Του Μισέλ Ονφρέ απόσπασμα από το βιβλίο De Sade, το πάθος του κακού και η ιδεολογία του εικοστού αιώνα.

Πρόλογος του Γιώργου Καραμπελιά στον Νέο Λόγιο Ερμή

Αν ο Ζαν Κλωντ Μισεά περιγράφει τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής –και κατ’ εξοχήν της γαλλικής– αριστεράς σε αναγκαίο συμπλήρωμα (και παραπλήρωμα) της φιλελεύθερης δεξιάς και του χρηματιστικού καπιταλισμού, ο Μισέλ Ονφρέ, στο πρόσφατο βιβλίο του, Το πάθος της κακίας: Σχετικά με έναν υποτιθέμενο θεϊκό μαρκήσιο[1],επεκτείνει την κριτική αυτή στο πεδίο των ιδεών, με επίκεντρο τον μαρκήσιο ντε Σαντ και τη λατρεία του υπερρεαλισμού και της «εξηνταοκτάρικης» αριστεράς, γι’ αυτόν και τις ιδέες του.

Ο Ονφρέ, μέσω της αποδόμησης του ντε Σαντ, προβαίνει σε μια αποδόμηση της ιδεολογίας και των πρακτικών της διανόησης του 20ού αιώνα, που κατασκεύασε τον μύθο του «θεϊκού μαρκησίου». Μύθος που κατασκευάστηκε ενάντια στην αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, παραβλέποντας ακόμα και τα ίδια τα γραπτά του. Γι’ αυτούς τους διανοουμένους, ανάμεσά τους τον Μπρετόν, τον Αραγκόν, τον Μπατάιγ, τον Μπαρτ, τον Λακάν, τον Ντελέζ, τον Φουκώ της Ιστορίας της τρέλας, ο Σαντ μεταβλήθηκε σε πρότυπο, σε οραματιστή, σε φιλοσοφικό πρόδρομο του 20ού αιώνα. Πώς και γιατί κατέστη δυνατό, εκτός από μερικές εξαιρέσεις –τον Καμύ, τον Χορκχάιμερ, την Άρεντ, τον Παζολίνι και τον Φουκώ της ύστερης περιόδου–, να κατασκευαστεί ένας τέτοιος μύθος; Όπως δείχνει ο Ονφρέ, ο πρώτος διδάξας στην κατασκευή του υπήρξε ο ποιητής Γκυγιώμ Απολιναίρ, ήδη από τις αρχές του αιώνα, ενώ από αυτόν θα εμπνευστούν και οι υπερρεαλιστές, οι στρουκτουραλιστές και οι αποδομητές θεωρητικοί. 

Ο Μισεά, αλλά και πριν από αυτόν ο Λας ή ο Καστοριάδης, καταδεικνύει πως, μέσα από τον μετασχηματισμό των επαναστατικών αιτημάτων του ΄68, δηλαδή τη μετατροπή της «απελευθέρωσης της επιθυμίας» σε «απελευθέρωση» του καπιταλιστικού ατομοκεντρικού φαντασιακού, η ιδεολογία του 68, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, εξελίχθηκε σε στήριγμα ενός «ελευθεριακού» φιλελευθερισμού, που αποτελεί το κοινό υπόστρωμα της θεσμικής αριστεράς και του ξέφρενου χρηματιστικο-καταναλωτικού καπιταλισμού[2]. Ο Ονφρέ, στο βιβλίο του, συνεχίζοντας σε αυτόν τον προβληματισμό, καταδεικνύει πως συνθήματα όπως «απόλαυση δίχως όρια» –που σφράγισαν εξίσου το υπερρεαλιστικό κίνημα και την ιδεολογία του 68–, με την παρέκβαση της σαδικής ιδεολογίας, μεταβλήθηκαν σε μια «εγωϊστική απόλαυση του άλλου». Μια παρέκβαση, που όπως υποδεικνύει ο Παζολίνι ή η Χάννα Άρεντ, μπορεί να οδηγήσει στο ναζιστικό παραλήρημα και να δικαιολογήσει την κουλτούρα της βίας, συνδέοντας προνομιακά το ένστικτο της απόλαυσης με εκείνο του θανάτου. Για τον Ονφρέ, ο Σαντ αποτελεί την έκφραση αυτής της θανατογόνας ατομικιστικής ιδεολογίας των εκμεταλλευτών και όχι τον εκφραστή μιας αυθεντικής σεξουαλικής απελευθέρωσης.

Στο εκτενές απόσπασμα από το δεύτερο μέρος του βιβλίου του Ονφρέ, που παραθέτουμε στον νέο Λόγιο Ερμή, ο συγγραφέας διερευνά και θέτει στη δοκιμασία της κριτικής όχι μόνο το γιατί και πώς εμβληματικοί διανοούμενοι και σημαντικά ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα του 20ού αιώνα κατέληξαν σε μια γενικευμένη λατρεία του «θεϊκού μαρκησίου», αλλά και τη σχέση αυτής της «σαδικής θρησκείας» με την ίδια την υφή των ιδεολογικών ρευμάτων που εκφράζουν και εκπροσωπούν. Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του βιβλίου του Ονφρέ, ότι δηλαδή υποβάλλει σε κριτική πολλές από τις αντιλήψεις των υπερρεαλιστών, των στρουκτουραλιστών, του Λακάν και της αποδομητικής σχολής, που χρησιμοποίησαν τον Σαντ και το έργο του ως το εργαλείο μιας γενικευμένης αποσύνδεσης ανάμεσα στο έργο και τον συγγραφέα, ανοίγοντας τον δρόμο στον καπιταλισμό του απόλυτου εγωισμού και της καθολικής ανευθυνότητας. Ο «θάνατος του Θεού» μπορούσε έτσι να μεταβληθεί στην ενθρόνιση του «Κακού», το οποίο είχε εξάλλου προαναγγείλει ο Μπατάιγ, και στην αντικατάσταση της προτεσταντικής ηθικής της εποχής της συσσώρευσης από την ηθική αποσύνθεση της εποχής του καταναλωτικού τουρμπο-καπιταλισμού.

Γ.Κ.

Η έκπτωση των διανοουμένων

Οι στοχαστές που υπερασπίζονται τον Σαντ εκθειάζουν μάλλον τον ποιητικό Σαντ του Απολιναίρ (Apollinaire) και όχι την ιστορική πραγματικότητα που παρουσιάζει ο Μισελέ (Michelet). Και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε πάντα στο ίδιο σημείο… Πρόκειται για έναν από τους βασικούς μηχανισμούς που επέτρεψαν την κατασκευή αυτού του λογοτεχνικού τερατουργήματος, τη μετατροπή ενός εμβληματικού στοχαστή της φεουδαρχίας σε επαναστατικό ελευθεριακό φιλόσοφο. [ ]

Αναφέρθηκα στον Σαντ του Μισελέ διότι, στην Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης[3], ο ιστορικός, που δεν απορρίπτει την πένα του ποιητή αλλά στηρίζεται περισσότερο στα αρχεία και τις αποδείξεις παρά στον μύθο και τον θρύλο, αφιερώνει μερικές σελίδες στον μαρκήσιο, «τον άθλιο και αιμοδιψή συγγραφέα» (IV. VIII)· σελίδες, που για μένα, παραμένουν οριστικές. [ ] Ο Μισελέ, σε αδρές γραμμές, παρουσιάζει περιεκτικά και πιστά τη ζωή του: αριστοκρατική γενιά, σεξουαλική βία, εξαγορά της σιωπής των θυμάτων του, δηλητηριάσεις, επαναλαμβανόμενα σεξουαλικά εγκλήματα, εγκλεισμός στη Βαστίλλη. Συνοδοιπόρος των βασιλοφρόνων, επαναστάτης από οπορτουνισμό, φιλάνθρωπος στη συνοικία των Λογχών[4], ξεσκεπάστηκε από τους επαναστάτες που αποκάλυψαν το παιχνίδι του και έσωσε τη ζωή του εξ αιτίας της έλευσης της Θερμιδώρ (και των μηχανορραφιών της ερωμένης του…).

Εν συνεχεία, προσθέτει ο Μισελέ: «Στην ηλικία των πενήντα, ήδη διακεκριμένος καθηγητής του εγκλήματος, δίδασκε με το κύρος της ηλικίας του και το κομψό ύφος ενός ανθρώπου της τάξης του, πως η φύση, αδιάφορη μπροστά στο καλό και το κακό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαδοχή δολοφονιών, πως της αρέσει να εξοντώνει μια ζωή για να δημιουργήσει χιλιάδες, και πως ο κόσμος είναι ένα μεγάλο έγκλημα. Οι κοινωνίες κλείνουν τον κύκλο τους με τέτοιες τερατωδίες, ο Μεσαίωνας με τον Ζυλ ντε Ρετζ, τον διάσημο δολοφόνο παιδιών[5], και το παλαιό καθεστώς με τον Ντε Σαντ, τον απόστολο των δολοφόνων. Τρομερές συνθήκες για την εκκολαπτόμενη Δημοκρατία, η οποία, μέσα στο απέραντο χάος ενός καταρρέοντος κόσμου, υπονομευόταν από αυτά τα αποτρόπαια ερπετά. Οι οχιές και οι σκορπιοί περιφέρονταν στα θεμέλιά της». [ ]

Πώς λοιπόν να εξηγήσουμε το γεγονός ότι, παρά τις τόσες διαθέσιμες πληροφορίες, μια προσωπικότητα ιστορικά υπαρκτή και γνωστή μεταβλήθηκε σε έναν λογοτεχνικό και φιλοσοφικό θρύλο στους αντίποδες της πραγματικότητας; [ ]

Αυτό το παράλογο πάθος συγκροτείται παραδόξως από φιλοσόφους, και κατ’ εξοχήν με τον στρουκτουραλισμό, ένα είδος κειμενικής ταλμουδικής θρησκείας, που θεώρησε Το Βιβλίο ως τη νέα θεότητα, μαζί με όλες τις συνεπακόλουθες θεότητες: το κείμενο, τη γραφή, τη γλώσσα, τη φράση, το μόρφημα, το σημαίνον, το σημαινόμενο και άλλα είδωλα που εγκαινίασαν την εποχή της «φιλο-λολολογίας» – για να μιλήσουμε σαν τον Σελίν[6] στις Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ.

Ρεαλιστής φιλόσοφος

Ενάντια στον μύθο ενός υπερρεαλιστή Σαντ

Αυτή η θρησκεία της λογοτεχνίας έχει τις ρίζες της στον σουρεαλισμό. Όχι τόσο στην υπερρεαλιστική λογοτεχνική πρακτική, όσο στην υπερρεαλιστική λογοτεχνική θεωρία.[ ] Ο Αντρέ Μπρετόν έγραφε βεβαίως ποιήματα, επιχειρούσε όμως παράλληλα να διατυπώσει μια γενική θεωρία – και η λογοτεχνία υπήρξε προφανώς το προνομιακό του πεδίο. Ο Σαντ διαδραματίζει σε αυτή την περιπέτεια σημαντικό ρόλο: εκείνον του… κριτικού των ηθών! Η απόδειξη βρίσκεται ήδη στα Άσκοπα βήματα: «Τους κριτικούς των ηθών, τους αγαπώ όλους, ειδικά τον Βωβενάργκ (Vauvenargues) και τον Σαντ»[7]

Στο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού[8], ο Αντρέ Μπρετόν προβαίνει απερίφραστα «στην καταδίκη της ρεαλιστικής αντίληψης» (Ι, 313), υπερασπίζοντας την… υπερρεαλιστική: το φανταστικό και τη φαντασία, το όνειρο και τη μυθοπλασία, τον ύπνο και το τυχαίο, το μυστήριο και την «υπερπραγματικότητα» (Ι, 319), το «θαυμάσιο» και τις ονειροφαντασίες, τα μέντιουμ και το παραμύθι, την υστερία –που παρουσιάζεται ως «η μεγαλύτερη ποιητική ανακάλυψη του τέλους του 19ου αιώνα»(!) και «ως το ανώτατο μέσο έκφρασης»[9]– και την τρέλα, με επιστέγασμα έναν έπαινο στις περίφημες «ανακαλύψεις του Φρόιντ» (Ι, 316), αυτά είναι τα μονοπάτια που προτίθεται να εξερευνήσει ο ποιητής…

Ο Μπρετόν, στο όνομα του υπερρεαλισμού, μια λέξη που, όπως αναφέρει, αποτελεί… έναν «φόρο τιμής στον Γκυγιώμ Απολιναίρ» και στη… μέθοδο του, επιχειρεί μια απερίφραστη επίθεση στη λογική, στον ορθό λόγο και στην αναλυτική μέθοδο! Στον ορισμό του «υπερρεαλισμού», ο Μπρετόν μιλάει για το «ανιδιοτελές παιγνίδι της σκέψης» – και η σκέψη δεν είναι ποτέ ένα ανιδιοτελές παιχνίδι, παρά μόνο για τους εστέτ… [  ]

Στη συνέχεια, προσθέτει, διεισδυτικά: «Ο Απολιναίρ προχωρούσε προς τα μπρος, έστω και αν οδηγείται μερικές φορές σε αρνητική κατάληξη» (ΙΙΙ, 438)! Το πρώτο Μανιφέστο ανοίγει ουσιαστικές δυνατότητες στο αισθητικό πεδίο: κάνει δυνατή μια αληθινή επανάσταση στον κόσμο της τέχνης. Η ζωγραφική, η λογοτεχνία, η ποίηση, η γλυπτική, εμπλουτίζονται ουσιαστικά – το γεγονός είναι αδιαμφισβήτητο και κανείς δεν μπορεί να απορρίψει τη διαλεκτική ιδιοφυία που εκπροσωπεί ο υπερρεαλισμός.

Αλλά μια ολοκληρωμένη απογραφή πρέπει να επεκταθεί και στο πεδίο της σκέψης που εγκαινίασε αυτή η επανάσταση. Το γεγονός ότι το όνειρο κατέλαβε την εξουσία στον καμβά του Τανγκύ, στο μάρμαρο του Μπρανκούζι, στον στίχο του Μπρετόν, στις ταινίες του Μπουνιουέλ, στη γλυπτική του Κάλντερ ή τις φωτογραφίες του Μαν Ρέι, είναι απόλυτα φυσιολογικό – και μπορώ να πω όχι και τόσο πρωτότυπο… Αλλά το να επιβάλλει τον νόμο του και οπουδήποτε αλλού, αυτό είναι ένα πρόβλημα…

Ο Σαρτρ αντιλήφθηκε γρήγορα τον κίνδυνο και αμέσως μετά τον πόλεμο, στην Κατάσταση του συγγραφέα το 1947[10], επέκρινε τους υπερρεαλιστές γιατί επέλεξαν την ψυχανάλυση για να αποφύγουν την ιστορία, καταφεύγοντας μάλλον στους μηχανισμούς του φροϋδικού ασυνείδητου παρά στις συγκεκριμένες λογικές παραγωγής του υποκειμένου. Ο Μπρετόν και οι δικοί του ζουν με την παρουσία φανταστικών αντικειμένων, στους αντίποδες της ενσώματης πραγματικότητας. Διορατικός όπως πάντα, όταν άφηνε τον χώρο της πολιτικής, ο Σαρτρ υποστηρίζει εύστοχα ότι ο υπερρεαλισμός θέτει «ως πρόγραμμα την εξολόθρευση του πραγματικού» προς όφελος ενός φανταστικού κόσμου…

Σε αυτό το εγχείρημα απονομιμοποίησης της ιστορίας, θανάτωσης του πραγματικού, εκμηδένισης της ύπαρξης, ο Σαντ λειτουργεί ως εγγύηση. Γι’ αυτούς τους λόγους, στο πρώτο Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, ο Μπρετόν καταρτίζει έναν κατάλογο εκείνων οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, πριν από τον υπερρεαλισμό, τον είχαν ήδη θέσει σε εφαρμογή. Ανακαλύπτουμε έτσι ανάμεσα σε μια εικοσάδα ονομάτων και εκείνο του μαρκησίου, επειδή «ο Σαντ είναι υπερρεαλιστής μέσα στον σαδισμό του»(Ι, 329) [ ]

Για τον Μπρετόν, ο Σαντ φιγουράρει στην αίθουσα των Κατόπτρων των πρόδρομων του υπερρεαλιστικού κάστρου· ενσαρκώνει στη ζωή του, και μέχρι τον θάνατό του, την ελευθερία των ηθών· εγκαινιάζει την καινοφανή εικόνα της γυναίκας που προσφέρει στον άνδρα τη μεγαλύτερη ευκαιρία του· ακτινοβολεί ως συνοδοιπόρος μιας ευπροσήγορης αγάπης (ονειρευόμαστε άραγε;)· αναδεικνύεται σε προάγγελο της κατάργησης της θανατικής ποινής.

Για τον Ελυάρ, ο μαρκήσιος ενσαρκώνει τον ήρωα και μάρτυρα της «απόλυτης δικαιοσύνης και ισότητας»· αναπτύσσει ένα σύστημα σκέψης που προσφέρει στους άνδρες και τις γυναίκες τη φυσική τους ελευθερία· επιτρέπει μια πραγματικά κοινή ζωή μεταξύ των ανθρώπων· υπήρξε μάλιστα –εδώ γελάμε και πάλι– ένας πρόδρομος του Προυντόν… (αρκεί να διαβάσουμε Την επαναστατική σκέψη[11])· συγγράφει αθώα ρομάντζα ενώ οι επικριτές του είναι «πορνογράφοι συγγραφείς»(!)· θριαμβεύει δε μέσα στη θέωση, μια και γράφει στον Ποιητή και τη σκιά του[12]: «Ποιο αρκούντως θεϊκό επίθετο θα μπορούσα να σας αφιερώσω μαρκήσιε ντε Σαντ;»

Για τον Αραγκόν, το επίθετο του Σαντ μεταβάλλεται σε ουσιαστικό, σε έναν πόλο ποιητικής συσπείρωσης, στο σημαίνον του ανατρεπτικού και υπερβατικού αστερισμού, αναβαθμίζεται σε μετωνυμία και καταδεικνύει το σύγχρονο σκάνδαλο του κόσμου· σε ένα ποίημα με τον τίτλο «Ένας βαλσαμωμένος αέρας», γράφει: «Ο δικός μου Σαντ, Απολιναίρ, Ορφέας»· ο Αραγκόν και ο Μπρετόν συντάσσουν ένα κείμενο, τον Φεβρουάριο 1922, στο οποίο ο ντε Σαντ μεταβάλλεται στην «αληθινή ενσάρκωση του επαναστατικού πνεύματος, που δεν κατόρθωσε να καταπνίξει ο 19ος αιώνας». [ ]

Για τον Ρενέ Σαρ (René Char), συγγραφέα ενός Εγκωμίου στον ντε Σαντ[13]: ο στοχαστής που μισεί τις γυναίκες είναι ο μεγάλος άνθρωπος του έρωτα – «Σαντ, ο έρωτας που επί τέλους σώθηκε από τη λάσπη του ουρανού». Ο Ντεσνός (Desnos) γράφει, στον έργο του, Ο Ερωτισμός όπως εμφανίζεται στις γραπτές του εκφράσεις και από τη σκοπιά του σύγχρονου πνεύματος[14]: «Το έργο του Μαρκησίου ντε Σαντ είναι η πρώτη φιλοσοφική και μεταφορική έκφραση του σύγχρονου πνεύματος. Όλες οι επιθυμίες μας είχαν διατυπωθεί κατ’ εξοχήν από τον Σαντ όταν, πρώτος αυτός, μετέβαλε την ολοκληρωμένη σεξουαλική ζωή στη βάση μιας ευαίσθητης και ευφυούς ζωής. Ο έρωτας που μας δονεί σήμερα και τον οποίο διεκδικούμε –με την ελευθερία ως πρόσχημα για τις πράξεις μας– είναι αυτός που διατυπώνεται ήδη με την πρώτη Ζυστίν του ντε Σαντ»· εξάλλου, στο μυθιστόρημα του Ντεσνός, Η Ελευθερία ή ο Έρωτας![15], ο μαρκήσιος θριαμβεύει ως εμπνευστής της 14ης Ιουλίου· ενσαρκώνει το πρότυπο της ελευθερίας, όπως αποδεικνύουν τα χρόνια του εγκλεισμού του, είναι φίλος του Ροβεσπιέρου, υπερασπιστής της δικαιοσύνης και της πολιτικής διορατικότητας. [  ]

Αυθεντικός δήμιος

Ενάντια στον μύθο ενός θυματοποιημένου Σαντ

Με τις Έντεκα χιλιάδες Βέργες[16], ο Απολιναίρ δοκιμάζει να συγγράψει πορνογραφική λογοτεχνία· και ο Ζορζ Μπατάιγ (Georges Bataille) συμμετέχει σε αυτό το εγχείρημα με ένα σκοτεινό πάθος. Αυτό το τετριμμένο είδος αποτελεί για τη σεξουαλικότητα ό,τι και ένα εγχειρίδιο γυναικολογίας για τον ερωτισμό: ένα καθαρτικό. Αφήνουμε λοιπόν κατά μέρος την Ιστορία του ματιού, τη Μητέρα μου και Το γαλάζιο του ουρανού για χάρη κειμένων όπως Η Λογοτεχνία και το Κακό ή Ο ερωτισμός[17], στα οποία ο συγγραφέας θεωρητικοποιεί, στις δεκαετίες 1970-1980, τη σαδική θρησκεία για το πανεπιστημιακό κοινό. Παράλληλα, μια γενιά καθηγητών διαγκωνίζεται σε μεγαλοστομίες για τον Σαντ, τον Ζωρζ Μπατάιγ, από το ύψος της καθέδρας τους. Με τους Λακάν και Αλτουσέρ, Λεβί-Στρως και Μπαρτ, με περιοδικά όπως το Tel quel και το Commentaire, όλη η ακαδημαϊκή ελίτ εκθειάζει την κοπροφιλία και τον σοδομισμό, τη νεκροφιλία και την κτηνοβασία, τον φετιχισμό και τον σαδομαζοχισμό, την παιδεραστία και τον βιασμό, και τα υπερασπίζεται ως εκφράσεις της «ετερολογίας» – μια φανταχτερή λέξη για να αποδώσει την προτίμησή της για τα σκουπίδια!

 [ ] Ο Σαντ διδάσκεται στο πανεπιστήμιο και εκδίδεται στην Pléiade[18], ένα μνημείο επί χάρτου κατάσπαρτο με σχολιασμούς, που εγγράφουν στις πλάκες αυτής της βίβλου από χαρτί τον μύθο που κατασκευάστηκε από τον Απολιναίρ. Σημειώσεις, βιβλιογραφίες, παραπομπές, αποσπάσματα, άρθρα στα σερβοκροατικά, διαγωνίσματα: ο θρύλος συνεχίζει την πορεία του. Ο Σαντ ως εικόνισμα, ο Σαντ ημίθεος, ο Σαντ θεότητα, ο Σαντ επαναστάτης, ο Σαντ ανατροπέας, ο Σαντ υπερβατικός – και ταυτόχρονα ο Σαντ στη Σορβόννη, ο Σαντ τυπωμένος με το χαρτί της Βίβλου, ο Σαντ των συνεδρίων, ο Σαντ στη «Συνάντηση του Σεριζύ»[19]. Τα κόπρανα, το σπέρμα, το αίμα, ο θάνατος, τα σάλια, τα ούρα, μετατρέπονται σε χρυσό από τους ακροβάτες των αμφιθεάτρων.

Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Λογοτεχνία και το Κακό αρχίζει με έναν πρόλογο στον οποίο ο Μπατάιγ ομολογεί το χρέος του στον υπερρεαλισμό! Ο νεαρός άνδρας, που είχε επηρεαστεί από τις θεωρίες του Μπρετόν, στην ώριμη περίοδό του, συγκεντρώνει ορισμένα κείμενα –τα οποία είχαν δημοσιευθεί προηγουμένως στο περιοδικό Critique– κάτω από την κοινή ονομασία: «λογοτεχνία», που την ορίζει ως «έσχατη μορφή του Κακού» (με κεφαλαία γράμματα)! Για ποιο λόγο, άραγε; Εμείς δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά στον Ζωρζ Μπατάιγ άρεσε να πιστεύει πως η λογοτεχνία έχει κάποια συνάφεια με το κακό… [ ]

Αρκεί να ακολουθήσουμε τον Πωλάν (Paulhan), τον Κλοσοφσκί (Κlossowski) ή τον Μπλανσό (Blanchot), που υπήρξαν όλοι συντάκτες κάποιου βιβλίου για τον Σαντ[20], ώστε, με τη βοήθεια αυτών των αξιότιμων συνταγογράφων, το ζήτημα να αποκτήσει μια ξεχωριστή αύρα! «Προσοχή, επαναστατική ιδιοφυΐα!», γράφει ο Ζωρζ Μπατάιγ… [ ]

Και ακολουθούν, αμέσως μετά, οι συνήθεις κοινοτοπίες του χρυσωμένου μύθου: ο Σαντ αντίθετος με τη θανατική ποινή· ο Σαντ οπαδός της λαϊκής κυριαρχίας στη γαλλική Επανάσταση· ο Σαντ που πυροδοτεί την κατάληψη της Βαστίλης· ο Σαντ, σαλπιστής της απόλυτης ελευθερίας· ο Σαντ, ελευθεριακός, αλυσοδεμένος από όλες τις εξουσίες· ο Σαντ, σύμβολο της επαναστατικής γιορτής· ο Σαντ, γενναιόδωρος και γλυκός· ο Σαντ επαναστάτης· ο Σαντ στην πραγματική ζωή του αμέτοχος σε οποιοδήποτε έγκλημα· ο Σαντ απόλυτα διακριτός από τους ήρωες του· ένας Σαντ πολυμορφικός που δεν ταυτίζεται ποτέ και πουθενά με κάποια συγκεκριμένη αφήγηση, εν τέλει ένας Σαντ χωρίς συγκεκριμένη σκέψη – αν και, ορισμένες γραμμές πιο κάτω, ο Μπατάιγ τον ανακηρύσσει σε φιλόσοφο της «αποχαλίνωσης».

Η αποχαλίνωση αποδεικνύεται λιγότερο το επίκεντρο της σκέψης του Σαντ και του σαδισμού απ’ ό,τι του ίδιου του Ζωρζ Μπατάιγ: όταν ένα άτομο αποχαλινώνεται, αυτοκαταστρέφεται· και ό,τι καταστρέφει οδηγεί με τη σειρά του σε αποχαλίνωση. Ριζική απογύμνωση, πειραματισμός με τα όρια και υπέρβασή τους, κορύφωση της σεξουαλικής αταξίας, απόλαυση δια της παραβάσεως, δηλαδή του εγκλήματος, του φόνου, της λατρείας του πτώματος, του πάθους για τον θάνατο, εξοικείωση με το άπειρο των αβύσσων, ταύτιση της σεξουαλικότητας με την ενόρμηση του θανάτου, ηδονή μέσα από το κακό, θρησκεία της ακρότητας, έλξη προς τα βασανιστήρια, γοητεία του τρόμου, του πόνου, της αποσύνθεσης, της ακαθαρσίας, της βλασφημίας, καθαγιασμός του κακού, της θυσίας, της φρίκης και του ιερού! Το πορτρέτο του Σαντ από τον Μπατάιγ αποτελεί αυτοπροσωπογραφία. Ας αναλογιστούμε τον Μπατάιγ να αυνανίζεται μπροστά στο φέρετρο της μητέρας του!

Στο δοκίμιο, «Ο Σαντ και ο κανονικός άνθρωπος», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ο ερωτισμός[21], ο Μπατάιγ εγκαλεί ως εγκληματία τον αναγνώστη που θεωρεί εγκληματία τον Σαντ! [ ] Στο εξής, η ανθρωπότητα χωρίζεται στους αγχωτικούς ανθρώπους, που φοβούνται τη ζωή και δεν τους αρέσει ο Σαντ, και τους θεϊκούς ανθρώπους που απολαμβάνουν την καταστροφή – από τη μία πλευρά, ο κοινός άνθρωπος, ο ανόητος που δεν καταλαβαίνει τίποτε· από την άλλη, ο υπεράνθρωπος, περιχαρής στη σκληρότητα του. [ ]

Ο Μπατάιγ εκκινά από την υπόθεση ότι ο Σαντ, γράφοντας το έργο του, δεν περιγράφει το πορτρέτο του αλλά εκείνο όλης της ανθρωπότητας: ο Σαντ δεν είναι επομένως ο μοναδικός σαδιστής, μια και σαδιστές είναι όλοι οι άνθρωποι… [ ] «Η διαστροφή είναι η βαθύτερη αλήθεια και η καρδιά του ανθρώπου». Ή αλλού: «η σκέψη του Σαντ […] αποτελεί την υπερβολή, την κορύφωση της ύπαρξής μας. Από μια τέτοια κορυφή, δεν μπορούμε να αποστρέψουμε το πρόσωπό μας χωρίς να απομακρυνθούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας. Αν δεν κατορθώσουμε να προσεγγίσουμε αυτή την κορυφή, εάν δεν προσπαθήσουμε να αναρριχηθούμε τουλάχιστον στις πλαγιές της, τότε θα ζούμε σαν τρομαγμένες σκιές – θα τρέμουμε μπροστά στο ίδιο τον εαυτό μας».

Ως εκ τούτου, αυτό που οδήγησε τον Μπατάιγ να χύσει στην πραγματικότητα το σπέρμα του πάνω στο πτώμα της μητέρας του δεν είναι μια ασυνήθιστη χειρονομία, συγκλονιστική, εξωφρενική, παθολογική, διεφθαρμένη, αλλά απλούστατα η έκφραση μιας «έντονης ζωής», μια ιερή χειρονομία, υπερβατική, θεϊκή, κυρίαρχη… Ακριβώς ό, τι έχει ήδη κάνει ο καθένας από εμάς, κάνει αυτή τη στιγμή, θα έκανε ή πρόκειται να κάνει! [ ]

Εν συνεχεία, ο Ζωρζ Μπατάιγ επινοεί την ιδέα που έμελλε να γνωρίσει μια τεράστια επιτυχία κατά τον 20ό αιώνα: Επειδή ο Σαντ επιθυμούσε, μετά τον θάνατό του, να ταφεί σε έναν απόμακρο τόπο και, πάνω από τον τάφο του, να σπείρουν βελανίδια, προκειμένου να εξαφανιστούν τα ίχνη του, ακόμα και το όνομα ή η μνήμη του, ο Μπατάιγ σημειώνει ότι «το νόημα ενός έργου με τεράστιο βάθος έγκειται στην επιθυμία του συγγραφέα να εξαφανιστεί (να αποσυντεθεί χωρίς να αφήσει κανένα ανθρώπινο ίχνος).» Πάθος για την καταστροφή και την εκμηδένιση, προφανώς, αλλά επίσης, και πάνω απ’ όλα, επιθυμία να εξαλείψει το όνομα του συγγραφέα του έργου, αφήνοντας πίσω του ένα και μόνο ίχνος: με άλλα λόγια, το κείμενο …[ ]

Η έκλειψη του συγγραφέα προς όφελος του καθαρού κειμένου είχε απροσδόκητες φιλοσοφικές συνέπειες: Ο Μπατάιγ αναπτύσσει, πράγματι, μια ιδιαίτερα απατηλή ρητορική για να εξηγήσει ότι ο Σαντ δεν μπορούσε να είναι δήμιος – δοθέντος ότι υπήρξε θύμα! Αφήνοντας κατά μέρος τις πραγματικές και καταγεγραμμένες περιπτώσεις στις οποίες ο μαρκήσιος συμπεριφέρεται στην πράξη ως σεξουαλικός εγκληματίας, ο συγγραφέας του Ερωτισμού εξηγεί ότι, μόνο με την ανάγνωση του κειμένου του Σαντ –αποσιωπώντας έτσι το Αρκέιγ, τη Μασσαλία, το Λακόστ και τους σκελετούς μέσα στον κήπο του[22]– ο Μπατάιγ αντιλαμβάνεται ότι ο ήρωας του δεν είναι ένοχος. Για ποιο λόγο;

 «[ ] Ο βίαιος προσπαθεί να μένει σιωπηλός και βολεύεται με την εξαπάτηση». Με άλλα λόγια, ο Μπατάιγ υποθέτει ότι ένας δήμιος δεν μιλάει, αλλά μόνο τα θύματα αφηγούνται· ο Σαντ αφηγείται και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι δήμιος… «Έτσι, η στάση του Σαντ αντιπαρατίθεται σε εκείνη του δημίου, και βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδά του». Ιδού λοιπόν, η «γλώσσα του Σαντ» πιο αληθινή από τη δράση του! Εξαφάνιση, λοιπόν, της ιστορικής μορφής του συγγραφέα, έκλειψή του μπροστά στο έργο του, που μεταβάλλεται στο αποκλειστικό αντικείμενο άξιο ενδιαφέροντος, σχολιασμού και μελέτης.

Ο Μπατάιγ το γράφει καθαρά: «Η γλώσσα του Σαντ είναι η γλώσσα του θύματος» – σε πλήρη αντίθεση με το γεγονός ότι η ζωή του ντε Σαντ υπήρξε η ζωή ενός δημίου, αφού η ζωή δεν μετράει για τίποτα στην παραγωγή του έργου. «Αυτό είναι εντυπωσιακό, συνεχίζει ο Μπατάιγ: στον αντίποδα της υποκριτικής γλώσσας του δημίου, η γλώσσα του ντε Σαντ είναι η γλώσσα του θύματος: την εφηύρε στη Βαστίλη, γράφοντας τις Εκατόν είκοσι ημέρες των Σοδόμων». [ ] Ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους της φυλακής του –στην οποία, ας το υπενθυμίσουμε, δέχεται επισκέπτες, την έχει επιπλώσει με τα προσωπικά του έπιπλα και απολαμβάνει με την εκλεκτή παρέα του πλούσια εδέσματα–, ο μαρκήσιος συγγράφει το έργο του. Ιδού, για μια ακόμη φορά, η απόδειξη ότι θριαμβεύει ως θύμα!

Αλλά γιατί βρίσκεται στη φυλακή; Δευτερεύον ζήτημα… Η κατήχηση απαντά: γιατί αγαπά περισσότερο από κάθε τι την ελευθερία και οι κυβερνήσεις μισούν όποιον αγαπά την ελευθερία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μοναρχία, η δημοκρατία και η αυτοκρατορία φυλάκισαν το φτωχό μας θύμα!

Ελκυστική θεωρία, σίγουρα, που διαθέτει επί πλέον το πλεονέκτημα ότι στηρίζεται στην αλληλεγγύη της συντεχνίας των συγγραφέων, αλλά διαθέτει το μειονέκτημα ότι είναι… ψευδής: Ο Σαντ σαπίζει στη φυλακή, όχι από οικογενειακή ιδιοτροπία, ούτε από ελευθεριακό πάθος, αλλά επειδή έχει συσσωρεύσει τόσες πρακτικές δημίου ώστε η συνενοχή των συγγενών (οι οποίοι ωστόσο εξαγοράζουν ακριβά τη σιωπή των θυμάτων), καθώς και η προστασία που του προσφέρει η αριστοκρατική καταγωγή του, δεν αρκούν πλέον…

Συνεχίζοντας το κειμενικό του γλώσσημα, με απόλυτη περιφρόνηση της ιστορικής πραγματικότητας, ο ισορροπιστής Ζωρζ Μπατάιγ γράφει: «Η γλώσσα του Σαντ μας απομακρύνει από τη βία». Ένα νέο στάδιο δόξας στην άρνηση της ιστορίας! Το κείμενο που εκθειάζει δέκα φορές σε κάθε σελίδα την απόλαυση μέσα από το έγκλημα, την αγαλλίαση μέσα από τη δολοφονία, μας απομακρύνει από τη βία… Με ποια παράξενη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος η βία, εκφραζόμενη στο χαρτί, μεταλλάσσεται μαγικά σε «μια βούληση βίας, σκόπιμη και εξορθολογισμένη»; Ως εάν μια εξορθολογισμένη και σκόπιμη βούληση άσκησης βίας να μπορούσε να οριστεί ως μη-βία! Επειδή είναι καταγεγραμμένη στο χαρτί και τον εγκέφαλο, αποκλείει και εμποδίζει τη βία από σάρκα και αίμα!

Δεν υπάρχει καμία συνάφεια μεταξύ της Ροζ Κελέρ και της Ιουστίνης, μεταξύ της Κατρίν Τριγέ και τις Εκατόν είκοσι μέρες των Σοδόμων, μεταξύ των «μικρών κοριτσιών» της Λακόστ και Της φιλοσοφίας στο μπουντουάρ, μεταξύ των θυμάτων της Μασσαλίας και της Αλίν και Βαλκούρ!Ποιος άραγε θα δεχόταν, εν ονόματι αυτής της αρχής της ετεροδικίας του κειμένου, να διαχωριστεί το Mein Kampf από το Άουσβιτς! Οι λέξεις έχουν βάρος· η λογοτεχνία όπως και η φιλοσοφία δεν είναι ανώδυνα παιχνίδια για παιδιά. [ ]

Όταν λοιπόν ο Μπατάιγ έγραφε πως: «Η βία είναι η ψυχή του ερωτισμού», θα πρέπει να συμπεράνουμε, άραγε, ότι επρόκειτο για μια υποκειμενική δήλωση, μια προσωπική προσχώρηση σε μια αντίληψη, σε μια άποψη, που δεσμεύει αποκλειστικά τον εαυτό του και αναφέρεται στην ιδιοσυγκρασία του και μόνο; Επιτρέψτε μου να διευκρινίσω ότι όλοι οι γιοι δεν φιλοδοξούν να εκσπερματώσουν πάνω στο πτώμα της μητέρας τους.

Αυτή η ανωμαλία του Μπατάιγ (όπως και το αιμομικτικό πάθος του Φρόιντ) μπορεί να βιωθεί ευχερέστερα, αν θεωρηθεί κοινό χαρακτηριστικό όλης της ανθρωπότητας – εξ ου και ο πειρασμός της γενίκευσης και εν τέλει της καθολίκευσης, ώστε να νιώθει κανείς λιγότερο μόνος. Το γεγονός ότι ο Σαντ υπέφερε από κάποιον ψυχικό τροπισμό που τον έκανε να συναρτά τη σεξουαλικότητα με τη δυστυχία, την εκσπερμάτωση με τον πόνο, τον ερωτισμό με τη βία, αποκαλύπτει τα σωματικά θεμέλια του κόσμου του. Ας θυμηθούμε τον Νίτσε: κάθε φιλοσοφία αποτελεί αυτοβιογραφική εξομολόγηση. [ ]


[1] Michel Onfray,La passion de la méchanceté : Sur un prétendu divin marquis, Autrement, Παρίσι 2014.

[2] Ζαν Κλώντ Μισεά, Τα μυστήρια της Αριστεράς, Από το ιδεώδες του διαφωτισμού, στον θρίαμβο του απόλυτου καπιταλισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις Αθήνα 2014· Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης & Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014.

[3] Jules Michelet, Histoire de la Révolution française (I, 1847· II [1789-1791], 1847· III [1790-1791], 1849· IV [1792], 1850· V [1792-1793], 1851· VI και VII [1793-1794], 1853).

[4] Η Section des Piques βρισκόταν στη συνοικία της place Vendôme, που μετονομάστηκε σε place des Piques τον Σεπτέμβριο του 1792. Μέλος της συνέλευσης της συνοικίας χρημάτισε ο Ροβεσπιέρος και ο Σαντ, ο οποίος εξεφώνησε, τον Σεπτέμβριο του 1793, τον περιβόητο λόγο του προς τιμήν του Μαρά (σ.τ.μ.).

[5] Ο Gilles de MontmorencyLaval, γνωστός ως βαρώνος de Retz ( 14051440), στρατάρχης της Γαλλίας, καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία «τουλάχιστον εκατόν σαράντα παιδιών», από εκκλησιαστικά και κοσμικά δικαστήρια, και εκτελέστηκε με απαγχονισμό, που συνοδεύτηκε από το κάψιμό της σορού του στην πυρά (σ.τ.μ.).

[6] Βλ. Λ.Φ. Σελίν, Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ, μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009 (σ.τ.μ.).

[7] André Breton, Les Pas perdus, Gallimard, Παρίσι 1924 (σ.τ.μ.).

[8] André Breton, Manifeste du surréalisme, Éd. du Sagittaire, Παρίσι 1924 (σ.τ.μ.).

[9] Βλ. Le Cinquantenaire de l’hystérie, 1878-1928

[10] Στο Jean-Paul Sartre, Situations II, Gallimard, Παρίσι 1948· ελλ. εκδ., Ζ.-Π. Σαρτρ, Καταστάσεις Α+Β. Δοκίμια πολιτικού και αισθητικού στοχασμού, μτφρ. Κ. Σταματίου, Εκδόσεις Αρσενίδη, Αθήνα (σ.τ.μ.).

[11] Paul Éluard, «L’intelligence révolutionnaire: le marquis de Sade (1740-1814)», άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό των κομμουνιστών διανοουμένων, Clarté, ν.σ. 1927, 15 Φεβρουαρίου, τχ. 6, σ. 30 (σ.τ.μ.).

[12] Paul Éluard, Le poète et son ombre, Seghers, Παρίσι 1963 (σ.τ.μ.).

[13] René Char, «Hommage à D.A.F. de Sade», στο Le surréalisme au service de la Révolution, Παρίσι 1931, τχ. 2, σ. 6 (σ.τ.μ.).

[14] Robert Desnos, De l’érotisme considéré dans ses manifestations écrites et du point de vue de l’esprit moderne (1923), μεταθανάτια έκδοση στα 1953. (σ.τ.μ.).

[15] Robert Desnos, La Liberté ou l’Amour!, Παρίσι 1927.

[16] Γκιγιόμ Απολινέρ, Οι έντεκα χιλιάδες βέργες, Ή οι έρωτες ενός οσποδάρου, μετάφρ. Αύγουστος Κορτώ, Εξάντας, Αθήνα 2005.

[17] L’ Histoire de l’œil, κυκλοφόρησε το 1928 χωρίς να αναφέρεται ο συγγραφέας· Ma mère, 1966 (μετά θάνατον και ανολοκλήρωτο)· Le Bleu du ciel, κυκλοφόρησε το 1957 (γράφτηκε το 1935)· La Littérature et le Mal, 1957 και L’Érotisme, κυκλοφόρησαν το 1957. Το σύνολο των έργων του, στο Œuvres complètes, Gallimard, XII τ., Παρίσι, 1970-1988, και Romans et récits, Gallimard, «Pléiade», Παρίσι 2004. Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί όλα τα αναφερόμενα έργα: Ζωρζ Μπατάιγ, Η ιστορία του ματιού, μτφρ. Δημ. Δημητριάδης Άγρα, 2009· Η μητέρα μου, Άγρα, Αθήνα 2001· Το γαλάζιο του ουρανού, Άγρα, Αθήνα 2010· Η λογοτεχνία και το κακό, μτφρ. Ελένη Βαρίκα, Πλέθρον, Αθήνα 1979· Ο ερωτισμός, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Ίνδικτος, Αθήνα 2001.

[18] Η συλλογή της Pléiade, των εκδόσεων Gallimard, αποτελεί την πιο φημισμένη και «αριστοκρατική» συλλογή έργων μεγάλων συγγραφέων, από τη Βίβλο και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, μέχρι τον Σπινόζα, τον Καμύ και τον Σελίν, ενώ η συμπερίληψη των έργων ενός συγγραφέα σε αυτή τη σειρά σηματοδοτεί κατά κάποιον τρόπο την είσοδό του στη χορεία των «αθανάτων» (σ.τ.μ.).

[19] Το Col­loque de Cerisy είναι ίσως η εμβληματικότερη συνάντηση/διάσκεψη που λαμβάνει χώρα στη Γαλλία, στο Cerisy-la-Salle, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του χρόνου, με διαφορετικά αντικείμενα· εγκαινιάστηκε από τον Ρεϋμόν Αρόν το 1952 και έχει οργανώσει μέχρι σήμερα πάνω από πεντακόσιες διεθνείς συναντήσεις (σ.τ.μ.).

[20] Jean Paulhan, Le marquis de Sade et sa complice ou les revanches de la pudeur, εκδ. Lillac, Παρίσι 1951· Pierre Klossowski, Sade mon prochain, nouvelle édition précédée d’un avertissement et de Le Philosophe scélérat, Seuil, Παρίσι 1967· Maurice Blanchot, Lautréamont et Sade, Éditions de Minuit, Παρίσι 1949 (σ.τ.μ.).

[21] Georges Bataille, L’Érotisme, Editions de Minuit, Παρίσι 1957. (σ.τ.μ.)

[22] Πρόκειται για τις υποθέσεις των σεξουαλικών εγκλημάτων του μαρκησίου που τον οδήγησαν στο δικαστήριο και τη φυλακή (σ.τ.μ.).

4 Σχόλια

  1. Pingback: Ο μαρκήσιος Ντε Σαντ και η «ελευθεριακή» αποσύνθεση της ιδεολογίας του 20ού αιώνα (Α΄ μέρος) – Cognosco Team

  2. Pingback: Ο μαρκήσιος Ντε Σαντ και η «ελευθεριακή» αποσύνθεση της ιδεολογίας του 20ού αιώνα (Α΄ μέρος) – Cognosco Team

  3. Pingback: Ο μαρκήσιος Ντε Σαντ και η «ελευθεριακή» αποσύνθεση της ιδεολογίας του 20ού αιώνα (Α΄ μέρος) – Cognosco Team

  4. Pingback: Ο μαρκήσιος Ντε Σαντ και η «ελευθεριακή» αποσύνθεση της ιδεολογίας του 20ού αιώνα (Α΄ μέρος) – Cognosco Team

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek