Υποδοχή του Βύρωνα στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1824.

Φυσικά, αλλά καθόλου με τον παραμορφωτικό τρόπο του Αριστείδη Χατζή

Του Γιώργου Ρακκά

Επανήλθε δριμύτερος ο «συνήθης ύποπτος» για την ιστορική κακοποίηση της Επανάστασης του 1821, Αριστείδης Χατζής. Η Καθημερινή της Κυριακής (14/03) φιλοξένησε άρθρο του, όπου μεταξύ άλλων έγραφε: «Η Ελληνική Επανάσταση δεν θα μπορούσε παρά να έχει κι αυτή φιλελεύθερο χαρακτήρα. Εάν η ελληνική δεν ήταν φιλελεύθερη, δεν θα ήταν επανάσταση, αλλά μια τοπική εξέγερση».
Την ίδια μέρα, ο… Αντώνης Λιάκος εξέφραζε σε άλλο μέσο τη δυσφορία του για την προώθηση της οπτικής αυτής από επίσημους θεσμούς, όπως η «επιτροπή Αγγελοπούλου»: «Το αφήγημα που φαίνεται να προβάλλεται είναι η εκσυγχρονιστική και όχι η εθνολαϊκίστικη εκδοχή των 200 χρόνων ιστορίας [ ] παίζει το σενάριο της «επιτυχημένης Ελλάδας». Της Ελλάδας που διάλεγε πάντα τη σωστή πλευρά της ιστορίας. Πρόκειται για ένα αυτοεγκωμιαστικό αφήγημα. [ ] ο εορτασμός των 200 χρόνων της επανάστασης χρησιμοποιείται για να στερεωθεί μια νέα ηγεμονία [ ] με πυρήνα μια συμμαχία ανάμεσα σε εκσυγχρονιστική Δεξιά και δεξιόστροφο εκσυγχρονισμό».
Αυτό που δεν μας λέει ο Α. Λιάκος, και που αποτελεί το στοιχείο που ενώνει το δικό του «αφήγημα» με εκείνο του Α. Χατζή, είναι ότι αμφότερες οι ταξικιστικές και οι φιλελεύθερες τάσεις της αναθεωρητικής ιστοριογραφίας αντιμετωπίζουν το παρελθόν λες και είναι «πεδίο εξόρυξης» τεκμηρίων για την ιδεολογική τους αυτοδικαίωση. Εξ ου και η επιμονή στη χρήση του όρου «αφηγήματος» –μιλάμε πλέον για ιστορίες και όχι για Ιστορία, έστω, μη επιδεχόμενη απόλυτα αντικειμενικής ανάγνωσης. Η σύμπτωση της (νεο)φιλελεύθερης και της ταξικιστικής οπτικής δεν συντελείται μόνο στην ιδεολογικοποίηση της ιστορίας. Έχει και πολύ πρακτικότερες διαστάσεις: Οι φορείς τους θα συμπήξουν μια πραγματική συμμαχία μέσα στο ελληνικό πανεπιστήμιο, ώστε να αποβάλλουν από κοινού κάθε προσέγγιση εθνικής Ιστορίας, είτε αφορά στην παπαρρηγοπούλειά της εκδοχή, είτε σε εκείνην που επιθυμούσε να ακολουθήσει τον Σβορώνο ή τον Ασδραχά σε ό,τι αφορά στη θέση τους για την ελληνική συνέχεια.
Αλλά ας αφήσουμε τον Αντώνη Λιάκο να δυσφορήσει ελευθέρως με τους καρπούς της δικής του ακαδημαϊκής δραστηριότητας, και ας καταπιαστούμε με το επίδικο που θέτει ο Αριστείδης Χατζής: Ήταν φιλελεύθερη η Επανάσταση του 1821; Ήταν σαφώς φιλελεύθερη, καθόλου με τον παραμορφωτικό τρόπο που το εννοεί ο Αριστείδης Χατζής.
Κατ’ αρχάς, η έννοια της Ελευθερίας βρίσκεται στο επίκεντρο του επαναστατικού πνεύματος και διά τούτο αρκεί και μόνο να ανατρέξουμε στον Διονύσιο Σολωμό: Ήταν το δικό του έργο, περισσότερο από τα Συντάγματα ή τα απομνημονεύματα των Επαναστατών, που κατάφερε με την ποιητική διορατικότητά του να μιλήσει για το όλον της Επανάστασης. Δεν περιλαμβάνονται τυχαία, εξ άλλου, οι δικοί του στίχοι στον εθνικό μας ύμνο, και είναι εκείνοι που θα αφήσουν το αποτύπωμα της Επανάστασης στη συνείδηση ενός ολόκληρου έθνους, πέραν των διχασμών, πέραν των ματαιώσεων.
Από εκεί και πέρα, για να διαπιστώσουμε τον «φιλελευθερισμό» της Ελληνικής Επανάστασης, δηλαδή το συγκεκριμένο αξιακό και ιδεολογικό περιεχόμενο που αποδίδει στην έννοια της Ελευθερίας η ιστορική πράξη των Ελλήνων του 1821, θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια «κβαντική» και όχι μια γραμμική μέθοδο. Τα Συντάγματα απηχούσαν μεν το φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής τους· πίσω, όμως, από την σπουδή τους να εισάγουν φιλελεύθερους θεσμούς, υποκρύπτεται η βούληση για την αφαίρεση της πολιτικής πρωτοβουλίας από τους καπετάνιους. Κατά τη θέσπιση και ψήφιση του Συντάγματος της Επιδαύρου (1/1/1822), ο Κολοκοτρώνης και οι λοιποί οπλαρχηγοί ήταν απόντες.
Έκτοτε το Σύνταγμα θα γίνει εργαλείο μιας διαμάχης για την εθνική ηγεσία του Αγώνα, που θα προκαλέσει την παλινδρόμηση της Επανάστασης σε δύο γύρους εμφύλιας αντιπαράθεσης. Τα γεγονότα αυτά, συνιστούν μια μομφή στην καθολικότητα των Συνταγμάτων, γιατί μέσα από τη διαδικασία της διχόνοιας τα μεταβάλλουν συχνά σε «νεκρό γράμμα». Σε «νεκρό γράμμα» πολύ συχνά μεταβάλλεται και ο φιλελευθερισμός του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Γίνεται πολύ εύκολα «γκοβέρνο μιλιτάρε» όταν θέλει να απομονώσει τους καπεταναίους από τις στρατιωτικές υποθέσεις, εξίσου, μεταμορφώνεται σε συμμαχία με τον τοπικισμό των Υδραίων αρχόντων ενάντια στον νεότευκτο κρατικό θεσμό, όταν συγκρούεται με τον Καποδίστρια. Το τελευταίο δεν είναι και πολύ «εκσυγχρονιστικό», λησμονείται γι’ αυτό συχνά από τις αγιογραφίες μιας μορφής που στην πραγματικότητα «προσήνεγκε μεν εις τον αγώνα πολυτίμους υπηρεσίας εξωτερικώς και διπλωματικώς, εσωτερικώς όμως υπήρξεν ο ολέθριος της Ελλάδος δαίμων» (Δ. Βερναρδάκης).
Υπάρχει κάτι που συνδέει, ωστόσο, τις δύο παρατάξεις, καταγράφεται στα Συντάγματα, απηχεί όμως και το πνεύμα των «στρατιωτικών»; Είναι, φυσικά, η εθνική ελευθερία. Μιλάμε, επομένως, για έναν φιλελευθερισμό που δεν είναι όμοια ατομοκεντρικός με τον αγγλοσαξωνικό. Ο ελληνικός ανθρωποκεντρισμός τοποθετεί την ατομικότητά του στη ζωτική της σχέση με την κοινότητα. Γνωστό το απόφθεγμα του Καραϊσκάκη: «Όταν θέλω γίνομαι άγγελος και όταν θέλω διάβολος. Εις το εξής έχω απόφασιν να γένω άγγελος». Γίνεται άγγελος ακριβώς γιατί στη δοσμένη στιγμή αποφασίζει να τον συνεπάρει η συλλογική υπόθεση, ο εθνικός αγώνας.
Άρρηκτα δεμένη με τον τελευταίο, είναι και η διάσταση της Ορθοδοξίας: Η ελεύθερη πολιτεία που όλοι οραματίζονται είναι μια Χριστιανική Πολιτεία, το γράφουν όλα τα Συντάγματα του Αγώνα. Συνάμα αναγνωρίζεται και η ανεξιθρησκεία στους κόλπους της πολιτείας αυτής, ως ατομικό δικαίωμα, εντός μιας συλλογικής έκφρασης που παραμένει χριστιανική. Γιατί τόση έμφαση; Μα προφανώς γιατί η ελεύθερη έκφραση της πίστης ήταν το στοιχείο που καταπιεζόταν περισσότερο από μια εξουσία που είχε αξεδιάλυτα πολιτικό-θρησκευτικό χαρακτήρα.
Ο ελληνικός φιλελευθερισμός αναδεικνύεται επίσης μέσα από τη βασικότερη πνευματική αποσκευή που κουβαλούν μαζί τους οι αγωνιστές του 1821, το δημοτικό τραγούδι. Όπως έχει δείξει ο Γ. Καραμπελιάς στο έργο του Το Δημοτικό Τραγούδι, αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού (2017), η ελληνική εκδοχή της ατομικότητας συνειδητοποιείται μέσα από τη σύγκρουση του ανθρώπου με την ίδια του τη μοίρα, την εξέγερσή του ενάντια στην «αδικία», την απόφασή του να ζήσει σαν το αγρίμι στ’ απάτητα βουνά ώστε να βρει διέξοδο από την οθωμανική ασφυξία.
Μεγαλύτερη βαρύτητα στον ελληνικό φιλελευθερισμό έχει τέλος η Παιδεία, θα λέγαμε ότι εκείνη αποτελεί το προσδιοριστικό στοιχείο μιας ελεύθερης ύπαρξης, όχι η ιδιοκτησία, όπως συμβαίνει στην αγγλοσαξονική της εκδοχή. Ο ελληνικός διαφωτισμός διαπνέεται από μια παιδευτική αγωνία, ακριβώς γιατί η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης βάλλεται από την πολιτισμικού τύπου καταπίεση. Το σκότος της αμάθειας και της σκλαβιάς είναι ένα και το αυτό, τα «γράμματα» επομένως αποτελούν την πρωταρχική προϋπόθεση για την ελευθερία.
Όσο για την ιδιοκτησία, η ιερότητα του δικαιώματός της προκύπτει εδώ όχι κατόπιν εισαγωγής, αλλά γιατί το οθωμανικό σύστημα διαρπαγής την πετσοκόβει με τη φορολογία του, όποτε δεν την απαλλοτριώνει με το «έτσι θέλω». Ακόμα, λοιπόν, και όταν ο λόγος της Επανάστασης παίρνει μια δάνεια μορφή από την Ευρώπη, που προφανώς και συμβαίνει αυτό, καθώς ο ελληνισμός δρα μέσα στην εποχή του και τα πλατύτερά της ρεύματά και όχι έξω από αυτά, το «σημαινόμενο» ωστόσο μετατοπίζεται αποφασιστικά. Γιατί είναι διαφορετικό το πολιτισμικό και ιστορικό βίωμα.
Αν κάτι διακρίνει, τέλος, τον ελληνικό φιλελευθερισμό της εποχής εκείνης, είναι ο διάσπαρτος και ανολοκλήρωτος χαρακτήρας του. Υπάρχει διάχυτος, όμως δεν καταφέρνει να συστηματοποιηθεί ποτέ. Περιμένει ακόμα μια σύνθεση, που θα μπορούσαν να την κάνουν διανοούμενοι σαν τον Αριστείδη Χατζή ή τον Αντώνη Λιάκο, διαπιστώνοντας τις ψηφίδες του μέσα στην ιστορική περιπέτεια του 1821. Αρνούνται όμως, γιατί προτιμούν να παριστάνουν τους «εντομολόγους», να περιτέμνουν από την Ιστορία της Επανάστασης ό,τι μαρτυράει τις δυτικοευρωπαϊκές επιδράσεις, ώστε να καταλύσουν το αίσθημα της «ελληνικής υστέρησης» που τους κατατρέχει. Αυτό, όμως, είναι δικό τους πρόβλημα, και όχι του 1821.

Γιώργος Ρακκάς

2 Σχόλια

  1. Βασιλειος says:

    Πολυ καλο αρθρο απο τον κυριο Ρακκα. Στην τελικη οι κυριοι Λιακοι και οι κυριοι Χατζηδες ας διαβασουν τα απομνημονεύματα των ιδιων των Αγωνιστων. Ο Κολοκοτρωνης, ο Μακρυγιαννης, ο Φωτακος, ο Κασομουλης, ο Σπυρομηλιος κλπ εχουν αφησει τις δικες τους μαρτυρίες. Υπαρχουν και οι επιστολες τους, οι διακυρηξεις του Υψηλαντη κλπ. Οι κυριοι Λιακοι και οι κυριοι ακυρωνουν τις μαρτυρίες των ιδιων των Αγωνιστων, για να “κατασκευασουν” μια Ιστορια για το 1821, συμφωνα με τα δικα τους ιδεολογικα και ξενοδουλα μετρα. Κι αυτο το ονομαζουν “ιστορικη αληθεια”, ενω ειναι μια αισχρη παραποιηση της Ιστοριας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek