσότερο από την οικογενειακή επανένωση και τροφοδοτείται από αυτό που κοινωνιολόγοι και κοινωνικοί ψυχολόγοι ονομάζουν σχετική αποστέρηση – δηλαδή την εντύπωση ότι η Δύση κομίζει μια υπόσχεση ευημερίας και ποιότητας ζωής, την οποία οι κάτοικοι των χωρών της Μέσης Ανατολής ή/και της Βόρειας Αφρικής θεωρούν πως δεν θα την αποσπάσουν ποτέ από τις χώρες προέλευσής τους. Σε σχέση με το τελευταίο, χαρακτηριστικές είναι οι σχετικές παρατηρήσεις που έκανε ο Μάικλ Μόλερ, διευθυντής του γραφείου του ΟΗΕ στην Γενεύη, στην βρετανική Χάφινγκτον Ποστ:

«… οι μαρτυρίες ανθρώπων που εργάζονται σε προσφυγικούς καταυλισμούς συγκλίνουν στο ότι ο κύριος λόγος που οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τη Συρία δεν είναι η κλιμακούμενη βία στη χώρα: Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τη Συρία δεν είναι οι βόμβες, η έλλειψη τροφής, ή το κρύο, αλλά διότι επιθυμούν να βρουν καλύτερες εκπαιδευτικές ευκαιρίες για τα παιδιά τους».

Το γεγονός αυτό συνιστά μια ριζική μεταβολή στον χαρακτήρα του σύγχρονου μεταναστευτικού φαινομένου, καθώς μετακινούμαστε σταδιακά μακριά από τη φιγούρα του μετανάστη ως απείρως ελαστικής εργατικής μονάδας, διατεθειμένου να εργαστεί υπό οποιεσδήποτε απολαβές και συνθήκες. Πλέον, έχουμε να κάνουμε με διευρυμένες οικογένειες, περισσότερα παιδιά, ανθρώπους που μεταναστεύουν προς την Ευρώπη για να συναντήσουν οικείους τους, οι οποίοι έχουν ήδη εγκατασταθεί εκεί, προκειμένου να αναζητήσουν ένα επίπεδο ζωής καλύτερο από εκείνο που είχαν στην πατρίδα τους.

Το γεγονός αυτό αυξάνει το γενικό κόστος απορρόφησης αυτών των ρευμάτων, καθώς προκαλεί επάλληλες πιέσεις στις δαπάνες για την πρόνοια, την εκπαίδευση κ.ο.κ. Το οποίο, με τη σειρά του, μετακυλίεται ως φορολογικό βάρος στις κλυδωνιζόμενες μεσαίες τάξεις κι έτσι, σταδιακά, αυτές αλλάζουν στάση απέναντι στο φαινόμενο και προστίθενται σε εκείνο το κομμάτι των κατώτερων τάξεων, το οποίο ούτως ή άλλως το αντιμετώπιζε αρνητικά, καθώς εισέπραττε τις συνέπειες του ανταγωνισμού φτηνών εργατικών χεριών στην αγορά εργασίας.

Βεβαίως, οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί, αλλά και πολιτιστικοί. Και εδώ εντοπίζεται μια ταυτόχρονη αναδίπλωση. Εδώ και μερικά χρόνια, τα μεταναστευτικά ρεύματα που εγκαθίστανται στην Ευρώπη εγκλωβίζονται σε μια κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής στασιμότητας, συντηρούνται στην απλή επιβίωση από τα επιδόματα της πρόνοιας. Ο αποκλεισμός τους, και κυρίως η διάψευση αυτής της υπόσχεσης ευημερίας, πυροδοτεί μια αντανακλαστική κίνηση αναδίπλωσης στην κουλτούρα προέλευσης/αναφοράς. Ιδίως, σε ό,τι αφορά στους πληθυσμούς που προέρχονται από τον μουσουλμανικό κόσμο, δημιουργεί ευνοϊκούς όρους για τη διεύρυνση της απήχησης των ριζοσπαστικότερων τάσεων του ισλαμικού φονταμενταλισμού.

Αν σε αυτή την εξίσωση προσθέσουμε και άλλους παράγοντες, όπως είναι η κλιμάκωση της έντασης με την οποία διεξάγεται η «σύγκρουση των πολιτισμών» στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, θα κατανοήσουμε γιατί οι νεώτερες γενιές μεταναστών, που προέρχονται από τον μουσουλμανικό κόσμο, τείνουν να ριζοσπαστικοποιούνται πολύ πιο εύκολα και απορρίπτουν πολύ περισσότερο την εκκοσμίκευση απ’ ό,τι οι πατέρες τους και οι παππούδες τους, που κατέφθαναν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στα γαλλικά προάστια:

«Ένα μεγάλο κομμάτι των κατοίκων, προερχόμενο από μια πλειάδα χωρών τριών διαφορετικών ηπείρων, έχουν προέλθει από τη φτώχεια της υπαίθρου και ανακαλύπτουν ότι τα παιδιά τους είναι εγκλωβισμένα στη μέση της διαδρομής μεταξύ του χωριού και της πόλεως, σε συνθήκες ακινησίας.
Κάτι συμβαίνει με τους χωρικούς που καταφθάνουν στα γαλλικά προάστια. Η κουλτούρα της μετάβασης, αυτό το γόνιμο αμάλγαμα τρόπων ζωής της υπαίθρου και του άστεως, παγώνει σε πρώιμα στάδια και αποτρέπεται να μονιμοποιηθεί, να εξελιχθεί σε κάτι που να συνεισφέρει στην οικονομία και την κουλτούρα της χώρας. Η πρώτη γενιά καταφέρνει να επιτύχει σε αυτό το πρώτο στάδιο, με το ένα πόδι στο χωριό και το άλλο στην πόλη, βρίσκοντας ψευτοδουλειές και στέλνοντας τα εμβάσματά τους πίσω στην πατρίδα. Αλλά αποτρέπονται από το να διέλθουν στο δεύτερο στάδιο, ξεκινώντας τις μικρές τους επιχειρήσεις, αποκτώντας κάποιο σπίτι, ή με το να διαχυθούν σε ευρύτερες αστικές κοινότητες, καθώς παραμένουν απομονωμένοι. Και τα παιδιά τους, εντελώς αφομοιωμένα, ακινητοποιούνται σε αυτή την απομόνωση».

Από την άλλη, στους κόλπους των ντόπιων κοινωνικών τάξεων, ιδίως των κατώτερων και της πληττόμενης μεσαίας τάξης, λειτουργεί μια αντίστροφη εξίσωση. Η οικονομική δυσπραγία έρχεται να συναντήσει μια εντεινόμενη πολιτιστική δυσαρέσκεια, που πυροδοτείται ακριβώς μέσα από τις αντιθέσεις της καθημερινότητας, του χάσματος που εντοπίζεται στα ήθη και τις πρακτικές μεταξύ ντόπιων και μεταναστών, τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται η θρησκευτικότητα και η εκκοσμίκευση. Και εδώ, ενισχύεται η αντανακλαστική κίνηση αναδίπλωσης στην οικεία κουλτούρα, σ’ έναν ευρωκεντρισμό, που θέτει την εκτεταμένη παρουσία των μεταναστευτικών πληθυσμών ως πρόβλημα και απειλή για τις ευρωπαϊκές κατακτήσεις: την ελευθερία της έκφρασης, την ισότητα των φύλων, την ατομική αυτοδιάθεση σε σχέση με το φαΐ, το ντύσιμο, τη διασκέδαση.
Χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα αυτής της μεταστροφής συμβαίνει στις μέρες μας στη… μακρινή Σουηδία, που λειτούργησε τις τελευταίες δεκαετίες ως χώρα-πρότυπο για την ανάπτυξη πολιτικών υποδοχής των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο. Όχι πια, μας πληροφορεί ένα εκτεταμένο ρεπορτάζ του Φόρεϊν Πόλισι, περιγράφοντας το πώς η κλιμάκωση των μεγεθών σε επίπεδα άνευ προηγουμένου έχει τινάξει στον αέρα τους μηχανισμούς της σουηδικής πρόνοιας και έχει φέρει στα όριά της την αντοχή (και την ανοχή) της σουηδικής κοινωνίας –με συνέπεια να κλιμακώνονται τα ξενοφοβικά και τα αντιμεταναστευτικά αντανακλαστικά σε ένα μεγάλο της κομμάτι. Το παράδειγμα διατηρεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για ακόμη έναν λόγο: Η Σουηδία βρίσκεται μακριά από τις εστίες της γεωπολιτικής έντασης που τροφοδοτούν τα ρεύματα των πληθυσμιακών μετακινήσεων και, ως εκ τούτου, η απόσταση που μεσολαβεί εκτονώνει κατά πολύ την έντασή τους. Αναπόφευκτα, επομένως, τίθεται το ερώτημα του τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον σε κοινωνίες όπως τη δική μας, που αντιμετωπίζουν κατ’ εξοχήν αυτά τα ρεύματα, εάν, στη μακρινή Σκανδιναβία, οι πολιτικές ασύλου έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, παρ’ όλη την ασύγκριτη αποτελεσματικότητα του εκεί κράτους και των θεσμών του.
Το συμπέρασμα είναι σχεδόν αυτονόητο: Άμεση και πρωταρχική συνέπεια του μεταναστευτικού και προσφυγικού αδιεξόδου είναι ότι παράγεται ένα σκηνικό συγκρούσεων, όπου η κοινωνική διάσταση διαπλέκεται έντονα με την πολιτισμική.

Το γεγονός αυτό θέτει για τις ευρωπαϊκές ελίτ ένα διπλό πρόβλημα κυβερνησιμότητας. Αφενός, υπάρχει πρόβλημα πειθάρχησης των μεταναστευτικών πληθυσμών, ιδιαίτερα στο μέτρο που μερίδα τους τείνει ολοένα και περισσότερο να ταυτίζεται με τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό και να προωθεί τη στρατηγική του, αυτήν της «κλιμάκωσης του πολέμου στην καρδιά του κτήνους». Αφετέρου, ακριβώς επάνω στο μεταναστευτικό ζήτημα, εντοπίζεται ρήγμα στην κοινωνική συναίνεση με ένα ολοένα και διευρυνόμενο κοινωνικό ακροατήριο, στο εσωτερικό του οποίου αθροίζονται τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και μερίδες της μεσαίας τάξης. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται κύρια μέσα από τη σταθερή για τα τελευταία χρόνια άνοδο ακροδεξιών και αντιμεταναστευτικών κομμάτων, κινήσεων και κινημάτων, σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Εξέλιξη που με τη σειρά της θρυμματίζει το modus vivendi των πολιτικών συστημάτων της Ευρώπης γύρω από ιδεολογίες ανοιχτών συνόρων, κοσμοπολιτισμού, και πολυπολιτισμού.

Υπό το βάρος της κοινωνικής πίεσης, οι πολιτικοί ογκόλιθοι της Ευρώπης τείνουν να μετακινούνται σταδιακά προς την απόρριψη αυτών των θέσεων, που άλλοτε φάνταζαν ως εκ των ων ουκ άνευ για οποιοδήποτε κόμμα πολιτεύεται με αξιώσεις διακυβέρνησης μέσα στην Ε.Ε. Έτσι, το «κεφάλι» των ευρωπαϊκών κοινωνιών τείνει ολοένα και περισσότερο να μεταστρέφεται ως προς την αντιμετώπιση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων γενικά.

Ας πάμε τώρα στο «στομάχι», δηλαδή το καπιταλιστικό συμφέρον. Η επίταση του παγκόσμιου ανταγωνισμού πολλαπλασιάζει τις πιέσεις επάνω στις ευρωπαϊκές οικονομίες, την ίδια στιγμή που οι περισσότερες από αυτές αντιμετωπίζουν προοπτικά ένα σοβαρό πρόβλημα συρρίκνωσης του εργατικού τους δυναμικού. Κατά συνέπεια, η ανανέωσή του μέσω της μετανάστευσης φαντάζει μονόδρομος για ένα κομμάτι των ευρωπαϊκών οικονομικών ελίτ.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον διευθυντή του γραφείου του ΟΗΕ στη Γενεύη, η γερμανική οικονομία από μόνη της χρειάζεται την εισαγωγή 350.000 εργατικών χεριών ετησίως προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της στα ίδια επίπεδα. Η γενική εικόνα του προβλήματος αντικατοπτρίζεται και πάλι σε μελέτες του ΟΗΕ, σύμφωνα με τις οποίες δίχως τη διατήρηση των σημερινών επιπέδων μετανάστευσης, το εργατικό δυναμικό των ανεπτυγμένων χωρών θα λιγόστευε κατά 77 εκατομμύρια μέχρι το 2050.

Υπό αυτήν τη σκοπιά, λοιπόν, η διατήρηση σταθερών εισροών εργατικών χεριών προς τις ευρωπαϊκές οικονομίες αποτελεί μονόδρομο. Γεγονός που έρχεται σε ευθεία αντίφαση με την πραγματικότητα που μόλις περιγράψαμε και την κρίση κυβερνησιμότητας που παράγει. Εν ολίγοις, στην Ευρώπη, σήμερα, το οικονομικό συμφέρον τείνει να συγκρούεται με το πολιτικό συμφέρον. Και αυτή η σύγκρουση δεν «μεταφράζεται» μόνον σε μια πολιτική αντίφαση μεταξύ της ευρωπαϊκής κοινωνικής βάσης και των ελίτ, αλλά, αντίθετα, έχει περάσει και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών ελίτ. Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που, παρά τις φιλόδοξες προσπάθειες της ευρωγραφειοκρατίας, έχει σταθεί αδύνατον μέχρι στιγμής να προκύψει μια πάγια λύση διαχείρισης του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος στις ευρωπαϊκές διασκέψεις κορυφής.

Αυτή η σύγκρουση τείνει να αποκρυσταλλωθεί σε δύο διαφορετικά σχέδια/ προγράμματα για το μέλλον της Ευρώπης, οι εμπνευστές των οποίων θα συγκρουστούν και άμεσα μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας κατηγορίες μέσω των διεθνών ΜΜΕ.

Το «σχέδιο» που απηχεί τη βαθύτερη λογική των οικονομικών ελίτ έχει εκπονηθεί από τον άνθρωπο που ενσαρκώνει κατ’ εξοχήν τη φιγούρα του κοσμοπολίτη επιχειρηματία στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης, τον Τζόρτζ Σόρος. Ο Σόρος θα καταθέσει το φθινόπωρο του 2015 ένα σχέδιο έξι σημείων για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, η εν λόγω κρίση αποτελεί ευκαιρία για μια συντονισμένη, ολοκληρωμένη πολιτική ελεγχόμενης μετεγκατάστασης των προσφυγικών πληθυσμών στις ευρωπαϊκές, αλλά και σε τρίτες χώρες.
Η ανωτέρω πολιτική θα αποτελέσει ταυτοχρόνως και εργαλείο για την οικονομική ανασυγκρότηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και, εν τέλει, την ολοκλήρωση της Ευρώπης καθώς και τη σταθεροποίηση της εξωτερικής της περιφέρειας.
Η πρόταση του Σόρος και του ιδρύματός του προβλέπει ένα γιγάντιο πρόγραμμα χρηματοδότησης, εκτελούμενο σε διεθνή καταμερισμό: Χώρες όπως ο Λίβανος, η Ιορδανία και η Τουρκία καλούνται με γενναίες χρηματοδοτήσεις να παίξουν ρόλο ενδιάμεσων σταθμών στα προσφυγικά ρεύματα, εγκαθιστώντας μέρος τους στο εσωτερικό τους και προετοιμάζοντας άλλα για τη μεταφορά τους στο ευρωπαϊκό έδαφος. Το σχέδιο προβλέπει την εγκαθίδρυση ειδικών οικονομικών ζωνών, καθώς και πόρους οικονομικής βοήθειας, ώστε οι οικονομίες των χωρών να προσαρμοστούν σε αυτόν τον ρόλο.

Την ίδια στιγμή, μέσω ενός πανευρωπαϊκού προγράμματος ασύλου, θα οργανώνεται η εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στις χώρες της Ε.Ε. Οι ανάγκες στέγασης, πρόνοιας και εκπαίδευσής τους θα απαιτούσαν την κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα, των κρατικών θεσμών και της κοινωνικής οικονομίας, καθώς και μια γιγάντια διανομή πόρων από τις Βρυξέλλες – πρόγραμμα που ταυτοχρόνως θα λειτουργούσε ως ενίσχυση ρευστότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών, αλλά και ως σχέδιο για την περαιτέρω πολιτική ενοποίησή της.

Με λίγα λόγια, ο Σόρος θα προτείνει την εγκαθίδρυση ενός ιδιόμορφου «κεϋνσιανισμού της ενσωμάτωσης», μέσω του οποίου η Ευρωπαϊκή Ένωση αναλαμβάνει σε κεντρικό επίπεδο να χρηματοδοτήσει τις επιμέρους ευρωπαϊκές οικονομίες με σκοπό την εγκατάσταση και την ενσωμάτωση των προσφυγικών ροών. Στην αντίληψή του, η προσφυγική κρίση αποτελεί ευκαιρία ώστε να πραγματοποιηθεί ένα βήμα προς την κατεύθυνση της περαιτέρω διεθνοποίησης των ευρωπαϊκών χωρών, της οικονομίας και των θεσμών διακυβέρνησής τους. Το μεγάλο κοινωνικό/γεωπολιτικό ζήτημα που θέτει η προσφυγική κρίση, λέει ο Σόρος, μπορεί να αντιμετωπιστεί με επίταση της παγκοσμιοποίησης, που με ευρωπαϊκούς όρους σημαίνει την πραγματοποίηση ενός αποφασιστικού βήματος προς την κατεύθυνση μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης με κοινές δομές διακυβέρνησης και στενά αλληλεπιδρώσες οικονομίες.

Τις ίδιες περίπου μέρες που ο Σόρος και το «Ίδρυμα για την Ανοιχτή Κοινωνία» θα δημοσιοποιήσουν τις προτάσεις τους, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτωρ Ορμπάν θα καταθέσει τις δικές του, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής συνδιάσκεψης κορυφής. Οι προτάσεις του Ορμπάν, κινούνται στον αντίποδα αυτών του Σόρος: Προκρίνουν το κρατικό/γεωπολιτικό συμφέρον, έναντι του περιφερειακού οικονομικού. Προβλέπουν στεγανοποίηση των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε., με την ανάληψη ελέγχου των ελληνικών συνόρων από ευρωπαϊκές δυνάμεις· τον διαχωρισμό προσφύγων και μεταναστών σε τρίτες χώρες, εκτός ευρωπαϊκών εδαφών· την κατάρτιση μιας λίστας «ασφαλών χωρών» για την επιστροφή μέρους των πληθυσμών που έχουν εισέλθει ήδη σε ευρωπαϊκό έδαφος· τέλος, να μην επιβαρυνθεί μόνο η Ευρώπη και η Ε.Ε. με την υποχρέωση να παρέχει άσυλο στους πρόσφυγες από τη Συρία και το οικονομικό κόστος που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, αλλά να υπάρξει ευρύτερη διεθνής πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση της συριακής προσφυγικής κρίσης, ώστε να αναλάβουν και τρίτες χώρες εκτός Ευρώπης την υποδοχή προσφυγικών πληθυσμών.
Η στεγανοποίηση των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης συνεπάγεται την υιοθέτηση μιας στρατηγικής αποτροπής των πληθυσμιακών εισροών. Την ίδια στιγμή, εντός της Ε.Ε., προκρίνονται εθνικές πολιτικές αντιμετώπισης της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης, εις βάρος της κοινής περιφερειακής πολιτικής.

Αυτός θα είναι και ο λόγος που ο Σόρος θα καταγγείλει τον Ορμπάν, ότι υπονομεύει την ευρωπαϊκή συνοχή στο όνομα της υπεράσπισης του εθνικού κράτους, ενώ εκείνος θα τον καταγγείλει με τη σειρά του ότι πράττει ακριβώς το αντίθετο και υπονομεύει τη συνοχή των εθνικών κρατών.
Μερικούς μήνες μετά, η ίδια η πραγματικότητα θα κρίνει την έκβαση αυτής της διαμάχης. Υπό το βάρος των γεγονότων που θα ακολουθήσουν και παρά τις επίπονες προσπάθειες των Ευρωπαίων αξιωματούχων να εφαρμόσουν μια κοινή πολιτική μέσω μιας συμφωνίας κορυφής με την Τουρκία, το ρήγμα εντός της Ε.Ε. όχι μόνον θα παραμείνει, αλλά ολοένα και περισσότερο οι πολιτικές αποτροπής, η ανύψωση φρακτών στα σύνορα, οι εκκλήσεις για αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων, θα ενισχύονται.

Μετά από δύο ή τρεις δεκαετίες παγκοσμιοποίησης, στη διάρκεια των οποίων θέσεις σαν κι αυτές του Τζορτζ Σόρος φάνταζαν ακλόνητες και σχεδόν αυτονόητες, ήρθε η στιγμή να γείρει από την άλλη η πλάστιγγα, υπό τις πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις που περιγράψαμε. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι βιώνουμε μια μετάβαση, από καθεστώτα που ευνοούσαν τη μετανάστευση, σε καθεστώτα που επιδιώκουν τον περιορισμό της. Το αν αυτή η μετάβαση θα ολοκληρωθεί είναι προς το παρόν άγνωστο, καθώς η σύγκρουση συμφερόντων είναι, όπως είδαμε, πραγματική, και μάλιστα βαθιά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek