του Νικόλα Δημητριάδη, από το Άρδην τ. 104, Μάρτιος-Μάιος 2016

Εδώ και έναν χρόνο, οι διαβόητες «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» αποτελούν για τα καλά αναπόσπαστο κομμάτι της μνημονιακής μας πραγματικότητας. Ειδικά στο προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα, δεν υπάρχει συζήτηση που να μην καταλήγει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις οργανώσεις αυτές και τον ρόλο τους. Όσο ακραίες κι αν φαίνονται συχνά κάποιες φωνές που εντάσσουν τις ΜΚΟ σε κάποια παγκόσμια συνομωσία, άλλο τόσο ανεπαρκείς φαίνονται κάποιες άλλες, καθησυχαστικές, που υποτιμούν το ζήτημα ως πολιτικά ανύπαρκτο (ως συνήθως, οι «ρεαλιστές» βασίζουν την εγκυρότητα των απόψεών τους στον παραλογισμό των «συνομωσιολόγων», γι’ αυτό και τους διαφημίζουν συστηματικά).

Ο τίτλος «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» είναι, βέβαια, παραπλανητικός, μιας και τα έσοδά τους προέρχονται κατά κύριο λόγο από κρατικούς φορείς και κυβερνήσεις. Η διαφορά είναι ότι δεν χρηματοδοτούνται από το ίδιο το κράτος στο οποίο δραστηριοποιούνται κάθε φορά, αλλά από άλλες χώρες, συνήθως τις Η.Π.Α. και άλλα ισχυρά κράτη της Δύσης. Πρόκειται, δηλαδή, σαφώς για «Κυβερνητικές Οργανώσεις», απλώς εντάσσονται ως «όπλα» στη φαρέτρα της εξωτερικής πολιτικής της Υπερδύναμης και των συμμάχων της. Είναι γνωστή, για παράδειγμα, η υπέρμετρη… ευαισθησία που δείχνουν οι ΜΚΟ για τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα των κρατών που δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως στις υπερατλαντικές οικονομικές και πολιτικές δομές! Την πολιτική αυτή αντιγράφουν πια και άλλες χώρες, που βλέπουν στις ΜΚΟ ένα χρήσιμο εργαλείο «ήπιας πολιτικής» (soft power, όπως το λένε στις Η.Π.Α.).

Στο κείμενο αυτό, όμως, δεν θα ασχοληθούμε με τις ΜΚΟ ως όργανα άσκησης εξωτερικής πολιτικής, αλλά με τις «παράπλευρες» επιπτώσεις που έχει η δράση τους στην ίδια την κοινωνία και την πολιτική. Διότι οι ΜΚΟ, τόσο οι μεγάλες – οι «πολυεθνικές» – όσο και οι μικρές, που δεν εμπλέκονται άμεσα στις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, επηρεάζουν, με τον τρόπο τους, την κοινωνία μας. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η ιστορική εξέλιξη των οργανώσεων αυτών, μικρών και μεγάλων, συμπίπτει με την πορεία επιβολής του νεοφιλελευθερισμού, ως τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών. Οι ΜΚΟ λειτούργησαν ως φορείς ενσωμάτωσης της «κοινωνίας των πολιτών» και των κοινωνικών κινημάτων στις κυρίαρχες δομές της εξουσίας.

ΜΚΟ και νεοφιλελευθερισμός
Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως συλλογικό σώμα, παρά ως άθροισμα ανταγωνιζόμενων ατόμων-πολιτών. Σε αντίθεση με τις πολιτικές ιδεολογίες του παρελθόντος, ο νεοφιλελευθερισμός εχθρεύεται τα μεγάλα συλλογικά προτάγματα για τον άνθρωπο και την κοινωνία – τις «μεγάλες αφηγήσεις», όπως αρέσκονται να τα αποκαλούν οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι (τις οποίες οφείλουμε να «αποδομήσουμε»). Ο τρόπος λειτουργίας της κοινωνίας και της οικονομίας θεωρείται δεδομένος και αδιαμφισβήτητος, οπότε η πολιτική περιορίζεται στην ορθή διαχείριση των επιμέρους ζητημάτων που ανακύπτουν. Η πολιτική, δηλαδή, αποκτά έναν καθαρά τεχνοκρατικό-λειτουργικό ρόλο, χωρίς να θέτει ποτέ υπό αμφισβήτηση τα θεμέλια του υπάρχοντος πολιτικού και οικονομικού συστήματος.

Στα πλαίσια αυτής της διαχειριστικής λογικής, προωθείται και ο εκφυλισμός των κοινωνικών κινημάτων, η επικέντρωσή τους σε επιμέρους τομείς και προβλήματα, χωρίς να επεκτείνουν τη σκέψη και τη δράση τους σε ευρύτερα πολιτικά προτάγματα. Ο όρος που χρησιμοποιούν πλέον στις Η.Π.Α. είναι τα «interest groups», ομάδες κοινών συμφερόντων θα λέγαμε, στις οποίες καλούνται να συμμετέχουν οι πολίτες, προκειμένου να διεκδικήσουν τα αποκλειστικά ατομικά τους συμφέροντα και δικαιώματα. Τα κοινωνικά κινήματα, αντί να συγκλίνουν σε συλλογικούς αγώνες για τη χειραφέτηση της κοινωνίας, περιορίζονται στην εξυπηρέτηση των ιδιοτελών συμφερόντων των «μελών» τους. Έτσι, η κοινωνία κατακερματίζεται και αντιμετωπίζεται ως ένα οιονεί άθροισμα «μειονοτήτων», που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την απόσπαση προνομίων από την εξουσία. Σε μια τέτοια ζούγκλα ατομικών και ομαδικών ανταγωνισμών, βέβαια, η συγκολλητική ουσία που επιτρέπει στην κοινωνία να λειτουργεί στοιχειωδώς, χωρίς να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, είναι η ανοχή, η περίφημη «ανεκτικότητα» την οποία οφείλει να έχει κάθε άτομο/ομάδα συμφέροντος απέναντι στις άλλες. Είναι φανερό πως ο κατακερματισμός αυτός των κοινωνικών κινημάτων υπηρετεί τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, ανεξάρτητα από τις επιμέρους ιδεολογικές προτιμήσεις των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτά. Εξου και η… θαλπωρή με την οποία αντιμετωπίζει συχνά η εξουσία πρόσωπα και ομάδες που εμφανίζονται απέναντί της εχθρικά. Ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων εξουδετερώνει κάθε «επικίνδυνη» προοπτική, τα εξημερώνει και ευνοεί την ενσωμάτωσή τους στις κυρίαρχες δομές του χρήματος και της εξουσίας.

Έχοντας κατά νου αυτή τη διαδικασία διάλυσης των σύγχρονων κοινωνιών, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε γιατί οι ποικίλες ΜΚΟ αποτελούν προνομιακό όχημα μετασχηματισμού των κοινωνικών κινημάτων σε ακίνδυνες και εύκολα χειραγωγήσιμες οργανώσεις. Οι ΜΚΟ έπαιξαν εξ αρχής κομβικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή, για δύο λόγους: Αφενός ανέλαβαν αυτές την προώθηση των διαφόρων αιτημάτων της κοινωνίας, σε ανταγωνισμό με τα κοινωνικά κινήματα (αν και όχι πάντα ευδιάκριτο), αφετέρου αποτέλεσαν βασικό μέσο επαγγελματικής αποκατάστασης των μορφωμένων και πολιτικοποιημένων πολιτών, που συμμετέχουν συχνά στα κινήματα αυτά. Από τη φύση της, μια ΜΚΟ είναι επικεντρωμένη στη διαχείριση επιμέρους προβλημάτων και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποκτήσει συνολική πολιτική αντίληψη των πραγμάτων. Είναι ταγμένη σε έναν συγκεκριμένο σκοπό – λειτουργεί διαχειριστικά-τεχνοκρατικά και όχι πολιτικά. Η χρηματοδότηση των ΜΚΟ αποτελεί και το κύριο μέσο χειραγώγησής τους. Ενώ τα κοινωνικά κινήματα βασίζονται στην ανιδιοτέλεια και το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν τα μέλη τους για τα κοινά, οι ΜΚΟ αποτελούν εκ των πραγμάτων μέσο επαγγελματικής αποκατάστασης. Η διαφορά αυτή δεν μπορεί παρά να μεταφραστεί και σε ιδεολογικό επίπεδο, κατ’ αντιστοιχία με τη σταδιακή ιδεολογική μετάλλαξη των διαφόρων διανοουμένων, όταν καταλαμβάνουν θέσεις στα πανεπιστήμια και τον κρατικό μηχανισμό. Η ιδεολογία προσαρμόζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην θίγει το οικονομικό συμφέρον.

Οι ΜΚΟ, λοιπόν, δεν ενσωματώνουν (και στη συνέχεια παραμορφώνουν) μόνο την ιδεολογία και τα αιτήματα των κοινωνικών κινημάτων, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτά. Ιδιαίτερα σήμερα, στην Ελλάδα των μνημονίων, η απασχόληση σε μία ΜΚΟ, αποτελεί διέξοδο για τους μορφωμένους και πολιτικοποιημένους νέους των μεσαίων στρωμάτων, καθώς οι ελπίδες εύρεσης εργασίας στο αντικείμενό τους εξαφανίζονται και βλέπουν απειλητικά το φάσμα της χειρωνακτικής εργασίας. Το αντικείμενο, δε, των ΜΚΟ επιτρέπει στους νέους αυτούς να αντιμετωπίζουν την εργασία τους ως, περίπου, πολιτικό αγώνα, κάτι που εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, και μια ήσυχη συνείδηση… Μπορεί να γίνεται ενίοτε κριτική στις πηγές χρηματοδότησης των ΜΚΟ, αλλά η κριτική στην ίδια τη φύση τους και τις πολιτικές της συνεπαγωγές είναι ιδιαίτερα σπάνια (αν και πιο ουσιώδης). Διότι, μπροστά στα επαγγελματικά αδιέξοδα των κοινωνικών αυτών στρωμάτων, οι ΜΚΟ προσφέρουν μια σανίδα σωτηρίας, έστω και κακοπληρωμένη. Το αντάλλαγμα, βέβαια, είναι η συμπόρευση με το ευρύτερο πολιτικό και ιδεολογικό σύμπαν των ΜΚΟ. Η ιδεολογική αυτονομία οφείλει να υποταχθεί στην νεοφιλελεύθερη αντίληψη των «interest groups», των «ατομικών δικαιωμάτων» και, γενικά, όλης της ιδεολογικής συνταγής των «ανοικτών κοινωνιών», όπως τη συνόψισε ο «πνευματικός πατέρας» του νεοφιλελευθερισμού, Καρλ Πόπερ.

Η σταδιακή διολίσθηση των κοινωνικών κινημάτων στον θαυμαστό (και εύρωστο οικονομικά) κόσμο των ΜΚΟ μπορεί, λοιπόν, να παραβληθεί με τον σταδιακό μετασχηματισμό των δυτικών κοινωνιών υπό το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης. Tη στενή σχέση των δύο συνοψίζει ένας γνωστός κοινωνιολόγος, ο Τζέιμς Πέτρας, ως εξής: «Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, το πιο διορατικό κομμάτι των νεοφιλελεύθερων αρχουσών τάξεων συνειδητοποίησε ότι οι πολιτικές τους πόλωναν την κοινωνία και προκαλούσαν μεγάλης κλίμακας δυσαρέσκεια. Τότε, νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί ξεκίνησαν να χρηματοδοτούν και να προωθούν μια παράλληλη στρατηγική “από τα κάτω”, που περιλάμβανε την ανάδειξη “οργανώσεων βάσης” με μια “αντικρατική” ιδεολογία, οι οποίες παρενέβαιναν εκεί όπου υπήρχε κίνδυνος να ξεσπάσουν αντιδράσεις και δημιουργούσαν ένα “κοινωνικό μαξιλάρι”. Αυτές οι οργανώσεις ήταν οικονομικά εξαρτώμενες από νεοφιλελεύθερες πηγές και ενεπλάκησαν άμεσα στον ανταγωνισμό με τα κοινωνικά και τα πολιτικά κινήματα, προκειμένου να ελέγξουν τη δραστηριοποίηση των πολιτών. Από τη δεκαετία του 1990, αυτές οι οργανώσεις, που απεκλήθησαν «μη-κυβερνητικές», ήταν χιλιάδες και χρηματοδοτούνταν με πάνω από 4 δισ. δολάρια ετησίως».

Αυτή τη διαδικασία μετασχηματισμού μπορούμε να την παρατηρήσουμε πολύ καθαρά σε κινήματα όπως η ριζοσπαστική οικολογία, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’60 ως ένα ισχυρό ρεύμα κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης, για να καταλήξει σήμερα –στο μεγαλύτερο μέρος τους– σε ένα συνονθύλευμα ιδιωτικών επιχειρήσεων, που χρησιμοποιούν την οικολογία είτε ως… διαφημιστικό υλικό, για την πώληση υπηρεσιών «καθαρής» ενέργειας (κάτι σαν την «πράσινη ενέργεια» του Γιωργάκη), είτε ως διπλωματικό μοχλό πίεσης, για την προώθηση πολυεθνικών συμφερόντων σε φτωχές (και άρα «βρόμικες») γωνιές του πλανήτη, είτε και ως ύστατο όπλο, για την εξυπηρέτηση γεωπολιτικών συμφερόντων (όπως οι παλαιότερες «οικολογικές ανησυχίες» της σημερινής κυβέρνησης για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη)! Και οι λίγες, μη εξαρτώμενες από τον νεο-φιλελευθερισμό και το κεφάλαιο οικολογικές οργανώσεις, αντιμετωπίζουν διαρκώς την πίεση της ενσωμάτωσης, που κυριαρχεί στον «χώρο».

Μία ακόμη συνέπεια, βέβαια, της επέκτασης των ΜΚΟ είναι η υπονόμευση του Κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών. Ειδικά στον τομέα της υγείας, οι ΜΚΟ λειτουργούν ως Δούρειος Ίππος για την υπονόμευση και –εντέλει– την ιδιωτικοποίηση του κράτους πρόνοιας. Αν, δε, σκεφτούμε, ότι η χρηματοδότησή τους προέρχεται συχνά από το ίδιο το κράτος, που δυσκολεύεται να λειτουργήσει έστω και στοιχειωδώς τις δημόσιες δομές υγείας του, καταλαβαίνουμε πόσο άμεση είναι η σχέση, άρα και ο ανταγωνισμός, των φορέων του Δημοσίου με τις ΜΚΟ. Επίσης, οι ΜΚΟ, λόγω της φύσης τους, επικεντρώνονται περισσότερο στο στάδιο της ενημέρωσης, της πρόληψης και της διάγνωσης, αντί αυτού της θεραπείας. Η υποκατάσταση, λοιπόν, του κράτους πρόνοιας από τις ΜΚΟ αλλάζει και το ίδιο το αντικείμενο των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Θα πρέπει να συμπληρώσουμε εδώ μία ακόμη παράμετρο του θέματος: Η σύσταση του προσωπικού των ΜΚΟ δεν ταυτίζεται με αυτή των δημόσιων υπηρεσιών που αντικαθιστούν. Πλάι στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, χωράνε και άλλες ειδικότητες επιστημόνων, από δικηγόρους μέχρι ειδικούς των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Με λίγα λόγια, οι ΜΚΟ προσφέρουν επαγγελματική διέξοδο σε έναν μεγάλο αριθμό νέων επιστημόνων, περισσότερων ειδικοτήτων απ’ ό,τι τα νοσοκομεία και τα κρατικά ιατρεία. Γι’ αυτό και είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες σε όσους επιδιώκουν τον εκφυλισμό και την χειραγώγηση των κοινωνικών κινημάτων: οι ΜΚΟ προσφέρουν δουλειά σε πολύ κόσμο…

Το προσφυγικό ζήτημα
Η νεοφιλελεύθερη υποστροφή των κοινωνικών κινημάτων και ο εκφυλισμός της πολιτικής αναδεικνύεται σήμερα ξεκάθαρα στο προσφυγικό/μεταναστευτικό πρόβλημα. Οι πολιτικές πτυχές του θέματος, από τους γερμανοτουρκικούς σχεδιασμούς μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία και από την κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας μέχρι την υποκατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών από ξένες ιδιωτικές εταιρείες, απουσιάζουν σχεδόν εντελώς από τον δημόσιο διάλογο. Η προσπάθεια της Γερμανίας να μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα τεράστιο χοτ-σποτ –προθάλαμο διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη– και οι αντίστοιχες προσπάθειες της Τουρκίας να ελέγξει και να κατευθύνει τα κυκλώματα διακίνησης, ώστε να εξυπηρετήσει τη νεοθωμανική στρατηγική της, αντιμετωπίζονται στην Ελλάδα περίπου ως… φυσικά φαινόμενα, τα οποία δεν χρήζουν ιδιαίτερης πολιτικής παρέμβασης. Έτσι, μένει στο απυρόβλητο και η κυβέρνηση των Σύριζα-Ανέλ, που αποδέχτηκε τους σχεδιασμούς αυτούς, ελπίζοντας ενδεχομένως σε κάποια δημοσιονομικά ανταλλάγματα, για να τα πουλήσει στους εναπομείναντες ψηφοφόρους της.
Παράλληλα με την αποδοχή των επιδιώξεων των «συμμάχων και φίλων» μας, η κυβέρνηση προωθεί μια επικοινωνιακή τακτική υποκατάστασης του πολιτικού διαλόγου. Στη θέση του βλέπουμε μια «τηλεοπτικού τύπου» καμπάνια προβολής της τραγικής ανθρωπιστικής κρίσης που βιώνουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Η συναισθηματική φόρτιση αυτής της επικοινωνιακής στρατηγικής έχει ως βασικό στόχο να αποσπάσει τη συναίνεση της κοινωνίας για τις ευρύτερες πολιτικές μεθοδεύσεις που λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή. Τον ίδιο στόχο έχει και ο άτυπος διαχωρισμός της κοινωνίας ανάμεσα σε «ευαίσθητους» και «αναίσθητους» πολίτες, που χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση ως μέσο δαιμονοποίησης κάθε φωνής που αμφισβητεί την πολιτική της. Κάπως έτσι, οι πολίτες καλούνται, στο όνομα του …ανθρωπισμού, να αποδεχθούν στανικώς τη μετατροπή της χώρας τους σε μια τεράστια αποθήκη ανθρώπων, όπου θα πληθαίνουν διαρκώς οι Άγιοι Παντελεήμονες και οι Μανωλάδες, προκειμένου οι πλούσιες χώρες της Ευρώπης να επιλέγουν, με την ησυχία τους και χωρίς κοινωνικό κόστος, τους εργαζόμενους που επιθυμούν…

Από τη στιγμή που υποβαθμίζεται η πολιτική συζήτηση γύρω από το θέμα, και σύμφωνα με τις επιταγές της νεοφιλελεύθερης αντίληψης που περιγράψαμε, το προσφυγικό/μεταναστευτικό αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα… τεχνοκρατικής διαχείρισης: οι ανάγκες σε τρόφιμα και ιατροφαρμακευτικό υλικό, οι υποδομές στέγασης, οι διαδικασία αίτησης ασύλου μονοπωλούν τον δημόσιο διάλογο, αλλά και την πολιτική δράση του ευρύτερου πολιτικού και κοινωνικού κινήματος. Τα φιλελεύθερα ευχολόγια περί «ανοιχτών συνόρων» και τα γενικόλογα (και άρα απολίτικα) συνθήματα για να «σταματήσει ο πόλεμος», δεν μπορούν να καλύψουν το προφανές: Στο προσφυγικό ζήτημα, το ελληνικό κίνημα έχει διολισθήσει σε μια τεχνοκρατική-διαχειριστική λογική, αντίστοιχη με αυτή των ΜΚΟ. Βέβαια, όταν έχει προσχωρήσει σε αυτή τη «μικιοειδή» λογική η ίδια η κυβέρνηση, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε και τον βαθμό αποπολιτικοποίησης της «κοινωνίας των πολιτών». Έτσι, η αυτονόητη φιλανθρωπία, αντί να συνοδεύει –ως όφειλε– την πολιτική δράση, την υποκαθιστά. Σε αυτό συντείνει και η προβολή των πιο ακραίων αντιμεταναστευτικών και απάνθρωπων απόψεων: Στο δίπολο «φιλάνθρωποι-απάνθρωποι», η πολιτική είναι απούσα. (Και κάπως έτσι, παρεμπιπτόντως, η κυβέρνηση και οι «φιλάνθρωποι» του Σκάι και των Βορείων Προαστείων μετατοπίζονται… στην «πλευρά των καλών», ενώ τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, που αναλαμβάνουν το κοινωνικό κόστος του μεταναστευτικού, αντιμετωπίζουν διαρκώς τον κίνδυνο να βρεθούν… στην «πλευρά των κακών»!).

Παράλληλα, βέβαια, το ελληνικό δημόσιο είναι κυριολεκτικά απόν από την ανθρωπιστική αυτή κρίση, έχοντας παραχωρήσει τις λειτουργίες κοινωνικής πρόνοιας στις ΜΚΟ και τους υπερεθνικούς οργανισμούς (όπως παραχώρησε τη φύλαξη των συνόρων στη Frontex και το ΝΑΤΟ). Ακόμα και τα κονδύλια που υπόσχεται να παράσχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, για ανθρωπιστικούς λόγους, δεν πάνε στις αντίστοιχες δομές των αρμόδιων υπουργείων και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά κατευθύνονται στις ίδιες τις ΜΚΟ, χωρίς τη μεσολάβηση του ελληνικού δημοσίου, που παραμένει –και σε αυτό το ζήτημα– απλός παρατηρητής. Όπως σχολίασε εύστοχα ο Γιώργος Ρακκάς, σε παλαιότερο άρθρο του, οι αρμοδιότητες του ελληνικού κράτους έχουν πλέον περιοριστεί… στη φορολογία και την αστυνόμευση!

Επίλογος
Η δράση των ΜΚΟ στη σημερινή Ελλάδα δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει την ευρύτερη παρακμή του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Δεν είναι μόνο τα μνημόνια που ολοκληρώνουν την αποικιοποίηση της χώρας. Έχει προηγηθεί μακρά ιδεολογική προετοιμασία. Η επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας είναι ταχεία, και ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο από την άνοδο του Σύριζα στην εξουσία, ενός κόμματος που είχε γαλουχηθεί επί χρόνια στο ιδεολογικό σύμπαν των ΜΚΟ. Η αποτυχία, μάλιστα, πολλών κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων και οργανώσεων να διαφοροποιηθούν από τον Σύριζα ιδεολογικά, τόσο στο προσφυγικό/μεταναστευτικό όσο και σε άλλα ζητήματα, ενισχύει την ταύτιση και, εν τέλει, την εκούσα-άκουσα συμπόρευσή τους με το κυβερνητικό Βατερλώ του Τσίπρα και της παρέας του. Η συμπόρευση αυτή δεν μπορεί παρά να έχει και πολιτικές συνέπειες, όταν, αργά ή γρήγορα, το κυβερνητικό καφενείο καταρρεύσει. Για να συνεχίσουν, λοιπόν, να υπάρχουν κοινωνικά κινήματα και στο μέλλον, και να μην παραδοθεί ολότελα η κοινωνία στην ιδιωτεία, τις συμμορίες και τον κανιβαλισμό, είναι απαραίτητη η απαγκίστρωση των κοινωνικών κινημάτων και των πολιτικοποιημένων πολιτών από τον νεοφιλελεύθερο κόσμο των ΜΚΟ, τόσο ιδεολογικά όσο και… επαγγελματικά.

Νικόλας Δημητριάδης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek